Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου9 Αυγούστου

Των Αγίων Ματθίου του Αποστόλου, Ιουλιανού, Μαρκιανού, Ιωάννου, Ιακώβου, Αλεξίου, Δημητρίου κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

9-8 (1)Τω αυτώ μηνί Θ’, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ματθίου.

Εξήλθεν αρθείς Ιούδας επί βρόχου,
Εισήλθεν αρθείς Ματθίας επί ξύλου.

Ήρθη αμφ’ ενάτην ξύλω ηΐθεος Ματθίας.

Ούτος ήτον ένας από τους εβδομήκοντα, όστις εσυγκαταριθμήθη μετά των ένδεκα Αποστόλων, αντί Ιούδα του Ισκαριώτου, καθώς είναι γεγραμμένον εις το πρώτον κεφάλαιον των Πράξεων. Εκήρυξε δε το Ευαγγέλιον εις την έξω Αιθιοπίαν, την νυν λεγομένην Χαμπεσίαν. Πολλάς δε τιμωρίας υπομείνας από τους Αιθίοπας, εις χείρας Θεού παρέθετο το πνεύμα του.

 

 

 

 

 

 

 

 

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων δέκα Μαρτύρων, των δια την αγίαν εικόνα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την εν τη Χαλκή Πύλη, αθλησάντων, Ιουλιανού, Μαρκιανού, Ιωάννου, Ιακώβου, Αλεξίου, Δημητρίου, Φωτίου, Πέτρου, Λεοντίου, και Μαρίας της Πατρικίας.

Εις τους εννέα Μάρτυρας.

Εχθρόν Θεού κτείναντες άνδρες εννέα,
Φίλοι γίνονται τω Θεώ δια ξίφους.

Εις την Μαρίαν.

Εμού τραχήλου Σώτερ αίμα προσδέχου,
Μαρία φησίν ως το Μαρίας μύρον.

Ούτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του θηριωνύμου Λέοντος του Ισαύρου εν έτει ψις’ [716], ο οποίος επειδή απεστρέφετο τας αγίας εικόνας, δια τούτο έκαιεν αυτάς εις την φωτίαν. Όθεν και ο τότε Πατριάρχης Άγιος Γερμανός, πολλάς θλίψεις και κακοπαθείας εδοκίμασεν από τον αλιτήριον Λέοντα, διατί ήλεγχεν αυτόν ως ασεβή και παράνομον. Επειδή δε ο θηριώνυμος επεχείρησε να κρημνίση και την σεβασμίαν εικόνα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την προσκυνουμένην επάνω εις την Χαλκήν Πόρταν της Κωνσταντινουπόλεως, και αι σκάλαι ήδη εκατασκευάζοντο, και ξύλα μακρά εβάλλοντο, και εκείνοι οπού έμελλον να την κρημνίσουν, ανέβηκαν επάνω, και άρχισαν να ενεργούν τον κρημνισμόν της αγίας εικόνος, τότε οι γενναίοι ούτοι του Χριστού αθληταί επρόφθασαν, και πιάσαντες την μίαν σκάλαν, ετράβιξαν αυτήν προς τον εαυτόν τους, και ούτω κατεκρήμνισαν κάτω τον σπαθάριον, οπού εκρήμνιζε την σεβασμίαν εικόνα, και εθανάτωσαν αυτόν, τον δε ασεβή βασιλέα εκαταρώντο και ανεθεμάτιζον. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς άναψεν από τον θυμόν, όθεν επρόσταξε να αποκεφαλίσουν όλους τους εκείσε παρευρεθέντας, των οποίων τον αριθμόν μόνος ηξεύρει ο Κύριος, επειδή και ήτον πλήθος πολύ. Τούτους δε μοναχούς τους εννέα επρόσταξε να δείρουν με ραβδία, και έπειτα να τους ρίψουν εις την φυλακήν. Επρόσταξε δε, ότι κάθε ημέραν να δίδουν εις αυτούς πεντακοσίας ραβδίας, και έτζι υπέμειναν ανδρείως οι μακάριοι δερνόμενοι εις οκτώ μήνας. Όταν δε είδεν αυτούς ο τύραννος, πως απέκαμαν, επρόσταξε να πυρώσουν σούβλας, και με αυτάς να κατακαύσουν τα των Μαρτύρων πρόσωπα, και τελευταίον να αποκεφαλίσουν αυτούς εις τόπον λεγόμενον Κυνηγέσιον. Μαζί δε με αυτούς επρόσταξε να αποκεφαλίσουν και την Αγίαν Μαρίαν την Πατρικίαν, και τα λείψανα αυτών να ριφθούν εις το πέλαγος, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους της αθλήσεως (1).

(1) Όρα και εις την εικοστήν ενάτην του Μαΐου το Συναξάριον της Αγίας Θεοδοσίας της εν Κωνσταντινουπόλει, της αθλησάσης δια την αυτήν αγίαν εικόνα του Χριστού, την εν τη Χαλκή Πύλη ισταμένην. Όθεν συνάγεται, ότι όχι μόνον άνδρες ήτον οι τραβίξαντες την σκάλαν, και ρίψαντες κατά γης τον σπαθάριον, αλλά και γυναίκες.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Αντωνίνος (2) ο Αλεξανδρεύς πυρί τελειούται.

Αντωνίνου το σώμα καν σποδού γέμη,
Το πνεύμα λαμπρότητος ευμοιρεί ξένης.

Ούτος ο Άγιος ήτον κατά το γένος Αλεξανδρεύς, πιασθείς δε από τον άρχοντα της Αλεξανδρείας, εκρεμάσθη παρ’ αυτού και εξεσχίσθη. Έπειτα εβάλθη μέσα εις αναμμένον καμίνι, και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, από τον οποίον έλαβε τον του μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον. Ευρέθη δε το άγιον αυτού λείψανον εις το μέσον της καμίνου αβλαβές και σώον, χωρίς να βλάψη η φωτία ούτε μίαν τρίχα της κεφαλής του.

(2) Εν δε τοις Μηναίοις γράφεται Αντώνιος.

*

Ο Όσιος πατήρ ημών Ψόης ευχόμενος τελειούται.

Μάστιξιν ευχών καν τέλει βίου Ψόης,
Παίει νοητάς δαιμόνων δεινάς ψόας.

*

Η εύρεσις της αχειροποιήτου και σεβασμίας εικόνος των Καμουλιανών, συγγραφείσα παρά του εν Αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου Επισκόπου Νύσσης.

Πώς ου μεγάλη τυγχάνεις Ακυλίνα,
Συγκατάβασιν βλέψας Χριστού τόσην;

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο δίκαιος και μόνος αληθινός Θεός ημών, όστις είναι αόρατος κατά την ουσίαν της Θεότητος, και ανίκητος κατά το κράτος, και κατά την δύναμιν ανεκλάλητος· αυτός, οπού είναι κατά φύσιν φιλάνθρωπος και αγαθός· η εικών του Πατρός η απαράλλακτος· ο τη δόσει των χαρισμάτων αμεταμέλητος· ο προ αιώνων αοράτως εκ του Πατρός γεννηθείς, και επ’ εσχάτων ημερών εκ μητρός Παρθένου ασπόρως τεχθείς· αυτός και πάλιν εκαταδέχθη να φανή εις αγίαν εικόνα δια την εδικήν του αγαθότητα και άμετρον ευσπλαγχνίαν. Και εκεί μεν εις την κατά σάρκα του Γέννησιν και παρουσίαν, ωδήγησε τους Μάγους δια μέσου αστέρος. Εδώ δε εις την δι’ εικόνος φανέρωσίν του, ετράβιξε τους νηπίους κατά τον νουν εις τελείαν επίγνωσιν. Ω αφράστου φιλανθρωπίας! ω αμέτρου κηδεμονίας! ω ανεκδιηγήτου δωρεάς! ω αρρήτου ανεξικακίας! ω ακαταλήπτων μυστηρίων! Όντως παράδοξον είναι το πράγμα τούτο και φοβερόν, αδελφοί. Ότι ο Κτίστης των απάντων βλέπεται από ημάς τους πηλίνους με χαρακτήρα πανσέβαστον, και εκεί μεν εις την δια σαρκός επιδημίαν του, εφάνη νέος δια γεννήσεως. Εδώ δε ο αυτός εκαταδέχθη σήμερον να προσκυνήται με εικόνα σωματικήν. Ω θαύμα μέγα! πάλιν συγκατάβασις εγένετο Δεσπότου προς τους δούλους. Δεύτε λοιπόν αδελφοί και πατέρες ακούσατε, και θέλω διηγηθώ εις εσάς όλους, οπού φοβείσθε τον Κύριον, όσα θαυμαστά έγιναν εις τα Καμουλιανά, την νέαν Βηθλεέμ, και θέλω προθέσω δια του λόγου έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς σας εγώ ο ταπεινός Γρηγόριος, τα περί της τιμίας και μακαρίας γυναικός Βάσσης, της μετονομασθείσης Ακυλίνης, τα οποία εφανερώθησαν εις εμέ τον ανάξιον υπό του Αγίου Πνεύματος.

Αύτη η μακαρία Ακυλίνα ήτον Ελλήνισσα, έχουσα άνδρα Κάμουλον ονομαζόμενον, ο οποίος και αυτός ήτον Έλλην και άπιστος, και τοπάρχης του τόπου εκείνου, κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σπθ’ [289]. Εδίωκε δε και επολέμει ο Κάμουλος τους Χριστιανούς, κατά την προσταγήν οπού είχεν από τον Διοκλητιανόν. Η δε τούτου σύζυγος Ακυλίνα, με το να εφωτίσθη υπό της θείας χάριτος, εγνώρισε τον αληθή Θεόν. Όθεν εζήτει μεν, να χωρισθή από τον άνδρα της, και από την εκείνου ασέβειαν, εσπούδαζε δε, να επιστραφή όλως διόλου εις μόνον τον υπ’ αυτής γνωρισθέντα Θεόν και Βασιλέα του παντός. Την επίγνωσιν δε ταύτην του Θεού, εσπούδαζε να φυλάττη κεκρυμμένην εις την καρδίαν της δια τον φόβον του απίστου ανδρός της. Επαρακάλει δε και πάντοτε τον Κύριον δια να την αξιώση να δεχθή το Άγιον Βάπτισμα, καταγινομένη εις αγρυπνίας, εις νηστείας, εις προσευχάς, και μεταχειριζομένη κάθε καθαρότητα της ψυχής και του σώματος, και παρθενίαν φυλάττουσα. Όθεν εκ τούτων ηξιώθη η αοίδιμος να δεχθή την κατωτέρω αποκάλυψιν εκ του Αγίου Πνεύματος. Εις καιρόν γαρ οπού αυτή η τρισολβία προσηύχετο εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν μετά δακρύων και συντετριμμένης καρδίας, τότε ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος, εισήκουσε της δεήσεώς της δια την θερμήν πίστιν, οπού είχεν εις αυτόν, και της λέγει· επειδή δια την σωτηρίαν των ανθρώπων εκατέβηκα από τους Ουρανούς, και εσαρκώθηκα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Αειπαρθένου, δια τούτο και τώρα ήλθον προς εσένα, συμπονέσας τα δάκρυά σου. Ετοίμασον λοιπόν τράπεζαν καθαράν, και βάλε επάνω εις αυτήν ένα μανδύλιον άσπρον, και ένα αγγείον άγγικτον και λαμπρόν γεμάτον από νερόν. Ετοίμασον δε αυτά μέσα εις ταμείον και κάμεραν στολισμένην, και ρίψον τον εαυτόν σου εις το έδαφος της γης έξω της καμάρας, και θέλει σε σκεπάσει η δεξιά μου χειρ, και τότε έχω να φανερωθώ εις εσένα, καθώς εγώ βούλομαι.

Εποίησε λοιπόν ταύτα πάντα η Αγία Ακυλίνα, καθώς ελάλησεν εις αυτήν η θεία φωνή. Και ω του φρικτού και ξένου μυστηρίου! κατέβη εις αυτήν ο Δεσπότης Χριστός, όστις πάντοτε και πανταχού παραγίνεται, και ποτέ δεν παραβλέπει τους εις αυτόν ελπίζοντας, και βοώντας νοερώς προς αυτόν, και αγαπώντας τον εξ όλης της διαθέσεως. Μαζί δε με τον Κύριον, εκατέβησαν και όλαι αι δυνάμεις των Ουρανών, κατά την πέμπτην φυλακήν (3) της νυκτός, ψάλλουσαι και λέγουσαι τον επινίκιον ύμνον, ήτοι το, Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ. Και εκείνος ο Δεσπότης οπού ένιψε πρότερον τους πόδας των μαθητών του, και εσπόγγισεν αυτούς με τον φουτάν, οπού ήτον διεζωσμένος, αυτός, ω του θαύματος! και τότε ένιψε δια των ακηράτων χειρών του το άγιόν του πρόσωπον με το νερόν εκείνο, οπού ήτον εις το αγγείον. Νιψάμενος δε, απέμαξεν, ήτοι εσπόγγισε με το καθαρόν εκείνο μανδύλιον, το άχραντον και θεόμορφον αυτού πρόσωπον. Και ευθύς ετυπώθη εις το μανδύλιον ο τύπος και η εικών της θεανδρικής αυτού μορφής, και ο Πανάγιος και αληθέστατος αυτού χαρακτήρ, καθώς εις όλους αποδείχνεται έως της σήμερον. Όθεν καθώς πρότερον ο Κύριος δια φιλανθρωπίαν και συγκατάβασιν, έδειξε την εδικήν του ενανθρώπησιν, έτζι και τώρα δείχνει αυτήν εις την τιμίαν και ευλαβεστάτην Ακυλίναν, η οποία βλέπουσα τα ούτως οικονομηθέντα εις αυτήν, ευχαρίστησε μεγάλως τω Κυρίω, και δεν εδύνετο να χορτάση από ευχαριστίας. Έκρυψε δε τον άγιον χαρακτήρα του Κυρίου μέσα εις μίαν γωνίαν του οσπητίου της (εφοβείτο γαρ τον άνδρα της) και ετίμα αυτόν υπερβαλλόντως. Προγνωρίσασα δε την κοίμησίν της, επρονόησε δια την αγίαν ταύτην και αχειροποίητον και αχρωμάτιστον του Σωτήρος εικόνα. Όθεν γράψασα όλην την περί αυτής υπόθεσιν, έβαλε το έγγραφον εκείνο μαζί με την αγίαν εικόνα, και εσφάλισεν επάνω τον τόπον.

Αφ’ ου δε η μακαρία Ακυλίνα απέθανεν, απεκαλύφθη υπό Θεού εις εμένα τον ανάξιον Γρηγόριον, ότι δηλαδή εις τα Καμουλιανά εν τω οίκω της Ακυλίνης, κατά τον δείνα τόπον ευρίσκεται κεκρυμμένη η αχειροποίητος εικών του Κυρίου. Όθεν πηγαίνωντας εις τον δειχθέντα μοι τόπον, και σκάψας τον τοίχον, ευρήκα ένα σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον ο άγιος χαρακτήρ του Πατρικού απαυγάσματος. Ομοίως εύρον, ω του θαύματος! και την κανδήλαν ανάπτουσαν, την οποίαν είχε κρεμάση εκεί προ εκατόν χρόνων και επέκεινα η Αγία Ακυλίνα. Εύρον δε και θυμιατήριον μικρόν, το οποίον ακόμη έκαιε, και έδιδε την ευωδίαν του θυμιάματος. Τούτο το μέγιστον θαύμα είδον με τους ιδίους μου οφθαλμούς, εγώ ο ελάχιστος των Επισκόπων, και δια τούτο φανερόν αυτό εις όλους εποίησα. Λαβών δε από εκεί τον αχειροποίητον εκείνον και άγιον χαρακτήρα του Κυρίου, απόθεσα αυτόν εις την Μητρόπολιν της Καισαρείας. Δια μέσου του οποίου πολλαί ιατρείαι γίνονται, όσαι έγιναν και επί της ενανθρωπήσεως του Κυρίου. Παρευθύς γαρ ιατρεύθησαν τυφλοί, χωλοί, παραλυτικοί, και δαιμονισμένοι, δια να φανερωθή το πλήρωμα της χάριτος και της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Ότι ο ενανθρωπήσας Λόγος του Ανάρχου Πατρός, αυτός και τώρα ζη και κραταιούται, και διαμένει και βασιλεύει εις αιώνας αιώνων. Ταύτα έγιναν εν τοις Καμουλιανοίς. Και η μεν αποκρυβή της αχράντου και αχειροποιήτου εικόνος του Κυρίου, έγινεν επί της βασιλείας του ασεβούς Διοκλητιανού, ως είπομεν ανωτέρω. Η δε φανέρωσις αυτής, έγινεν επί της βασιλείας του ευσεβούς Θεοδοσίου του Μεγάλου εν έτει τϞβ’ [392], εις δόξαν του μονογενούς Υιού του Θεού και Πατρός (4).

(3) Η πέμπτη φυλακή ενταύθα νοείται, διηρημένης της νυκτός εις εξ φυλακάς, δύω ωρών διδομένων εις κάθε φυλακήν. Η πέμπτη φυλακή λοιπόν είναι περί την δεκάτην ώραν της νυκτός.

(4) Σημείωσαι, ότι παρά μεν τω χειρογράφω και τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται, ότι το διήγημα τούτο περί της αχειροποιήτου εικόνος της εν Καμουλιανοίς, συνεγράφη από τον Άγιον Γρηγόριον τον Νύσσης. Εγώ δε ερευνήσας τους εκδεδομένους τρεις τόμους του Νύσσης, ουχ’ εύρον το διήγημα τούτο. Αλλά και η φράσις του διηγήματος, δεν ομοιάζει με την φράσιν του θείου Γρηγορίου Νύσσης.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

9-8 (1)Τῷ αὐτῷ μηνὶ Θ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ματθίου.

Ἐξῆλθεν ἀρθεὶς Ἰούδας ἐπὶ βρόχου,
Εἰσῆλθεν ἀρθεὶς Ματθίας ἐπὶ ξύλου.

Ἤρθη ἀμφ’ ἐνάτην ξύλῳ ἠΐθεος Ματθίας.

Οὗτος ἦτον ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα, ὅστις ἐσυγκαταριθμήθη μετὰ τῶν ἕνδεκα Ἀποστόλων, ἀντὶ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου, καθὼς εἶναι γεγραμμένον εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῶν Πράξεων. Ἐκήρυξε δὲ τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὴν ἔξω Αἰθιοπίαν, τὴν νῦν λεγομένην Χαμπεσίαν. Πολλὰς δὲ τιμωρίας ὑπομείνας ἀπὸ τοὺς Αἰθίοπας, εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο τὸ πνεῦμά του.

 

 

 

 

 

 

 

 

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων δέκα Μαρτύρων, τῶν διὰ τὴν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐν τῇ Χαλκῇ Πύλῃ, ἀθλησάντων, Ἰουλιανοῦ, Μαρκιανοῦ, Ἰωάννου, Ἰακώβου, Ἀλεξίου, Δημητρίου, Φωτίου, Πέτρου, Λεοντίου, καὶ Μαρίας τῆς Πατρικίας.

Εἰς τοὺς ἐννέα Μάρτυρας.

Ἐχθρὸν Θεοῦ κτείναντες ἄνδρες ἐννέα,
Φίλοι γίνονται τῷ Θεῷ διὰ ξίφους.

Εἰς τὴν Μαρίαν.

Ἐμοῦ τραχήλου Σῶτερ αἷμα προσδέχου,
Μαρία φησὶν ὡς τὸ Μαρίας μῦρον.

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ θηριωνύμου Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου ἐν ἔτει ψις΄ [716], ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ ἀπεστρέφετο τὰς ἁγίας εἰκόνας, διὰ τοῦτο ἔκαιεν αὐτὰς εἰς τὴν φωτίαν. Ὅθεν καὶ ὁ τότε Πατριάρχης Ἅγιος Γερμανός, πολλὰς θλίψεις καὶ κακοπαθείας ἐδοκίμασεν ἀπὸ τὸν ἀλιτήριον Λέοντα, διατὶ ἤλεγχεν αὐτὸν ὡς ἀσεβῆ καὶ παράνομον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ θηριώνυμος ἐπεχείρησε νὰ κρημνίσῃ καὶ τὴν σεβασμίαν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν προσκυνουμένην ἐπάνω εἰς τὴν Χαλκῆν Πόρταν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ αἱ σκάλαι ἤδη ἐκατασκευάζοντο, καὶ ξύλα μακρὰ ἐβάλλοντο, καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔμελλον νὰ τὴν κρημνίσουν, ἀνέβηκαν ἐπάνω, καὶ ἄρχισαν νὰ ἐνεργοῦν τὸν κρημνισμὸν τῆς ἁγίας εἰκόνος, τότε οἱ γενναῖοι οὗτοι τοῦ Χριστοῦ ἀθληταὶ ἐπρόφθασαν, καὶ πιάσαντες τὴν μίαν σκάλαν, ἐτράβιξαν αὐτὴν πρὸς τὸν ἑαυτόν τους, καὶ οὕτω κατεκρήμνισαν κάτω τὸν σπαθάριον, ὁποῦ ἐκρήμνιζε τὴν σεβασμίαν εἰκόνα, καὶ ἐθανάτωσαν αὐτόν, τὸν δὲ ἀσεβῆ βασιλέα ἐκαταρῶντο καὶ ἀνεθεμάτιζον. Ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἄναψεν ἀπὸ τὸν θυμόν, ὅθεν ἐπρόσταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν ὅλους τοὺς ἐκεῖσε παρευρεθέντας, τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν μόνος ἠξεύρει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ καὶ ἦτον πλῆθος πολύ. Τούτους δὲ μοναχοὺς τοὺς ἐννέα ἐπρόσταξε νὰ δείρουν μὲ ῥαβδία, καὶ ἔπειτα νὰ τοὺς ῥίψουν εἰς τὴν φυλακήν. Ἐπρόσταξε δέ, ὅτι κάθε ἡμέραν νὰ δίδουν εἰς αὐτοὺς πεντακοσίας ῥαβδίας, καὶ ἔτζι ὑπέμειναν ἀνδρείως οἱ μακάριοι δερνόμενοι εἰς ὀκτὼ μῆνας. Ὅταν δὲ εἶδεν αὐτοὺς ὁ τύραννος, πῶς ἀπέκαμαν, ἐπρόσταξε νὰ πυρώσουν σούβλας, καὶ μὲ αὐτὰς νὰ κατακαύσουν τὰ τῶν Μαρτύρων πρόσωπα, καὶ τελευταῖον νὰ ἀποκεφαλίσουν αὐτοὺς εἰς τόπον λεγόμενον Κυνηγέσιον. Μαζὶ δὲ μὲ αὐτοὺς ἐπρόσταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν καὶ τὴν Ἁγίαν Μαρίαν τὴν Πατρικίαν, καὶ τὰ λείψανα αὐτῶν νὰ ῥιφθοῦν εἰς τὸ πέλαγος, καὶ οὕτως ἔλαβον οἱ ἀοίδιμοι τοὺς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως (1).

(1) Ὅρα καὶ εἰς τὴν εἰκοστὴν ἐνάτην τοῦ Μαΐου τὸ Συναξάριον τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, τῆς ἀθλησάσης διὰ τὴν αὐτὴν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐν τῇ Χαλκῇ Πύλῃ ἱσταμένην. Ὅθεν συνάγεται, ὅτι ὄχι μόνον ἄνδρες ἦτον οἱ τραβίξαντες τὴν σκάλαν, καὶ ῥίψαντες κατὰ γῆς τὸν σπαθάριον, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀντωνῖνος (2) ὁ Ἀλεξανδρεὺς πυρὶ τελειοῦται.

Ἀντωνίνου τὸ σῶμα κᾂν σποδοῦ γέμῃ,
Τὸ πνεῦμα λαμπρότητος εὐμοιρεῖ ξένης.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἦτον κατὰ τὸ γένος Ἀλεξανδρεύς, πιασθεὶς δὲ ἀπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς Ἀλεξανδρείας, ἐκρεμάσθη παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐξεσχίσθη. Ἔπειτα ἐβάλθη μέσα εἰς ἀναμμένον καμίνι, καὶ οὕτω παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔλαβε τὸν τοῦ μαρτυρίου ἄφθαρτον στέφανον. Εὑρέθη δὲ τὸ ἅγιον αὐτοῦ λείψανον εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου ἀβλαβὲς καὶ σῷον, χωρὶς νὰ βλάψῃ ἡ φωτία οὔτε μίαν τρίχα τῆς κεφαλῆς του.

(2) Ἐν δὲ τοῖς Μηναίοις γράφεται Ἀντώνιος.

*

Ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ψόης εὐχόμενος τελειοῦται.

Μάστιξιν εὐχῶν κᾂν τέλει βίου Ψόης,
Παίει νοητὰς δαιμόνων δεινὰς ψόας.

*

Ἡ εὕρεσις τῆς ἀχειροποιήτου καὶ σεβασμίας εἰκόνος τῶν Καμουλιανῶν, συγγραφεῖσα παρὰ τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἐπισκόπου Νύσσης.

Πῶς οὐ μεγάλη τυγχάνεις Ἀκυλίνα,
Συγκατάβασιν βλέψας Χριστοῦ τόσην;

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ δίκαιος καὶ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ὅστις εἶναι ἀόρατος κατὰ τὴν οὐσίαν τῆς Θεότητος, καὶ ἀνίκητος κατὰ τὸ κράτος, καὶ κατὰ τὴν δύναμιν ἀνεκλάλητος· αὐτός, ὁποῦ εἶναι κατὰ φύσιν φιλάνθρωπος καὶ ἀγαθός· ἡ εἰκὼν τοῦ Πατρὸς ἡ ἀπαράλλακτος· ὁ τῇ δόσει τῶν χαρισμάτων ἀμεταμέλητος· ὁ πρὸ αἰώνων ἀοράτως ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθείς, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἡμερῶν ἐκ μητρὸς Παρθένου ἀσπόρως τεχθείς· αὐτὸς καὶ πάλιν ἐκαταδέχθη νὰ φανῇ εἰς ἁγίαν εἰκόνα διὰ τὴν ἐδικήν του ἀγαθότητα καὶ ἄμετρον εὐσπλαγχνίαν. Καὶ ἐκεῖ μὲν εἰς τὴν κατὰ σάρκα του Γέννησιν καὶ παρουσίαν, ὡδήγησε τοὺς Μάγους διὰ μέσου ἀστέρος. Ἐδῶ δὲ εἰς τὴν δι’ εἰκόνος φανέρωσίν του, ἐτράβιξε τοὺς νηπίους κατὰ τὸν νοῦν εἰς τελείαν ἐπίγνωσιν. Ὢ ἀφράστου φιλανθρωπίας! ὢ ἀμέτρου κηδεμονίας! ὢ ἀνεκδιηγήτου δωρεᾶς! ὢ ἀρρήτου ἀνεξικακίας! ὢ ἀκαταλήπτων μυστηρίων! Ὄντως παράδοξον εἶναι τὸ πρᾶγμα τοῦτο καὶ φοβερόν, ἀδελφοί. Ὅτι ὁ Κτίστης τῶν ἁπάντων βλέπεται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς πηλίνους μὲ χαρακτῆρα πανσέβαστον, καὶ ἐκεῖ μὲν εἰς τὴν διὰ σαρκὸς ἐπιδημίαν του, ἐφάνη νέος διὰ γεννήσεως. Ἐδῶ δὲ ὁ αὐτὸς ἐκαταδέχθη σήμερον νὰ προσκυνῆται μὲ εἰκόνα σωματικήν. Ὦ θαῦμα μέγα! πάλιν συγκατάβασις ἐγένετο Δεσπότου πρὸς τοὺς δούλους. Δεῦτε λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ πατέρες ἀκούσατε, καὶ θέλω διηγηθῶ εἰς ἐσᾶς ὅλους, ὁποῦ φοβεῖσθε τὸν Κύριον, ὅσα θαυμαστὰ ἔγιναν εἰς τὰ Καμουλιανά, τὴν νέαν Βηθλεέμ, καὶ θέλω προθέσω διὰ τοῦ λόγου ἔμπροσθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς σας ἐγὼ ὁ ταπεινὸς Γρηγόριος, τὰ περὶ τῆς τιμίας καὶ μακαρίας γυναικὸς Βάσσης, τῆς μετονομασθείσης Ἀκυλίνης, τὰ ὁποῖα ἐφανερώθησαν εἰς ἐμὲ τὸν ἀνάξιον ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Αὕτη ἡ μακαρία Ἀκυλίνα ἦτον Ἑλλήνισσα, ἔχουσα ἄνδρα Κάμουλον ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἦτον Ἕλλην καὶ ἄπιστος, καὶ τοπάρχης τοῦ τόπου ἐκείνου, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ, ἐν ἔτει σπθ΄ [289]. Ἐδίωκε δὲ καὶ ἐπολέμει ὁ Κάμουλος τοὺς Χριστιανούς, κατὰ τὴν προσταγὴν ὁποῦ εἶχεν ἀπὸ τὸν Διοκλητιανόν. Ἡ δὲ τούτου σύζυγος Ἀκυλίνα, μὲ τὸ νὰ ἐφωτίσθη ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, ἐγνώρισε τὸν ἀληθῆ Θεόν. Ὅθεν ἐζήτει μέν, νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὸν ἄνδρα της, καὶ ἀπὸ τὴν ἐκείνου ἀσέβειαν, ἐσπούδαζε δέ, νὰ ἐπιστραφῇ ὅλως διόλου εἰς μόνον τὸν ὑπ’ αὐτῆς γνωρισθέντα Θεὸν καὶ Βασιλέα τοῦ παντός. Τὴν ἐπίγνωσιν δὲ ταύτην τοῦ Θεοῦ, ἐσπούδαζε νὰ φυλάττῃ κεκρυμμένην εἰς τὴν καρδίαν της διὰ τὸν φόβον τοῦ ἀπίστου ἀνδρός της. Ἐπαρακάλει δὲ καὶ πάντοτε τὸν Κύριον διὰ νὰ τὴν ἀξιώσῃ νὰ δεχθῇ τὸ Ἅγιον Βάπτισμα, καταγινομένη εἰς ἀγρυπνίας, εἰς νηστείας, εἰς προσευχάς, καὶ μεταχειριζομένη κάθε καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ παρθενίαν φυλάττουσα. Ὅθεν ἐκ τούτων ἠξιώθη ἡ ἀοίδιμος νὰ δεχθῇ τὴν κατωτέρω ἀποκάλυψιν ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἰς καιρὸν γὰρ ὁποῦ αὐτὴ ἡ τρισολβία προσηύχετο εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν μετὰ δακρύων καὶ συντετριμμένης καρδίας, τότε ὁ τὸ θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιῶν Κύριος, εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς της διὰ τὴν θερμὴν πίστιν, ὁποῦ εἶχεν εἰς αὐτόν, καὶ τῆς λέγει· ἐπειδὴ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκατέβηκα ἀπὸ τοὺς Οὐρανούς, καὶ ἐσαρκώθηκα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, καὶ Μαρίας τῆς ᾈειπαρθένου, διὰ τοῦτο καὶ τώρα ἦλθον πρὸς ἐσένα, συμπονέσας τὰ δάκρυά σου. Ἑτοίμασον λοιπὸν τράπεζαν καθαράν, καὶ βάλε ἐπάνω εἰς αὐτὴν ἕνα μανδύλιον ἄσπρον, καὶ ἕνα ἀγγεῖον ἄγγικτον καὶ λαμπρὸν γεμάτον ἀπὸ νερόν. Ἑτοίμασον δὲ αὐτὰ μέσα εἰς ταμεῖον καὶ κάμεραν στολισμένην, καὶ ῥίψον τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς ἔξω τῆς καμάρας, καὶ θέλει σὲ σκεπάσει ἡ δεξιά μου χείρ, καὶ τότε ἔχω νὰ φανερωθῶ εἰς ἐσένα, καθὼς ἐγὼ βούλομαι.

Ἐποίησε λοιπὸν ταῦτα πᾶντα ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα, καθὼς ἐλάλησεν εἰς αὐτὴν ἡ θεία φωνή. Καὶ ὢ τοῦ φρικτοῦ καὶ ξένου μυστηρίου! κατέβη εἰς αὐτὴν ὁ Δεσπότης Χριστός, ὅστις πάντοτε καὶ πανταχοῦ παραγίνεται, καὶ ποτὲ δὲν παραβλέπει τοὺς εἰς αὐτὸν ἐλπίζοντας, καὶ βοῶντας νοερῶς πρὸς αὐτόν, καὶ ἀγαπῶντάς τον ἐξ ὅλης τῆς διαθέσεως. Μαζὶ δὲ μὲ τὸν Κύριον, ἐκατέβησαν καὶ ὅλαι αἱ δυνάμεις τῶν Οὐρανῶν, κατὰ τὴν πέμπτην φυλακὴν (3) τῆς νυκτός, ψάλλουσαι καὶ λέγουσαι τὸν ἐπινίκιον ὕμνον, ἤτοι τὸ, Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. Καὶ ἐκεῖνος ὁ Δεσπότης ὁποῦ ἔνιψε πρότερον τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν του, καὶ ἐσπόγγισεν αὐτοὺς μὲ τὸν φουτᾶν, ὁποῦ ἦτον διεζωσμένος, αὐτός, ὢ τοῦ θαύματος! καὶ τότε ἔνιψε διὰ τῶν ἀκηράτων χειρῶν του τὸ ἅγιόν του πρόσωπον μὲ τὸ νερὸν ἐκεῖνο, ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ ἀγγεῖον. Νιψάμενος δέ, ἀπέμαξεν, ἤτοι ἐσπόγγισε μὲ τὸ καθαρὸν ἐκεῖνο μανδύλιον, τὸ ἄχραντον καὶ θεόμορφον αὑτοῦ πρόσωπον. Καὶ εὐθὺς ἐτυπώθη εἰς τὸ μανδύλιον ὁ τύπος καὶ ἡ εἰκὼν τῆς θεανδρικῆς αὑτοῦ μορφῆς, καὶ ὁ Πανάγιος καὶ ἀληθέστατος αὑτοῦ χαρακτήρ, καθὼς εἰς ὅλους ἀποδείχνεται ἕως τῆς σήμερον. Ὅθεν καθὼς πρότερον ὁ Κύριος διὰ φιλανθρωπίαν καὶ συγκατάβασιν, ἔδειξε τὴν ἐδικήν του ἐνανθρώπησιν, ἔτζι καὶ τώρα δείχνει αὐτὴν εἰς τὴν τιμίαν καὶ εὐλαβεστάτην Ἀκυλίναν, ἡ ὁποία βλέπουσα τὰ οὕτως οἰκονομηθέντα εἰς αὐτήν, εὐχαρίστησε μεγάλως τῷ Κυρίῳ, καὶ δὲν ἐδύνετο νὰ χορτάσῃ ἀπὸ εὐχαριστίας. Ἔκρυψε δὲ τὸν ἅγιον χαρακτῆρα τοῦ Κυρίου μέσα εἰς μίαν γωνίαν τοῦ ὁσπητίου της (ἐφοβεῖτο γὰρ τὸν ἄνδρα της) καὶ ἐτίμα αὐτὸν ὑπερβαλλόντως. Προγνωρίσασα δὲ τὴν κοίμησίν της, ἐπρονόησε διὰ τὴν ἁγίαν ταύτην καὶ ἀχειροποίητον καὶ ἀχρωμάτιστον τοῦ Σωτῆρος εἰκόνα. Ὅθεν γράψασα ὅλην τὴν περὶ αὐτῆς ὑπόθεσιν, ἔβαλε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο μαζὶ μὲ τὴν ἁγίαν εἰκόνα, καὶ ἐσφάλισεν ἐπάνω τὸν τόπον.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἡ μακαρία Ἀκυλίνα ἀπέθανεν, ἀπεκαλύφθη ὑπὸ Θεοῦ εἰς ἐμένα τὸν ἀνάξιον Γρηγόριον, ὅτι δηλαδὴ εἰς τὰ Καμουλιανὰ ἐν τῷ οἴκῳ τῆς Ἀκυλίνης, κατὰ τὸν δεῖνα τόπον εὑρίσκεται κεκρυμμένη ἡ ἀχειροποίητος εἰκὼν τοῦ Κυρίου. Ὅθεν πηγαίνωντας εἰς τὸν δειχθέντα μοι τόπον, καὶ σκάψας τὸν τοῖχον, εὑρῆκα ἕνα σεντοῦκι, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἦτον ὁ ἅγιος χαρακτὴρ τοῦ Πατρικοῦ ἀπαυγάσματος. Ὁμοίως εὗρον, ὢ τοῦ θαύματος! καὶ τὴν κανδήλαν ἀνάπτουσαν, τὴν ὁποίαν εἶχε κρεμάσῃ ἐκεῖ πρὸ ἑκατὸν χρόνων καὶ ἐπέκεινα ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα. Εὗρον δὲ καὶ θυμιατήριον μικρόν, τὸ ὁποῖον ἀκόμη ἔκαιε, καὶ ἔδιδε τὴν εὐωδίαν τοῦ θυμιάματος. Τοῦτο τὸ μέγιστον θαῦμα εἶδον μὲ τοὺς ἰδίους μου ὀφθαλμούς, ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος τῶν Ἐπισκόπων, καὶ διὰ τοῦτο φανερὸν αὐτὸ εἰς ὅλους ἐποίησα. Λαβὼν δὲ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἀχειροποίητον ἐκεῖνον καὶ ἅγιον χαρακτῆρα τοῦ Κυρίου, ἀπόθεσα αὐτὸν εἰς τὴν Μητρόπολιν τῆς Καισαρείας. Διὰ μέσου τοῦ ὁποίου πολλαὶ ἰατρεῖαι γίνονται, ὅσαι ἔγιναν καὶ ἐπὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου. Παρευθὺς γὰρ ἰατρεύθησαν τυφλοί, χωλοί, παραλυτικοί, καὶ δαιμονισμένοι, διὰ νὰ φανερωθῇ τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος καὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Ἀνάρχου Πατρός, αὐτὸς καὶ τώρα ζῇ καὶ κραταιοῦται, καὶ διαμένει καὶ βασιλεύει εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ταῦτα ἔγιναν ἐν τοῖς Καμουλιανοῖς. Καὶ ἡ μὲν ἀποκρυβὴ τῆς ἀχράντου καὶ ἀχειροποιήτου εἰκόνος τοῦ Κυρίου, ἔγινεν ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ ἀσεβοῦς Διοκλητιανοῦ, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω. Ἡ δὲ φανέρωσις αὐτῆς, ἔγινεν ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ εὐσεβοῦς Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου ἐν ἔτει τϞβ΄ [392], εἰς δόξαν τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός (4).

(3) Ἡ πέμπτη φυλακὴ ἐνταῦθα νοεῖται, διῃρημένης τῆς νυκτὸς εἰς ἓξ φυλακάς, δύω ὡρῶν διδομένων εἰς κάθε φυλακήν. Ἡ πέμπτη φυλακὴ λοιπὸν εἶναι περὶ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς νυκτός.

(4) Σημείωσαι, ὅτι παρὰ μὲν τῷ χειρογράφῳ καὶ τῷ τετυπωμένῳ Συναξαριστῇ γράφεται, ὅτι τὸ διήγημα τοῦτο περὶ τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνος τῆς ἐν Καμουλιανοῖς, συνεγράφη ἀπὸ τὸν Ἅγιον Γρηγόριον τὸν Νύσσης. Ἐγὼ δὲ ἐρευνήσας τοὺς ἐκδεδομένους τρεῖς τόμους τοῦ Νύσσης, οὐχ’ εὗρον τὸ διήγημα τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἡ φράσις τοῦ διηγήματος, δὲν ὁμοιάζει μὲ τὴν φράσιν τοῦ θείου Γρηγορίου Νύσσης.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

Των Αγίων Ματθίου του Αποστόλου, Ιουλιανού, Μαρκιανού, Ιωάννου, Ιακώβου, Αλεξίου, Δημητρίου κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.