Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου7 Νοεμβρίου

Των Αγίων τριάκοντα τριών μαρτύρων των εν Μελιτινή, Μελασίππου, Κασίνης και Αντωνίου των Μαρτύρων κ.α.

 Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιοι 33 Μάρτυρες εν ΜελιτινήΤω αυτώ μηνί Ζ’, μνήμη των Αγίων τριάκοντα τριών Μαρτύρων των εν Μελιτινή, Ιέρωνος και των λοιπών.

Εις τον Ιέρωνα.

Ω πώς Ιέρων ουδέν εξ ευτολμίας,
Άτολμον είδεν, ουδ’ αγενές προς ξίφος!

Εις τους τριακονταδύω.

Δια ξίφους ανείλον άνδρας τρις δέκα,
Άνδρες πονηροί, και μίαν ξυνωρίδα (ήτοι δύω).

Ουδ’ έλαθ’ εβδομάτη Ιέρων ξίφει αυχένα καρθείς.

Ούτοι οι Άγιοι ήθλησαν κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των βασιλέων εν έτει σϞ’ [290]. Ήτον δε ο θείος ούτος Ιέρων ανδρείος κατά το σώμα, ευγενής κατά την ψυχήν, και γεωργός κατά την τέχνην. Τούτον λοιπόν ευρόντες οι λατρευταί των ειδώλων εργαζόμενον, και θέλοντες να πιάσουν αυτόν κλεπτικώς, δεν ημπόρεσαν. Αλλά επήγεν αυτός αφ’ εαυτού θεληματικώς εις τους ειδωλολάτρας. Και επειδή παρρησία ωμολόγησεν, ότι είναι ευσεβής και Χριστιανός, δια τούτο έκοψαν το δεξιόν του χέρι από τον αγκώνα. Οι δε λοιποί Άγιοι, και αυτοί παρρησία ομολογήσαντες την εις Χριστόν πίστιν, ερρίφθησαν κατά γης και εδάρθησαν με νεύρα βοών. Την δε ερχομένην ημέραν πάλιν ραβδισθέντες αρκετάς ώρας, ύστερον απεκεφαλίσθησαν έξω της πόλεως Μελιτινής. Και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. (Το κατά πλάτος αυτών Μαρτύριον όρα εις τον Νέον Παράδεισον (1).)

(1) Το δε ελληνικόν τούτων Μαρτύριον συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Ιέρωνι τω γενναίω». (Σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.)

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Μελασίππου, Κασίνης και Αντωνίου.

Εις τον Μελάσιππον και Κασίναν.

Ου σάρκες ήσαν, αλλ’ άσαρκός τις φύσις,
Ο Μελάσιππος προς ξέσεις και Κασίνα.

Εις τον Αντώνιον.

Στας Αντώνιε την τομήν χαίρων δέχου,
Και δέξεταί σε της χαράς θείος τόπος.

Ούτοι οι Άγιοι εμαρτύρησαν κατά τους χρόνους Ιουλιανού του παραβάτου εν έτει τξα’ [361], εις την πόλιν Άγκυραν. Ήτον δε Χριστιανοί από τους προγόνους των. Και ο μεν Αντώνιος εβάλθη εις την φυλακήν, ο δε Μελάσιππος και η Κασίνα, κρεμασθέντες, κατεξεσχίσθησαν και με το πυρ κατεφλέχθησαν. Έπειτα του μεν Αγίου Μελασίππου, έκοψαν τους πόδας από τα γόνατα, της δε Αγίας Κασίνης, έκοψαν τα βυζία. Τον δε Αντώνιον κρεμάσαντες, κατεξέσχισαν, επειδή αυτός έπτυσε μεν εις το πρόσωπον του Ιουλιανού, εμακάρισε δε τους εδικούς του γονείς, τον Άγιον λέγω Μελάσιππον, και την Αγίαν Κασίναν, οίτινες κρεμάμενοι επάνω εις το βασανιστήριον ξύλον, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. Έπειτα ετρύπησαν με περόνην τους αστραγάλους του αυτού Αντωνίου, και εκρέμασαν από τους πόδας του πέτρας βαρείας. Ύστερον καθίζουσιν αυτόν επάνω εις θρόνον σιδηρούν και πεπυρωμένον. Ξυρίζουσι την κεφαλήν του και κρεμώσιν από τον λαιμόν του μίαν πέτραν και έτζι περιτριγυρίζουσιν αυτόν εις την πόλιν δια όνειδος και εντροπήν. Είτα πάλιν κρεμώσιν αυτόν και καταξεσχίζουσι. Μετά ταύτα στέλλουσι τον Άγιον εις τον δούκα Αγριππίνον, ο οποίος έβαλεν αυτόν μέσα εις φούρνον αναμμένον και ύστερα τον έρριψεν εις τα θηρία δια να τον φάγουν. Επειδή δε από όλα αυτά εφυλάχθη ο Άγιος αβλαβής δια της θείας χάριτος, δια τούτο ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού τεσσαράκοντα παιδία, τα οποία ευθύς απεκεφάλισαν οι υπηρέται του βασιλέως. Μετά ταύτα άπλωσαν τον Άγιον επάνω εις κρεββάτι πυρωμένον και τον έδειραν με ραβδία. Είτα κόψαντες τας χείρας του, τον έβαλον εις την κάμινον. Αβλαβής δε φυλαχθείς, εκ του θαύματος τούτου πολλούς ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού. Και τελευταίον απετμήθη την κεφαλήν, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Αύκτου, Ταυρίωνος και Θεσσαλονίκης.

Εις τον Αύκτον και Ταυρίωνα.

Εφεύρον Αύκτος, Ταυρίων ευκτόν τέλος,
Ξίφει τμηθέντες οία ταύροι Κυρίου.

Εις την Θεσσαλονίκην.

Φυγήν κατακριθείσα πατρώου πέδου,
Πέδον χλόης ώκησε Θεσσαλονίκη.

Ούτοι οι Άγιοι εμαρτύρησαν εις την Αμφίπολιν της Μακεδονίας (ήτις είναι μία πόλις μεσόγειος κοντά εις την Καβάλαν, Επισκοπή μεν πρότερον ούσα του Φιλίππων και Δράμας, ύστερον δε εις Μητρόπολιν τιμηθείσα). Και η μεν Θεσσαλονίκη, ήτον θυγάτηρ ενός ιερέως των ειδώλων, Κλέωνος ονομαζομένου, ανθρώπου πλουσίου και περιφανούς κατά την ζωήν. Αλλ’ όμως ούτε ο πλούτος, ούτε η της ζωής περιφάνεια του πατρός της, εδυνήθησαν να μαλακώσουν την Αγίαν, και να χωρίσουν αυτήν από την πίστιν του Χριστού. Όθεν και ο πατήρ της, πολλά παρακαλέσας αυτήν να αρνηθή τον Χριστόν, δεν εδυνήθη. Δια τούτο γυμνωθείσα η μακαρία, δέρνεται από τέσσαρας άνδρας με ωμά δέρματα. Είτα ετζάκισαν τας πλευράς της και αφ’ ου επήραν τα υπάρχοντά της την εξώρισαν. Εις την εξορίαν λοιπόν ευρισκομένη η Αγία, και τον Χριστόν μη παύουσα να ομολογή, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας αυτού. Ο δε Αύκτος και Ταυρίων, αφ’ ου εκατηγόρησαν πολλά τον βάρβαρον εκείνον και ωμότατον (2), εδιαβάλθησαν από αυτόν ως Χριστιανοί εις τον Θορύβιον τον υπατικόν. Όθεν ευθύς εκδύνονται τους χιτώνας των και κτυπούνται με λίθους και βάλλονται μέσα εις καμίνι δυνατά αναμμένον. Φυλαχθέντες δε από αυτό αβλαβείς, κτυπούνται με σαΐτας πολλάς. Και επειδή έμειναν απλήγωτοι, δια τούτο ερρίφθησαν εις την εκεί κοντά ευρισκομένην λίμνην. Αλλά πάλιν υπό της θείας χάριτος ευγήκαν αβλαβείς εις την στερεάν. Όθεν ο τύραννος απορήσας, και μη ηξεύρωντας τι να κάμη, επρόσταξε και απέκοψαν τας αγίας αυτών κεφαλάς. Και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους του μαρτυρίου.

(2) Ίσως ο βάρβαρος ούτος, είναι ο πατήρ της Θεσσαλονίκης, όστις φαίνεται να ήτον ο ίδιος, οπού επαίδευσε την θυγατέρα του, καθώς συμπεραίνεται από το άνω ύφος του λόγου.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Αθηνοδώρου (3).

Εκ γης καλούσιν Αθηνόδωρον νόες,
Προς τας νοητάς δωρεάς του Κυρίου.

(3) Εν δε τω τετυπωμένω Συναξαριστή γράφεται ότι ο Αθηνόδωρος ούτος ήτον αδελφός Γρηγορίου του Θαυματουργού, ουκ ορθώς όμως. Ο Γρηγόριος γαρ ήτον αδελφός εκείνου, ως δηλοί το κάτωθεν δίστιχον, και ουχί ο Αθηνόδωρος.

*

Μνήμη του Αγίου Γρηγορίου, αδελφού Γρηγορίου του Θαυματουργού.

Τω θαυματουργού συγγόνω Γρηγορίω,
Επωνύμως ζήσαντι διπλούν το κλέος.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Αλέξανδρος ο εκ Θεσσαλονίκης, ξίφει τελειούται.

Εκ Θετταλών γης Αλέξανδρος φυς κλάδος,
Αθλήσεως ήπλωσεν εκτμηθείς κλάδους.

Ούτος, ήτον μεν κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει σϞη’ [298], εκατάγετο δε από την μεγαλόπολιν Θεσσαλονίκην. Παρασταθείς λοιπόν εις το βήμα του τυράννου, επειδή εκλότζισε τον βωμόν με το ποδάρι του, και διεσκόρπισε τας δαιμονικάς σπονδάς και θυσίας, οπού ευρίσκοντο επάνω εις αυτόν, δια τούτο απεκεφαλίσθη, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

*

Ο Όσιος Πατήρ ημών και Θαυματουργός Λάζαρος, ο εν τω Γαλλησίω όρει ασκήσας, εν ειρήνη τελειούται.

Ετοίμασον τον κόλπον Αβραάμ πάτερ,
Ουχ’ υστερούντι Λαζάρω σου Λαζάρου.

Ούτος ο τρισμακάριστος Πατήρ ημών Λάζαρος εκατάγετο από την γην της Ασίας, από ένα χωρίον το οποίον ευρίσκεται κοντά εις την Μαγνησίαν, εν έτει ͵αλ’ [1030]. Όταν δε έμελλε να γεννηθή, έκαμεν ο Θεός να φανή από τον Ουρανόν ένα φως θείον, το οποίον εγέμωσεν όλον τον γονικόν του οίκον. Από του οποίου φωτός την έλλαμψιν, εφοβήθησαν αι συναθροισμέναι γυναίκες και έφυγον έξω, και έμεινε μόνη η μήτηρ. Όταν δε το βρέφος εγεννήθη, ω του θαύματος! εστάθη ευθύς όρθιον και επροσευχήθη κατά ανατολάς, έχον τας χείρας του ακουμβισμένας ευτάκτως επάνω εις το στήθος. Επρομήνυε δε ο Θεός δια τούτων, την καθαρότητα του Οσίου και την δεκτικήν επιτηδειότητα, οπού είχεν η ψυχή του εις τας θείας ελλάμψεις. Όταν δε έγινε πέντε χρόνων, παρεδόθη εις ένα παιδαγωγόν, δια να μάθη τα ιερά γράμματα. Και εις ολίγον καιρόν υπερέβαλεν όλα τα άλλα παιδία. Όθεν από όλους εγκωμιάζετο η ευφυΐα του, μάλιστα δε η πραότης αυτού και ταπείνωσις, και η προθυμία και σπουδή οπού είχεν εις τας εν τη Εκκλησία ακολουθίας και προσευχάς. Και προς τούτοις εθαυμάζετο η προς τους πτωχούς φιλανθρωπία και συμπάθεια και ιλαρότης, οπού είχεν ο Όσιος εκ νεαράς ηλικίας.

Τόσην γαρ πολλήν επιμέλειαν και σπουδήν έδειχνεν εις την ελεημοσύνην ο τρισόλβιος, ώστε οπού, εις ολίγον καιρόν ευκέρωσε τα άσπρα του διδασκάλου του, και τα έδωκεν εις τας χείρας των πτωχών. Δια τούτο και ελάμβανεν από εκείνον πολλούς δαρμούς, όμως αυτός πάλιν δεν έπαυεν από το να ελεή. Μόλις δε και μετά βίας στοχασθείς ο διδάσκαλός του την παρ’ ηλικίαν σύνεσιν και φρονιμάδα του παιδίου, εμεταχειρίζετο αυτόν εις το εξής ως διδάσκαλον. Όταν δε ο νέος έφθασεν εις ηλικίαν, έλαβε θείον έρωτα εις την ψυχήν του, δια να υπάγη εις Ιεροσόλυμα να ιστορήση τους ιερούς τόπους, τους οποίους ο Κύριος μετά σαρκός επεριπάτησε. Και τυχών του ποθουμένου, έγινε προσκυνητής του ζωοποιού τάφου, και των άλλων σεβασμίων τόπων. Έπειτα επήγεν εις την Μονήν του ηγιασμένου Σάββα, και εδέχθη παρά των εκείσε Πατέρων. Εκεί δε φορέσας το ιερόν σχήμα των Μοναχών, υπηρέτησεν αόκνως εις την επιμέλειαν και ευπρέπειαν του θείου Ναού εις χρόνους ολοκλήρους δέκα. Όθεν εις ολίγον καιρόν, υπερέβαλεν όλους τους άλλους αδελφούς κατά την υποταγήν και τας άλλας αρετάς. Και δια τούτο έλαβε χωρίς να θέλη το χάρισμα της ιερωσύνης, από τον τότε Πατριάρχην των Ιεροσολύμων.

Επειδή δε επεθύμει περισσότερον ησυχίαν, δια τούτο κατά τον καιρόν της μεγάλης τεσσαρακοστής εύγαινεν έξω από το Μοναστήριον, και επήγαινεν εις το βαθύτερον βουνόν, χωρίς να έχη μαζί του άλλο τι, πάρεξ μόνον το σώμα. Εκεί δε ευρισκόμενος έτρωγε μεν, από τα χορτάρια της ερήμου, έπινε δε ως πόμα γλυκύτατον, το απλούν νερόν, και ουδέ από αυτό εχόρταινεν ο μακάριος. Αλλά τόσον μόνον έπινεν, όσον να ζη και να μη αποκάμνη εις τας ολονυκτίους στάσεις και αγρυπνίας. Μίαν φοράν δε περιπατών μόνος εις το βουνόν, ακούει θεϊκήν φωνήν, η οποία εφώναζεν αυτόν εξ ονόματος τρεις φοραίς λέγουσα. Λάζαρε, Λάζαρε, Λάζαρε, πρέπει να γυρίσης πάλιν εις την πατρίδα σου. Όθεν αναγγείλας την φωνήν ταύτην και εις τους άλλους ασκητάς, και παρακινηθείς από αυτούς να γυρίση εις την πατρίδα του, άρχισε δια να περιπατή εις την στράταν. Περιπατούντος δε του Αγίου, δεν υπέφερεν ο δόλιος Διάβολος την νίκην οπού έπαθεν από αυτόν, όθεν εφόβιζεν αυτόν με διάφορα φαντάσματα. Φαινόμενος γαρ έμπροσθεν ωσάν σκύλος, ενοχλούσε τον Άγιον, ομού με τους άλλους σκύλους των κατά την στράταν χωρίων. Και ούτως εμπόδιζεν αυτόν από τον δρόμον του. Αλλ’ ούτε άφινεν αυτόν να σταθή, δια να βάλη ολίγον ψωμί εις το στόμα του. Ο Άγιος όμως, με την θείαν δύναμιν διέλυε τας μηχανάς εκείνου και ένεδρα. Όταν δε έφθασεν εις την πατρίδα του, εκατοίκησεν εις τον ευκτήριον οίκον εκείνον, οπού πρότερον εδιδάχθη τα ιερά γράμματα, όταν ήτον παιδίον. Επειδή δε εγνωρίσθη από την μητέρα του, δια τούτο και αυτός μη θέλωντας, εφανέρωσεν εις αυτήν τον εαυτόν του. Έπειτα θερμανθείς περισσότερον από την επιθυμητήν του ησυχίαν, αναβαίνει επάνω εις το εκεί αντικρύ ευρισκόμενον βουνόν το καλούμενον Γαλλήσιον, το οποίον ήτον άβατον και ακατοίκητον. Εις τούτο λοιπόν ο Όσιος ευρισκόμενος, πολλούς πειρασμούς και ενοχλήσεις υπέφερεν από τους δαίμονας.

Μίαν φοράν δε, εις καιρόν οπού ο Άγιος επροσηύχετο κατά το μεσονύκτιον, είδεν ένα στύλον πύρινον, ο οποίος έφθανεν από την γην έως εις τον ουρανόν. Είδε δε και πλήθος Αγγέλων, οι οποίοι έψαλλον με λιγυράν και γλυκείαν φωνήν τα λόγια ταύτα· «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Εις εκείνον λοιπόν τον τόπον, οπού εστέκετο ο πύρινος στύλος, έκτισεν ο Άγιος ένα Ναόν της Αναστάσεως του Κυρίου. Τα δε έξοδα της οικοδομής εστέλλοντο πλουσιοπαρόχως από τον φιλόχριστον βασιλέα Κωνσταντίνον τον μονομάχον, όστις εβασίλευσεν εν έτει ͵αμε’ [1045]. Ο γαρ βασιλεύς αυτός είχε μεγάλην πίστιν και ευλάβειαν εις τον Άγιον. Επειδή και δια του μαθητού του, προείπεν εις αυτόν, εν τη Μελιτινή εξόριστον ευρισκόμενον, ότι έχει να γένη βασιλεύς. Εις τα δεξιά λοιπόν μέρη του ειρημένου Ναού, κατασκευάσας ο θείος Λάζαρος ένα στύλον χωρίς στέγην, ανέβη επάνω εις αυτόν και εκατοίκησε. Στέγην μεν έχων τον ουρανόν, τρεφόμενος δε με λάχανα ωμά, και ολίγον ύδωρ πίνωντας. Και ταύτα εμεταχειρίζετο εις μόνην την Κυριακήν.

Όχι μόνον δε με αυτά εταλαιπώρει τον εαυτόν του ο τρισμακάριστος, αλλά και με σίδηρα ήτον εζωσμένος. Και τον μεν χειμώνα, επήγνυτο από την ψύχραν, το δε θέρος, εφλογίζετο από το καύμα, και από κάθε μέρος εκακουχείτο. Αλλ’ όμως είχε σκέπην και φύλακά του την τον Θεόν βαστάσασαν πανάχραντον Θεοτόκον. Αύτη γαρ εστέκετο επάνωθεν της κεφαλής του Οσίου, και εδίωκεν από λόγου του κάθε θλιβερόν, καθώς είδον αυτήν τινές οφθαλμοφανώς. Δια τούτο ούτε χιόνι, ούτε καύμα εκτύπα εις την κεφαλήν του Οσίου. Όθεν έλαβε την χάριν παρά Θεού να επιτελή καθ’ εκάστην εξαίσια θαύματα. Η δε φήμη των θαυμάτων του, έκαμνε πολλούς να συντρέχουν εις αυτόν από κάθε μέρος. Πολλοί δε από αυτούς αποτασσόμενοι τω κόσμω, εγίνοντο Μοναχοί, και έζων υποκάτω εις αυτόν, ως εις διδάσκαλον και ποιμένα.

Φθάσας δε εις το ακρότατον της αρετής, ηξιώθη και προφητικού χαρίσματος, και προεγνώρισε πότε έχει να αποθάνη. Επειδή δε οι μαθηταί και τα κατά Θεόν τέκνα του, παρεκάλουν αυτόν θερμότατα και με δάκρυα εζήτουν να μη αποθάνη ογλίγωρα. Αλλά να μείνη ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, δια περισσοτέραν αυτών ωφέλειαν και αύξησιν. Τούτου χάριν, παρεκάλεσεν ο Άγιος την Κυρίαν Θεοτόκον να τω χαρίση να ζήση ακόμη δεκαπέντε χρόνους, και λοιπόν επέτυχε της παρακαλέσεως. Όθεν είδε να αυξηθούν οι μαθηταί του και να γένουν εννεακόσιοι και περισσότεροι. Πλήρης λοιπόν ημερών γενόμενος ο Όσιος, και ζήσας εβδομηνταδύω χρόνους, όταν ετελειώθησαν οι χαρισθέντες εις αυτόν δεκαπέντε χρόνοι, τότε προς Κύριον ειρηνικώς εξεδήμησεν. Ο δε Θεός, καθώς εδόξασε την γέννησίν του, έτζι και τον θάνατόν του θαυμασίως εδόξασε. Κατέλαμψε γαρ τον στύλον του Αγίου και τα έσω και έξω μέρη αυτού με θεϊκόν και ουράνιον φως, ώστε οπού, δια του φωτός εκείνου, εγνώρισαν το τέλος του τόσον οι μαθηταί του, όσον και οι εν τοις όρεσι και σπηλαίοις διατρίβοντες ασκηταί. Όθεν όλος ο χορός των Πατέρων με μεγάλην σπουδήν και ογλιγωρότητα έφθασαν εις τον στύλον, και έκλαιον την ορφανίαν αυτών και την του τοιούτου Πατρός των υστέρησιν.

Επειδή δε έμαθον, ότι απέθανεν ο Πατήρ αυτών χωρίς να κάμη έγγραφον διαθήκην, περισσότερον εθρήνουν και έκλαιον. Και με δάκρυα και ολολυγμούς ταύτα προς τον Άγιον έλεγον. Εξάπαντος δεν θέλει καταβή, ω πάτερ, το σώμα σου από τον στύλον, ουδέ θέλει ενταφιασθή, ανίσως δεν αφήσης εις ημάς τα τέκνα σου παρηγορίαν τινά, και διαθήκην γεγραμμένην από τας χείρας σου. Μάλιστα δε από όλους ελυπείτο ο μαθητής, οπού υπηρέτει τον Άγιον, Γρηγόριος ονομαζόμενος. Και λοιπόν δείχνει ο μέγας ούτος θαύμα αληθώς μεγαλώτατον. Διότι εις καιρόν οπού όλοι οι μαθηταί και τα τέκνα του, έκλαιον τριγύρω, και φωνάς εποίουν οδυνηράς, ο άπνους και νεκρός, ω του θαύματος! έμπνους εφαίνετο και ζωντανός. Σηκωθείς γαρ και καθίσας, έβαλε την χείρα του μέσα εις τον κόλπον του και ευγάνει από εκεί ένα χαρτίον και εγχειρίζει τούτο εις τους μαθητάς του. Έπειτα έπεσε πάλιν και εφαίνετο άπνους και νεκρός ως το πρότερον. Διαβάσαντες δε τα εν τω χάρτη γεγραμμένα οι μαθηταί, ομού με θαύμα και χαράν, δεν ευρήκαν εις το τέλος της διαθήκης την συνήθη υπογραφήν του Αγίου. Όθεν πάλιν κλαίοντες, προς τον Πατέρα των έλεγον. Ανίσως, ω πάτερ, δεν λάβη η διαθήκη και την υπογραφήν της εδικής σου χειρός, ήξευρε ότι και ημείς εδώ όλοι έχομεν να αποθάνωμεν. Τότε ο Άγιος, ω του θαύματος! εσηκώθη πάλιν και εκάθισεν. Είτα πιάσας το κονδύλι με το χέρι, έγραψε την υπογραφήν του. Και έτζι έδωκε την διαθήκην ενυπόγραφον εις τους μαθητάς του. Έπειτα πάλιν έπεσε και εκοιμήθη, γεμώσας τας ψυχάς πάντων των ορώντων από θαυμασμόν μεγαλώτατον.

Τότε λοιπόν οι μαθηταί του τιμήσαντες αξίως ως άξιον, το ιερόν του Οσίου λείψανον, με δοξολογίας, με μύρα, και με λαμπάδας φωτός, απεθησαύρισαν αυτό μέσα εις σεντούκι πολύτιμον και έτζι το ενταφίασαν κοντά εις τον στύλον. Το οποίον και μετά την ταφήν, αναβλύζει διάφορα θαύματα εις δόξαν του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού (4).

(4) Τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου τούτου όρα εις το τετυπωμένον Νέον Εκλόγιον, τον οποίον Βίον συνέγραψε μεν συνοπτικώτερον ελληνιστί ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κύριος Γρηγόριος ο Κύπριος, μετέφρασε δε εις το απλούν η εμή αναξιότης. Σημείωσαι δε, ότι εν τη Μεγίστη Λαύρα του Άθω ευρίσκεται ο Βίος του Αγίου τούτου ελληνικός εις περισσότερον πλάτος εκτεταμένος. Εκεί δε ευρίσκεται και ολόκληρος τούτου Ακολουθία.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιοι 33 Μάρτυρες εν ΜελιτινήΤῷ αὐτῷ μηνὶ Ζ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων τριάκοντα τριῶν Μαρτύρων τῶν ἐν Μελιτινῇ, Ἱέρωνος καὶ τῶν λοιπῶν.

Εἰς τὸν Ἱέρωνα.

Ὢ πῶς Ἱέρων οὐδὲν ἐξ εὐτολμίας,
Ἄτολμον εἶδεν, οὐδ’ ἀγενὲς πρὸς ξίφος!

Εἰς τοὺς τριακονταδύω.

Διὰ ξίφους ἀνεῖλον ἄνδρας τρὶς δέκα,
Ἄνδρες πονηροί, καὶ μίαν ξυνωρίδα (ἤτοι δύω).

Οὐδ’ ἔλαθ’ ἑβδομάτῃ Ἱέρων ξίφει αὐχένα καρθείς.

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἤθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ τῶν βασιλέων ἐν ἔτει σϞ΄ [290]. Ἦτον δὲ ὁ θεῖος οὗτος Ἱέρων ἀνδρεῖος κατὰ τὸ σῶμα, εὐγενὴς κατὰ τὴν ψυχήν, καὶ γεωργὸς κατὰ τὴν τέχνην. Τοῦτον λοιπὸν εὑρόντες οἱ λατρευταὶ τῶν εἰδώλων ἐργαζόμενον, καὶ θέλοντες νὰ πιάσουν αὐτὸν κλεπτικῶς, δὲν ἠμπόρεσαν. Ἀλλὰ ἐπῆγεν αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ θεληματικῶς εἰς τοὺς εἰδωλολάτρας. Καὶ ἐπειδὴ παρρησίᾳ ὡμολόγησεν, ὅτι εἶναι εὐσεβὴς καὶ Χριστιανός, διὰ τοῦτο ἔκοψαν τὸ δεξιόν του χέρι ἀπὸ τὸν ἀγκῶνα. Οἱ δὲ λοιποὶ Ἅγιοι, καὶ αὐτοὶ παρρησίᾳ ὁμολογήσαντες τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν, ἐρρίφθησαν κατὰ γῆς καὶ ἐδάρθησαν μὲ νεῦρα βοῶν. Τὴν δὲ ἐρχομένην ἡμέραν πάλιν ῥαβδισθέντες ἀρκετὰς ὥρας, ὕστερον ἀπεκεφαλίσθησαν ἔξω τῆς πόλεως Μελιτινῆς. Καὶ οὕτως ἔλαβον οἱ μακάριοι τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. (Τὸ κατὰ πλάτος αὐτῶν Μαρτύριον ὅρα εἰς τὸν Νέον Παράδεισον (1).)

(1) Τὸ δὲ ἑλληνικὸν τούτων Μαρτύριον συνέγραψεν ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἱέρωνι τῷ γενναίῳ». (Σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις.)

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Μελασίππου, Κασίνης καὶ Ἀντωνίου.

Εἰς τὸν Μελάσιππον καὶ Κασίναν.

Οὐ σάρκες ἦσαν, ἀλλ’ ἄσαρκός τις φύσις,
Ὁ Μελάσιππος πρὸς ξέσεις καὶ Κασίνα.

Εἰς τὸν Ἀντώνιον.

Στὰς Ἀντώνιε τὴν τομὴν χαίρων δέχου,
Καὶ δέξεταί σε τῆς χαρᾶς θεῖος τόπος.

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἐμαρτύρησαν κατὰ τοὺς χρόνους Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου ἐν ἔτει τξα΄ [361], εἰς τὴν πόλιν Ἄγκυραν. Ἦτον δὲ Χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς προγόνους των. Καὶ ὁ μὲν Ἀντώνιος ἐβάλθη εἰς τὴν φυλακήν, ὁ δὲ Μελάσιππος καὶ ἡ Κασίνα, κρεμασθέντες, κατεξεσχίσθησαν καὶ μὲ τὸ πῦρ κατεφλέχθησαν. Ἔπειτα τοῦ μὲν Ἁγίου Μελασίππου, ἔκοψαν τοὺς πόδας ἀπὸ τὰ γόνατα, τῆς δὲ Ἁγίας Κασίνης, ἔκοψαν τὰ βυζία. Τὸν δὲ Ἀντώνιον κρεμάσαντες, κατεξέσχισαν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἔπτυσε μὲν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰουλιανοῦ, ἐμακάρισε δὲ τοὺς ἐδικούς του γονεῖς, τὸν Ἅγιον λέγω Μελάσιππον, καὶ τὴν Ἁγίαν Κασίναν, οἵτινες κρεμάμενοι ἐπάνω εἰς τὸ βασανιστήριον ξύλον, παρέδωκαν τὰς ψυχάς των εἰς χεῖρας Θεοῦ. Ἔπειτα ἐτρύπησαν μὲ περόνην τοὺς ἀστραγάλους τοῦ αὐτοῦ Ἀντωνίου, καὶ ἐκρέμασαν ἀπὸ τοὺς πόδας του πέτρας βαρείας. Ὕστερον καθίζουσιν αὐτὸν ἐπάνω εἰς θρόνον σιδηροῦν καὶ πεπυρωμένον. Ξυρίζουσι τὴν κεφαλήν του καὶ κρεμῶσιν ἀπὸ τὸν λαιμόν του μίαν πέτραν καὶ ἔτζι περιτριγυρίζουσιν αὐτὸν εἰς τὴν πόλιν διὰ ὄνειδος καὶ ἐντροπήν. Εἶτα πάλιν κρεμῶσιν αὐτὸν καὶ καταξεσχίζουσι. Μετὰ ταῦτα στέλλουσι τὸν Ἅγιον εἰς τὸν δοῦκα Ἀγριππῖνον, ὁ ὁποῖος ἔβαλεν αὐτὸν μέσα εἰς φοῦρνον ἀναμμένον καὶ ὕστερα τὸν ἔρριψεν εἰς τὰ θηρία διὰ νὰ τὸν φάγουν. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἐφυλάχθη ὁ Ἅγιος ἀβλαβὴς διὰ τῆς θείας χάριτος, διὰ τοῦτο ἐτράβιξεν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ τεσσαράκοντα παιδία, τὰ ὁποῖα εὐθὺς ἀπεκεφάλισαν οἱ ὑπηρέται τοῦ βασιλέως. Μετὰ ταῦτα ἅπλωσαν τὸν Ἅγιον ἐπάνω εἰς κρεββάτι πυρωμένον καὶ τὸν ἔδειραν μὲ ῥαβδία. Εἶτα κόψαντες τὰς χεῖράς του, τὸν ἔβαλον εἰς τὴν κάμινον. Ἀβλαβὴς δὲ φυλαχθείς, ἐκ τοῦ θαύματος τούτου πολλοὺς ἐτράβιξεν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τελευταῖον ἀπετμήθη τὴν κεφαλήν, καὶ ἔλαβεν ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον.

*

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Αὔκτου, Ταυρίωνος καὶ Θεσσαλονίκης.

Εἰς τὸν Αὖκτον καὶ Ταυρίωνα.

Ἐφεῦρον Αὖκτος, Ταυρίων εὐκτὸν τέλος,
Ξίφει τμηθέντες οἷα ταῦροι Κυρίου.

Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.

Φυγὴν κατακριθεῖσα πατρώου πέδου,
Πέδον χλόης ᾤκησε Θεσσαλονίκη.

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἐμαρτύρησαν εἰς τὴν Ἀμφίπολιν τῆς Μακεδονίας (ἥτις εἶναι μία πόλις μεσόγειος κοντὰ εἰς τὴν Καβάλαν, Ἐπισκοπὴ μὲν πρότερον οὖσα τοῦ Φιλίππων καὶ Δράμας, ὕστερον δὲ εἰς Μητρόπολιν τιμηθεῖσα). Καὶ ἡ μὲν Θεσσαλονίκη, ἦτον θυγάτηρ ἑνὸς ἱερέως τῶν εἰδώλων, Κλέωνος ὀνομαζομένου, ἀνθρώπου πλουσίου καὶ περιφανοῦς κατὰ τὴν ζωήν. Ἀλλ’ ὅμως οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε ἡ τῆς ζωῆς περιφάνεια τοῦ πατρός της, ἐδυνήθησαν νὰ μαλακώσουν τὴν Ἁγίαν, καὶ νὰ χωρίσουν αὐτὴν ἀπὸ τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Ὅθεν καὶ ὁ πατήρ της, πολλὰ παρακαλέσας αὐτὴν νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστόν, δὲν ἐδυνήθη. Διὰ τοῦτο γυμνωθεῖσα ἡ μακαρία, δέρνεται ἀπὸ τέσσαρας ἄνδρας μὲ ὠμὰ δέρματα. Εἶτα ἐτζάκισαν τὰς πλευράς της καὶ ἀφ’ οὗ ἐπῆραν τὰ ὑπάρχοντά της τὴν ἐξώρισαν. Εἰς τὴν ἐξορίαν λοιπὸν εὑρισκομένη ἡ Ἁγία, καὶ τὸν Χριστὸν μὴ παύουσα νὰ ὁμολογῇ, παρέδωκε τὴν ψυχήν της εἰς χεῖρας αὐτοῦ. Ὁ δὲ Αὖκτος καὶ Ταυρίων, ἀφ’ οὗ ἐκατηγόρησαν πολλὰ τὸν βάρβαρον ἐκεῖνον καὶ ὠμότατον (2), ἐδιαβάλθησαν ἀπὸ αὐτὸν ὡς Χριστιανοὶ εἰς τὸν Θορύβιον τὸν ὑπατικόν. Ὅθεν εὐθὺς ἐκδύνονται τοὺς χιτῶνάς των καὶ κτυποῦνται μὲ λίθους καὶ βάλλονται μέσα εἰς καμίνι δυνατὰ ἀναμμένον. Φυλαχθέντες δὲ ἀπὸ αὐτὸ ἀβλαβεῖς, κτυποῦνται μὲ σαΐτας πολλάς. Καὶ ἐπειδὴ ἔμειναν ἀπλήγωτοι, διὰ τοῦτο ἐρρίφθησαν εἰς τὴν ἐκεῖ κοντὰ εὑρισκομένην λίμνην. Ἀλλὰ πάλιν ὑπὸ τῆς θείας χάριτος εὐγῆκαν ἀβλαβεῖς εἰς τὴν στερεάν. Ὅθεν ὁ τύραννος ἀπορήσας, καὶ μὴ ἠξεύρωντας τί νὰ κάμῃ, ἐπρόσταξε καὶ ἀπέκοψαν τὰς ἁγίας αὐτῶν κεφαλάς. Καὶ οὕτως ἔλαβον οἱ ἀοίδιμοι τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.

(2) Ἴσως ὁ βάρβαρος οὗτος, εἶναι ὁ πατὴρ τῆς Θεσσαλονίκης, ὅστις φαίνεται νὰ ἦτον ὁ ἴδιος, ὁποῦ ἐπαίδευσε τὴν θυγατέρα του, καθὼς συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ ἄνω ὕφος τοῦ λόγου.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀθηνοδώρου (3).

Ἐκ γῆς καλοῦσιν Ἀθηνόδωρον νόες,
Πρὸς τὰς νοητὰς δωρεὰς τοῦ Κυρίου.

(3) Ἐν δὲ τῷ τετυπωμένῳ Συναξαριστῇ γράφεται ὅτι ὁ Ἀθηνόδωρος οὗτος ἦτον ἀδελφὸς Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ, οὐκ ὀρθῶς ὅμως. Ὁ Γρηγόριος γὰρ ἦτον ἀδελφὸς ἐκείνου, ὡς δηλοῖ τὸ κάτωθεν δίστιχον, καὶ οὐχὶ ὁ Ἀθηνόδωρος.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ἀδελφοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ.

Τῷ θαυματουργοῦ συγγόνῳ Γρηγορίῳ,
Ἐπωνύμως ζήσαντι διπλοῦν τὸ κλέος.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀλέξανδρος ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης, ξίφει τελειοῦται.

Ἐκ Θετταλῶν γῆς Ἀλέξανδρος φὺς κλάδος,
Ἀθλήσεως ἥπλωσεν ἐκτμηθεὶς κλάδους.

Οὗτος, ἦτον μὲν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ ἐν ἔτει σϞη΄ [298], ἐκατάγετο δὲ ἀπὸ τὴν μεγαλόπολιν Θεσσαλονίκην. Παρασταθεὶς λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα τοῦ τυράννου, ἐπειδὴ ἐκλότζισε τὸν βωμὸν μὲ τὸ ποδάρι του, καὶ διεσκόρπισε τὰς δαιμονικὰς σπονδὰς καὶ θυσίας, ὁποῦ εὑρίσκοντο ἐπάνω εἰς αὐτόν, διὰ τοῦτο ἀπεκεφαλίσθη, καὶ ἔλαβεν ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον.

*

Ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν καὶ Θαυματουργὸς Λάζαρος, ὁ ἐν τῷ Γαλλησίῳ ὄρει ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ἑτοίμασον τὸν κόλπον Ἁβραὰμ πάτερ,
Οὐχ’ ὑστεροῦντι Λαζάρῳ σοῦ Λαζάρου.

Οὗτος ὁ τρισμακάριστος Πατὴρ ἡμῶν Λάζαρος ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν γῆν τῆς Ἀσίας, ἀπὸ ἕνα χωρίον τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὴν Μαγνησίαν, ἐν ἔτει ͵αλ΄ [1030]. Ὅταν δὲ ἔμελλε νὰ γεννηθῇ, ἔκαμεν ὁ Θεὸς νὰ φανῇ ἀπὸ τὸν Οὐρανὸν ἕνα φῶς θεῖον, τὸ ὁποῖον ἐγέμωσεν ὅλον τὸν γονικόν του οἶκον. Ἀπὸ τοῦ ὁποίου φωτὸς τὴν ἔλλαμψιν, ἐφοβήθησαν αἱ συναθροισμέναι γυναῖκες καὶ ἔφυγον ἔξω, καὶ ἔμεινε μόνη ἡ μήτηρ. Ὅταν δὲ τὸ βρέφος ἐγεννήθη, ὢ τοῦ θαύματος! ἐστάθη εὐθὺς ὄρθιον καὶ ἐπροσευχήθη κατὰ ἀνατολάς, ἔχον τὰς χεῖράς του ἀκουμβισμένας εὐτάκτως ἐπάνω εἰς τὸ στῆθος. Ἐπρομήνυε δὲ ὁ Θεὸς διὰ τούτων, τὴν καθαρότητα τοῦ Ὁσίου καὶ τὴν δεκτικὴν ἐπιτηδειότητα, ὁποῦ εἶχεν ἡ ψυχή του εἰς τὰς θείας ἐλλάμψεις. Ὅταν δὲ ἔγινε πέντε χρόνων, παρεδόθη εἰς ἕνα παιδαγωγόν, διὰ νὰ μάθῃ τὰ ἱερὰ γράμματα. Καὶ εἰς ὀλίγον καιρὸν ὑπερέβαλεν ὅλα τὰ ἄλλα παιδία. Ὅθεν ἀπὸ ὅλους ἐγκωμιάζετο ἡ εὐφυΐα του, μάλιστα δὲ ἡ πρᾳότης αὐτοῦ καὶ ταπείνωσις, καὶ ἡ προθυμία καὶ σπουδὴ ὁποῦ εἶχεν εἰς τὰς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀκολουθίας καὶ προσευχάς. Καὶ πρὸς τούτοις ἐθαυμάζετο ἡ πρὸς τοὺς πτωχοὺς φιλανθρωπία καὶ συμπάθεια καὶ ἱλαρότης, ὁποῦ εἶχεν ὁ Ὅσιος ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας.

Τόσην γὰρ πολλὴν ἐπιμέλειαν καὶ σπουδὴν ἔδειχνεν εἰς τὴν ἐλεημοσύνην ὁ τρισόλβιος, ὥστε ὁποῦ, εἰς ὀλίγον καιρὸν εὐκέρωσε τὰ ἄσπρα τοῦ διδασκάλου του, καὶ τὰ ἔδωκεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν πτωχῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐλάμβανεν ἀπὸ ἐκεῖνον πολλοὺς δαρμούς, ὅμως αὐτὸς πάλιν δὲν ἔπαυεν ἀπὸ τὸ νὰ ἐλεῇ. Μόλις δὲ καὶ μετὰ βίας στοχασθεὶς ὁ διδάσκαλός του τὴν παρ’ ἡλικίαν σύνεσιν καὶ φρονιμάδα τοῦ παιδίου, ἐμεταχειρίζετο αὐτὸν εἰς τὸ ἑξῆς ὡς διδάσκαλον. Ὅταν δὲ ὁ νέος ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν, ἔλαβε θεῖον ἔρωτα εἰς τὴν ψυχήν του, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς Ἱεροσόλυμα νὰ ἱστορήσῃ τοὺς ἱεροὺς τόπους, τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος μετὰ σαρκὸς ἐπεριπάτησε. Καὶ τυχὼν τοῦ ποθουμένου, ἔγινε προσκυνητὴς τοῦ ζωοποιοῦ τάφου, καὶ τῶν ἄλλων σεβασμίων τόπων. Ἔπειτα ἐπῆγεν εἰς τὴν Μονὴν τοῦ ἡγιασμένου Σάββα, καὶ ἐδέχθη παρὰ τῶν ἐκεῖσε Πατέρων. Ἐκεῖ δὲ φορέσας τὸ ἱερὸν σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ὑπηρέτησεν ἀόκνως εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ εὐπρέπειαν τοῦ θείου Ναοῦ εἰς χρόνους ὁλοκλήρους δέκα. Ὅθεν εἰς ὀλίγον καιρόν, ὑπερέβαλεν ὅλους τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς κατὰ τὴν ὑποταγὴν καὶ τὰς ἄλλας ἀρετάς. Καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβε χωρὶς νὰ θέλῃ τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, ἀπὸ τὸν τότε Πατριάρχην τῶν Ἱεροσολύμων.

Ἐπειδὴ δὲ ἐπεθύμει περισσότερον ἡσυχίαν, διὰ τοῦτο κατὰ τὸν καιρὸν τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς εὔγαινεν ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήριον, καὶ ἐπήγαινεν εἰς τὸ βαθύτερον βουνόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ μαζί του ἄλλο τι, πάρεξ μόνον τὸ σῶμα. Ἐκεῖ δὲ εὑρισκόμενος ἔτρωγε μέν, ἀπὸ τὰ χορτάρια τῆς ἐρήμου, ἔπινε δὲ ὡς πόμα γλυκύτατον, τὸ ἁπλοῦν νερόν, καὶ οὐδὲ ἀπὸ αὐτὸ ἐχόρταινεν ὁ μακάριος. Ἀλλὰ τόσον μόνον ἔπινεν, ὅσον νὰ ζῇ καὶ νὰ μὴ ἀποκάμνῃ εἰς τὰς ὁλονυκτίους στάσεις καὶ ἀγρυπνίας. Μίαν φορὰν δὲ περιπατῶν μόνος εἰς τὸ βουνόν, ἀκούει θεϊκὴν φωνήν, ἡ ὁποία ἐφώναζεν αὐτὸν ἐξ ὀνόματος τρεῖς φοραῖς λέγουσα. Λάζαρε, Λάζαρε, Λάζαρε, πρέπει νὰ γυρίσῃς πάλιν εἰς τὴν πατρίδα σου. Ὅθεν ἀναγγείλας τὴν φωνὴν ταύτην καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἀσκητάς, καὶ παρακινηθεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νὰ γυρίσῃ εἰς τὴν πατρίδα του, ἄρχισε διὰ νὰ περιπατῇ εἰς τὴν στράταν. Περιπατοῦντος δὲ τοῦ Ἁγίου, δὲν ὑπέφερεν ὁ δόλιος Διάβολος τὴν νίκην ὁποῦ ἔπαθεν ἀπὸ αὐτόν, ὅθεν ἐφόβιζεν αὐτὸν μὲ διάφορα φαντάσματα. Φαινόμενος γὰρ ἔμπροσθεν ὡσὰν σκύλος, ἐνοχλοῦσε τὸν Ἅγιον, ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄλλους σκύλους τῶν κατὰ τὴν στράταν χωρίων. Καὶ οὕτως ἐμπόδιζεν αὐτὸν ἀπὸ τὸν δρόμον του. Ἀλλ’ οὔτε ἄφινεν αὐτὸν νὰ σταθῇ, διὰ νὰ βάλῃ ὀλίγον ψωμὶ εἰς τὸ στόμα του. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ τὴν θείαν δύναμιν διέλυε τὰς μηχανὰς ἐκείνου καὶ ἔνεδρα. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς τὴν πατρίδα του, ἐκατοίκησεν εἰς τὸν εὐκτήριον οἶκον ἐκεῖνον, ὁποῦ πρότερον ἐδιδάχθη τὰ ἱερὰ γράμματα, ὅταν ἦτον παιδίον. Ἐπειδὴ δὲ ἐγνωρίσθη ἀπὸ τὴν μητέρα του, διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς μὴ θέλωντας, ἐφανέρωσεν εἰς αὐτὴν τὸν ἑαυτόν του. Ἔπειτα θερμανθεὶς περισσότερον ἀπὸ τὴν ἐπιθυμητήν του ἡσυχίαν, ἀναβαίνει ἐπάνω εἰς τὸ ἐκεῖ ἀντικρὺ εὑρισκόμενον βουνὸν τὸ καλούμενον Γαλλήσιον, τὸ ὁποῖον ἦτον ἄβατον καὶ ἀκατοίκητον. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ὁ Ὅσιος εὑρισκόμενος, πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ ἐνοχλήσεις ὑπέφερεν ἀπὸ τοὺς δαίμονας.

Μίαν φορὰν δέ, εἰς καιρὸν ὁποῦ ὁ Ἅγιος ἐπροσηύχετο κατὰ τὸ μεσονύκτιον, εἶδεν ἕνα στύλον πύρινον, ὁ ὁποῖος ἔφθανεν ἀπὸ τὴν γῆν ἕως εἰς τὸν οὐρανόν. Εἶδε δὲ καὶ πλῆθος Ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλον μὲ λιγυρὰν καὶ γλυκεῖαν φωνὴν τὰ λόγια ταῦτα· «Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ». Εἰς ἐκεῖνον λοιπὸν τὸν τόπον, ὁποῦ ἐστέκετο ὁ πύρινος στύλος, ἔκτισεν ὁ Ἅγιος ἕνα Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Τὰ δὲ ἔξοδα τῆς οἰκοδομῆς ἐστέλλοντο πλουσιοπαρόχως ἀπὸ τὸν φιλόχριστον βασιλέα Κωνσταντῖνον τὸν μονομάχον, ὅστις ἐβασίλευσεν ἐν ἔτει ͵αμε΄ [1045]. Ὁ γὰρ βασιλεὺς αὐτὸς εἶχε μεγάλην πίστιν καὶ εὐλάβειαν εἰς τὸν Ἅγιον. Ἐπειδὴ καὶ διὰ τοῦ μαθητοῦ του, προεῖπεν εἰς αὐτόν, ἐν τῇ Μελιτινῇ ἐξόριστον εὑρισκόμενον, ὅτι ἔχει νὰ γένῃ βασιλεύς. Εἰς τὰ δεξιὰ λοιπὸν μέρη τοῦ εἰρημένου Ναοῦ, κατασκευάσας ὁ θεῖος Λάζαρος ἕνα στύλον χωρὶς στέγην, ἀνέβη ἐπάνω εἰς αὐτὸν καὶ ἐκατοίκησε. Στέγην μὲν ἔχων τὸν οὐρανόν, τρεφόμενος δὲ μὲ λάχανα ὠμά, καὶ ὀλίγον ὕδωρ πίνωντας. Καὶ ταῦτα ἐμεταχειρίζετο εἰς μόνην τὴν Κυριακήν.

Ὄχι μόνον δὲ μὲ αὐτὰ ἐταλαιπώρει τὸν ἑαυτόν του ὁ τρισμακάριστος, ἀλλὰ καὶ μὲ σίδηρα ἦτον ἐζωσμένος. Καὶ τὸν μὲν χειμῶνα, ἐπήγνυτο ἀπὸ τὴν ψύχραν, τὸ δὲ θέρος, ἐφλογίζετο ἀπὸ τὸ καῦμα, καὶ ἀπὸ κάθε μέρος ἐκακουχεῖτο. Ἀλλ’ ὅμως εἶχε σκέπην καὶ φύλακά του τὴν τὸν Θεὸν βαστάσασαν πανάχραντον Θεοτόκον. Αὕτη γὰρ ἐστέκετο ἐπάνωθεν τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὁσίου, καὶ ἐδίωκεν ἀπὸ λόγου του κάθε θλιβερόν, καθὼς εἶδον αὐτὴν τινὲς ὀφθαλμοφανῶς. Διὰ τοῦτο οὔτε χιόνι, οὔτε καῦμα ἐκτύπα εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ὁσίου. Ὅθεν ἔλαβε τὴν χάριν παρὰ Θεοῦ νὰ ἐπιτελῇ καθ’ ἑκάστην ἐξαίσια θαύματα. Ἡ δὲ φήμη τῶν θαυμάτων του, ἔκαμνε πολλοὺς νὰ συντρέχουν εἰς αὐτὸν ἀπὸ κάθε μέρος. Πολλοὶ δὲ ἀπὸ αὐτοὺς ἀποτασσόμενοι τῷ κόσμῳ, ἐγίνοντο Μοναχοί, καὶ ἔζων ὑποκάτω εἰς αὐτόν, ὡς εἰς διδάσκαλον καὶ ποιμένα.

Φθάσας δὲ εἰς τὸ ἀκρότατον τῆς ἀρετῆς, ἠξιώθη καὶ προφητικοῦ χαρίσματος, καὶ προεγνώρισε πότε ἔχει νὰ ἀποθάνῃ. Ἐπειδὴ δὲ οἱ μαθηταὶ καὶ τὰ κατὰ Θεὸν τέκνα του, παρεκάλουν αὐτὸν θερμότατα καὶ μὲ δάκρυα ἐζήτουν νὰ μὴ ἀποθάνῃ ὀγλίγωρα. Ἀλλὰ νὰ μείνῃ ἀκόμη εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, διὰ περισσοτέραν αὑτῶν ὠφέλειαν καὶ αὔξησιν. Τούτου χάριν, παρεκάλεσεν ὁ Ἅγιος τὴν Κυρίαν Θεοτόκον νὰ τῷ χαρίσῃ νὰ ζήσῃ ἀκόμη δεκαπέντε χρόνους, καὶ λοιπὸν ἐπέτυχε τῆς παρακαλέσεως. Ὅθεν εἶδε νὰ αὐξηθοῦν οἱ μαθηταί του καὶ νὰ γένουν ἐννεακόσιοι καὶ περισσότεροι. Πλήρης λοιπὸν ἡμερῶν γενόμενος ὁ Ὅσιος, καὶ ζήσας ἑβδομηνταδύω χρόνους, ὅταν ἐτελειώθησαν οἱ χαρισθέντες εἰς αὐτὸν δεκαπέντε χρόνοι, τότε πρὸς Κύριον εἰρηνικῶς ἐξεδήμησεν. Ὁ δὲ Θεός, καθὼς ἐδόξασε τὴν γέννησίν του, ἔτζι καὶ τὸν θάνατόν του θαυμασίως ἐδόξασε. Κατέλαμψε γὰρ τὸν στύλον τοῦ Ἁγίου καὶ τὰ ἔσω καὶ ἔξω μέρη αὐτοῦ μὲ θεϊκὸν καὶ οὐράνιον φῶς, ὥστε ὁποῦ, διὰ τοῦ φωτὸς ἐκείνου, ἐγνώρισαν τὸ τέλος του τόσον οἱ μαθηταί του, ὅσον καὶ οἱ ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ σπηλαίοις διατρίβοντες ἀσκηταί. Ὅθεν ὅλος ὁ χορὸς τῶν Πατέρων μὲ μεγάλην σπουδὴν καὶ ὀγλιγωρότητα ἔφθασαν εἰς τὸν στύλον, καὶ ἔκλαιον τὴν ὀρφανίαν αὐτῶν καὶ τὴν τοῦ τοιούτου Πατρός των ὑστέρησιν.

Ἐπειδὴ δὲ ἔμαθον, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Πατὴρ αὐτῶν χωρὶς νὰ κάμῃ ἔγγραφον διαθήκην, περισσότερον ἐθρήνουν καὶ ἔκλαιον. Καὶ μὲ δάκρυα καὶ ὀλολυγμοὺς ταῦτα πρὸς τὸν Ἅγιον ἔλεγον. Ἐξάπαντος δὲν θέλει καταβῇ, ὦ πάτερ, τὸ σῶμά σου ἀπὸ τὸν στύλον, οὐδὲ θέλει ἐνταφιασθῇ, ἀνίσως δὲν ἀφήσῃς εἰς ἡμᾶς τὰ τέκνα σου παρηγορίαν τινα, καὶ διαθήκην γεγραμμένην ἀπὸ τὰς χεῖράς σου. Μάλιστα δὲ ἀπὸ ὅλους ἐλυπεῖτο ὁ μαθητής, ὁποῦ ὑπηρέτει τὸν Ἅγιον, Γρηγόριος ὀνομαζόμενος. Καὶ λοιπὸν δείχνει ὁ μέγας οὗτος θαῦμα ἀληθῶς μεγαλώτατον. Διότι εἰς καιρὸν ὁποῦ ὅλοι οἱ μαθηταὶ καὶ τὰ τέκνα του, ἔκλαιον τριγύρω, καὶ φωνὰς ἐποίουν ὀδυνηράς, ὁ ἄπνους καὶ νεκρός, ὢ τοῦ θαύματος! ἔμπνους ἐφαίνετο καὶ ζωντανός. Σηκωθεὶς γὰρ καὶ καθίσας, ἔβαλε τὴν χεῖρά του μέσα εἰς τὸν κόλπον του καὶ εὐγάνει ἀπὸ ἐκεῖ ἕνα χαρτίον καὶ ἐγχειρίζει τοῦτο εἰς τοὺς μαθητάς του. Ἔπειτα ἔπεσε πάλιν καὶ ἐφαίνετο ἄπνους καὶ νεκρὸς ὡς τὸ πρότερον. Διαβάσαντες δὲ τὰ ἐν τῷ χάρτῃ γεγραμμένα οἱ μαθηταί, ὁμοῦ μὲ θαῦμα καὶ χαράν, δὲν εὑρῆκαν εἰς τὸ τέλος τῆς διαθήκης τὴν συνήθη ὑπογραφὴν τοῦ Ἁγίου. Ὅθεν πάλιν κλαίοντες, πρὸς τὸν Πατέρα των ἔλεγον. Ἀνίσως, ὦ πάτερ, δὲν λάβῃ ἡ διαθήκη καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἐδικῆς σου χειρός, ἤξευρε ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐδῶ ὅλοι ἔχομεν νὰ ἀποθάνωμεν. Τότε ὁ Ἅγιος, ὢ τοῦ θαύματος! ἐσηκώθη πάλιν καὶ ἐκάθισεν. Εἶτα πιάσας τὸ κονδύλι μὲ τὸ χέρι, ἔγραψε τὴν ὑπογραφήν του. Καὶ ἔτζι ἔδωκε τὴν διαθήκην ἐνυπόγραφον εἰς τοὺς μαθητάς του. Ἔπειτα πάλιν ἔπεσε καὶ ἐκοιμήθη, γεμώσας τὰς ψυχὰς πάντων τῶν ὁρώντων ἀπὸ θαυμασμὸν μεγαλώτατον.

Τότε λοιπὸν οἱ μαθηταί του τιμήσαντες ἀξίως ὡς ἄξιον, τὸ ἱερὸν τοῦ Ὁσίου λείψανον, μὲ δοξολογίας, μὲ μῦρα, καὶ μὲ λαμπάδας φωτός, ἀπεθησαύρισαν αὐτὸ μέσα εἰς σεντοῦκι πολύτιμον καὶ ἔτζι τὸ ἐνταφίασαν κοντὰ εἰς τὸν στύλον. Τὸ ὁποῖον καὶ μετὰ τὴν ταφήν, ἀναβλύζει διάφορα θαύματα εἰς δόξαν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (4).

(4) Τὸν κατὰ πλάτος Βίον τοῦ Ἁγίου τούτου ὅρα εἰς τὸ τετυπωμένον Νέον Ἐκλόγιον, τὸν ὁποῖον Βίον συνέγραψε μὲν συνοπτικώτερον ἑλληνιστὶ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κύριος Γρηγόριος ὁ Κύπριος, μετέφρασε δὲ εἰς τὸ ἁπλοῦν ἡ ἐμὴ ἀναξιότης. Σημείωσαι δέ, ὅτι ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ τοῦ Ἄθω εὑρίσκεται ὁ Βίος τοῦ Ἁγίου τούτου ἑλληνικὸς εἰς περισσότερον πλάτος ἐκτεταμένος. Ἐκεῖ δὲ εὑρίσκεται καὶ ὁλόκληρος τούτου Ἀκολουθία.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

Των Αγίων τριάκοντα τριών μαρτύρων των εν Μελιτινή, Μελασίππου, Κασίνης και Αντωνίου των Μαρτύρων κ.α.

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.