«Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε»
Μια γυναίκα ταπεινή, φτωχή και κατά κόσμον ασήμαντη, φρόντισε, περιποιήθηκε και έκλεισε στην αγκαλιά της με απέραντη αγάπη, όχι μόνο έναν άνθρωπο, αλλά τον κόσμο ολόκληρο. Έκανε παιδί της τον κάθε άνθρωπο. Έγινε μάνα του ορφανεμένου, προστασία του κατατρεγμένου, σκέπη του φτωχού, παρηγοριά του αρρώστου. «Πάντων θλιβομένων η χαρά και αδικουμένων προστάτις και πενομένων τροφή…». Η Παναγία μητέρα μας!
Συγκατένευσε στη θεϊκή πρόσκληση να συνδράμει στη σωτηρία του κόσμου. Μα δεν αρκέστηκε στο να παραχωρήσει απλώς την αμόλυντη σάρκα της στον Υιό του Θεού για να γίνει και Υιός του ανθρώπου, δικός της γιος. Προχώρησε παραπέρα. Επιδίωξε μια απολύτως ενεργό μητρική σχέση με τον καθένα μας χωριστά. Ο Υιός της μας καταδέχθηκε «και ουκ επαισχύνεται» να μας ονομάζει αδελφούς του. Και η Μητέρα του θεώρησε αυτομάτως δικά της παιδιά όλους τους αδελφούς του Υιού της. Μας υιοθέτησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Άνοιξε την πλατειά, ζεστή, πλούσια καρδιά της και μας έκλεισε όλους στοργικά στη μεγάλη της αγκαλιά.
Και η αγάπη της είναι αληθινή, πέρα από κάθε φαντασία. Γιατί η ίδια ξεπέρασε τα ανθρώπινα μέτρα, έσπασε το φράγμα του πεπερασμένου του ανθρώπου, ανυψώθηκε υπεράνω «πάσης κτίσεως». Κατάφερε να χωρέσει πραγματικά μέσα στην απροσμέτρητη αγάπη της τον κάθε άνθρωπο σαν μάνα του αληθινή κι ακόμα περισσότερο. Γιατί αγάπησε με τον τρόπο που αγαπάει ο Θεός. Φυσικό γι’ αυτήν που άγγιξε τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος και έγινε «μετά Θεόν η Θεός». Και όπως είναι γνωστό, ο Θεός αγαπάει ασυγκρίτως περισσότερο και από τη φυσική μάνα (Ησ. 49:15). «Και της φυσικής φιλοστοργίας ανώτερός εστιν ο έλεος του Θεού» (άγιος Ιω. Χρυσόστομος). «Υπάρχει στον κόσμο μεγαλύτερη αγάπη από την αγάπη της μάνας; Είναι δυνατόν μια μητέρα να μη λυπηθεί το παιδί της; Να το ξεχάσει; Αλλά εγώ, λέγει ο Κύριος, σας έχω αγάπη που υπερβαίνει απείρως την αγάπη της μητέρας προς το παιδί της» (άγιος Ιω. της Κρονστάνδης).
![]()
Με παρόμοιο τρόπο αγαπάει και η Παναγία. Έγινε η «Πλατυτέρα των ουρανών». Χωράμε όλοι μέσα στην αγκαλιά της. Πόσα έχει κάνει μέχρι τώρα για μας; Και πόσα συνεχίζει αδιάκοπα, κάθε μέρα, να κάνει; Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία τα χέρια της θα είναι υψωμένα διαρκώς για χάρη μας προς τον Υιό της. Στα μάτια της τρέχουν ασταμάτητα τα δάκρυα για όσα παιδιά της υποφέρουν στην άβυσσο. Γι’ αυτό και όταν βλέπει τα παιδιά της να τη θυμούνται, χαίρεται αφάνταστα. Κλαίει από χαρά όταν τα βλέπει να επιστρέφουν ξανά κοντά της, να την επισκέπτονται για να της πουν την καλημέρα τους.
Τι θέλει μια μάνα από τα παιδιά της; Να τη θυμούνται λιγάκι. Να περνούν από την πόρτα της για μια απλή καλημέρα. Δεν θέλει περισσότερα και η Παναγία μας.
Και πώς λέμε την καλημέρα μας στην Παναγία; Πώς τη χαιρέτησε ο Αρχάγγελος; «Χαίρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σου». Και πάνω στον αρχαγγελικό αυτόν ασπασμό ο μεγάλος Ρωμανός ο μελωδός στιχούργησε μεγαλόπνοα τον θεσπέσιο θεομητορικό του ύμνο, τους Χαιρετισμούς. Και έγιναν οι Χαιρετισμοί, ο Ακάθιστος Ύμνος, το αγαπημένο τραγούδι της Παναγίας μας. Αυτό που θέλει να ακούει περισσότερο από μας. Να λοιπόν, πώς μπορούμε να χαιρετάμε καθημερινά την πανύμνητη μητέρα μας.
![]()
Η ίδια φανερώθηκε πολλές φορές σε άγιες ψυχές και δήλωσε καθαρά, ότι την ευχαριστεί πολύ να τη χαιρετούν τα παιδιά της με τον τρόπο αυτόν. «Όποιος με χαιρετάει μια φορά την ημέρα με τους Χαιρετισμούς, τους οποίους πολύ αγαπώ, θα τον προστατεύω, θα τον διαφυλάττω από κάθε κακό, θα τον προσέχω σε όλη τη ζωή του και κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας θα τον υπερασπισθώ μπροστά στον Υιό μου».
Οι άγιοι αγαπούσαν ιδιαίτερα την Παναγία μας και καθημερινά την τιμούσαν με τους Χαιρετισμούς. Και μάλιστα τους έλεγαν όχι μόνο μία, αλλά πολλές φορές την ημέρα.
Ας θυμούμαστε κι εμείς καθημερινά τη Μητέρα μας. Και ας μην παραλείπουμε ποτέ να της λέμε την καλημέρα μας με τα θαυμάσια «Χαίρε» των Χαιρετισμών. Είναι τόσο εύκολο να τους λέμε είτε το βράδυ στο Μικρό Απόδειπνο, είτε χωριστά κάποια άλλη στιγμή. Και η Παναγία θα γίνεται όλο και περισσότερο φωτοδόχος λαμπάδα στη ζωή μας, «ακτίς νοητού ηλίου» και «βολίς του αδύτου φέγγους» στη ζοφερή νύχτα που ο άρχοντας του σκότους επιχειρεί να απλώσει στις ψυχές και στον κόσμο μας, ιδιαίτερα τώρα.
Ας μη λείψει ποτέ από το στόμα μας η γεμάτη θάμβος προσφώνηση του θεοφώτιστου μελωδού:
«Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε»!
π. Δημήτριος Μπόκος
«Αντιύλη» – Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

