Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου4 Ιανουαρίου

Η Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων· Θεοκτίστου του εν τω Κουκούμω, Ζωσίμου, Αθανασίου, Απολιναρίας κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Σύναξις Εβδομήκοντα ΑποστόλωνΤω αυτώ μηνί Δ’, η Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων.

Τους Εβδομήκοντα σοφούς Αποστόλους,
Και συνάμα τους πάντας τιμάσθαι θέμις (1).

Αμφί τετάρτην άνδρας αγακλεέας κυδαίνω.

(1) Σημειούμεν ενταύθα, ότι δια του διστίχου τούτου, όπερ ευρίσκεται εις τους χειρογράφους Συναξαριστάς (εν γαρ τοις τετυπωμένοις, ούτε δίστιχον ευρίσκεται ιαμβικόν, ούτε στίχος ηρωϊκός), δηλούται ότι σήμερον εορτάζονται όλοι ομού οι Εβδομήκοντα Απόστολοι. Ο καθείς από τους οποίους χωριστά εορτάζεται εις διαφόρους ημέρας των μηνών. Δια τούτο ουδέ Συναξάριον τούτων κοινόν εδυνήθημεν να εύρωμεν. Καθότι τα ίδια Συναξάρια του καθενός, εγράφησαν εις την ξεχωριστήν ημέραν αυτού. Και ο βουλόμενος, ας ζητήση ταύτα.

Ήθελε δε απορήση τινάς, διατί, εξαιρουμένων μόνον των Δώδεκα Αποστόλων, όλοι οι μετ’ αυτούς Απόστολοι ονομάζονται Εβδομήκοντα, και ουχί περισσότεροι; Ότι γαρ είναι περισσότεροι από τους εβδομήκοντα, φανερόν εστι καθότι μόνοι εκείνοι, οπού αριθμούνται εν όλαις ταις επιστολαίς του μακαρίου Παύλου, και μετά των Εβδομήκοντα καταλεγόμενοι, υπερβαίνουν τους πεντήκοντα. Οίτινες δεν είναι από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους εκείνους, τους οποίους ο Κύριος εδιάλεξεν, ως γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Αλλά άλλοι τινές, μαθηταί χρηματίσαντες του Αποστόλου Παύλου, ή και των λοιπών Αποστόλων των εκ των Δώδεκα. Και όρα εις την εικοστήν ογδόην του Ιουλίου εν τω Συναξαρίω Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος, και Παρμενά.

Εις λύσιν ουν της απορίας λέγομεν, ότι πάντες οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, με ένα κοινόν όνομα Εβδομήκοντα ονομάζονται, ίσως διατί το εβδομήκοντα αόριστός εστιν αριθμός, και δηλοί πλήθος. Κατ’ εκείνο οπού είπεν εις τον Πέτρον ο Κύριος· «Ου λέγω σοι έως επτάκις αφιέναι τω αδελφώ σου τα αμαρτήματα, αλλ’ έως εβδομηκοντάκις επτά». Αντί του πολλάκις και μυριάκις, ως ερμηνεύει ο ιερός Θεοφύλακτος. Ή λέγονται Εβδομήκοντα οι μετά τους Δώδεκα Απόστολοι, και ουχί περισσότεροι, ίσως δια να φυλαχθή το σέβας και η τιμή του αριθμού εκείνου, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους παρ’ αυτού εκλεγέντας Εβδομήκοντα Αποστόλους. Ούτω γαρ και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, και μόλον οπού ο Ιούδας είχεν εύγη από τον αριθμόν των Δώδεκα Αποστόλων, αυτός όμως μετά την ανάστασιν είπε περί του Θωμά: Θωμάς δε εις, ουχί εκ των ένδεκα, αλλά εκ των Δώδεκα. Ίνα φυλάξη το σέβας και την τιμήν του δωδεκάτου αριθμού, τον οποίον ο Κύριος επέθηκεν εις τους Δώδεκα Αποστόλους. Ει δε τις διαβατικώτερος, άλλον λόγον υψηλότερον τούτου οίδε, παρελθέτω εις το μέσον και ειπάτω. Και ημείς χάριτας αυτώ της ειδήσεως ταύτης εισόμεθα.

Σημείωσαι, ότι ο θεσπέσιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας γλαφυρώς αλληγορεί εις τους Εβδομήκοντα τούτους Αποστόλους τα εβδομήκοντα εκείνα στελέχη των φοινίκων, οπού ήτον εις την Αιλείμ. Όπερ δηλοί ανάβασις, ή αύξησις. Ούτω γάρ φησιν· «Αναβαίνοντες εις τελειοτέραν σύνεσιν, και εις αύξησιν ανατρέχοντες την πνευματικήν… τα εβδομήκοντα των φοινίκων στελέχη ευρήσομεν, τους αναδειχθέντας δηλονότι παρά Χριστού μαθητάς και εύγε δη σφόδρα. Φοίνιξι γαρ παρεικάζονται οι μετά τους δώδεκα όντες τον αριθμόν εβδομήκοντα. Θαυμάζομεν δε τους Εβδομήκοντα και οιονεί φοίνικας αυτούς είναι φαμέν. Ευκάρδιον γαρ το φυτόν, εύριζόν τε και εύκαρπον, και αεί τοις ύδασιν εντεθηλός. Τοιούτους δε και τους Αγίους είναι φαμέν. Καθαρός μεν γαρ ο νους αυτοίς, βεβηκώς τε και εύκαρπος, και τοις νοητοίς ύδασιν εντρυφάν ειωθώς».

Και τούτο δε σημείωσαι, ότι ατάκτως γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις το Συναξάριον της Οσίας Συγκλητικής. Τούτο γαρ γράφεται ευτάκτως κατά την πέμπτην του παρόντος, ότε η μνήμη αυτής γράφεται, και ο Κανών αυτής ψάλλεται.

*

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Θεόκτιστος, ο Ηγούμενος του εν τω Κουκούμω (ή Κουνουμίω) της Σικελίας, εν ειρήνη τελειούται.

Εν γη χλοαυγεί της Εδέμ Θεοκτίστω,
Μοίραν δίδως άκτιστε του Θεού Λόγε.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχού, και Αθανασίου κομενταρησίου.

Αθανάσιος συνθανών τω Ζωσίμω,
Ένδον πέτρας ήδιστα και συζείν έχει.

Ούτος ο Άγιος Ζώσιμος ήτον από την Κιλικίαν, εκατοίκει δε εις την έρημον ομού με τα θηρία. Πιασθείς λοιπόν από τον άρχοντα Δομετιανόν, και ομολογήσας, ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, κατακαίεται εις τα αυτία με πυρωμένα σίδηρα. Και βάλλεται μέσα εις ένα καζάνι γεμάτον από βόρβορον βράζοντα. Έπειτα κρεμάται κατακέφαλα, και με παράδοξον τρόπον από όλα φυλάττεται αβλαβής. Καθότι εφάνη ένα λεοντάρι μέσα εις το θέατρον, το οποίον με ανθρωπίνην φωνήν ελάλησε περί της Θεότητος του Χριστού. Όθεν εκ τούτου ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού τον κομενταρήσιον Αθανάσιον. Λαβών δε ο Άγιος ελευθερίαν από τον τύραννον, επήγε πάλιν εις την έρημον και εις τα βουνά, όπου πρότερον εδιέτριβε. Και κατηχεί και βαπτίζει τον ρηθέντα Αθανάσιον. Εκεί λοιπόν ευρισκομένων αυτών, εσχίσθη μία πέτρα παραδόξως, μέσα εις την οποίαν εμβαίνοντες και οι δύω, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού.

*

Οσία ΑπολιναρίαΜνήμη της Οσίας Απολιναρίας της Συγκλητικής.

Αίρουσιν εκ γης την Απολιναρίαν.
Και γαρ κατοικείν ουρανούς ην αξία.

Αύτη η αοίδιμος Απολιναρία ήτον κατά τους χρόνους Λέοντος του Μεγάλου, του επονομαζομένου Μακέλλη, εν έτει υνζ’ [457], θυγάτηρ Ανθεμίου, όστις εδιωρίσθη παρά του βασιλέως να ήναι της Ρώμης διοικητής. Κατά δε το κάλλος και την φρονιμάδα, αύτη υπερέβαινε τας πολλάς γυναίκας του τότε καιρού. Εκ νεαράς δε ηλικίας επόθησε την παρθενίαν, και επαρακάλει τον Θεόν νύκτα και ημέραν να επιτύχη του ποθουμένου, ήτοι να μείνη παρθένος έως θανάτου. Δια τούτο επαρακάλεσε και τους γονείς της να την συγχωρήσουν να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα. Επειδή δε εκείνοι της έδωκαν την άδειαν, τούτου χάριν η μακαρία πέρνουσα δούλους και δουλεύτρας, ομοίως και χρυσάφι και αργύριον και ρούχα πολύτιμα, επήγεν εις την Αγίαν Πόλιν. Και εκεί τα εμοίρασεν όλα εις τους πτωχούς. Αφ’ ου δε επροσκύνησε τους Αγίους Τόπους, και ελευθέρωσε τους δούλους και δουλεύτρας της, εκράτησε μαζί της μόνον ένα γέροντα και ένα ευνούχον. Τους οποίους πέρνουσα, εκίνησε να υπάγη εις Αλεξάνδρειαν. Φθάσασα δε εις ένα τόπον ομαλόν και ίσον, απεφάσισε να καθίσουν εκεί, δια να αναπαύσουν ολίγον τον κόπον της οδοιπορίας.

Όταν δε οι άνθρωποί της εκοιμήθησαν, τότε η τρισολβία πάντα καταφρονήσασα, φεύγει κρυφίως και εμβαίνει εις τον εκείσε ευρισκόμενον λόγγον. Εκεί λοιπόν έμεινε χρόνους πολλούς, τόσον οπού έγινε το δέρμα του σώματός της σκληρόν, ωσάν το δέρμα της χελώνης, από τα δαγκάματα των εν τω λόγγω εκείνω ευρισκομένων κωνώπων. Έπειτα πηγαίνει εις μίαν σκήτην, όπου ήτον πολλοί άγιοι Πατέρες, και εκεί υποκρινομένη, ότι είναι ευνούχος, ωνόμασε τον εαυτόν της Δωρόθεον. Ο δε εκεί ευρισκόμενος Όσιος Μακάριος, εδέχθη αυτήν, και της έδωκε κελλίον, μέσα εις το οποίον εγκλεισθείσα η τρισολβία, επροσηύχετο εις τον Θεόν νύκτα και ημέραν. Ο δε πατήρ της Ανθέμιος είχε και άλλην θυγατέρα, η οποία έπασχεν από ακάθαρτον δαιμόνιον. Όθεν έστειλεν αυτήν εις τους Πατέρας της σκήτεως δια να την ιατρεύσουν. Περί δε της θυγατρός του ταύτης Απολιναρίας απέκαμεν, και πλέον δεν ερεύνα δι’ αυτήν. Οι δε Πατέρες έστειλαν την δαιμονισμένην προς την αδελφήν της, ήτις υπεκρίνετο πως ονομάζεται Δωρόθεος, ως είπομεν ανωτέρω. Και αναμεταξύ εις ολίγας ημέρας, ελευθερώθη από τον δαίμονα το κοράσιον και αποστέλλεται από τους Πατέρας υγιής εις τον πατέρα της. Ύστερον δε από ολίγας ημέρας, άρχισεν η κόρη να φαίνεται ότι ήτον εγγαστρωμένη. Ο δε ταύτης πατήρ, νομίσας ότι εγγαστρώθη από τον Αββάν Δωρόθεον, πέμπει παρευθύς ταχυδρόμους, και φέρνουσιν αυτόν έμπροσθέν του.

Η δε Οσία δείξασα με κάποια σημεία, πως ήτον γέννημα και θυγάτηρ του Ανθεμίου, έκαμεν όλους να θαυμάσουν και να φοβηθούν. Και μάλιστα δια το θαύμα οπού έκαμεν εις την ιδίαν αδελφήν της. Μετά ταύτα μείνασα ολίγας ημέρας με τους γονείς της, πάλιν εγύρισεν οπίσω εις το κελλίον της, χωρίς να μάθη κανένας εκείνο οπού εποίησεν. Αφ’ ου δε ετελεύτησε, τότε εγνωρίσθη εις τους Μοναχούς, ότι είναι γυνή. Όθεν όλοι εξέστησαν δια τούτο, και επαρακινήθησαν να ευχαριστήσουν τον Θεόν.

*

Οι Άγιοι εξ Μάρτυρες εν ειρήνη τελειούνται.

Ψυχαί διαυγείς εξ αποπτάσ’ εκ βίου,
Εξαπτέρυξι συμπαρίστανται νόοις (2).

(2) Όρα το ίδιον τούτο δίστιχον και εις τους εξ Πατέρας τους εορταζομένους κατά την ιε’ του παρόντος Ιαννουαρίου.

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ευθυμίου του νέου, του κειμένου πλησίον του Αγίου Μωκίου.

Εύθυμος Ευθύμιος ασκήσας πόνοις.
Εύθυμος ήκε προς μονάς ευθυμίας.

*

Ο Όσιος Ευθύμιος, ο Ηγούμενος της Μονής του Βατοπαιδίου, ο ελέγξας τον λατινόφρονα βασιλέα Μιχαήλ, και Βέκκον τον Πατριάρχην, εν τω βυθώ τελειούται.

Έπνιξεν ύδωρ Ευθύμιον τον πάνυ,
Καταισχύναντα λατινοφρόνων πλάνην.

*

Οι μετά του Ευθυμίου δώδεκα Μοναχοί Βατοπαιδινοί, οι τους ανωτέρω λατινόφρονας ελέγξαντες, αγχόνη τελειούνται (3).

Είλεν μοναστών δωδεκάς λαμπρά στέφη,
Ήλεγξε και γαρ λατινοφρόνων πλάνην.

(3) Όρα εις την Ακολουθίαν των Αγιορειτών Πατέρων.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Χρυσάνθου και Ευφημίας, της πλησίον του Αγίου Ακακίου.

Εις τον Χρύσανθον.

Χρύσανθος ανθεί καρπόν ήδιστον πάνυ,
Τον και πολύ φανέντα κρείττω χρυσίου.

Εις την Ευφημίαν.

Ευφημίας λόγος σε την Ευφημίαν.
Τρανώς κατηξίωσε της αθανάτου.

*

Ο Άγιος νέος Οσιομάρτυς Ονούφριος, ο εν Χίω μαρτυρήσας κατά το ͵αωιη’ [1818] έτος.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

 * * *

 

 

Σύναξις Εβδομήκοντα ΑποστόλωνΤ ατ μην Δ΄, Σύναξις τν βδομήκοντα ποστόλων.

Τος βδομήκοντα σοφος ποστόλους,
Κα συνάμα τος πντας τιμσθαι θέμις (1).

μφ τετάρτην νδρας γακλεέας κυδαίνω.

(1) Σημειομεν νταθα, τι δι το διστίχου τούτου, περ ερίσκεται ες τος χειρογράφους Συναξαριστάς (ν γρ τος τετυπωμένοις, οτε δίστιχον ερίσκεται αμβικόν, οτε στίχος ρωϊκός), δηλοται τι σήμερον ορτάζονται λοι μο ο βδομήκοντα πόστολοι. καθες π τος ποίους χωριστ ορτάζεται ες διαφόρους μέρας τν μηνν. Δι τοτο οδ Συναξάριον τούτων κοινν δυνήθημεν ν ερωμεν. Καθότι τ δια Συναξάρια το καθενός, γράφησαν ες τν ξεχωριστν μέραν ατο. Κα βουλόμενος, ς ζητήσ τατα.

θελε δ πορήσ τινας, διατί, ξαιρουμένων μόνον τν Δώδεκα ποστόλων, λοι ο μετ’ ατος πόστολοι νομάζονται βδομήκοντα, κα οχ περισσότεροι; τι γρ εναι περισσότεροι π τος βδομήκοντα, φανερόν στι καθότι μόνοι κενοι, πο ριθμονται ν λαις τας πιστολας το μακαρίου Παύλου, κα μετ τν βδομήκοντα καταλεγόμενοι, περβαίνουν τος πεντήκοντα. Οτινες δν εναι π τος βδομήκοντα ποστόλους κείνους, τος ποίους Κύριος διάλεξεν, ς γράφει Εαγγελιστς Λουκς. λλ λλοι τινές, μαθητα χρηματίσαντες το ποστόλου Παύλου, κα τν λοιπν ποστόλων τν κ τν Δώδεκα. Κα ρα ες τν εκοστν γδόην το ουλίου ν τ Συναξαρί Προχόρου, Νικάνορος, Τίμωνος, κα Παρμεν.

Ες λύσιν ον τς πορίας λέγομεν, τι πντες ο μετ τος Δώδεκα πόστολοι, μ να κοινν νομα βδομήκοντα νομάζονται, σως διατ τ βδομήκοντα όριστός στιν ριθμός, κα δηλο πλθος. Κατ’ κενο πο επεν ες τν Πέτρον Κύριος· «Ο λέγω σοι ως πτάκις φιέναι τ δελφ σου τ μαρτήματα, λλ’ ως βδομηκοντάκις πτά». ντ το πολλάκις κα μυριάκις, ς ρμηνεύει ερς Θεοφύλακτος. λέγονται βδομήκοντα ο μετ τος Δώδεκα πόστολοι, κα οχ περισσότεροι, σως δι ν φυλαχθ τ σέβας κα τιμ το ριθμο κείνου, τν ποον Κύριος πέθηκεν ες τος παρ’ ατο κλεγέντας βδομήκοντα ποστόλους. Οτω γρ κα Εαγγελιστς ωάννης, κα μλον πο ούδας εχεν εγ π τν ριθμν τν Δώδεκα ποστόλων, ατς μως μετ τν νάστασιν επε περ το Θωμ: Θωμς δ ες, οχ κ τν νδεκα, λλ κ τν Δώδεκα. να φυλάξ τ σέβας κα τν τιμν το δωδεκάτου ριθμο, τν ποον Κύριος πέθηκεν ες τος Δώδεκα ποστόλους. Ε δέ τις διαβατικώτερος, λλον λόγον ψηλότερον τούτου οδε, παρελθέτω ες τ μέσον κα επάτω. Κα μες χάριτας ατ τς εδήσεως ταύτης εσόμεθα.

Σημείωσαι, τι θεσπέσιος Κύριλλος λεξανδρείας γλαφυρς λληγορε ες τος βδομήκοντα τούτους ποστόλους τ βδομήκοντα κενα στελέχη τν φοινίκων, πο τον ες τν Αλείμ. περ δηλο νάβασις, αξησις. Οτω γάρ φησιν· «ναβαίνοντες ες τελειοτέραν σύνεσιν, κα ες αξησιν νατρέχοντες τν πνευματικήν… τ βδομήκοντα τν φοινίκων στελέχη ερήσομεν, τος ναδειχθέντας δηλονότι παρ Χριστο μαθητς κα εγε δ σφόδρα. Φοίνιξι γρ παρεικάζονται ο μετ τος δώδεκα ντες τν ριθμν βδομήκοντα. Θαυμάζομεν δ τος βδομήκοντα κα οονε φοίνικας ατος εναί φαμεν. Εκάρδιον γρ τ φυτόν, εριζόν τε κα εκαρπον, κα ε τος δασιν ντεθηλός. Τοιούτους δ κα τος γίους εναί φαμεν. Καθαρς μν γρ νος ατος, βεβηκώς τε κα εκαρπος, κα τος νοητος δασιν ντρυφν εωθώς».

Κα τοτο δ σημείωσαι, τι τάκτως γράφεται δ παρ τος Μηναίοις τ Συναξάριον τς σίας Συγκλητικς. Τοτο γρ γράφεται ετάκτως κατ τν πέμπτην το παρόντος, τε μνήμη ατς γράφεται, κα Κανν ατς ψάλλεται.

*

Τ ατ μέρ σιος Θεόκτιστος, γούμενος το ν τ Κουκούμ ( Κουνουμί) τς Σικελίας, ν ερήν τελειοται.

ν γ χλοαυγε τς δμ Θεοκτίστ,
Μοραν δίδως κτιστε το Θεο Λόγε.

*

Μνήμη τν γίων Μαρτύρων Ζωσίμου Μοναχο, κα θανασίου κομενταρησίου.

θανάσιος συνθανν τ Ζωσίμ,
νδον πέτρας διστα κα συζεν χει.

Οτος γιος Ζώσιμος τον π τν Κιλικίαν, κατοίκει δ ες τν ρημον μο μ τ θηρία. Πιασθες λοιπν π τν ρχοντα Δομετιανόν, κα μολογήσας, τι Χριστς εναι Θες ληθινός, κατακαίεται ες τ ατία μ πυρωμένα σίδηρα. Κα βάλλεται μέσα ες να καζάνι γεμάτον π βόρβορον βράζοντα. πειτα κρεμται κατακέφαλα, κα μ παράδοξον τρόπον π λα φυλάττεται βλαβής. Καθότι φάνη να λεοντάρι μέσα ες τ θέατρον, τ ποον μ νθρωπίνην φωνν λάλησε περ τς Θεότητος το Χριστο. θεν κ τούτου τράβιξεν ες τν πίστιν το Χριστο τν κομενταρήσιον θανάσιον. Λαβν δ γιος λευθερίαν π τν τύραννον, πγε πάλιν ες τν ρημον κα ες τ βουνά, που πρότερον διέτριβε. Κα κατηχε κα βαπτίζει τν ηθέντα θανάσιον. κε λοιπν ερισκομένων ατν, σχίσθη μία πέτρα παραδόξως, μέσα ες τν ποίαν μβαίνοντες κα ο δύω, παρέδωκαν τς ψυχάς των ες χερας Θεο.

*

Οσία ΑπολιναρίαΜνήμη τς σίας πολιναρίας τς Συγκλητικς.

Αρουσιν κ γς τν πολιναρίαν.
Κα γρ κατοικεν ορανος ν ξία.

Ατη οίδιμος πολιναρία τον κατ τος χρόνους Λέοντος το Μεγάλου, το πονομαζομένου Μακέλλη, ν τει υνζ΄ [457], θυγάτηρ νθεμίου, στις διωρίσθη παρ το βασιλέως ν ναι τς ώμης διοικητής. Κατ δ τ κάλλος κα τν φρονιμάδα, ατη περέβαινε τς πολλς γυνακας το τότε καιρο. κ νεαρς δ λικίας πόθησε τν παρθενίαν, κα παρακάλει τν Θεν νύκτα κα μέραν ν πιτύχ το ποθουμένου, τοι ν μείν παρθένος ως θανάτου. Δι τοτο παρακάλεσε κα τος γονες της ν τν συγχωρήσουν ν πάγ ες τ εροσόλυμα. πειδ δ κενοι τς δωκαν τν δειαν, τούτου χάριν μακαρία πέρνουσα δούλους κα δουλεύτρας, μοίως κα χρυσάφι κα ργύριον κα οχα πολύτιμα, πγεν ες τν γίαν Πόλιν. Κα κε τ μοίρασεν λα ες τος πτωχούς. φ’ ο δ προσκύνησε τος γίους Τόπους, κα λευθέρωσε τος δούλους κα δουλεύτρας της, κράτησε μαζί της μόνον να γέροντα κα να ενοχον. Τος ποίους πέρνουσα, κίνησε ν πάγ ες λεξάνδρειαν. Φθάσασα δ ες να τόπον μαλν κα σον, πεφάσισε ν καθίσουν κε, δι ν ναπαύσουν λίγον τν κόπον τς δοιπορίας.

ταν δ ο νθρωποί της κοιμήθησαν, τότε τρισολβία πντα καταφρονήσασα, φεύγει κρυφίως κα μβαίνει ες τν κεσε ερισκόμενον λόγγον. κε λοιπν μεινε χρόνους πολλούς, τόσον πο γινε τ δέρμα το σώματός της σκληρόν, σν τ δέρμα τς χελώνης, π τ δαγκάματα τν ν τ λόγγ κείν ερισκομένων κωνώπων. πειτα πηγαίνει ες μίαν σκήτην, που τον πολλο γιοι Πατέρες, κα κε ποκρινομένη, τι εναι ενοχος, νόμασε τν αυτόν της Δωρόθεον. δ κε ερισκόμενος σιος Μακάριος, δέχθη ατήν, κα τς δωκε κελλίον, μέσα ες τ ποον γκλεισθεσα τρισολβία, προσηύχετο ες τν Θεν νύκτα κα μέραν. δ πατήρ της νθέμιος εχε κα λλην θυγατέρα, ποία πασχεν π κάθαρτον δαιμόνιον. θεν στειλεν ατν ες τος Πατέρας τς σκήτεως δι ν τν ατρεύσουν. Περ δ τς θυγατρός του ταύτης πολιναρίας πέκαμεν, κα πλέον δν ρεύνα δι’ ατήν. Ο δ Πατέρες στειλαν τν δαιμονισμένην πρς τν δελφήν της, τις πεκρίνετο πς νομάζεται Δωρόθεος, ς επομεν νωτέρω. Κα ναμεταξ ες λίγας μέρας, λευθερώθη π τν δαίμονα τ κοράσιον κα ποστέλλεται π τος Πατέρας γις ες τν πατέρα της. στερον δ π λίγας μέρας, ρχισεν κόρη ν φαίνεται τι τον γγαστρωμένη. δ ταύτης πατήρ, νομίσας τι γγαστρώθη π τν ββν Δωρόθεον, πέμπει παρευθς ταχυδρόμους, κα φέρνουσιν ατν μπροσθέν του.

δ σία δείξασα μ κποια σημεα, πς τον γέννημα κα θυγάτηρ το νθεμίου, καμεν λους ν θαυμάσουν κα ν φοβηθον. Κα μάλιστα δι τ θαμα πο καμεν ες τν δίαν δελφήν της. Μετ τατα μείνασα λίγας μέρας μ τος γονες της, πάλιν γύρισεν πίσω ες τ κελλίον της, χωρς ν μάθ κνένας κενο πο ποίησεν. φ’ ο δ τελεύτησε, τότε γνωρίσθη ες τος Μοναχούς, τι εναι γυνή. θεν λοι ξέστησαν δι τοτο, κα παρακινήθησαν ν εχαριστήσουν τν Θεόν.

*

Ο γιοι ξ Μάρτυρες ν ερήν τελειονται.

Ψυχα διαυγες ξ ποπτσ’ κ βίου,
ξαπτέρυξι συμπαρίστανται νόοις (2).

(2) ρα τ διον τοτο δίστιχον κα ες τος ξ Πατέρας τος ορταζομένους κατ τν ιε΄ το παρόντος αννουαρίου.

*

Μνήμη το σίου Πατρς μν Εθυμίου το νέου, το κειμένου πλησίον το γίου Μωκίου.

Εθυμος Εθύμιος σκήσας πόνοις.
Εθυμος κε πρς μονς εθυμίας.

*

σιος Εθύμιος, γούμενος τς Μονς το Βατοπαιδίου, λέγξας τν λατινόφρονα βασιλέα Μιχαήλ, κα Βέκκον τν Πατριάρχην, ν τ βυθ τελειοται.

πνιξεν δωρ Εθύμιον τν πάνυ,
Καταισχύναντα λατινοφρόνων πλάνην.

*

Ο μετ το Εθυμίου δώδεκα Μοναχο Βατοπαιδινοί, ο τος νωτέρω λατινόφρονας λέγξαντες, γχόν τελειονται (3).

Ελεν μοναστν δωδεκς λαμπρ στέφη,
λεγξε κα γρ λατινοφρόνων πλάνην.

(3) ρα ες τν κολουθίαν τν γιορειτν Πατέρων.

*

Μνήμη τν γίων Μαρτύρων Χρυσάνθου κα Εφημίας, τς πλησίον το γίου κακίου.

Ες τν Χρύσανθον.

Χρύσανθος νθε καρπν διστον πάνυ,
Τν κα πολ φανέντα κρείττω χρυσίου.

Ες τν Εφημίαν.

Εφημίας λόγος σε τν Εφημίαν.
Τρανς κατηξίωσε τς θανάτου.

*

γιος νέος σιομάρτυς νούφριος, ν Χί μαρτυρήσας κατ τ ͵αωιη΄ [1818] τος.

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

 * * *

 

 

Η Σύναξις των Εβδομήκοντα Αποστόλων· Θεοκτίστου του εν τω Κουκούμω, Ζωσίμου, Αθανασίου, Απολιναρίας κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.