Γέροντες

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Β’)

 Κάποια χρονιά, ενώ στο Τασλίκ έβρεχε, στα γειτονικά χωριά έκανε μεγάλη ανομβρία. Άρχισαν τα σπαρτά και τα δένδρα να ξηραίνωνται και να υποφέρουν τα ζώα από την έλλειψη του νερού. Τότε οι κάτοικοι της περιοχής σκέφτηκαν ότι από αυτό το κακό μόνο ο παπα-Βασίλης μπορούσε να τους απαλλάξη. Έκαναν μία επιτροπή, πήγαν και τον παρεκάλεσαν να έρθη να τους βοηθήση. Πήγε μαζί τους και είπε στο συγκεντρωμένο πλήθος που τον περίμενε, να τον ακολουθήσουν όλοι σ’ ένα μικρό λόφο για να κάνουν προσευχή να στείλη ο Θεός την ποθούμενη βροχή. Μόλις έφθασαν στο ύψωμα τους είπε να γονατίσουν όλοι και αυτός διάβαζε τις ευχές. Σε λίγο άρχισαν να εμφανίζωνται στον ουρανό τα πρώτα σύννεφα, να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες και μετά έβρεξε καλά για πολλή ώρα.

Κάποια ημέρα ο παπα-Βασίλης καθόταν με παρέα γερόντων στον εξώστη του διώροφου σπιτιού του και συζητούσαν. Σε μία στιγμή τους λέει: «Κοιτάξτε προς το Άας Πουνάρ (Άσπρη βρύση, ασπρόνερο). Βλέπετε έναν Τούρκο πάνω σε γαϊδουράκι; Είναι φτωχός, βασανισμένος, άρρωστος και έρχεται σε μένα να του διαβάσω ευχή γιατί υποφέρει. Φέρνει μαζί του στον κόρφο του σαράντα λεπτά (ένα γρόσι) για να μου δώση ως αμοιβή για την ευχή που θα του διαβάσω». Οι γέροι εξεπλάγησαν, κοιτάχθηκαν μεταξύ τους και είπαν: «Αν είναι έτσι, παπα-Βασίλη, όπως τα λες, και γνωρίζης όλα αυτά, τότε εσύ είσαι Άγιος!».

Περίμεναν με περιέργεια την άφιξη του Τούρκου. Όταν ήρθε, χαιρέτησε κάνοντας ένα τεμενά μέχρι το χώμα.

Ο παπα-Βασίλης τον αντιχαιρέτησε και τον ρώτησε, τι ήθελε. Απάντησε: «Αχ, παπα-Εφέντη, από μακρυά έρχομαι, “ντέρτια” (βάσανα) πολλά έχω. Πονάω πολύ. Δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε νύχτα ούτε μέρα. Ήρθα να μου διαβάσης ευχή από το άγιο “κιτάπ” (βιβλίο) που έχεις, μήπως βρω την γιατρειά μου».

Ο παπα-Βασίλης του διάβασε ευχή και αμέσως σταμάτησαν οι πόνοι του. Από ευγνωμοσύνη έβγαλε από τον κόρφο του σαράντα λεπτά και τα έδινε στον παπά, στον οποίο συνεχώς έλεγε ευχές και ευχαριστίες.

– Τι είναι αυτά, γιαβρούμ, ρώτησε ο παπάς, τάχα σαν να μην ήξερε.

– Παπα-Εφέντη είναι ένα γρόσι, είναι η πληρωμή σου.

– Μα, παιδί μου, με ένα γρόσι πιάνει η ευχή; Δεν έχεις άλλα χρήματα πάνω σου;

– Αμάν, παπα-Εφέντη, σε παρακαλώ, δέξου τα. Και αυτά τα μάζεψα από άλλους δανεικά.

– Εντάξει, γιαβρούμ, μη στενοχωριέσαι, αστειεύθηκα, ήθελα να σε πειράξω. Κράτα τα και αυτά. Τώρα έλα να φας και να ξεκουραστής.

Έφυγε ο Τούρκος θεραπευμένος και ευχαριστημένος, και μάλιστα του έδωσε ο παπα-Βασίλης ψωμί και αλάτι για τα παιδιά του.

Αυτός, ο εκλεκτός και άγιος λειτουργός του Υψίστου, με το χάρισμά του έκανε σεβαστή στους αλλόθρησκους την πίστη μας, μέσω δε των θαυμάτων που ενεργούσε η θεία Χάρι, δοξαζόταν το όνομα του Αληθινού Θεού.

Ο μεγαλύτερος γυιός του ήταν αρραβωνιασμένος με την Σουλτάνα Κουλαξίζογλου, κόρη του Αβραάμ και της Ελένης (γονείς και του Νικολάου Κουλαξίζογλου, που αφηγήθηκε το περιστατικό). Η Σουλτάνα είχε στα χρυσαφικά της και ένα περιδέραιο με είκοσι χρυσά νομίσματα μεγάλης αξίας. Κάποια μέρα διεπίστωσε ότι λείπει το περιδέραιο αυτό. Την εποχή εκείνη ζούσε στο ίδιο σπίτι και η οικογένεια του θείου της Σάββα που είχε και αυτός τρεις-τέσσερις κόρες. Τότε άρχισαν οι υπόνοιες για το ποιος έκλεψε τα χρυσά νομίσματα και επικράτησε μία ψυχρότητα μέσα στο σπίτι. Έψαχναν και δεν μπορούσαν να τα βρουν. Το άλλο πρωί η μητέρα της πήγε να ρωτήση τον παπα-Βασίλη. Τον βρήκε να διαβάζη την Παλαιά Διαθήκη. Αφού χαιρετήθηκαν της λέγει: «Πρόσεξε, συμπεθέρα, μην κατηγορήσης κανέναν άδικα και κολαστής. Χαμένο θησαυρό δεν τον έκλεψε κανείς. Τη νύχτα ο ποντικός έσυρε το περιδέραιο για να το πάρη στην φωλιά του, αλλά δεν μπόρεσε να το τραβήξη ολόκληρο. Πήγαινε στο σπίτι σου, τράβηξε το σεντούκι και θα το βρεις».

Πράγματι, γύρισε στο σπίτι της όπου την περίμεναν όλοι με αγωνία. Την βοήθησαν να τραβήξη το σεντούκι και έκπληκτοι είδαν το περιδέραιο στην ποντικότρυπα που υπήρχε στον πλίθινο τοίχο. Θαύμασαν όλοι για το χάρισμα του παπα-Βασίλη.

Άλλη φορά ήρθαν δύο Τούρκοι να θεραπευτούν. Ο ένας είχε μαζί του πέντε γρόσια και ο άλλος ένα. Ο παπα-Βασίλης τους είδε από μακρυά και είπε πάλι στους γέρους του χωριού, που συζητούσαν, τα σχετικά με τους Τούρκους. Όταν έφθασαν στο σπίτι του, ο Τούρκος που είχε τα πέντε γρόσια ήταν πιο θαρραλέος γιατί είχε περισσότερα χρήματα, ενώ ο άλλος ήταν διστακτικός και φοβισμένος. Τότε του λέγει ο παπα-Βασίλης: «Έλα μέσα, μην ντρέπεσαι. Διστάζεις γιατί έχεις ένα γρόσι μόνο και ο φίλος σου έχει πέντε γρόσια;». Οι Τούρκοι μόλις άκουσαν αυτά έμειναν έκπληκτοι και είπαν: «Παπα-Εφέντη, πολλά ακούστηκαν για σένα, για όσα καλά κάνεις στον κόσμο, αλλά πρώτη φορά βλέπουμε και ακούμε παπά να γνωρίζη τις σκέψεις των ανθρώπων και τι έχει ο καθένας στην τσέπη του».

Αφού διάβασε στον καθένα την ανάλογη ευχή, στο τέλος τους είπε: «Τώρα πηγαίνετε στην ευχή του Θεού. Αφού έχετε πίστη και κάνατε τόσο κόπο να έρθετε από μακρυά, μην φοβάστε, ο Θεός σάς θεραπεύει». Οι Τούρκοι άπλωσαν τα χέρια τους να του δώσουν τα χρήματα, αλλά ο πατήρ αρνήθηκε να τα πάρη. Τους είπε: «Φτωχοί άνθρωποι είστε. Να ψωνίσετε κάτι για τις οικογένειές σας».

Εν τω μεταξύ οι φίλοι του παπά, οι γέροντες του χωριού που είδαν όλα αυτά, του είπαν: «Ε, παπα-Βασίλη, δεν ξέρουμε τι να πούμε. Τα έχομε χαμένα. Κάτι συμβαίνει με σένα. Πώς σου έδωσε ο Θεός τόσα χαρίσματα;». Αυτός τους απάντησε: «Πάντα να προσεύχεσθε με πίστη και ευλάβεια στον Θεό, να τηρήτε τις εντολές του Θεού και Αυτός θα σας δώσει την Χάρι του».

 

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Α’, Άγιον Όρος 2009, σελ. 25.

 

https://www.koinoniaorthodoxias.org/gerontes/patir-vasileios-o-thaymatourgos-2/

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πατήρ Βασίλειος ο θαυματουργός (Β’)

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.