Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, ο όσιος Κύριλλος που καταγόταν από το Γκάλιτς, κατέφυγε κρυφά στην Μονή του Αγίου Κορνηλίου του Κόμελ [19 Μαΐου], με σκοπό να γίνει μοναχός. Μετά επτά έτη, ο πατέρας του, ένας ευγενής, επισκέφθηκε την μονή και αναγνώρισε το παιδί του μεταξύ των μοναχών. Όχι μόνο δεν τον έπεισε να επιστρέψει στον κόσμο, αλλά συμμορφώθηκε στις παραινέσεις του γιου του και έγινε μοναχός με το όνομα Βαρσανούφιος. Η μητέρα του δεν άργησε να ακολουθήσει με την σειρά της το καλό αυτό παράδειγμα και παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο λίγες ημέρες αφότου εκάρη μοναχή σε ένα μοναστήρι των περιχώρων.
Τρία χρόνια αργότερα, ο πατέρας του εκοιμήθη. Ο άγιος Κύριλλος αναλογίστηκε τότε: «Κι εγώ θνητός είμαι!» και διπλασίασε τους ασκητικούς μόχθους του. Σε αντάλλαγμα της αυτοθυσίας αυτής, ο Κύριος του παραχώρησε το δώρο των δακρύων στην προσευχή. Δέκα χρόνια αργότερα πήρε την ευλογία του αγίου Κορνηλίου για να ζήσει ως ερημίτης. Τρεφόταν με μανιτάρια και άγρια βότανα και ζούσε σε αυστηρή ησυχία, την οποία διέκοπτε ενίοτε για να επισκεφθεί τα ιερά προσκυνήματα του Νόβγκοροντ και του Πσκωφ, όπου παρακολουθούσε με κατάνυξη και δάκρυα όλες τις ακολουθίες.
Μετά από επτά χρόνια ερημικής βιοτής, έκτισε ένα ησυχαστήριο στις όχθες της Νέας Λίμνης (1517), κοντά στο οποίο ανήγειρε δύο ναΰδρια αφιερωμένα το ένα στην Ανάσταση του Χριστού και το άλλο στην Παναγία Οδηγήτρια, σε τόπο που του υπέδειξε η Θεοτόκος σε ένα όραμα. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
![]()
Η ευωδία των αρετών του άρχισε να προσελκύει σύντομα κοντά του ολοένα και περισσότερους μαθητές για τους οποίους ίδρυσε ένα μεγάλο κοινόβιο, την ηγουμενία του οποίου ανέλαβε ο ίδιος. Δίχως να χάσει τίποτε από την εσωτερική του ειρήνη, ο άγιος διοικούσε την αδελφότητα με σοφία και αγάπη, προσφέροντας τον εαυτό του ως ζωντανό πρότυπο της τέλειας τήρησης της μοναχικής τάξης. Έφθανε πάντα πρώτος στην εκκλησία και έφευγε τελευταίος. Τρεφόταν με τα απολύτως αναγκαία για να διατηρήσει το σώμα του ζωντανό, συμμετέχοντας, ωστόσο, πάντοτε στις πιο κοπιαστικές εργασίες. Ανυπόδητος και ελαφρά ντυμένος, ακόμη και μέσα στο καταχείμωνο, πήγαινε πρώτος να κόψει ξύλα ή να κουβαλήσει με μεγάλο κόπο νερό.
Κάποτε, ήλθαν κλέφτες να πάρουν τις καμπάνες της εκκλησίας. Αφού ολοκλήρωσαν το ανόμημά τους, άρχισαν να περιφέρονται γύρω από το μοναστήρι, δίχως να μπορούν να βρουν τον δρόμο τους. Το πρωί οδηγήθηκαν στον άγιο που τους είπε με πραότητα: «Παιδιά μου, κανείς ποτέ δεν πλούτισε με ξένα αγαθά, πολλοί μάλιστα έχασαν και ό,τι δικό τους είχαν». Είπε τότε να τους δώσουν να φάνε και να τους αφήσουν να φύγουν εν ειρήνη.
![]()
Όσο ακόμη ζούσε, ο όσιος Κύριλλος θεράπευσε πολλούς ασθενείς και ιδιαίτερα τυφλούς. Κάποτε, ένας μαθητής του, ο Αθανάσιος, είδε έναν μυστηριώδη διάκονο να συλλειτουργεί με τον άγιο. Στο τέλος της θείας Λειτουργίας, ο διάκονος έγινε αίφνης άφαντος και ο άγιος Κύριλλος έδωσε αυστηρή εντολή στον μαθητή του να μην αποκαλύψει το γεγονός πριν την τελευτή του.
Στις 4 Φεβρουαρίου 1537 (κατ’ άλλους το 1532), συγκέντρωσε τους μοναχούς του, τους συνέστησε να παραμείνουν ενωμένοι σε αμοιβαία υπακοή και αγάπη και λέγοντας: Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν! το πρόσωπό του φωτίσθηκε από ασυνήθιστο φως και ο άγιος παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος έκτος, Φεβρουάριος. Εκδόσεις Ορμύλια, σελ. 47.

