Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου30 Ιανουαρίου

Των Αγίων Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ιππολύτου Πάπα Ρώμης κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Τρεις ΙεράρχεςΤω αυτώ μηνί Λ’, μνήμη των εν Αγίοις Πατέρων ημών και οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου, και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Ομού δίκαιον τρεις σέβειν εωσφόρους,
Φως τρισσολαμπές πηγάσαντας εν βίω.

Κοινόν τον ύμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοις εκχέασι πάσι κοινήν την χάριν.

Έαρ χελιδών ου καθίστησι μία,
Αι τρεις αηδόνες δε, των ψυχών έαρ.

Την μεν νοητήν η Τριας λάμπει κτίσιν,
Τριας γε μην αύτη δε, την ορωμένην.

Απώλεσαν μεν οι πάλαι Θεού σέβας,
Εξ ηλίου τε και σελήνης αφρόνως.

Κάλλος γαρ αυτών θαυμάσαντες και τάχος,
Ώσπερ θεοίς προσήγον ουκ ορθώς σέβας.

Εκ των τριών τούτων δε φωστήρων πάλιν,
Ημείς ανηνέχθημεν εις Θεού σέβας.

Κάλλει βίου γαρ τη τε πειθοί των λόγων,
Πείθουσι πάντας τον μόνον Κτίστην σέβειν.

Κτίσιν συνιστά την δε την ορωμένην,
Το πυρ, αήρ, ύδωρ τε και γης η φύσις.

Οι δ’ αυ συνιστώντες τε κόσμον τον μέγαν,
Την προς Θεόν τε πίστιν, ως άλλην κτίσιν,
Στοιχειακής φέρουσι Τριάδος τύπον.

Μέλει γαρ αυτοίς ουδενός των γηΐνων,
Και γήϊνον νουν έσχον ουδέν εν λόγοις.

Ο γρήγορος γαρ πυρ πνέει νους τον λόγον,
Προς ύψος αυ πείθοντα πάντας εκτρέχειν.

Τοις λειποθυμήσασι δ’ εκ παθών πάλιν,
Αναπνοή τις οι Βασιλείου λόγοι.

Μιμούμενος δε την ροήν των υδάτων,
Ο καρδίαν τε και στόμα χρυσούς μόνος,

Τους εκτακέντας εκ παθών αναψύχει.

Ούτω προς ύψος την βροτών πάσαν φύσιν,
Εκ της χθονός φέρουσι τοις τούτων λόγοις.

Λάμψεν ενί τριακοστή χρυσοτρισήλιος αίγλη.

Η αιτία δια την οποίαν έγινεν η εορτή αύτη των Τριών Ιεραρχών, εστάθη έτζι. Εις τον καιρόν της βασιλείας Αλεξίου του Κομνηνού, όστις έγινε βασιλεύς μετά τον Βοτανειάτην περί τους ͵αρ’ [1100] χρόνους από Χριστού, εις τον καιρόν, λέγω, τούτου, έγινεν εν Κωνσταντινουπόλει διαφορά και φιλονεικία αναμεταξύ εις τους ελλογίμους και εναρέτους άνδρας. Άλλοι μεν γαρ από αυτούς, έλεγον ανώτερον τον Μέγαν Βασίλειον, επειδή με τους λόγους του μεν, ερεύνησε την φύσιν των όντων, με τας αρετάς του δε, ωμοίαζε και εσυνερίζετο με τους Αγγέλους. Καθότι δεν εσυγχωρούσε προχείρως τους αμαρτάνοντας, αλλά ήτον σοβαρός κατά το ήθος, και δεν είχεν εις τον εαυτόν του κανένα γήϊνον. Κατώτερον δε του Βασιλείου, έλεγον τον θείον Χρυσόστομον. Επειδή εκείνος τρόπον τινά είχε τρόπον εναντίον εις τον του Βασιλείου, και ευκόλως εσυγχώρει τους αμαρτάνοντας, και το ήθος του ήτον ελκυστικόν εις μετάνοιαν.

Άλλοι δε πάλιν εκ του εναντίου, ύψοναν τον θείον Χρυσόστομον και έλεγον αυτόν του Βασιλείου και Γρηγορίου ανώτερον, καθότι μεταχειρίζεται διδασκαλίας συγκαταβατικωτέρας, και οδηγεί όλους με το σαφές και εύκολον της φράσεώς του, και τραβίζει τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν. Και καθότι υπερβαίνει τους ανωτέρω δύω Πατέρας με το πολύ πλήθος των μελιρρύτων του συγγραμμάτων, και με το ύψος και πλάτος των νοημάτων. Άλλοι δε προσπάθειαν έχοντες εις τα του Θεολόγου Γρηγορίου συγγράμματα, έλεγον αυτόν ανώτερον Βασιλείου και Χρυσοστόμου, καθότι αυτός με το κομψόν και πεποικιλμένον της φράσεώς του, και με το υψηλόν και δυσνόητον των λόγων του, και με το ανθηρόν των λέξεων, υπερέβηκεν όλους τους σοφούς, τόσον τους παλαιούς και περιβοήτους εις την εξωτερικήν και ελληνικήν σοφίαν, όσον και τους νεωτέρους και καθ’ ημάς εκκλησιαστικούς. Όθεν εκ της τοιαύτης διαφοράς και φιλονεικίας, εσχίσθησαν εις τρία μέρη τα πλήθη των Χριστιανών, και άλλοι μεν, ελέγοντο Ιωαννίται, άλλοι δε Βασιλείται, και άλλοι Γρηγορίται.

Επειδή λοιπόν έτζι ήτον σχισμένοι οι Χριστιανοί, και έτζι εδιαφέροντο οι ελλόγιμοι άνδρες, δια τούτο εφάνηκαν κατά το όνειρον οι τρεις ούτοι Ιεράρχαι και Διδάσκαλοι, πρώτον μεν, ο καθ’ ένας χωριστά χωριστά, έπειτα δε, και οι τρεις ενωμένοι ομού, εις τον τότε Ιωάννην τον Επίσκοπον της πόλεως Ευχαΐτων, (ήτις και Ευτικατία λέγεται και κοινώς Εφλεέμ, εν τη Γαλατία ευρισκομένη, και υποκειμένη υπό τον Μητροπολίτην Γαγγρών). Ήτον δε ο Ιωάννης ούτος άνδρας ελλόγιμος, και έμπειρος της ελληνικής παιδείας, καθώς μαρτυρούσι τα παρ’ αυτού πονηθέντα συγγράμματα, και προς τούτοις ήτον και άνδρας, οπού είχε φθάση εις το άκρον της αρετής. Εις τούτον, λέγω, φανέντες, με ένα στόμα του λέγουσι και οι τρεις. Ημείς ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν, καθώς βλέπεις, και καμμίαν εναντιότητα ουδέ μάχην έχομεν, αλλά κατά τους διαφόρους καιρούς οπού ετύχομεν, έτζι ο καθ’ ένας από ημάς υπό του θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφόρους και τας διδασκαλίας συνέγραψε. Και εκείνα οπού εδιδάχθημεν υπό του Αγίου Πνεύματος, ταύτα και εξεδώκαμεν δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Και πρώτος ανάμεσα εις ημάς δεν είναι, ούτε δεύτερος, αλλά εάν τον ένα ειπής, ευθύς και οι άλλοι δύω ακολουθούν.

Δια τούτο πρόσταξον τους φιλονεικούντας, να μη χωρίζωνται εξ αιτίας εδικής μας. Εις ημάς γαρ ήτον και είναι σπουδή και προθυμία, τόσον όταν είμεθα ζωντανοί, όσον και τώρα οπού μετέστημεν, το να ειρηνεύωμεν και να φέρωμεν τον κόσμον εις γνώσιν και ομόνοιαν, και όχι να τον χωρίζωμεν. Αλλά και εις ημέραν μίαν ένωσον και τους τρεις ημάς, και σύνθεσον τα της εορτής μας τροπάρια και άσματα, καθώς είναι πρέπον εις την εδικήν σου σύνεσιν, και ακολούθως παράδοσαι εις τους Χριστιανούς, ότι ένα είμεθα κοντά εις τον Θεόν. Βέβαια δε και ημείς θέλομεν συμβοηθήσομεν εις την σωτηρίαν εκείνων, οπού εκτελούσι την κοινήν μνήμην μας. Επειδή και ημείς φαινόμεθα, ότι έχομεν κάποιαν παρρησίαν και δύναμιν κοντά εις τον Θεόν. Ταύτα ειπόντες οι Άγιοι, εφάνηκαν ότι ανέβηκαν πάλιν εις τους ουρανούς, καταλαμπόμενοι από φως άπειρον, και ένας τον άλλον καλούντες κατ’ όνομα.

Αφ’ ου λοιπόν εσηκώθη από τον ύπνον ο ιερός Ιωάννης, έκαμε καθώς τον εδιώρισαν οι θείοι Ιεράρχαι. Και το μεν πλήθος του λαού κατεσίγασε, τους δε φιλονεικούντας ειρήνευσεν (ήτον γαρ περιβόητος κατά την αρετήν ο ανήρ, όθεν και ο λόγος του είχε δύναμιν και πειθώ). Και την εορτήν ταύτην παρέδωκε να εορτάζεται από την Εκκλησίαν του Θεού. Και βλέπε, ω αναγνώστα, την σύνεσιν και διάκρισιν του θείου τούτου ανδρός. Επειδή γαρ ευρήκε τον Ιαννουάριον τούτον μήνα, οπού είχε και τους τρεις τούτους Ιεράρχας εορταζομένους, τον μεν Μέγαν Βασίλειον, κατά την πρώτην, τον δε Θεολόγον Γρηγόριον, κατά την εικοστήν πέμπτην, και τον θείον Χρυσόστομον, κατά την εικοστήν εβδόμην: τούτου χάριν πάλιν ήνωσεν αυτούς, κατά την τριακοστήν ταύτην του αυτού μηνός. Και τόσον εστόλισε την Ακολουθίαν τούτων, με κανόνας, και τροπάρια, και με λόγον εγκωμιαστικόν, καθώς έπρεπεν εις τοιούτους μεγάλους Πατέρας της Εκκλησίας, ο χαριτώνυμος ούτος Ιωάννης, ώστε οπού φαίνονται ότι κατά νεύσιν και φωτισμόν, ως νομίζω, των τριών Αγίων Ιεραρχών συνετέθησαν τα άσματα της Ακολουθίας ταύτης. Τελείως γαρ δεν έχουσι καμμίαν έλλειψιν από τα επιχειρήματα εκείνα οπού αποβλέπουν εις έπαινον των Αγίων. Όθεν τα τροπάρια αυτά είναι ανώτερα από όσα άλλα τροπάρια έγιναν έως του νυν, και από όσα εις το μέλλον έχουν να γένωσιν.

Ήτον δε κατά την θέσιν του σώματος και τον χαρακτήρα του προσώπου τοιούτοι, οι τρεις Ιεράρχαι, αγκαλά και είπομεν περί τούτου, και εις την ξεχωριστήν εορτήν του κάθε ενός. Ο μεν θείος Χρυσόστομος, ήτον μικρός κατά το ανάστημα του σώματος, είχε μεγάλην κεφαλήν, ήτον ξηρός και πολλά λεπτόσαρκος, ήτον μακρομύτης, και πλατέα έχων τα ρωθώνια, ήτον κίτρινος ομού και άσπρος, είχε βαθουλωτούς τους οφθαλμούς, και μεγάλους τους βολβούς. Όθεν εκ τούτων ηκολούθει να λάμπη με χαριέστερα όμματα, αγκαλά και κατά τα άλλα μέλη του σώματος, έδειχνε πως ήτον λυπηρός. Είχε μεγάλον το μέτωπον και χωρίς τρίχας, χαραγμένον με πολλάς χαραγάς. Είχεν αυτία μεγάλα, και το γένειον μικρόν και ωραιότατον, ανθισμένον με ολίγας άσπρας τρίχας. Από δε την νηστείαν είχε τα σιαγόνια εις το άκρον βαθουλωμένα.

Τόσον δε είναι αναγκαίον να ειπούμεν δια τούτον τον Άγιον, ότι με τους λόγους, και την ρητορικήν του ευφράδειαν, υπερέβαλεν όλους τους σοφούς και ρήτορας των Ελλήνων. Μάλιστα δε και εξαιρέτως, με το πλάτος των νοημάτων, και με το σαφές και ανθηρόν της φράσεως. Τόσον δε πολλά εσαφήνισε και εξήγησε την θείαν Γραφήν, ως ουδείς άλλος, και με τας τοιαύτας διδασκαλίας του, τόσον πολλά εβοήθησε και αύξησε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ώστε οπού, αν ο Άγιος ούτος δεν εχρημάτιζεν, (αγκαλά και είναι τολμηρόν να το ειπή τινας) έπρεπε πάλιν να γένη μία δευτέρα παρουσία του Χριστού εις την γην. Τόσον δε μέγας έγινεν ο χρυσορρήμων ούτος κατά την πρακτικήν και θεωρητικήν φιλοσοφίαν, εις τρόπον ότι, όλους ομού υπερέβαλε τους εναρέτους, πηγή χρηματίσας της αγάπης και ελεημοσύνης. Και όλος ων αυτόχρημα φιλαδελφία τε και διδασκαλία. Ούτος λοιπόν ζήσας χρόνους εξηντατρείς, και ποιμάνας την Εκκλησίαν του Χριστού, προς αυτόν εξεδήμησεν.

Ο δε Μέγας Βασίλειος ήτον κατά την θέσιν και το ανάστημα του σώματος, πολλά μακρύς. Ήτον ξηρός και ολιγόσαρκος, μαύρος ομού και κίτρινος κατά το χρώμα, ήτον μακρομύτης, είχε τα οφρύδια στρογγυλά. Το δε δέρμα το επάνω των οφρυδίων, το είχε συμμαζωμένον, εφαίνετο όμοιος με ένα οπού συλλογίζεται και προσέχει εις τον εαυτόν του. Είχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας χαραγάς, είχε τα μάγουλα μακρά και τους μήνιγγας δασείς από τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς. Εφαίνετο εις την επιφάνειαν, πως είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας. Το γένειον είχε μακρόν αρκετά, και τας τρίχας είχε μεμιγμένας, ήτοι μαύρας ομού με άσπρας. Ούτος ο Άγιος υπερέβαλε κατά την παιδείαν των λόγων, όχι μόνον τους σοφούς και ελλογίμους οπού ήτον εις τον καιρόν του, αλλά και αυτούς ακόμη τους παλαιούς. Φθάσας γαρ εις κάθε είδος παιδείας, εις κάθε μίαν από αυτάς το κράτος και την νίκην απόκτησεν. Ου μόνον δε ταύτα, αλλά και την δια πράξεως ήσκησε φιλοσοφίαν, και δια της πράξεως, ανέβη εις την θεωρίαν των όντων. Εκ τούτων δε, ανέβη και εις τον θρόνον της αρχιερωσύνης, γενόμενος δε χρόνων τεσσαράκοντα, και εις πέντε χρόνους ποιμάνας την Εκκλησίαν (1), προς Κύριον εξεδήμησεν.

Ο δε Θεολόγος Γρηγόριος ήτον, μέτριος μεν κατά την θέσιν, και το ανάστημα του σώματος, ολίγον δε κίτρινος, ομού και χαρίεις. Είχε κολοβήν και πλατείαν την μύτην, είχε τα οφρύδια ίσα, έβλεπεν ήμερα και καταδεκτικά, είχε το δεξιόν ομμάτι ξηρότερον από το αριστερόν, και εφαίνετο ένα σημάδι πληγής εις το ένα άκρον του οφθαλμού του (2). Είχε το γένειον, δασύ μεν αρκετά, όχι δε και μακρόν. Ήτον φαλακρός και άσπρος εις την κεφαλήν, έδειχνεν ότι τα άκρα του γενείου του ήτον ωσάν καπνισμένα. Είναι δε άξιον να ειπούμεν περί του Θεολόγου τούτου, ότι ανίσως έπρεπε να γένη ένας στύλος έμψυχος και ζωντανός, συνθεμένος από όλας τας αρετάς, τούτο ήτον ο Μέγας ούτος Γρηγόριος. Υπερνικήσας γαρ με την λαμπρότητα της ζωής του τους ευδοκιμούντας κατά την πράξιν, εις τόσην ακρότητα της θεωρίας ανέβη, ώστε οπού όλοι ενικώντο από την σοφίαν οπού είχε, τόσον εις τους λόγους, όσον και εις τα δόγματα. Όθεν απόκτησε κατ’ εξαίρετον τρόπον, και το να επονομάζεται Θεολόγος. Εποίμανε δε και την εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίαν δώδεκα χρόνους, ζήσας επί γης χρόνους όλους ογδοήκοντα. (Όρα περί τούτων και εις τον Νέον Παράδεισον, και εις την Σάλπιγγα, και εις τον Χρύσανθον (3).)

(1) Κατά δε τον Θεολόγον Γρηγόριον, οκτώ χρόνους, και ουχί πέντε, εποίμανε την Εκκλησίαν. «Οκταετή λαοίο θεόφρονος ηνία τείνας». Ώστε άπαντα τα έτη της ζωής του θείου Βασιλείου είναι 49 και ουχί 40 ή 45. Και αφίνω να λέγω, ότι κατά μεν τον νεώτερον Γαρνέρον, έζησεν έτη 60, κατά δε τον Οουδίνον, έτη 50.

(2) Δια το σημάδι τούτο οπού είχεν ο Θεολόγος εις το ένα άκρον του οφθαλμού του, είπομεν εις το ξεχωριστόν Συναξάριον αυτού κατά την εικοστήν πέμπτην του παρόντος Ιαννουαρίου, και όρα εκεί, ίνα μη τα αυτά αναφέροντες και εδώ, περιττολογώμεν.

(3) Σημείωσαι, ότι εις τους τρεις τούτους Ιεράρχας εγκώμια δύω γλαφυρά συνέταξεν ο θείος Ιωάννης ο Ευχαΐτων, ο και την Ακολουθίαν αυτών άριστα συγγράψας, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Τρεις με προς τριώνυμον παροτρύνουσι κίνησιν», του δε ετέρου, αύτη· «Πάλιν Ιωάννης ο την γλώτταν χρυσούς». Ομοίως και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Έδει μεν έδει ω Ιωάννη». (Σώζονται και τα τρία εν τη Μεγίστη Λαύρα, και εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου. Εν τη Ιερά Μονή δε του Βατοπαιδίου, τα δύω του Ευχαΐτων, ομοίως και εν τη των Ιβήρων.)

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Ιππολύτου Πάπα Ρώμης, και των συν αυτώ.

Τόλμη θάλασσαν Ιππόλυτος εισδύνει,
Οία κροαίνων ίππος εν λείω πέδω.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Κενσουρίνος ξίφει τελειούται.

Τείνων τράχηλον τω ξίφει Κενσουρίνος,
Ην οίον ξυρώ τοις συνάθλοις ακόνη.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Σαβαΐνος λαμπάσι πυρός τελειούται.

Σπλάγχνα φλέγουσι Σαβαΐνου λαμπάσι,
Τα παμπόνηρα τέκνα της ασπλαγχνίας.

*

Η Αγία Μάρτυς Χρυσή, εις βυθόν βληθείσα, τελειούται.

Χρυσή βυθώ βληθείσα παστώ του πόλου,
Νύμφη πρόσεισι προσφάτως λελουμένη.

Ούτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Κλαυδίου, ηγεμόνος δε Βικαρίου του και Ουλπίου Ρωμύλου καλουμένου, εν έτει σξθ’ [269]. Από τούτους δε, ο Άγιος Κενσουρίνος ήτον πρώτος της Συγκλήτου βουλής, μάγιστρος κατά το αξίωμα. Ούτος λοιπόν διαβαλθείς ως Χριστιανός και ερωτηθείς, ωμολόγησε παρρησία τον Χριστόν. Όθεν βάλλεται εις την φυλακήν. Επειδή δε έγιναν πολλά θαύματα από αυτόν, και νεκρός ανέστη, δια τούτο όλοι οι παρευρεθέντες στρατιώται επίστευσαν εις τον Χριστόν. Όθεν και όλοι απεκεφαλίσθησαν, τον αριθμόν όντες είκοσιν. Η δε μακαρία Χρυσή, διέλαμπε και κατά το γένος, και κατά την ευσέβειαν. Χριστιανή γαρ ήτον. Όθεν κρεμάται από τόπον υψηλόν, και με τα βούνευρα ξεσχίζεται εις τας πλευράς. Έπειτα εξαπλωθείσα κατά γης ανάσκελα, δέρνεται με χονδρά ραβδία, και κατακαίεται εις τα πλευρά με λαμπάδας αναμμένας, και έτζι ρίπτεται εις την φυλακήν. Ύστερον ευγάνουσιν αυτήν από την φυλακήν, και τζακίζουν με πέτρας τα σιαγόνιά της, και με μπάλλας μολυβένας συντρίβουν την ράχιν της. Μετά ταύτα κρεμώσιν από τον τράχηλόν της μίαν πέτραν, και ρίπτουσιν αυτήν εις τον βυθόν της θαλάσσης, και ούτως απέλαβεν η μακαρία του μαρτυρίου τον στέφανον.

Ο δε Άγιος Σαβαΐνος, και αυτός ομολογήσας τον Χριστόν, δέρνεται εις τον λαιμόν με μπάλλας βαρείας, έπειτα κρεμάται από ξύλον και δέρνεται με βούνευρα, και με αναμμένας λαμπάδας καίεται εις τα σπλάγχνα. Μέσα δε εις αυτά τα βάσανα ευρισκόμενος, και ευχαριστών τω Κυρίω, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας αυτού. Ταύτα δε τα μαρτύρια μαθών ο Άγιος Ιππόλυτος ο Πάπας Ρώμης, εκινήθη από ζήλον θείον, και επήγε και ήλεγξε τον ηγεμόνα. Ο δε ηγεμών θυμωθείς, επρόσταξε και έδωκαν ραπίσματα εις το πρόσωπον του Αγίου. Και άλλα δε πολλά βάσανα εδοκίμασεν ο μακάριος, ομού με τους ακολουθούντας αυτώ Πρεσβυτέρους και Διακόνους. Τελευταίον, έδεσαν αυτών τας χείρας και τους πόδας, και έρριψαν αυτούς εις τον βυθόν της θαλάσσης, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους αμαραντίνους στεφάνους του μαρτυρίου.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Θεοφίλου του Νέου.

Ο Θεόφιλος την φίλην τμάται κάραν,
Θεούς φιλήσαι μη θελήσας βαρβάρων.

Ούτος γέγονεν επί Κωνσταντίνου και Ειρήνης των Ορθοδόξων βασιλέων εν έτει ψπε’ [785], γεννηθείς και ανατραφείς μέσα εις την Κωνσταντινούπολιν. Προχειρισθείς δε στρατηγός εις τον τόπον των καλουμένων Κιβυρραιωτών, επήγε μαζί με την αρμάδαν των Ρωμαίων, ήτις ευγήκεν εναντίον της αρμάδας των τότε Σαρακηνών, ταυτόν ειπείν των Αγαρηνών. Είχε δε μαζί του και δύω άλλους στρατηγούς εις βοήθειάν του, οι οποίοι τον εφθόνουν. Όταν λοιπόν ήλθον οι Σαρακηνοί κοντά, τότε αυτός ευγήκε με την αρμάδαν εις το να τους πολεμήση, ομού και οι δύω στρατηγοί. Και πρώτος ορμήσας εμβήκεν εις το μέσον της αρμάδας των Σαρακηνών, και με μηχανάς και τέχνας κατέβαλεν αυτούς, και έκαμεν ανδραγαθίαν. Οι δε φθονούντες αυτόν δύω στρατηγοί, τον αφήκαν και έφυγον.

Όθεν επειδή τα καΐκια των Σαρακηνών ήτον περισσότερα από τα εδικά του, δια τούτο επερικύκλωσαν αυτόν, και τον επίασαν ζωντανόν. Έπειτα φέροντες αυτόν εις τον τόπον τους, τον έβαλαν εις φυλακήν, και εκεί έμεινε τέσσαρας χρόνους. Ύστερον δε εύγαλαν αυτόν από την φυλακήν. Εις καιρόν δε οπού οι Σαρακηνοί έκαμναν θυσίας, επαρακίνουν και τον Άγιον να θυσιάση και να αρνηθή τον Χριστόν, πότε με κολακείας, και πότε με φοβερισμούς. Επειδή δε ο του Χριστού Μάρτυς δεν επείσθη, ούτε εις τας κολακείας, ούτε εις τους φοβερισμούς των, δια τούτο απεκεφαλίσθη, και έλαβεν ο μακάριος τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.

*

Ο Άγιος Νεομάρτυς Θεόδωρος ο Μιτυληναίος, και εν Μιτυλήνη μαρτυρήσας εν έτει ͵αψπδ’ [1784], αγχόνη τελειούται.

Ο Θεόδωρος μαρτυρήσας προφρόνως,
Και προφρόνως δέδεκται άφθαρτον στέφος (4).

(4) Όρα το Μαρτύριον αυτού εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Τρεις ΙεράρχεςΤ ατ μην Λ΄, μνήμη τν ν γίοις Πατέρων μν κα οκουμενικν Διδασκάλων, Βασιλείου το Μεγάλου, Γρηγορίου το Θεολόγου, κα ωάννου το Χρυσοστόμου.

μο δίκαιον τρες σέβειν ωσφόρους,
Φς τρισσολαμπς πηγάσαντας ν βί.

Κοινν τν μνον προσφέρειν πντας θέμις,
Τος κχέασι πσι κοινν τν χάριν.

αρ χελιδν ο καθίστησι μία,
Α τρες ηδόνες δέ, τν ψυχν αρ.

Τν μν νοητν Τρις λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μν ατη δέ, τν ρωμένην.

πώλεσαν μν ο πάλαι Θεο σέβας,
ξ λίου τε κα σελήνης φρόνως.

Κάλλος γρ ατν θαυμάσαντες κα τάχος,
σπερ θεος προσγον οκ ρθς σέβας.

κ τν τριν τούτων δ φωστήρων πάλιν,
μες νηνέχθημεν ες Θεο σέβας.

Κάλλει βίου γρ τ τε πειθο τν λόγων,
Πείθουσι πντας τν μόνον Κτίστην σέβειν.

Κτίσιν συνιστ τήν δε τν ρωμένην,
Τ πρ, ήρ, δωρ τε κα γς φύσις.

Ο δ’ α συνιστντές τε κόσμον τν μέγαν,
Τν πρς Θεόν τε πίστιν, ς λλην κτίσιν,
Στοιχειακς φέρουσι Τριάδος τύπον.

Μέλει γρ ατος οδενς τν γηΐνων,
Κα γήϊνον νον σχον οδν ν λόγοις.

γρήγορος γρ πρ πνέει νος τν λόγον,
Πρς ψος α πείθοντα πντας κτρέχειν.

Τος λειποθυμήσασι δ’ κ παθν πάλιν,
ναπνοή τις ο Βασιλείου λόγοι.

Μιμούμενος δ τν ον τν δάτων,
καρδίαν τε κα στόμα χρυσος μόνος,

Τος κτακέντας κ παθν ναψύχει.

Οτω πρς ψος τν βροτν πσαν φύσιν,
κ τς χθονς φέρουσι τος τούτων λόγοις.

Λάμψεν ν τριακοστ χρυσοτρισήλιος αγλη.

ατία δι τν ποίαν γινεν ορτ ατη τν Τριν εραρχν, στάθη τζι. Ες τν καιρν τς βασιλείας λεξίου το Κομνηνο, στις γινε βασιλες μετ τν Βοτανειάτην περ τος ͵αρ΄ [1100] χρόνους π Χριστο, ες τν καιρόν, λέγω, τούτου, γινεν ν Κωνσταντινουπόλει διαφορ κα φιλονεικία ναμεταξ ες τος λλογίμους κα ναρέτους νδρας. λλοι μν γρ π ατούς, λεγον νώτερον τν Μέγαν Βασίλειον, πειδ μ τος λόγους του μέν, ρεύνησε τν φύσιν τν ντων, μ τς ρετάς του δέ, μοίαζε κα συνερίζετο μ τος γγέλους. Καθότι δν συγχωροσε προχείρως τος μαρτάνοντας, λλ τον σοβαρς κατ τ θος, κα δν εχεν ες τν αυτόν του κνένα γήϊνον. Κατώτερον δ το Βασιλείου, λεγον τν θεον Χρυσόστομον. πειδ κενος τρόπον τινα εχε τρόπον ναντίον ες τν το Βασιλείου, κα εκόλως συγχώρει τος μαρτάνοντας, κα τ θος του τον λκυστικν ες μετάνοιαν.

λλοι δ πάλιν κ το ναντίου, ψοναν τν θεον Χρυσόστομον κα λεγον ατν το Βασιλείου κα Γρηγορίου νώτερον, καθότι μεταχειρίζεται διδασκαλίας συγκαταβατικωτέρας, κα δηγε λους μ τ σαφς κα εκολον τς φράσεώς του, κα τραβίζει τος μαρτωλος ες μετάνοιαν. Κα καθότι περβαίνει τος νωτέρω δύω Πατέρας μ τ πολ πλθος τν μελιρρύτων του συγγραμμάτων, κα μ τ ψος κα πλάτος τν νοημάτων. λλοι δ προσπάθειαν χοντες ες τ το Θεολόγου Γρηγορίου συγγράμματα, λεγον ατν νώτερον Βασιλείου κα Χρυσοστόμου, καθότι ατς μ τ κομψν κα πεποικιλμένον τς φράσεώς του, κα μ τ ψηλν κα δυσνόητον τν λόγων του, κα μ τ νθηρν τν λέξεων, περέβηκεν λους τος σοφούς, τόσον τος παλαιος κα περιβοήτους ες τν ξωτερικν κα λληνικν σοφίαν, σον κα τος νεωτέρους κα καθ’ μς κκλησιαστικούς. θεν κ τς τοιαύτης διαφορς κα φιλονεικίας, σχίσθησαν ες τρία μέρη τ πλήθη τν Χριστιανν, κα λλοι μέν, λέγοντο ωαννται, λλοι δ Βασιλεται, κα λλοι Γρηγορται.

πειδ λοιπν τζι τον σχισμένοι ο Χριστιανοί, κα τζι διαφέροντο ο λλόγιμοι νδρες, δι τοτο φάνηκαν κατ τ νειρον ο τρες οτοι εράρχαι κα Διδάσκαλοι, πρτον μέν, καθ’ νας χωριστ χωριστά, πειτα δέ, κα ο τρες νωμένοι μο, ες τν τότε ωάννην τν πίσκοπον τς πόλεως Εχαΐτων, (τις κα Ετικατία λέγεται κα κοινς φλεέμ, ν τ Γαλατί ερισκομένη, κα ποκειμένη π τν Μητροπολίτην Γαγγρν). τον δ ωάννης οτος νδρας λλόγιμος, κα μπειρος τς λληνικς παιδείας, καθς μαρτυροσι τ παρ’ ατο πονηθέντα συγγράμματα, κα πρς τούτοις τον κα νδρας, πο εχε φθάσ ες τ κρον τς ρετς. Ες τοτον, λέγω, φανέντες, μ να στόμα το λέγουσι κα ο τρες. μες να εμεθα κοντ ες τν Θεόν, καθς βλέπεις, κα κμμίαν ναντιότητα οδ μάχην χομεν, λλ κατ τος διαφόρους καιρος πο τύχομεν, τζι καθ’ νας π μς π το θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφόρους κα τς διδασκαλίας συνέγραψε. Κα κενα πο διδάχθημεν π το γίου Πνεύματος, τατα κα ξεδώκαμεν δι τν σωτηρίαν τν νθρώπων. Κα πρτος νάμεσα ες μς δν εναι, οτε δεύτερος, λλ ἐὰν τν να επς, εθς κα ο λλοι δύω κολουθον.

Δι τοτο πρόσταξον τος φιλονεικοντας, ν μ χωρίζωνται ξ ατίας δικς μας. Ες μς γρ τον κα εναι σπουδ κα προθυμία, τόσον ταν εμεθα ζωντανοί, σον κα τώρα πο μετέστημεν, τ ν ερηνεύωμεν κα ν φέρωμεν τν κόσμον ες γνσιν κα μόνοιαν, κα χι ν τν χωρίζωμεν. λλ κα ες μέραν μίαν νωσον κα τος τρες μς, κα σύνθεσον τ τς ορτς μας τροπάρια κα σματα, καθς εναι πρέπον ες τν δικήν σου σύνεσιν, κα κολούθως παράδοσαι ες τος Χριστιανούς, τι να εμεθα κοντ ες τν Θεόν. Βέβαια δ κα μες θέλομεν συμβοηθήσομεν ες τν σωτηρίαν κείνων, πο κτελοσι τν κοινν μνήμην μας. πειδ κα μες φαινόμεθα, τι χομεν κποιαν παρρησίαν κα δύναμιν κοντ ες τν Θεόν. Τατα επόντες ο γιοι, φάνηκαν τι νέβηκαν πάλιν ες τος ορανούς, καταλαμπόμενοι π φς πειρον, κα νας τν λλον καλοντες κατ’ νομα.

φ’ ο λοιπν σηκώθη π τν πνον ερς ωάννης, καμε καθς τν διώρισαν ο θεοι εράρχαι. Κα τ μν πλθος το λαο κατεσίγασε, τος δ φιλονεικοντας ερήνευσεν (τον γρ περιβόητος κατ τν ρετν νήρ, θεν κα λόγος του εχε δύναμιν κα πειθώ). Κα τν ορτν ταύτην παρέδωκε ν ορτάζεται π τν κκλησίαν το Θεο. Κα βλέπε, ναγνστα, τν σύνεσιν κα διάκρισιν το θείου τούτου νδρός. πειδ γρ ερκε τν αννουάριον τοτον μνα, πο εχε κα τος τρες τούτους εράρχας ορταζομένους, τν μν Μέγαν Βασίλειον, κατ τν πρώτην, τν δ Θεολόγον Γρηγόριον, κατ τν εκοστν πέμπτην, κα τν θεον Χρυσόστομον, κατ τν εκοστν βδόμην: τούτου χάριν πάλιν νωσεν ατούς, κατ τν τριακοστν ταύτην το ατο μηνός. Κα τόσον στόλισε τν κολουθίαν τούτων, μ κανόνας, κα τροπάρια, κα μ λόγον γκωμιαστικόν, καθς πρεπεν ες τοιούτους μεγάλους Πατέρας τς κκλησίας, χαριτώνυμος οτος ωάννης, στε πο φαίνονται τι κατ νεσιν κα φωτισμόν, ς νομίζω, τν τριν γίων εραρχν συνετέθησαν τ σματα τς κολουθίας ταύτης. Τελείως γρ δν χουσι κμμίαν λλειψιν π τ πιχειρήματα κενα πο ποβλέπουν ες παινον τν γίων. θεν τ τροπάρια ατ εναι νώτερα π σα λλα τροπάρια γιναν ως το νν, κα π σα ες τ μέλλον χουν ν γένωσιν.

τον δ κατ τν θέσιν το σώματος κα τν χαρακτρα το προσώπου τοιοτοι, ο τρες εράρχαι, γκαλ κα επομεν περ τούτου, κα ες τν ξεχωριστν ορτν το κάθε νός. μν θεος Χρυσόστομος, τον μικρς κατ τ νάστημα το σώματος, εχε μεγάλην κεφαλήν, τον ξηρς κα πολλ λεπτόσαρκος, τον μακρομύτης, κα πλατέα χων τ ωθώνια, τον κίτρινος μο κα σπρος, εχε βαθουλωτος τος φθαλμούς, κα μεγάλους τος βολβούς. θεν κ τούτων κολούθει ν λάμπ μ χαριέστερα μματα, γκαλ κα κατ τ λλα μέλη το σώματος, δειχνε πς τον λυπηρός. Εχε μεγάλον τ μέτωπον κα χωρς τρίχας, χαραγμένον μ πολλς χαραγάς. Εχεν ατία μεγάλα, κα τ γένειον μικρν κα ραιότατον, νθισμένον μ λίγας σπρας τρίχας. π δ τν νηστείαν εχε τ σιαγόνια ες τ κρον βαθουλωμένα.

Τόσον δ εναι ναγκαον ν επομεν δι τοτον τν γιον, τι μ τος λόγους, κα τν ητορικήν του εφράδειαν, περέβαλεν λους τος σοφος κα ήτορας τν λλήνων. Μάλιστα δ κα ξαιρέτως, μ τ πλάτος τν νοημάτων, κα μ τ σαφς κα νθηρν τς φράσεως. Τόσον δ πολλ σαφήνισε κα ξήγησε τν θείαν Γραφήν, ς οδες λλος, κα μ τς τοιαύτας διδασκαλίας του, τόσον πολλ βοήθησε κα αξησε τ κήρυγμα το Εαγγελίου, στε πο, ν γιος οτος δν χρημάτιζεν, (γκαλ κα εναι τολμηρν ν τ επ τινας) πρεπε πάλιν ν γέν μία δευτέρα παρουσία το Χριστο ες τν γν. Τόσον δ μέγας γινεν χρυσορρήμων οτος κατ τν πρακτικν κα θεωρητικν φιλοσοφίαν, ες τρόπον τι, λους μο περέβαλε τος ναρέτους, πηγ χρηματίσας τς γάπης κα λεημοσύνης. Κα λος ν ατόχρημα φιλαδελφία τε κα διδασκαλία. Οτος λοιπν ζήσας χρόνους ξηντατρες, κα ποιμάνας τν κκλησίαν το Χριστο, πρς ατν ξεδήμησεν.

δ Μέγας Βασίλειος τον κατ τν θέσιν κα τ νάστημα το σώματος, πολλ μακρύς. τον ξηρς κα λιγόσαρκος, μαρος μο κα κίτρινος κατ τ χρμα, τον μακρομύτης, εχε τ φρύδια στρογγυλά. Τ δ δέρμα τ πάνω τν φρυδίων, τ εχε συμμαζωμένον, φαίνετο μοιος μ να πο συλλογίζεται κα προσέχει ες τν αυτόν του. Εχε τ πρόσωπον ζαρωμένον μ λίγας χαραγάς, εχε τ μάγουλα μακρ κα τος μήνιγγας δασες π τρίχας συνεστραμμένας κα κυκλοειδες. φαίνετο ες τν πιφάνειαν, πς εχεν λίγον κουρευμένας τς τρίχας. Τ γένειον εχε μακρν ρκετά, κα τς τρίχας εχε μεμιγμένας, τοι μαύρας μο μ σπρας. Οτος γιος περέβαλε κατ τν παιδείαν τν λόγων, χι μόνον τος σοφος κα λλογίμους πο τον ες τν καιρόν του, λλ κα ατος κόμη τος παλαιούς. Φθάσας γρ ες κάθε εδος παιδείας, ες κάθε μίαν π ατς τ κράτος κα τν νίκην πόκτησεν. Ο μόνον δ τατα, λλ κα τν δι πράξεως σκησε φιλοσοφίαν, κα δι τς πράξεως, νέβη ες τν θεωρίαν τν ντων. κ τούτων δέ, νέβη κα ες τν θρόνον τς ρχιερωσύνης, γενόμενος δ χρόνων τεσσαράκοντα, κα ες πέντε χρόνους ποιμάνας τν κκλησίαν (1), πρς Κύριον ξεδήμησεν.

δ Θεολόγος Γρηγόριος τον, μέτριος μν κατ τν θέσιν, κα τ νάστημα το σώματος, λίγον δ κίτρινος, μο κα χαρίεις. Εχε κολοβν κα πλατεαν τν μύτην, εχε τ φρύδια σα, βλεπεν μερα κα καταδεκτικά, εχε τ δεξιν μμάτι ξηρότερον π τ ριστερόν, κα φαίνετο να σημάδι πληγς ες τ να κρον το φθαλμο του (2). Εχε τ γένειον, δασ μν ρκετά, χι δ κα μακρόν. τον φαλακρς κα σπρος ες τν κεφαλήν, δειχνεν τι τ κρα το γενείου του τον σν καπνισμένα. Εναι δ ξιον ν επομεν περ το Θεολόγου τοτου, τι νίσως πρεπε ν γέν νας στύλος μψυχος κα ζωντανός, συνθεμένος π λας τς ρετάς, τοτο τον Μέγας οτος Γρηγόριος. περνικήσας γρ μ τν λαμπρότητα τς ζως του τος εδοκιμοντας κατ τν πρξιν, ες τόσην κρότητα τς θεωρίας νέβη, στε πο λοι νικντο π τν σοφίαν πο εχε, τόσον ες τος λόγους, σον κα ες τ δόγματα. θεν πόκτησε κατ’ ξαίρετον τρόπον, κα τ ν πονομάζεται Θεολόγος. ποίμανε δ κα τν ν Κωνσταντινουπόλει κκλησίαν δώδεκα χρόνους, ζήσας π γς χρόνους λους γδοήκοντα. (ρα περ τούτων κα ες τν Νέον Παράδεισον, κα ες τν Σάλπιγγα, κα ες τν Χρύσανθον (3).)

(1) Κατ δ τν Θεολόγον Γρηγόριον, κτ χρόνους, κα οχ πέντε, ποίμανε τν κκλησίαν. «κταετ λαοο θεόφρονος νία τείνας». στε παντα τ τη τς ζως το θείου Βασιλείου εναι 49 κα οχ 40 45. Κα φίνω ν λέγω, τι κατ μν τν νεώτερον Γαρνέρον, ζησεν τη 60, κατ δ τν ουδνον, τη 50.

(2) Δι τ σημάδι τοτο πο εχεν Θεολόγος ες τ να κρον το φθαλμο του, επομεν ες τ ξεχωριστν Συναξάριον ατο κατ τν εκοστν πέμπτην το παρόντος αννουαρίου, κα ρα κε, να μ τ ατ ναφέροντες κα δ, περιττολογμεν.

(3) Σημείωσαι, τι ες τος τρες τούτους εράρχας γκώμια δύω γλαφυρ συνέταξεν θεος ωάννης Εχαΐτων, κα τν κολουθίαν ατν ριστα συγγράψας, ν το μν νς ρχ στιν ατη· «Τρες με πρς τριώνυμον παροτρύνουσι κίνησιν», το δ τέρου, ατη· «Πάλιν ωάννης τν γλτταν χρυσος». μοίως κα ωάννης Δαμασκηνός, ο ρχή· «δει μν δει ωάννη». (Σζονται κα τ τρία ν τ Μεγίστ Λαύρ, κα ν τ Κοινοβί το Διονυσίου. ν τ ερ Μον δ το Βατοπαιδίου, τ δύω το Εχαΐτων, μοίως κα ν τ τν βήρων.)

*

Τ ατ μέρ μνήμη το γίου ερομάρτυρος ππολύτου Πάπα ώμης, κα τν σν ατ.

Τόλμ θάλασσαν ππόλυτος εσδύνει,
Οα κροαίνων ππος ν λεί πέδ.

*

γιος Μάρτυς Κενσουρνος ξίφει τελειοται.

Τείνων τράχηλον τ ξίφει Κενσουρνος,
ν οον ξυρ τος συνάθλοις κόνη.

*

γιος Μάρτυς Σαβαΐνος λαμπσι πυρς τελειοται.

Σπλάγχνα φλέγουσι Σαβαΐνου λαμπσι,
Τ παμπόνηρα τέκνα τς σπλαγχνίας.

*

γία Μάρτυς Χρυσ, ες βυθν βληθεσα, τελειοται.

Χρυσ βυθ βληθεσα παστ το πόλου,
Νύμφη πρόσεισι προσφάτως λελουμένη.

Οτοι ο γιοι τον κατ τος χρόνους το βασιλέως Κλαυδίου, γεμόνος δ Βικαρίου το κα Ολπίου ωμύλου καλουμένου, ν τει σξθ΄ [269]. π τούτους δέ, γιος Κενσουρνος τον πρτος τς Συγκλήτου βουλς, μάγιστρος κατ τ ξίωμα. Οτος λοιπν διαβαλθες ς Χριστιανς κα ρωτηθείς, μολόγησε παρρησί τν Χριστόν. θεν βάλλεται ες τν φυλακήν. πειδ δ γιναν πολλ θαύματα π ατόν, κα νεκρς νέστη, δι τοτο λοι ο παρευρεθέντες στρατιται πίστευσαν ες τν Χριστόν. θεν κα λοι πεκεφαλίσθησαν, τν ριθμν ντες εκοσιν. δ μακαρία Χρυσ, διέλαμπε κα κατ τ γένος, κα κατ τν εσέβειαν. Χριστιαν γρ τον. θεν κρεμται π τόπον ψηλόν, κα μ τ βούνευρα ξεσχίζεται ες τς πλευράς. πειτα ξαπλωθεσα κατ γς νάσκελα, δέρνεται μ χονδρ αβδία, κα κατακαίεται ες τ πλευρ μ λαμπάδας ναμμένας, κα τζι ίπτεται ες τν φυλακήν. στερον εγάνουσιν ατν π τν φυλακήν, κα τζακίζουν μ πέτρας τ σιαγόνιά της, κα μ μπάλλας μολυβένας συντρίβουν τν άχιν της. Μετ τατα κρεμσιν π τν τράχηλόν της μίαν πέτραν, κα ίπτουσιν ατν ες τν βυθν τς θαλάσσης, κα οτως πέλαβεν μακαρία το μαρτυρίου τν στέφανον.

δ γιος Σαβαΐνος, κα ατς μολογήσας τν Χριστόν, δέρνεται ες τν λαιμν μ μπάλλας βαρείας, πειτα κρεμται π ξύλον κα δέρνεται μ βούνευρα, κα μ ναμμένας λαμπάδας καίεται ες τ σπλάγχνα. Μέσα δ ες ατ τ βάσανα ερισκόμενος, κα εχαριστν τ Κυρί, παρέδωκε τν ψυχήν του ες χερας ατο. Τατα δ τ μαρτύρια μαθν γιος ππόλυτος Πάπας ώμης, κινήθη π ζλον θεον, κα πγε κα λεγξε τν γεμόνα. δ γεμν θυμωθείς, πρόσταξε κα δωκαν απίσματα ες τ πρόσωπον το γίου. Κα λλα δ πολλ βάσανα δοκίμασεν μακάριος, μο μ τος κολουθοντας ατ Πρεσβυτέρους κα Διακόνους. Τελευταον, δεσαν ατν τς χερας κα τος πόδας, κα ρριψαν ατος ες τν βυθν τς θαλάσσης, κα οτως λαβον ο οίδιμοι τος μαραντίνους στεφάνους το μαρτυρίου.

*

Μνήμη το γίου Μάρτυρος Θεοφίλου το Νέου.

Θεόφιλος τν φίλην τμται κάραν,
Θεος φιλσαι μ θελήσας βαρβάρων.

Οτος γέγονεν π Κωνσταντίνου κα Ερήνης τν ρθοδόξων βασιλέων ν τει ψπε΄ [785], γεννηθες κα νατραφες μέσα ες τν Κωνσταντινούπολιν. Προχειρισθες δ στρατηγς ες τν τόπον τν καλουμένων Κιβυρραιωτν, πγε μαζ μ τν ρμάδαν τν ωμαίων, τις εγκεν ναντίον τς ρμάδας τν τότε Σαρακηνν, τατν επεν τν γαρηνν. Εχε δ μαζί του κα δύω λλους στρατηγος ες βοήθειάν του, ο ποοι τν φθόνουν. ταν λοιπν λθον ο Σαρακηνο κοντά, τότε ατς εγκε μ τν ρμάδαν ες τ ν τος πολεμήσ, μο κα ο δύω στρατηγοί. Κα πρτος ρμήσας μβκεν ες τ μέσον τς ρμάδας τν Σαρακηνν, κα μ μηχανς κα τέχνας κατέβαλεν ατούς, κα καμεν νδραγαθίαν. Ο δ φθονοντες ατν δύω στρατηγοί, τν φκαν κα φυγον.

θεν πειδ τ καΐκια τν Σαρακηνν τον περισσότερα π τ δικά του, δι τοτο περικύκλωσαν ατόν, κα τν πίασαν ζωντανόν. πειτα φέροντες ατν ες τν τόπον τους, τν βαλαν ες φυλακήν, κα κε μεινε τέσσαρας χρόνους. στερον δ εγαλαν ατν π τν φυλακήν. Ες καιρν δ πο ο Σαρακηνο καμναν θυσίας, παρακίνουν κα τν γιον ν θυσιάσ κα ν ρνηθ τν Χριστόν, πότε μ κολακείας, κα πότε μ φοβερισμούς. πειδ δ το Χριστο Μάρτυς δν πείσθη, οτε ες τς κολακείας, οτε ες τος φοβερισμούς των, δι τοτο πεκεφαλίσθη, κα λαβεν μακάριος τν το μαρτυρίου μάραντον στέφανον.

*

γιος Νεομάρτυς Θεόδωρος Μιτυληναος, κα ν Μιτυλήν μαρτυρήσας ν τει ͵αψπδ΄ [1784], γχόν τελειοται.

Θεόδωρος μαρτυρήσας προφρόνως,
Κα προφρόνως δέδεκται φθαρτον στέφος (4).

(4) ρα τ Μαρτύριον ατο ες τ Νέον Μαρτυρολόγιον.

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

Των Αγίων Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ιππολύτου Πάπα Ρώμης κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.