Γέροντες

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Γ’)

 

Στο χωριό Ανδρονίκη ένας πλούσιος Τούρκος είχε το μονάκριβό του παιδί άρρωστο. Έπασχε από τρέλλα βαρειάς μορφής και δεν ήξερε τι έκανε. Ήταν επιθετικό στους ανθρώπους, έσπαζε, έκανε ζημιές και η οικογένειά του δεν μπορούσε να το συγκρατήση. Ο πατέρας του τελικά το έκλεισε σ’ ένα δωμάτιο, κλείδωσε τις πόρτες και του έδινε τροφή από ένα μικρό παραθυράκι. Ήταν τόσο εξαγριωμένο και επικίνδυνο ώστε κανείς δεν μπορούσε να το πλησιάση. Ο πατέρας προηγουμένως είχε πάει το παιδί σε γιατρούς και σε μάγους αλλά κανείς δεν μπόρεσε να το βοηθήση.

Είχε ακούσει και για τον θαυματουργό ιερέα και πάνω στην απελπισία του σκέφθηκε: «Τι κάθομαι και περιμένω; Δεν παίρνω το παιδί μου να το πάω στον παπα-Βασίλη στο Τασλίκ να το διαβάση καμμιά ευχή να γίνη καλά, όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι είδαν την θεραπεία τους απ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο;».

Κάλεσε καμμιά δεκαριά γεροδεμένους νέους οι οποίοι κατάφεραν να δέσουν και να φορτώσουν το παιδί του σ’ ένα γαϊδουράκι, δεμένο επίσης πάνω στο σαμάρι.

Βλέποντας αυτό το θέαμα οι χωρικοί του Τασλίκ μαζεύτηκαν από περιέργεια στο σπίτι του παπα-Βασίλη να δουν αν θα γίνη καλά ο νέος.

Ο πατέρας του παιδιού έπεσε στα πόδια του παπά και κλαίγοντας τον παρακαλούσε: «Παπα-Εφέντη έχω αυτό το μονάκριβο παιδί που τρελλάθηκε και δεν μπορώ να το συγκρατήσω. Δέρνει, χτυπάει, σπάζει και όλοι φοβούνται. Άκουσα για την αγιωσύνη σου και ήρθα σε σένα για να το κάνης καλά. Λυπήσου με και δώσε την υγεία στο παιδί μου, την χαρά σε μένα και εγώ θα σου δώσω ό,τι θέλεις».

– Ησύχασε, παιδί μου, ο γυιός σου θα γίνει καλά, απάντησε ο παπάς.

Φέρνουν μπροστά το παιδί. Φορά το πετραχήλι και του διαβάζει τις ευχές από το Ευχολόγιο του ερημίτου· το σταυρώνει και λέει στον πατέρα να λύσουν το παιδί που τώρα ήταν ήρεμο. Το πιάνει από το χέρι, το σηκώνει όρθιο και του λέγει: «Παιδί μου, απ’ αυτήν την στιγμή είσαι καλά, δεν έχεις τίποτε. Να είσαι στο εξής καλό και φρόνιμο παιδί, να αγαπάς τους γονείς σου και τους συνανθρώπους. Πήγαινε στην ευχή του Θεού».

Ο πλούσιος πατέρας έπεσε στα πόδια του ευχαριστώντας τον και του πρόσφερε πολλά μπαχτσίσια (δώρα), τα οποία ο παπάς φυσικά δεν δέχθηκε.

Έφεραν κάποτε από την Καισάρεια ένα δαιμονισμένον. Ενώ φαινόταν ήρεμος, ξεσπούσε σε κραυγές και έβγαζε αφρούς από το στόμα του. Τον έφεραν δεμένο και ο πατήρ τους είπε να τον φέρουν μέσα στο δωμάτιό του. Τους έβγαλε όλους έξω, έκλεισε την πόρτα και άρχισε να του διαβάζη τους εξορκισμούς. Ένα μικρό εγγονάκι του όμως, ηλικίας τεσσάρων με πέντε ετών, κρύφτηκε μέσα στο δωμάτιο, παρακολούθησε και διηγήθηκε όσα είδε. Ο παπάς διάβαζε τους εξορκισμούς επιτιμώντας τα δαιμόνια να φύγουν. Κάθε φορά που χτυπούσε το πόδι στο πάτωμα ο ιερέας, έβλεπε το παιδάκι από το στόμα του δαιμονισμένου να βγαίνουν τα δαιμόνια με μορφή ποντικιών. Οι εξορκισμοί κράτησαν πολλή ώρα και το παιδάκι βλέποντας τα ποντίκια (δαίμονες) να γεμίζουν το δωμάτιο, φοβισμένο άρχισε να φωνάζη:

– Παππού, παππού, γέμισε το σπίτι μας ποντίκια.

– Μη φοβάσαι, παιδί μου, δεν είναι ποντίκια αυτά, θα φύγουν.

Αφού τελείωσαν οι εξορκισμοί ο δαιμονισμένος ηρέμησε και αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, του έδωσαν φαγητό και νερό. Αναγνώρισε τους δικούς του και ήρεμος πλέον διηγείτο τι υπέφερε από τους δαίμονες ευχαριστώντας τον Θεό που τον απάλλαξε απ’ αυτό το μαρτύριο. Ευχαρίστησαν τον παπα-Βασίλη, ασπάσθηκαν το χέρι του και έφυγαν.

Κάποτε ο παπα-Βασίλης γύριζε στο χωριό νύχτα καβάλλα στο άλογο επιστρέφοντας από μία επίσκεψη στον Αρμένη φίλο του, τον Χαμπέραγα Εχμάλογλου, πολύ καλό άνθρωπο από το Κεμερέκ. Η απόσταση Τασλίκ-Κεμερέκ ήταν τέσσερις ώρες. Φθάνοντας στην τοποθεσία Εϊτελίκ, που θα πει καλή τρύπα, έπεσε πάνω σε δύο ληστές, χωρίς αυτοί να τον γνωρίσουν. Ο πατήρ πλησιάζοντας τους αντιλήφθηκε, έκανε το σημείο του σταυρού προς το μέρος τους και οι ληστές ακινητοποιήθηκαν (κοκκάλωσαν) στην θέση τους. Πέρασε ανάμεσά τους και, όταν απομακρύνθηκε, τους λυπήθηκε και τους έλυσε από το δέσιμο.

Οι ληστές άρχισαν να διερωτώνται τι συνέβη, και διηγείτο ο καθένας τους ότι, ενώ ήθελε να κινηθή και να συλλάβη τον καβαλλάρη που περνούσε, δεν μπορούσε, κάτι τον κρατούσε δεμένο. Τότε σκέφθηκαν ότι αυτός που περνούσε δεν μπορεί να ήταν άλλος από τον παπα-Βασίλη από το Τασλίκ. Κατάλαβαν τότε την μεγάλη αμαρτία που διέπραξαν και αμέσως έτρεξαν στο Τασλίκ, βρήκαν τον παπά και του ζήτησαν συγχώρηση. Τους συγχώρεσε και τους έβαλε να φάνε. Τους συμβούλεψε όμως να πάψουν τις ληστείες και να ζουν τίμια από την εργασία τους. Οι ληστές του φίλησαν το χέρι και έφυγαν μετανοημένοι.

 

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Α’, Άγιον Όρος 2009, σελ. 29.

 

 

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Β’)

 

 

 

 

 

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Γ’)

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.