Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου30 Σεπτεμβρίου

Των Αγίων Γρηγορίου Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας, Ριψιμίας, Γαϊανής, Στρατονίκου, Μαρδονίου κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

30-9 (1)Τω αυτώ μηνί Λ’, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Γρηγορίου, Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας.

Ειδώς το, γρηγορείτε του Θεού Λόγου,
Θεού καλούντος γρηγορών ώφθης πάτερ.

Αρμενίης μεγάλης θάνε Γρηγόριος τριακοστή.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού, εν έτει σϞ’ [290], υιός Ανάκ του Πάρθου, όστις εστάθη μεγάλος και περιφανής άρχων, και συγγενής του βασιλέως Αρμενίας Κουσαρώ. Τον οποίον τούτον Κουσαρώ εθανάτωσε με δόλον ο ίδιος Ανάκ, αποσταλείς και παρακινηθείς εις τούτο από τον Αρτασύραν βασιλέα Περσών. Όθεν δια τον βασιλικόν αυτόν φόνον, εθανατώθη όλη η γενεά εκείνου. Μόνος δε ο θείος Γρηγόριος ούτος με άλλον ένα αδελφόν του, εγλύτωσεν από τον θάνατον, πεμφθείς, όταν ήτον παιδίον μικρόν, εις την επικράτειαν των Ρωμαίων, με το μέσον ενός συγγενούς του. Ευρισκόμενος λοιπόν ο θείος ούτος Πατήρ εις την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, εμάνθανε τόσον την άλλην παιδείαν των γραμμάτων, όσον και τα των Χριστιανών δόγματα και διδάγματα. Επειδή δε ένας υιός του φονευθέντος Κουσαρώ, Τηριδάτης ονομαζόμενος, εδιώχθη εκ της Αρμενίας από τον βασιλέα των Περσών, και εδιάτριβεν εις εκείνα τα μέρη της Καισαρείας, συναριθμούμενος με τους πρώτους άρχοντας των Ρωμαίων· δια τούτο ο θείος Γρηγόριος επήγε κοντά εις αυτόν, και επρόκρινε θεληματικώς να τον υπηρετή. Όθεν, κατά μεν τα άλλα πάντα εθεράπευε τον Τηριδάτην και τον ανέπαυε. Καθό δε ήτον Χριστιανός, κατά τούτο μόνον πολλά τον ελύπει και τον επαρώξυνεν.

Επειδή δε ο Τηριδάτης έκαμε μίαν μεγάλην ανδραγαθίαν εις βοήθειαν των Ρωμαίων, δια τούτο εις ανταπόδοσιν της χάριτος, απεκατέστη πάλιν εις την αρχήν του πατρός του παρά του βασιλέως των Ρωμαίων, και εξουσίαζε την Αρμενίαν. Τότε λοιπόν καλέσας τον θείον Γρηγόριον, εμεταχειρίζετο κάθε τρόπον δια να τον κάμη κοινωνόν της θρησκείας του. Αλλ’ ο Άγιος κρατών στερεώς την ευσεβή πίστιν, διϊσχυρίζετο, ότι ποτέ δεν θέλει την αρνηθή. Όθεν αναβράσας ο Τηριδάτης από τον θυμόν, ευθύς επρόσταξε να δέσουν οπίσω τους αγκώνας του Αγίου, και να τεντώσουν βιαίως άνω και κάτω το στόμα του με ένα ξύλον. Να φορτώσουν εις τους ώμους του βώλους μεγαλωτάτους αλατίου μεταλλικού, το οποίον ευγαίνει εις την Αρμενίαν. Έπειτα επρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιον υψηλά με ένα σχοινίον, και εκεί να τιμωρούν αυτόν πικρώς έως ημέρας επτά. Πάντα δε ταύτα υπέμεινε με μεγάλην ανδρίαν ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής. Είτα εκρέμασαν τον Άγιον κατακέφαλα από το ένα ποδάρι, και έδειραν αυτόν άσπλαγχνα με ραβδία χοντρά. Κάτωθεν δε εκάπνιζαν αυτόν με κόπρον βρωμερωτάτην, από την οποίαν ουδέ να αναπνεύση εσυγχωρείτο ο τρισμακάριος. Μετά ταύτα έσφιγξαν τας άντζας του με σανίδια και σχοινία, τόσον δυνατά, ώστε οπού από το πολύ σφίγξιμον, έσταζε αίμα από τα άκρα των δακτύλων των ποδών του.

Ύστερον δε εκάρφωσαν εις τας πατούνας των ποδών του σιδηρά καρφία, και με αυτά ανάγκασαν αυτόν να τρέχη. Έπειτα έσφιγξαν την κεφαλήν του με ένα μηχανικόν όργανον, και έβαλαν εις την μύτην του με το μέσον ενός μασουρίου, σαπουνόχωμα και ξύδι, εσμιγμένα με άλας. Των οποίων η δριμύτης έφθασεν έως και εις αυτά τα βαθουλά μέρη της κεφαλής, και έως εις αυτόν τον εγκέφαλόν του. Είτα κατακαίουσι την κεφαλήν του εξ ημέρας, με ένα θυλακούρι γεμάτον από θερμοτάτην στάκτην της καμίνου. Ύστερον δε πάλιν κρεμώσιν αυτόν κατακέφαλα, και δια του αφεδρώνος ρίπτουσι πολύ νερόν μέσα εις την κοιλίαν του. Και πάλιν κρεμάσαντες αυτόν, καταξεσχίζουσι τας πλευράς του με σιδηρά ονύχια, είτα τραβίζουσιν αυτόν ανάσκελα επάνω εις τριβόλια σιδηρά. Και βάλλουσιν εις τους πόδας του σιδηρά υποδήματα. Μετά ταύτα βάλλουσι περόνια εις τα γόνατά του με σιδηράς σφήνας, και κρεμώσιν αυτόν. Ούτω δε κρεμάμενος, διαμένει ο Άγιος τρεις ολοκλήρους ημέρας. Ύστερον χύνουσιν εις όλον το σώμα του βρασμένον μολύβι.

Αφ’ ου δε ταύτα πάντα εγένοντο, ερρίφθη δεδεμένος ο τρισόλβιος μέσα εις ένα βαθύν λάκκον: ήτοι εις ξηροπήγαδον, ευρισκόμενον εις την πόλιν Αρταξά. Το οποίον ήτον γεμάτον από βόρβορον και θανατηφόρα οφίδια. Και εκεί διαμένει χρόνους ολοκλήρους δεκαπέντε, τρεφόμενος κρυφίως από μίαν γυναίκα χήραν. Και επειδή ο βασιλεύς Τηριδάτης έχασε τας φρένας του, και έτρωγε τας σάρκας του· και μεταβαλών την ανθρωπίνην μορφήν εις μορφήν χοίρου, εβόσκετο μαζί με τους χοίρους εις τα βουνά· δια τούτο η αδελφή του, Κουσαροδούκτα ονόματι, είδεν όνειρον, και ήκουσε φωνήν λέγουσαν. Εάν ο Γρηγόριος δεν εύγη από τον λάκκον, ο Τηριδάτης δεν υγιαίνει. Τούτου χάριν ευγήκεν ο Άγιος από τον λάκκον σώος και αβλαβής, και ιατρεύει τον Τηριδάτην. Είτα Αρχιερεύς Αρμενίων καταστάς, ήτοι χειροτονηθείς, και όλους τους εν τη Αρμενία ευρισκομένους βαπτίσας εις τον ποταμόν Ευφράτην, εχειροτόνησεν εις αυτούς Επισκόπους. Επειδή δε απεφάσισε να ησυχάση εις το εξής, έβλεπε δε τον βασιλέα Τηριδάτην, οπού δεν άφινεν αυτόν, δια τούτο, αντί μεν εαυτού αφίνει Αρχιερέα εις την Αρμενίαν ένα από τους εδικούς του υιούς, Ροστάνην, ή Αριστάνην ονομαζόμενον. Αυτός δε ανεχώρησεν εις τα υψηλότατα βουνά της Αρμενίας και εκεί ησύχασε κατά τον πόθον οπού είχεν. Έτζι λοιπόν διαπεράσας ο μακάριος τον δρόμον της ζωής του, μαρτυρικώς, αποστολικώς, και ασκητικώς, μεταβαίνει προς Χριστόν τον ποθούμενον, δια να λάβη τους μισθούς και στεφάνους των κόπων του (1). (Όρα εις τον Νέον Παράδεισον τον Βίον του Αγίου τούτου πλατύτερον. Τούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Της των Περσών αρχής». Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων Μονή και εν άλλαις.)

(1) Ο δε Ιεροσολύμων Δοσίθεος, σελ. 1218 της Δωδεκαβίβλου, ταύτα γράφει περί του Αγίου Γρηγορίου τούτου. Δηλαδή, ότι απόγονοι των Αρσακίδων των εξουσιασάντων Αρμενίαν, Ινδίαν και Μασσαγέτας, ήτον αδελφοί τρεις, Αρταβάνης, Κουσαρώ, και Ανάκ. Ην δε, ο μεν Γρηγόριος, υιός του Ανάκ. Ο δε Κουσαρώ, εβασίλευσεν Αρμενίων μετά Αρταβάνην. Του δε Κουσαρώ υιός ην ο Τηριδάτης, ος εχριστιάνισε δια του Γρηγορίου. Είτα απέστειλε τον Γρηγόριον μετά γραμμάτων προς τον τότε Καισαρείας Λεόντιον, και εχειροτόνησεν αυτόν Επίσκοπον της μεγάλης Αρμενίας. Ον επανελθόντα εντίμως εδέξατο. Εβάπτισε δε τότε ο θείος Γρηγόριος εν τω Ευφράτη ποταμώ τον Τηριδάτην, και πολλούς Αρμενίους, Ασυρίους και Πέρσας, υπέρ τας τετρακοσίας μυριάδας: ήτοι υπέρ τα τέσσερα μιλλιώνια. Αναχωρήσας δε έπειτα ησυχίας χάριν εις έρημον τόπον, εχειροτόνησεν αντ’ αυτού Επισκόπους, Ολβιανόν, Ευθάλιον, Βάσσον, και ετέρους δέκα προκρίτους. Εις δε τας λοιπάς χώρας και έθνη κατέστησεν Επισκόπους τετρακοσίους.

Είχε δε ο Γρηγόριος ούτος δύω σαρκικά τέκνα, Ορθάνην και Αριστάνην. Ο δε Τηριδάτης λύπη συσχεθείς ένεκεν της αναχωρήσεως του Γρηγορίου, εκατέβασεν αυτόν από το βουνόν. Μη θελήσαντος δε του Γρηγορίου είναι εν τη επισκοπή, προεβίβασεν αντ’ εκείνου τον υιόν του Γρηγορίου Αριστάνην. Προ δε της αναχωρήσεως αυτού, ο Γρηγόριος ομού και ο Τηριδάτης, επήγαν εις Κωνσταντινούπολιν προς τον Μέγαν Κωνσταντίνον, και εφιλοτιμήθησαν παρ’ αυτού ικανώς. Γενομένης δε της Πρώτης Συνόδου, επέμφθη προς αυτήν υπό του Τηριδάτου ο Αριστάνης. Μεθ’ ης αγωνισάμενος κατά του Αρείου, εγύρισεν εις Αρμενίαν, φέρων και την απόφασιν της Συνόδου. Είχον δε οι Αρμένιοι την χειροτονίαν καθεξής από τον Καισαρείας. Όθεν ο Καισαρείας Λεόντιος εν τη Πρώτη Συνόδω υπεγράφη ούτω· «Λεόντιος Καισαρείας, Καππαδοκίας, Γαλατίας, και Αρμενίας μικράς και μεγάλης υπέγραψα». Εχειροτονούντο ουν οι Αρμένιοι Επίσκοποι από τον Καισαρείας, μέχρι καιρού τινος. Είτα εχειροτονούντο υπό της ιδίας Συνόδου. Ωνομάσθησαν δε Καθολικοί οι Αρμένιοι, δια το μη τελείν υπό θρόνον πατριαρχικόν. Αφ’ ου δε εχωρίσθησαν από την καθόλου Εκκλησίαν, ουδέν σαφές περί αυτών λέγειν έχομεν.

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ριψιμίας (2), Γαϊανής, και των συν αυταίς Παρθενομαρτύρων τον αριθμόν τριακονταδύω.

Εις την Ριψιμίαν.

Ήλγει σπαθισμοίς ουδαμώς Ριψιμία,
Άπειρα τούτοις ανταριθμούσα στέφη.

Εις την Γαϊανήν.

Γαϊανήν έστεψεν άσκησις πάλαι,
Και νυν άθλησις η δια ξίφους στέφει.

Εις τας Παρθενομάρτυρας.

Τιμά Τριας δεκάς σε τριπλή μαρτύρων,
Συν ταις δυσί θνήσκουσα σου χάριν ξίφει.

Αύται αι Άγιαι γυναίκες ήτον κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, εν έτει σϞβ’ [292], παρθένοι και μονάζουσαι. Προεστώσα δε τούτων και καθηγουμένη, ήτον η Γαϊανή. Όταν δε έμελλεν ο Διοκλητιανός να υπανδρευθή (3), μαθών ότι η Ριψιμία ήτον ωραία και περικαλλεστάτη, πέμψας ανθρώπους επρόσφερεν εις αυτήν λόγους περί γάμων. Η δε Αγία αγαπώσα θερμώς την παρθενίαν, φεύγει κρυφίως μαζί με την καθηγουμένην Γαϊανήν, και με άλλας παρθένους, τον αριθμόν εβδομήκοντα. Αίτινες πηγαίνουσαι εις την πόλιν της Αρμενίας Αραράτ, εκεί εκρύπτοντο μέσα εις κάποιους ληνούς. Ο Διοκλητιανός λοιπόν, με το να μην εδύνετο να ησυχάση από τον έρωτα της Ριψιμίας, και μαθών περί αυτής ότι έφυγε, γράφει εις τον βασιλέα της Αρμενίας Τηριδάτην, ότι να στείλη εις αυτόν την Ριψιμίαν. Ή αν θέλη, να πάρη αυτός αυτήν εις γυναίκα του. Ο δε Τηριδάτης ερευνήσας και μαθών από εκείνους οπού είδον αυτήν, πόσον ήτον ωραία και εύμορφος, παρευθύς και αυτός αιχμαλωτίσθη από τον αυτής έρωτα. Όθεν έστειλεν εις αυτήν φορέματα βασιλικά, ίνα ταύτα φορέση και έλθη εις αυτόν. Η δε Αγία, ουδέ να ακούση όλως ήθελε το τοιούτον. Αλλά μόνον εκαταγίνετο εις την προς Θεόν προσευχήν.

Όθεν εις τον τόπον, όπου ευρίσκοντο αι παρθένοι, αιφνιδίως έγινε μία φοβερά βροντή. Και μαζί με την βροντήν, ηκούσθη και μία θεϊκή φωνή, η οποία εδυνάμονε τας παρθένους τόσον, ώστε οπού, αυταί μεν, έλαβον εκ ταύτης ένα μεγάλον θάρρος. Πολλοί δε από τους απίστους, τους απεσταλμένους δηλαδή υπό του Τηριδάτου, έμειναν άφωνοι, εκπλαγέντες δια το αιφνίδιον της βροντής. Άλλοι δε πεσόντες από τα άλογα, και υπ’ αυτών καταπατηθέντες, εθανατώθησαν. Ο δε Τηριδάτης ταύτα μαθών, δεν ήλθεν εις αίσθησιν, μεθυσμένος ώντας από τον έρωτα. Δια τούτο και στανικώς έφερεν εις τα βασίλεια την παρθένον. Και εμβάς εις τον κοιτώνα, με παντοίους τρόπους εκολάκευε και παρεκίνει την Οσίαν να κλίνη εις τον σκοπόν του. Η δε Αγία κατήσχυνεν αυτόν, και άφθορος έμεινε με την του Χριστού δύναμιν.

Αλλ’ ο Τηριδάτης μη υποφέρωντας τον σατανικόν έρωτα, επρόσταξε να έλθη η καθηγουμένη Γαϊανή, και να συμβουλεύση την Ριψιμίαν, ίνα πεισθή εις την κακήν γνώμην του. Παρασταθείσα δε έμπροσθέν του η Γαϊανή, έκαμεν όλον το εναντίον. Παρεκίνει γαρ την Ριψιμίαν, και ενεδυνάμονεν αυτήν, εις το να αντισταθή ανδρείως, και να μη κλίνη εις την βίαν του βασιλέως. Τούτου χάριν προστάζει ο βασιλεύς να κτυπήσουν με πέτρας τα οδόντια της Γαϊανής και να τα ευγάλουν. Και ούτω να στείλουν αυτήν εξόριστον εις μακρινόν τόπον. Ο βασιλεύς λοιπόν, επειδή απέτυχε του ποθουμένου, εκυλίετο κατά γης από τον ακράτητον έρωτα. Η δε αοίδιμος Ριψιμία, ευγαίνουσα με νίκην από το παλάτιον, όταν ήλθεν η νύκτα επήγεν εις τας άλλας συμπαρθένους. Και πέρνουσα αυτάς, μεταβαίνει εις άλλον τόπον, εκεί κοντά ευρισκόμενον, όπου ισταμένη επροσηύχετο.

Αφ’ ου δε επέρασεν ολίγη ώρα της νυκτός, ιδού και έρχεται εις τας παρθένους ο του βασιλέως αρχιμάγειρος, ομού με πολλούς δορυφόρους, κρατούντας λαμπάδας πολλάς. Και ευθύς αρπάζουσι την Ριψιμίαν, και δένοντες οπίσω τας χείρας της, κόπτουσι την γλώσσαν της. Και έπειτα απλόνουσιν αυτήν επάνω εις ξύλα όρθια, και την κατακαίουσι με λαμπάδας. Είτα σχίζουσι την κοιλίαν της με ξύλον οξύτατον, και κατά γης τα σπλάγχνα της χύνουσι. Και επειδή ακόμη ολίγον εσπάραττεν η Αγία, ευγάνουσι και τους οφθαλμούς της. Και όλον το σώμα της κατακόπτουσιν εις λεπτά κομμάτια. Και ούτως η σωφρονεστάτη Ριψιμία, διαβαίνει παρθένος και άφθορος προς ον επόθησε νυμφίον Χριστόν. Μαζί δε με αυτήν εφονεύθησαν και άνδρες Χριστιανοί εβδομήκοντα. Επειδή δε τριανταδύω συμπαρθένοι Μοναχαί, επήγαν δια να συνάξουν της Αγίας τα λείψανα, δια τούτο γνωρισθείσαι από τους ασεβείς, ξίφει τας κεφαλάς απετμήθησαν. Την δε μακαρίαν Γαϊανήν ομού και άλλας δύω παρθένους, ρίψαντες κατά γης, ετέντωσαν τας χείρας και πόδας των, και ετρύπησαν τους αστραγάλους των. Έπειτα φουσκώσαντες αυτάς ωσάν ασκία δια μέσου τινών μασουρίων, εύγαλαν όλον το δέρμα του σώματός των. Και τας γλώσσας των έκοψαν. Μετά ταύτα έσχισαν τας κοιλίας των με πέτρας και με σιδηρά όργανα, και έδειξαν έμπροσθέν των χυμένα όλα των τα εντόσθια. Τελευταίον δε ξίφει τας κεφαλάς των απέκοψαν, και ούτως έλαβον αι μακάριαι της αθλήσεως τους στεφάνους. Εις τιμήν δε των παρθένων τούτων, τρεις ναούς έκτισεν ύστερον ο της μεγάλης Αρμενίας Γρηγόριος. Και άλλοι δε ναοί τούτων, εις διάφορα μέρη της Αρμενίας εκτίσθησαν. (Όρα περί τούτων πλατύτερον εις τον Νέον Παράδεισον, εν τω Βίω του Αγίου Γρηγορίου της μεγάλης Αρμενίας.)

(2) Ο δε χειρόγραφος Συναξαριστής πανταχού Ριψίμην γράφει αυτήν, και ουχί Ριψιμίαν.

(3) Σημείωσαι, ότι, ο μεν τετυπωμένος Συναξαριστής, γράφει, ότι ο Τηριδάτης μόνον εβίαζε την Ριψιμίαν προς αθέμιτον μίξιν, και ουχί ο Διοκλητιανός. Ο δε χειρόγραφος Συναξαριστής, γράφει, ότι πρώτον ο Διοκλητιανός εζήτησεν αυτήν εις γυναίκα, και μετά ταύτα ο Τηριδάτης. Καθώς και ημείς γράφομεν τούτο εδώ, τω χειρογράφω ακολουθήσαντες.

*

Μνήμη των Αγίων εβδομήκοντα Μαρτύρων των συναναιρεθέντων τη Αγία Ριψιμία.

Τέθνηκεν ανδρών εβδομηκοντάς ξίφει,
Θνήσκειν ετοίμων, ει δέοι και πολλάκις.

*

Μνήμη των δύω Οσιομαρτύρων Γυναικών.

Δυάς Γυναικών αρεταίς τεθραμμένων,
Αθλητικώ τμηθείσα κοσμείται τέλει.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Στρατόνικος ξίφει τελειούται.

Ο Στρατόνικος τω δια ξίφους τέλει,
Άπαν στράτευμα δαιμόνων νικά μόνος.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Μαρδόνιος, άνθρακας επί του ομφαλού δεξάμενος, τελειούται.

Γνώρισμα Μαρδόνιε του πάθους φέρεις,
Επ’ ομφαλού σφράγισμα καύσεως φέρων.

*

Οι Άγιοι χίλιοι Μάρτυρες ξίφει τελειούνται.

Χιλιάριθμος αυχενοτμήτων φάλαγξ,
Έπαθλον εύρεν ουκ αριθμητά στέφη.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

*

Σεπτέμβριος μην, ώδε λαμβάνει τέλος,
Θεώ δε δόξαν τω τέλει πάντων φέρει.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

30-9 (1)Τῷ αὐτῷ μηνὶ Λ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γρηγορίου, Ἐπισκόπου τῆς Μεγάλης Ἁρμενίας.

Εἰδὼς τὸ, γρηγορεῖτε τοῦ Θεοῦ Λόγου,
Θεοῦ καλοῦντος γρηγορῶν ὤφθης πάτερ.

Ἁρμενίης μεγάλης θάνε Γρηγόριος τριακοστῇ.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ, ἐν ἔτει σϞ΄ [290], υἱὸς Ἀνὰκ τοῦ Πάρθου, ὅστις ἐστάθη μεγάλος καὶ περιφανὴς ἄρχων, καὶ συγγενὴς τοῦ βασιλέως Ἁρμενίας Κουσαρώ. Τὸν ὁποῖον τοῦτον Κουσαρὼ ἐθανάτωσε μὲ δόλον ὁ ἴδιος Ἀνάκ, ἀποσταλεὶς καὶ παρακινηθεὶς εἰς τοῦτο ἀπὸ τὸν Ἀρτασύραν βασιλέα Περσῶν. Ὅθεν διὰ τὸν βασιλικὸν αὐτὸν φόνον, ἐθανατώθη ὅλη ἡ γενεὰ ἐκείνου. Μόνος δὲ ὁ θεῖος Γρηγόριος οὗτος μὲ ἄλλον ἕνα ἀδελφόν του, ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸν θάνατον, πεμφθείς, ὅταν ἦτον παιδίον μικρόν, εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῶν Ῥωμαίων, μὲ τὸ μέσον ἑνὸς συγγενοῦς του. Εὑρισκόμενος λοιπὸν ὁ θεῖος οὗτος Πατὴρ εἰς τὴν Καισάρειαν τῆς Καππαδοκίας, ἐμάνθανε τόσον τὴν ἄλλην παιδείαν τῶν γραμμάτων, ὅσον καὶ τὰ τῶν Χριστιανῶν δόγματα καὶ διδάγματα. Ἐπειδὴ δὲ ἕνας υἱὸς τοῦ φονευθέντος Κουσαρώ, Τηριδάτης ὀνομαζόμενος, ἐδιώχθη ἐκ τῆς Ἁρμενίας ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν, καὶ ἐδιάτριβεν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη τῆς Καισαρείας, συναριθμούμενος μὲ τοὺς πρώτους ἄρχοντας τῶν Ῥωμαίων· διὰ τοῦτο ὁ θεῖος Γρηγόριος ἐπῆγε κοντὰ εἰς αὐτόν, καὶ ἐπρόκρινε θεληματικῶς νὰ τὸν ὑπηρετῇ. Ὅθεν, κατὰ μὲν τὰ ἄλλα πᾶντα ἐθεράπευε τὸν Τηριδάτην καὶ τὸν ἀνέπαυε. Καθὸ δὲ ἦτον Χριστιανός, κατὰ τοῦτο μόνον πολλὰ τὸν ἐλύπει καὶ τὸν ἐπαρώξυνεν.

Ἐπειδὴ δὲ ὁ Τηριδάτης ἔκαμε μίαν μεγάλην ἀνδραγαθίαν εἰς βοήθειαν τῶν Ῥωμαίων, διὰ τοῦτο εἰς ἀνταπόδοσιν τῆς χάριτος, ἀπεκατέστη πάλιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πατρός του παρὰ τοῦ βασιλέως τῶν Ῥωμαίων, καὶ ἐξουσίαζε τὴν Ἁρμενίαν. Τότε λοιπὸν καλέσας τὸν θεῖον Γρηγόριον, ἐμεταχειρίζετο κάθε τρόπον διὰ νὰ τὸν κάμῃ κοινωνὸν τῆς θρῃσκείας του. Ἀλλ’ ὁ Ἅγιος κρατῶν στερεῶς τὴν εὐσεβῆ πίστιν, διϊσχυρίζετο, ὅτι ποτὲ δὲν θέλει τὴν ἀρνηθῇ. Ὅθεν ἀναβράσας ὁ Τηριδάτης ἀπὸ τὸν θυμόν, εὐθὺς ἐπρόσταξε νὰ δέσουν ὀπίσω τοὺς ἀγκῶνας τοῦ Ἁγίου, καὶ νὰ τεντώσουν βιαίως ἄνω καὶ κάτω τὸ στόμα του μὲ ἕνα ξύλον. Νὰ φορτώσουν εἰς τοὺς ὤμους του βώλους μεγαλωτάτους ἁλατίου μεταλλικοῦ, τὸ ὁποῖον εὐγαίνει εἰς τὴν Ἁρμενίαν. Ἔπειτα ἐπρόσταξε νὰ κρεμάσουν τὸν Ἅγιον ὑψηλὰ μὲ ἕνα σχοινίον, καὶ ἐκεῖ νὰ τιμωροῦν αὐτὸν πικρῶς ἕως ἡμέρας ἑπτά. Πᾶντα δὲ ταῦτα ὑπέμεινε μὲ μεγάλην ἀνδρίαν ὁ γενναῖος τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστής. Εἶτα ἐκρέμασαν τὸν Ἅγιον κατακέφαλα ἀπὸ τὸ ἕνα ποδάρι, καὶ ἔδειραν αὐτὸν ἄσπλαγχνα μὲ ῥαβδία χοντρά. Κάτωθεν δὲ ἐκάπνιζαν αὐτὸν μὲ κόπρον βρωμερωτάτην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν οὐδὲ νὰ ἀναπνεύσῃ ἐσυγχωρεῖτο ὁ τρισμακάριος. Μετὰ ταῦτα ἔσφιγξαν τὰς ἄντζας του μὲ σανίδια καὶ σχοινία, τόσον δυνατά, ὥστε ὁποῦ ἀπὸ τὸ πολὺ σφίγξιμον, ἔσταζε αἷμα ἀπὸ τὰ ἄκρα τῶν δακτύλων τῶν ποδῶν του.

Ὕστερον δὲ ἐκάρφωσαν εἰς τὰς πατοῦνας τῶν ποδῶν του σιδηρᾶ καρφία, καὶ μὲ αὐτὰ ἀνάγκασαν αὐτὸν νὰ τρέχῃ. Ἔπειτα ἔσφιγξαν τὴν κεφαλήν του μὲ ἕνα μηχανικὸν ὄργανον, καὶ ἔβαλαν εἰς τὴν μύτην του μὲ τὸ μέσον ἑνὸς μασουρίου, σαπουνόχωμα καὶ ξύδι, ἐσμιγμένα μὲ ἅλας. Τῶν ὁποίων ἡ δριμύτης ἔφθασεν ἕως καὶ εἰς αὐτὰ τὰ βαθουλὰ μέρη τῆς κεφαλῆς, καὶ ἕως εἰς αὐτὸν τὸν ἐγκέφαλόν του. Εἶτα κατακαίουσι τὴν κεφαλήν του ἓξ ἡμέρας, μὲ ἕνα θυλακοῦρι γεμάτον ἀπὸ θερμοτάτην στάκτην τῆς καμίνου. Ὕστερον δὲ πάλιν κρεμῶσιν αὐτὸν κατακέφαλα, καὶ διὰ τοῦ ἀφεδρῶνος ῥίπτουσι πολὺ νερὸν μέσα εἰς τὴν κοιλίαν του. Καὶ πάλιν κρεμάσαντες αὐτόν, καταξεσχίζουσι τὰς πλευράς του μὲ σιδηρᾶ ὀνύχια, εἶτα τραβίζουσιν αὐτὸν ἀνάσκελα ἐπάνω εἰς τριβόλια σιδηρᾶ. Καὶ βάλλουσιν εἰς τοὺς πόδας του σιδηρᾶ ὑποδήματα. Μετὰ ταῦτα βάλλουσι περόνια εἰς τὰ γόνατά του μὲ σιδηρᾶς σφῆνας, καὶ κρεμῶσιν αὐτόν. Οὕτω δὲ κρεμάμενος, διαμένει ὁ Ἅγιος τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας. Ὕστερον χύνουσιν εἰς ὅλον τὸ σῶμά του βρασμένον μολύβι.

Ἀφ’ οὗ δὲ ταῦτα πᾶντα ἐγένοντο, ἐρρίφθη δεδεμένος ὁ τρισόλβιος μέσα εἰς ἕνα βαθὺν λάκκον: ἤτοι εἰς ξηροπήγαδον, εὑρισκόμενον εἰς τὴν πόλιν Ἀρταξᾶ. Τὸ ὁποῖον ἦτον γεμάτον ἀπὸ βόρβορον καὶ θανατηφόρα ὀφίδια. Καὶ ἐκεῖ διαμένει χρόνους ὁλοκλήρους δεκαπέντε, τρεφόμενος κρυφίως ἀπὸ μίαν γυναῖκα χήραν. Καὶ ἐπειδὴ ὁ βασιλεὺς Τηριδάτης ἔχασε τὰς φρένας του, καὶ ἔτρωγε τὰς σάρκας του· καὶ μεταβαλὼν τὴν ἀνθρωπίνην μορφὴν εἰς μορφὴν χοίρου, ἐβόσκετο μαζὶ μὲ τοὺς χοίρους εἰς τὰ βουνά· διὰ τοῦτο ἡ ἀδελφή του, Κουσαροδούκτα ὀνόματι, εἶδεν ὄνειρον, καὶ ἤκουσε φωνὴν λέγουσαν. Ἐὰν ὁ Γρηγόριος δὲν εὔγῃ ἀπὸ τὸν λάκκον, ὁ Τηριδάτης δὲν ὑγιαίνει. Τούτου χάριν εὐγῆκεν ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὸν λάκκον σῷος καὶ ἀβλαβής, καὶ ἰατρεύει τὸν Τηριδάτην. Εἶτα Ἀρχιερεὺς Ἁρμενίων καταστάς, ἤτοι χειροτονηθείς, καὶ ὅλους τοὺς ἐν τῇ Ἁρμενίᾳ εὑρισκομένους βαπτίσας εἰς τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, ἐχειροτόνησεν εἰς αὐτοὺς Ἐπισκόπους. Ἐπειδὴ δὲ ἀπεφάσισε νὰ ἡσυχάσῃ εἰς τὸ ἑξῆς, ἔβλεπε δὲ τὸν βασιλέα Τηριδάτην, ὁποῦ δὲν ἄφινεν αὐτόν, διὰ τοῦτο, ἀντὶ μὲν ἑαυτοῦ ἀφίνει Ἀρχιερέα εἰς τὴν Ἁρμενίαν ἕνα ἀπὸ τοὺς ἐδικούς του υἱούς, Ῥοστάνην, ἢ Ἀριστάνην ὀνομαζόμενον. Αὐτὸς δὲ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ ὑψηλότατα βουνὰ τῆς Ἁρμενίας καὶ ἐκεῖ ἡσύχασε κατὰ τὸν πόθον ὁποῦ εἶχεν. Ἔτζι λοιπὸν διαπεράσας ὁ μακάριος τὸν δρόμον τῆς ζωῆς του, μαρτυρικῶς, ἀποστολικῶς, καὶ ἀσκητικῶς, μεταβαίνει πρὸς Χριστὸν τὸν ποθούμενον, διὰ νὰ λάβῃ τοὺς μισθοὺς καὶ στεφάνους τῶν κόπων του (1). (Ὅρα εἰς τὸν Νέον Παράδεισον τὸν Βίον τοῦ Ἁγίου τούτου πλατύτερον. Τοῦτον δὲ συνέγραψεν ἑλληνιστὶ ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Τῆς τῶν Περσῶν ἀρχῆς». Σῴζεται ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ, ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων Μονῇ καὶ ἐν ἄλλαις.)

(1) Ὁ δὲ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, σελ. 1218 τῆς Δωδεκαβίβλου, ταῦτα γράφει περὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τούτου. Δηλαδή, ὅτι ἀπόγονοι τῶν Ἀρσακίδων τῶν ἐξουσιασάντων Ἁρμενίαν, Ἰνδίαν καὶ Μασσαγέτας, ἦτον ἀδελφοὶ τρεῖς, Ἀρταβάνης, Κουσαρώ, καὶ Ἀνάκ. Ἦν δέ, ὁ μὲν Γρηγόριος, υἱὸς τοῦ Ἀνάκ. Ὁ δὲ Κουσαρώ, ἐβασίλευσεν Ἁρμενίων μετὰ Ἀρταβάνην. Τοῦ δὲ Κουσαρὼ υἱὸς ἦν ὁ Τηριδάτης, ὃς ἐχριστιάνισε διὰ τοῦ Γρηγορίου. Εἶτα ἀπέστειλε τὸν Γρηγόριον μετὰ γραμμάτων πρὸς τὸν τότε Καισαρείας Λεόντιον, καὶ ἐχειροτόνησεν αὐτὸν Ἐπίσκοπον τῆς μεγάλης Ἁρμενίας. Ὃν ἐπανελθόντα ἐντίμως ἐδέξατο. Ἐβάπτισε δὲ τότε ὁ θεῖος Γρηγόριος ἐν τῷ Εὐφράτῃ ποταμῷ τὸν Τηριδάτην, καὶ πολλοὺς Ἁρμενίους, Ἀσυρίους καὶ Πέρσας, ὑπὲρ τὰς τετρακοσίας μυριάδας: ἤτοι ὑπὲρ τὰ τέσσερα μιλλιώνια. Ἀναχωρήσας δὲ ἔπειτα ἡσυχίας χάριν εἰς ἔρημον τόπον, ἐχειροτόνησεν ἀντ’ αὐτοῦ Ἐπισκόπους, Ὀλβιανόν, Εὐθάλιον, Βάσσον, καὶ ἑτέρους δέκα προκρίτους. Εἰς δὲ τὰς λοιπὰς χώρας καὶ ἔθνη κατέστησεν Ἐπισκόπους τετρακοσίους.

Εἶχε δὲ ὁ Γρηγόριος οὗτος δύω σαρκικὰ τέκνα, Ὀρθάνην καὶ Ἀριστάνην. Ὁ δὲ Τηριδάτης λύπῃ συσχεθεὶς ἕνεκεν τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Γρηγορίου, ἐκατέβασεν αὐτὸν ἀπὸ τὸ βουνόν. Μὴ θελήσαντος δὲ τοῦ Γρηγορίου εἶναι ἐν τῇ ἐπισκοπῇ, προεβίβασεν ἀντ’ ἐκείνου τὸν υἱὸν τοῦ Γρηγορίου Ἀριστάνην. Πρὸ δὲ τῆς ἀναχωρήσεως αὐτοῦ, ὁ Γρηγόριος ὁμοῦ καὶ ὁ Τηριδάτης, ἐπῆγαν εἰς Κωνσταντινούπολιν πρὸς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, καὶ ἐφιλοτιμήθησαν παρ’ αὐτοῦ ἱκανῶς. Γενομένης δὲ τῆς Πρώτης Συνόδου, ἐπέμφθη πρὸς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Τηριδάτου ὁ Ἀριστάνης. Μεθ’ ἧς ἀγωνισάμενος κατὰ τοῦ Ἀρείου, ἐγύρισεν εἰς Ἁρμενίαν, φέρων καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου. Εἶχον δὲ οἱ Ἁρμένιοι τὴν χειροτονίαν καθεξῆς ἀπὸ τὸν Καισαρείας. Ὅθεν ὁ Καισαρείας Λεόντιος ἐν τῇ Πρώτῃ Συνόδῳ ὑπεγράφη οὕτω· «Λεόντιος Καισαρείας, Καππαδοκίας, Γαλατίας, καὶ Ἁρμενίας μικρᾶς καὶ μεγάλης ὑπέγραψα». Ἐχειροτονοῦντο οὖν οἱ Ἁρμένιοι Ἐπίσκοποι ἀπὸ τὸν Καισαρείας, μέχρι καιροῦ τινος. Εἶτα ἐχειροτονοῦντο ὑπὸ τῆς ἰδίας Συνόδου. Ὠνομάσθησαν δὲ Καθολικοὶ οἱ Ἁρμένιοι, διὰ τὸ μὴ τελεῖν ὑπὸ θρόνον πατριαρχικόν. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν, οὐδὲν σαφὲς περὶ αὐτῶν λέγειν ἔχομεν.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ῥιψιμίας (2), Γαϊανῆς, καὶ τῶν σὺν αὐταῖς Παρθενομαρτύρων τὸν ἀριθμὸν τριακονταδύω.

Εἰς τὴν Ῥιψιμίαν.

Ἤλγει σπαθισμοῖς οὐδαμῶς Ῥιψιμία,
Ἄπειρα τούτοις ἀνταριθμοῦσα στέφη.

Εἰς τὴν Γαϊανήν.

Γαϊανὴν ἔστεψεν ἄσκησις πάλαι,
Καὶ νῦν ἄθλησις ἡ διὰ ξίφους στέφει.

Εἰς τὰς Παρθενομάρτυρας.

Τιμᾷ Τριὰς δεκάς σε τριπλῆ μαρτύρων,
Σὺν ταῖς δυσὶ θνῄσκουσα σοῦ χάριν ξίφει.

Αὗται αἱ Ἅγιαι γυναῖκες ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἐν ἔτει σϞβ΄ [292], παρθένοι καὶ μονάζουσαι. Προεστῶσα δὲ τούτων καὶ καθηγουμένη, ἦτον ἡ Γαϊανή. Ὅταν δὲ ἔμελλεν ὁ Διοκλητιανὸς νὰ ὑπανδρευθῇ (3), μαθὼν ὅτι ἡ Ῥιψιμία ἦτον ὡραία καὶ περικαλλεστάτη, πέμψας ἀνθρώπους ἐπρόσφερεν εἰς αὐτὴν λόγους περὶ γάμων. Ἡ δὲ Ἁγία ἀγαπῶσα θερμῶς τὴν παρθενίαν, φεύγει κρυφίως μαζὶ μὲ τὴν καθηγουμένην Γαϊανήν, καὶ μὲ ἄλλας παρθένους, τὸν ἀριθμὸν ἑβδομήκοντα. Αἵτινες πηγαίνουσαι εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἁρμενίας Ἀραράτ, ἐκεῖ ἐκρύπτοντο μέσα εἰς κᾄποιους ληνούς. Ὁ Διοκλητιανὸς λοιπόν, μὲ τὸ νὰ μὴν ἐδύνετο νὰ ἡσυχάσῃ ἀπὸ τὸν ἔρωτα τῆς Ῥιψιμίας, καὶ μαθὼν περὶ αὐτῆς ὅτι ἔφυγε, γράφει εἰς τὸν βασιλέα τῆς Ἁρμενίας Τηριδάτην, ὅτι νὰ στείλῃ εἰς αὐτὸν τὴν Ῥιψιμίαν. Ἢ ἂν θέλῃ, νὰ πάρῃ αὐτὸς αὐτὴν εἰς γυναῖκά του. Ὁ δὲ Τηριδάτης ἐρευνήσας καὶ μαθὼν ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ εἶδον αὐτήν, πόσον ἦτον ὡραία καὶ εὔμορφος, παρευθὺς καὶ αὐτὸς αἰχμαλωτίσθη ἀπὸ τὸν αὐτῆς ἔρωτα. Ὅθεν ἔστειλεν εἰς αὐτὴν φορέματα βασιλικά, ἵνα ταῦτα φορέσῃ καὶ ἔλθῃ εἰς αὐτόν. Ἡ δὲ Ἁγία, οὐδὲ νὰ ἀκούσῃ ὅλως ἤθελε τὸ τοιοῦτον. Ἀλλὰ μόνον ἐκαταγίνετο εἰς τὴν πρὸς Θεὸν προσευχήν.

Ὅθεν εἰς τὸν τόπον, ὅπου εὑρίσκοντο αἱ παρθένοι, αἰφνιδίως ἔγινε μία φοβερὰ βροντή. Καὶ μαζὶ μὲ τὴν βροντήν, ἠκούσθη καὶ μία θεϊκὴ φωνή, ἡ ὁποία ἐδυνάμονε τὰς παρθένους τόσον, ὥστε ὁποῦ, αὐταὶ μέν, ἔλαβον ἐκ ταύτης ἕνα μεγάλον θάρρος. Πολλοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, τοὺς ἀπεσταλμένους δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ Τηριδάτου, ἔμειναν ἄφωνοι, ἐκπλαγέντες διὰ τὸ αἰφνίδιον τῆς βροντῆς. Ἄλλοι δὲ πεσόντες ἀπὸ τὰ ἄλογα, καὶ ὑπ’ αὐτῶν καταπατηθέντες, ἐθανατώθησαν. Ὁ δὲ Τηριδάτης ταῦτα μαθών, δὲν ἦλθεν εἰς αἴσθησιν, μεθυσμένος ὤντας ἀπὸ τὸν ἔρωτα. Διὰ τοῦτο καὶ στανικῶς ἔφερεν εἰς τὰ βασίλεια τὴν παρθένον. Καὶ ἐμβὰς εἰς τὸν κοιτῶνα, μὲ παντοίους τρόπους ἐκολάκευε καὶ παρεκίνει τὴν Ὁσίαν νὰ κλίνῃ εἰς τὸν σκοπόν του. Ἡ δὲ Ἁγία κατῄσχυνεν αὐτόν, καὶ ἄφθορος ἔμεινε μὲ τὴν τοῦ Χριστοῦ δύναμιν.

Ἀλλ’ ὁ Τηριδάτης μὴ ὑποφέρωντας τὸν σατανικὸν ἔρωτα, ἐπρόσταξε νὰ ἔλθῃ ἡ καθηγουμένη Γαϊανή, καὶ νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Ῥιψιμίαν, ἵνα πεισθῇ εἰς τὴν κακὴν γνώμην του. Παρασταθεῖσα δὲ ἔμπροσθέν του ἡ Γαϊανή, ἔκαμεν ὅλον τὸ ἐναντίον. Παρεκίνει γὰρ τὴν Ῥιψιμίαν, καὶ ἐνεδυνάμονεν αὐτήν, εἰς τὸ νὰ ἀντισταθῇ ἀνδρείως, καὶ νὰ μὴ κλίνῃ εἰς τὴν βίαν τοῦ βασιλέως. Τούτου χάριν προστάζει ὁ βασιλεὺς νὰ κτυπήσουν μὲ πέτρας τὰ ὀδόντια τῆς Γαϊανῆς καὶ νὰ τὰ εὐγάλουν. Καὶ οὕτω νὰ στείλουν αὐτὴν ἐξόριστον εἰς μακρινὸν τόπον. Ὁ βασιλεὺς λοιπόν, ἐπειδὴ ἀπέτυχε τοῦ ποθουμένου, ἐκυλίετο κατὰ γῆς ἀπὸ τὸν ἀκράτητον ἔρωτα. Ἡ δὲ ἀοίδιμος Ῥιψιμία, εὐγαίνουσα μὲ νίκην ἀπὸ τὸ παλάτιον, ὅταν ἦλθεν ἡ νύκτα ἐπῆγεν εἰς τὰς ἄλλας συμπαρθένους. Καὶ πέρνουσα αὐτάς, μεταβαίνει εἰς ἄλλον τόπον, ἐκεῖ κοντὰ εὑρισκόμενον, ὅπου ἱσταμένη ἐπροσηύχετο.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασεν ὀλίγη ὥρα τῆς νυκτός, ἰδοὺ καὶ ἔρχεται εἰς τὰς παρθένους ὁ τοῦ βασιλέως ἀρχιμάγειρος, ὁμοῦ μὲ πολλοὺς δορυφόρους, κρατοῦντας λαμπάδας πολλάς. Καὶ εὐθὺς ἁρπάζουσι τὴν Ῥιψιμίαν, καὶ δένοντες ὀπίσω τὰς χεῖράς της, κόπτουσι τὴν γλῶσσάν της. Καὶ ἔπειτα ἁπλόνουσιν αὐτὴν ἐπάνω εἰς ξύλα ὄρθια, καὶ τὴν κατακαίουσι μὲ λαμπάδας. Εἶτα σχίζουσι τὴν κοιλίαν της μὲ ξύλον ὀξύτατον, καὶ κατὰ γῆς τὰ σπλάγχνα της χύνουσι. Καὶ ἐπειδὴ ἀκόμη ὀλίγον ἐσπάραττεν ἡ Ἁγία, εὐγάνουσι καὶ τοὺς ὀφθαλμούς της. Καὶ ὅλον τὸ σῶμά της κατακόπτουσιν εἰς λεπτὰ κομμάτια. Καὶ οὕτως ἡ σωφρονεστάτη Ῥιψιμία, διαβαίνει παρθένος καὶ ἄφθορος πρὸς ὃν ἐπόθησε νυμφίον Χριστόν. Μαζὶ δὲ μὲ αὐτὴν ἐφονεύθησαν καὶ ἄνδρες Χριστιανοὶ ἑβδομήκοντα. Ἐπειδὴ δὲ τριανταδύω συμπαρθένοι Μοναχαί, ἐπῆγαν διὰ νὰ συνάξουν τῆς Ἁγίας τὰ λείψανα, διὰ τοῦτο γνωρισθεῖσαι ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς, ξίφει τὰς κεφαλὰς ἀπετμήθησαν. Τὴν δὲ μακαρίαν Γαϊανὴν ὁμοῦ καὶ ἄλλας δύω παρθένους, ῥίψαντες κατὰ γῆς, ἐτέντωσαν τὰς χεῖρας καὶ πόδας των, καὶ ἐτρύπησαν τοὺς ἀστραγάλους των. Ἔπειτα φουσκώσαντες αὐτὰς ὡσὰν ἀσκία διὰ μέσου τινῶν μασουρίων, εὔγαλαν ὅλον τὸ δέρμα τοῦ σώματός των. Καὶ τὰς γλώσσας των ἔκοψαν. Μετὰ ταῦτα ἔσχισαν τὰς κοιλίας των μὲ πέτρας καὶ μὲ σιδηρᾶ ὄργανα, καὶ ἔδειξαν ἔμπροσθέν των χυμένα ὅλα των τὰ ἐντόσθια. Τελευταῖον δὲ ξίφει τὰς κεφαλάς των ἀπέκοψαν, καὶ οὕτως ἔλαβον αἱ μακάριαι τῆς ἀθλήσεως τοὺς στεφάνους. Εἰς τιμὴν δὲ τῶν παρθένων τούτων, τρεῖς ναοὺς ἔκτισεν ὕστερον ὁ τῆς μεγάλης Ἁρμενίας Γρηγόριος. Καὶ ἄλλοι δὲ ναοὶ τούτων, εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἁρμενίας ἐκτίσθησαν. (Ὅρα περὶ τούτων πλατύτερον εἰς τὸν Νέον Παράδεισον, ἐν τῷ Βίῳ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τῆς μεγάλης Ἁρμενίας.)

(2) Ὁ δὲ χειρόγραφος Συναξαριστὴς πανταχοῦ Ῥιψίμην γράφει αὐτήν, καὶ οὐχὶ Ῥιψιμίαν.

(3) Σημείωσαι, ὅτι, ὁ μὲν τετυπωμένος Συναξαριστής, γράφει, ὅτι ὁ Τηριδάτης μόνον ἐβίαζε τὴν Ῥιψιμίαν πρὸς ἀθέμιτον μίξιν, καὶ οὐχὶ ὁ Διοκλητιανός. Ὁ δὲ χειρόγραφος Συναξαριστής, γράφει, ὅτι πρῶτον ὁ Διοκλητιανὸς ἐζήτησεν αὐτὴν εἰς γυναῖκα, καὶ μετὰ ταῦτα ὁ Τηριδάτης. Καθὼς καὶ ἡμεῖς γράφομεν τοῦτο ἐδῶ, τῷ χειρογράφῳ ἀκολουθήσαντες.

*

Μνήμη τῶν Ἁγίων ἑβδομήκοντα Μαρτύρων τῶν συναναιρεθέντων τῇ Ἁγίᾳ Ῥιψιμίᾳ.

Τέθνηκεν ἀνδρῶν ἑβδομηκοντὰς ξίφει,
Θνήσκειν ἑτοίμων, εἰ δέοι καὶ πολλάκις.

*

Μνήμη τῶν δύω Ὁσιομαρτύρων Γυναικῶν.

Δυὰς Γυναικῶν ἀρεταῖς τεθραμμένων,
Ἀθλητικῷ τμηθεῖσα κοσμεῖται τέλει.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Στρατόνικος ξίφει τελειοῦται.

Ὁ Στρατόνικος τῷ διὰ ξίφους τέλει,
Ἅπαν στράτευμα δαιμόνων νικᾷ μόνος.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Μαρδόνιος, ἄνθρακας ἐπὶ τοῦ ὀμφαλοῦ δεξάμενος, τελειοῦται.

Γνώρισμα Μαρδόνιε τοῦ πάθους φέρεις,
Ἐπ’ ὀμφαλοῦ σφράγισμα καύσεως φέρων.

*

Οἱ Ἅγιοι χίλιοι Μάρτυρες ξίφει τελειοῦνται.

Χιλιάριθμος αὐχενοτμήτων φάλαγξ,
Ἔπαθλον εὗρεν οὐκ ἀριθμητὰ στέφη.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

*

Σεπτέμβριος μήν, ὧδε λαμβάνει τέλος,
Θεῷ δὲ δόξαν τῷ τέλει πάντων φέρει.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Γρηγορίου Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας, Ριψιμίας, Γαϊανής, Στρατονίκου, Μαρδονίου κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.