Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου29 Σεπτεμβρίου

Των Αγίων Κυριακού, Τρύφωνος, Τροφίμου, Δορυμέδοντος, Πετρωνίας, Γουδελίας, Γοβδελαά κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

29-9 (1)Τω αυτώ μηνί ΚΘ’, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Κυριακού του Αναχωρητού (1).

Σκίλλης αμύνη Κυριακέ πικρία,
Γεύσιν γλυκείαν, η θανείν κατεκρίθης.

Σκιλλοβόρος δ’ ενάτη μύσεν εικάδι Κυριακός.

Ούτος είχε, πατρίδα μεν την Κόρινθον, γονείς δε, Ιωάννην τον Πρεσβύτερον της εν Κορίνθω Εκκλησίας, και Ευδοξίαν καλουμένους, κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του μικρού, εν έτει υη’ [408]. Είχε δε ούτος και θείον από τον πατέρα του, Πέτρον τον Επίσκοπον της Κορίνθου, από τον οποίον έγινεν Αναγνώστης. Κυριευθείς δε από πόθον Θεού, πηγαίνει εις τα Ιεροσόλυμα. Και προσελθών εις τον Μέγαν Ευθύμιον, μετά χαράς εδέχθη από αυτόν, και κείρεται παρ’ αυτού τας τρίχας της κεφαλής. Ήτοι γίνεται Μοναχός, δεκαοκτώ χρόνων ων κατά την ηλικίαν. Επειδή δε ήτον αγένειος, δια τούτο εστάλθη παρά του Αγίου Ευθυμίου προς τον εν Αγίοις Γεράσιμον. Αφ’ ου δηλαδή απέθανεν ο μακάριος Θεόκτιστος. Υπηρέτει λοιπόν προθύμως ο θείος Κυριακός εις όλα τα προστάγματα του μεγάλου Γερασίμου, τόσον, ώστε οπού και αυτός ο Γεράσιμος αρεσκόμενος και επαινών την αυτού σκληράν ζωήν, έπερνεν αυτόν μαζί του εις την έρημον του Ρουβά, όταν επήγαινεν εκεί κατά τον καιρόν της νηστείας της μεγάλης τεσσαρακοστής.

Αφ’ ου δε απέθανεν ο Άγιος Γεράσιμος, επήγεν εις την Λαύραν του μεγάλου Ευθυμίου, και ησύχαζεν. Από εκεί δε επήγεν εις την Λαύραν του Χαρίτωνος, την καλουμένην του Σουκά. Και εκεί διακονήσας επιμελώς, ηξιώθη του της ιερωσύνης χαρίσματος. Εις τους χρόνους δε εκείνους, κατά τους οποίους διέτριψεν εις την Λαύραν του Σουκά, δεν ωργίσθη ποτέ ο τρισόλβιος, αλλ’ ούτε έφαγέ ποτε την ημέραν, αλλά την νύκτα. Όταν δε έγινε χρόνων εβδομηκονταεπτά, τότε ανεχώρησεν εις την έρημον την καλουμένην του Νατουφά. Και έζη με μόνας τας εκεί ευρισκομένας σκυλλοκρομμύδας. Από τας οποίας ταύτας φαγών κρυφίως μίαν φοράν ο μαθητής του, εβλάβη και έγινεν ωσάν νεκρός. Ο δε Άγιος δια προσευχής του ανέστησεν αυτόν. Αλλά και ένα νέον πάσχοντα από δαιμόνιον, ηλευθέρωσεν.

Από εκεί δε πάλιν αναχωρήσας δια την των πολλών σύγχυσιν, επήγεν εις ένα τόπον άβατον, ονομαζόμενον Σουσακείμ, ώντας τότε χρόνων εννενήκοντα εννέα. Όπου είχεν ο αοίδιμος και ένα λέοντα, οπού υπηρέτει αυτόν, και εφύλαττε τα λάχανα. Επειδή δε μίαν φοράν εξηραίνοντο από ανομβρίαν τα λάχανά του, και ο Άγιος είχε δίψαν, ω του θαύματος! ήλθε δια προσευχής του άνωθεν νέφαλον και έβρεξεν. Όθεν εγέμωσαν αι στάμναι και τα κοιλώματα των πετρών. Επειδή δε οι Πατέρες της του Σουκά Λαύρας ελθόντες, παρεκάλεσαν αυτόν πολλά δια να υπάγη να ησυχάση εις το του Αγίου Χαρίτωνος σπήλαιον, δια τούτο υπήκουσεν εις τας τούτων δεήσεις ο Όσιος, και επήγεν εκεί και ησύχασεν. Όθεν ο θαυμάσιος Κύριλλος, ο τους βίους συγγράψας των μεγάλων Οσίων Ευθυμίου, και Σάββα, αυτός λέγω συχνά πηγαίνωντας εκεί προς τον Όσιον Κυριακόν, έμαθε παρ’ αυτού καταλεπτώς τα των ανωτέρω Οσίων κατορθώματα, και δια τούτο επεχείρησε, και έγραψε τους βίους αυτών. Έζησε λοιπόν ο μέγας ούτος Κυριακός εκατόν επτά χρόνους. Και μέχρι τέλους δεν εσυγκατέβη από την συνήθη του άσκησιν. Ήτον δε ο Άγιος ούτος πράος, ευκολοπλησίαστος, προλέγων τα μέλλοντα εκ θείας αποκαλύψεως. Ήτον μεγαλόσωμος, έχων και κάποιαν ωραιότητα και φυσικήν χάριν. Και έσωζεν όλα τα μέλη του σώματος υγιά χωρίς καμμίαν βλάβην την από του γηρατείου προξενουμένην. Ασθενήσας δε ολίγον, ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις τον ποθούμενον Κύριον. (Τον Βίον αυτού όρα πλατύτερον εις τον Εφραίμ. Τούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Τους ευλογούντάς σε φησίν ο Θεός». Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.) (2)

(1) Αναχωρητής ούτος φαίνεται να ωνομάσθη ιδιαιτέρως, δια τας πολλάς και συχνάς αναχωρήσεις, ας εποίει, αναχωρών από Μοναστήριον εις Μοναστήριον, και από μίαν έρημον εις άλλην έρημον, ως δείκνυται εκ του βίου του.

(2) Περιττώς δε γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις, το Συναξάριον των εν πλοίω πυρποληθέντων εν Κωνσταντινουπόλει ογδοήκοντα Ιερέων και Διακόνων. Τούτο γαρ προεγράφη κατά την πέμπτην του Σεπτεμβρίου.

*

Μνήμη των εν Παλαιστίνη εκατόν πεντήκοντα Μαρτύρων. Και των Αγίων Μαρτύρων Τρύφωνος, Τροφίμου και Δορυμέδοντος.

Εις τους εκατόν πεντήκοντα.

Δεκάς δεκαπλή μαρτύρων και πεντάκις,
Δέκα αθλούσι και κομίζονται στέφη.

Εις τον Τρύφωνα, Τρόφιμον και Δορυμέδοντα.

Τρυφήν τρόφιμον Τρόφιμός τε και Τρύφων,
Συν τω Δορυμέδοντι εύρον την άνω.

*

Η Αγία Μάρτυς Πετρωνία ξίφει τελειούται.

Ξίφει κλίνασα την κάραν Πετρωνία,
Ψυχής ερείδεις όμμα τη θεία πέτρα.

*

Η Αγία Μάρτυς Γουδελία (3) ξίφει τελειούται.

Σοι την κεφαλήν τη κεφαλή των όλων,
Χριστέ προσήξεν εκ ξίφους Γουδελία.

Αύτη ήτον κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, εν έτει τλ’ [340], και επειδή πολλούς απίστους Πέρσας επίστρεψεν εις την πίστιν του Χριστού, δια τούτο επιάσθη από τον βασιλέα, και με πολλάς τιμωρίας εβασανίσθη η μακαρία. Μη πεισθείσα δε να θυσιάση εις το πυρ, εβάλθη εις την φυλακήν. Και εκεί έμεινε χρόνους πολλούς, λιμοκτονούσα και μη έχουσα τι να φάγη. Μετά ταύτα ευγήκεν από την φυλακήν. Και επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Χριστόν, πρώτον μεν, εξεδάρθη το δέρμα της κεφαλής της. Έπειτα καρφωθείσα δυνατά επάνω εις ξύλον, ούτω παρέδωκε τω Κυρίω το πνεύμα της, και έλαβε παρ’ αυτού τον της αθλήσεως στέφανον.

(3) Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται Γοβδελία.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Γοβδελαά, υιού Σαβωρίου, βασιλέως Περσών.

Ο Γοβδελαάς πείρεται τοις καλάμοις,

Τον καλάμω τυφθέντα Χριστόν μου σέβων.

*

Μνήμη των συν τω Γοβδελαά αθλησάντων Δάδα, Κασδόου (4) και Κασδόας, της θυγατρός του αυτού Σαβωρίου βασιλέως Περσών.

Εις τον Δάδαν.

Ξίφει μεληδόν σώμα παν τετμημένος,
Το πνεύμα σώζεις μάρτυς υψίστου Δάδα.

Εις τον Κασδόον και Κασδόαν.

Αθλούσιν άμφω Κασδόος και Κασδόα,
Ο μεν, σπαθισθείς, η δε, θλασθείσα ξύλω.

Κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, εν έτει τλ’ [340], ήτον ένας άνθρωπος Δάδας ονομαζόμενος, κατά μεν το γένος, Πέρσης, κατά δε την πίστιν, Χριστιανός. Ήτον δε πρώτος των εν τω βασιλικώ παλατίω, και συγγενής προσφιλέστατος του βασιλέως. Ούτος λοιπόν, επειδή και απεστάλη εις το να εξουσιάζη μερικάς πόλεις των Περσών, δεν έκρινεν εύλογον να κρύπτη πλέον την ευσέβειαν. Αλλά εσέβετο τον Χριστόν φανερά. Όθεν αγκαλά και εδιαβάλθη εις τον βασιλέα, ότι ήτον Χριστιανός, μόλον τούτο δεν του επάρθη η εξουσία. Εστάλθη δε από τον βασιλέα Αδραμέλεχ ο πρώτος των μεγιστάνων, δια να μάθη το ακριβές. Όστις ευρών τον Δάδαν εν αληθεία σεβόμενον τον Χριστόν, έγραψε περί τούτου εις τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς αντέγραψε και έδωκεν εις τον Αδραμέλεχ εξουσίαν να τιμωρήση όποιον εύρη Χριστιανόν. Ταύτην δε την έγγραφον εξουσίαν έστειλεν εις τον Αδραμέλεχ δια μέσου Γοβδελαά του υιού του.

Όθεν ο Αδραμέλεχ λαβών την εξουσίαν αυτήν, άρχισε να εξετάζη τον Δάδαν συγκαθημένου επί του κριτηρίου και Γοβδελαά του υιού του βασιλέως. Αφ’ ου λοιπόν έκριναν τον Άγιον, και φοβερισμούς και κολακείας προτείναντες, ευρήκαν αυτόν, ότι ολοψύχως επίστευεν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Και ότι υπέρ της αγάπης αυτού επρόκρινε να αποθάνη. Τότε άναψαν μίαν μεγάλην και δυνατήν κάμινον, και προστάζουν να ριφθή μέσα ο Άγιος. Όταν λοιπόν έμελλεν ο Μάρτυς να βαλθή εις αυτήν, ήτις εσήκονε την φλόγα εις το ύψος, και εφόβιζε και από μακράν εκείνους οπού την έβλεπον, τότε πλησιάσας ο του Χριστού αθλητής, εποίησεν επάνω εις αυτήν το σημείον του τιμίου Σταυρού. Και ω του θαύματος! ευθύς εσβέσθη η κάμινος, και αντί φλογός ανέβλυσε νερόν. Τούτο το θαύμα βλέποντες οι εκεί παρόντες, εξέστησαν.

Ο δε υιός του βασιλέως Γοβδελαάς, προσφιλέστατε, είπε, Δάδα, ποίος σε εδίδαξε τας μαγείας ταύτας; Ο Άγιος απεκρίθη. Άμποτε και συ να ήθελες αξιωθής δια να μάθης τοιαύτα παρά του διδασκάλου μου Χριστού. Ο Γοβδελαάς είπεν. Εάν πιστεύσω εις τον Χριστόν σου, θέλω δυνηθώ και εγώ να κάμνω παρόμοια; Ο Μάρτυς απεκρίθη. Όχι μόνον αυτά θέλεις κάμης, αλλά και προς τούτοις, θέλεις συμβασιλεύσεις με τον ίδιον Χριστόν. Τότε επρόσταξεν ο Γοβδελαάς να αναφθή μία άλλη κάμινος. Και επικαλεσάμενος το όνομα του Χριστού, ω του θαύματος! ευθύς έσβεσεν αυτήν. Όθεν προσπεσών εις τον Άγιον, επίστευσε τω Χριστώ.

Ταύτα βλέπων ο Αδραμέλεχ, επήγε και τα εφανέρωσεν εις τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς παραστήσας έμπροσθέν του τον υιόν του Γοβδελαάν, και πληροφορηθείς παρ’ αυτού του ιδίου ότι είναι Χριστιανός, προστάζει να δέρνεται από τέσσαρας στρατιώτας με ακανθώδη ραβδία. Επειδή δε οι στρατιώται εκείνοι απέκαμον δέρνοντες, δια τούτο εμβήκαν άλλοι τέσσαρες εις τον τόπον εκείνων. Ο μεν ουν Μάρτυς του Χριστού, τυπτόμενος εις όλον το σώμα, παρεκάλει σιωπηλώς τον Θεόν δια να δοθή υπομονή εις αυτόν. Και ω του θαύματος! ευθύς Άγγελος Κυρίου φανείς, ενεδυνάμονε και παρεθάρρυνεν αυτόν, θάρσει, λέγων, και μη φοβού. Διατί μετά σου εγώ είμαι. Έπειτα ρίπτεται εις την φυλακήν, και μένει εις αυτήν πέντε ημέρας. Μετά ταύτα έδωκεν ο βασιλεύς εξουσίαν εις ένα άλλον, Γάργαλον ονόματι, να τιμωρήση, τόσον τον υιόν του Γοβδελαάν, όσον και τους άλλους Χριστιανούς. Και λοιπόν ευθύς προστάζει ο Γάργαλος να δαρθή ο Γοβδελαάς με βούνευρα. Όθεν ο του Κυρίου αθλητής δερνόμενος, επροσηύχετο εις τον Θεόν, αναθεματίζων την θρησκείαν του πατρός του. Τότε ο Γάργαλος επρόσταξε να ευγάλουν δύω λωρία από τους πόδας έως εις την κεφαλήν του Αγίου, λέγωντας και τούτο περιπαικτικώς. Τώρα βέβαια θέλει έλθη ο Χριστός σου, δια να σε κάμη υγιή. Και τούτου γενομένου, έδεσαν αυτόν δυνατά, και έρριψαν εις την φυλακήν.

Επειδή δε από λόγου των ελύθησαν τα δεσμά, και ο Άγιος εν τω άμα έγινεν υγιής, καθώς ήτον και πρότερον, δια τούτο ο Γάργαλος βλέπωντας το θαύμα, εξέστη, και πηγαίνωντας εις τον βασιλέα, εφανέρωσε ταύτα. Ο δε βασιλεύς, θανάτωσον, είπε, τον δυσσεβή. Επειδή αυτός δεν είναι υιός μου, αλλ’ επίβουλός μου, διατί επίστευσεν εις τον Χριστόν. Τότε ο θηριώδης Γάργαλος επρόσταξε να πυρώσουν μίαν σούβλαν, και να διαπεράσουν αυτήν από το ένα αυτί έως εις το άλλο αυτί του μακαρίου Γοβδελαά. Και τούτου γενομένου, έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν. Εκεί λοιπόν προσευχομένου του Μάρτυρος, ιδού ήλθεν Άγγελος Κυρίου, και εύγαλε την σούβλαν από τα αυτία του, και ιάτρευσεν αυτόν. Βλέπωντας δε ο Γάργαλος τον Μάρτυρα υγιή, ουκ ηβουλήθη ο ασύνετος συνιέναι. Αλλά καταξεσχίσας με βούνευρα το σώμα του Αγίου, έβαλεν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν. Την δε ερχομένην ημέραν, δέρνει τον Μάρτυρα με ραβδία ακανθωτά της ροδίας. Είτα καταξεσχίζει άσπλαγχνα τας πλευράς του με σιδηράς αγκύδας, ήτοι τζεγκέλια, επιλέγων περιγελαστικώς. Ας ιδούμεν, αν έλθη και τώρα ο Χριστός σου να σε ιατρεύση. Και έπειτα πάλιν εφυλάκωσεν αυτόν. Ευθύς δε πάλιν οπού επροσευχήθη ο Μάρτυς, έλαβε την ιατρείαν. Όθεν ευχαρίστει και εδόξαζε τον Θεόν. Βλέποντες δε οι άνθρωποι, οπού ευρίσκοντο εις την φυλακήν, τα θαυμάσια ταύτα, θαυμάζοντες έλεγον. Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών.

Ο δε Γάργαλος τούτο ακούσας, εθυμώθη. Όθεν επρόσταξε να βαλθούν εις τους ώμους του Μάρτυρος αγκύδαις σιδηραίς, και από αυτάς να κρεμασθή. Και ούτω να στέκη κρεμάμενος από την τρίτην ώραν έως την ενάτην. Ο δε Μάρτυς κρεμάμενος, επροσηύχετο. Καταβιβασθείς δε από εκεί, ερρίφθη πάλιν εις την φυλακήν. Η δε μήτηρ του Μάρτυρος, και η αδελφή αυτού Κασδόα, επεθύμουν να ιδούν αυτόν, αλλ’ εφοβούντο τον βασιλέα. Μαθών δε την είδησιν ταύτην ο βασιλεύς, είπεν εις τον Γάργαλον. Ακόμη ζη ο Γοβδελαάς; Ο δε Γάργαλος απεκρίθη. Ναι βασιλεύ, ζη.

Τότε προστάζει ο βασιλεύς να εκδάρουν το δέρμα της κεφαλής του Μάρτυρος, αρχίζοντες από τον λαιμόν. Και με το δέρμα αυτό να σκεπάσουν το πρόσωπόν του. Τούτου δε γενομένου, ερρίφθη πάλιν ο Μάρτυς εις την φυλακήν, δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν. Την δε ερχομένην ημέραν, μαθών ο βασιλεύς, ότι ακόμη ζη ο Άγιος, προστάζει να εκριζώσουν όλους τους όνυχας των χειρών και των ποδών του, και να ευγάλουν τους τέσσαρας τραπεζίτας των οδοντίων του. Και έτζι να ρίψουν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν, ωσάν ένα ψοφισμένον σκύλον. Έδωκε δε και προσταγήν ο θηριόγνωμος, ότι τινάς να μη προσφέρη εις αυτόν καμμίαν παρηγορίαν έως και ψιλού ύδατος, αλλ’ ούτε όλως να έμβη κανένας εις την φυλακήν.

Αλλ’ η αδελφή του Μάρτυρος Κασδόα, ετόλμησε και επήγε κρυφίως εις την φυλακήν, και έδωκε νερόν εις τον αγαπητόν της αδελφόν. Είπε γαρ εις τον δεσμοφύλακα. Εάν εσύ φανερώσης το πράγμα είς τινα, ήξευρε, ότι έχεις βέβαια να αποκεφαλισθής. Και ο μεν του Χριστού αθλητής, έως τότε εζήτει παρηγορίας και ιατρείας από τον Θεόν. Επειδή ακόμη δεν ήτον η ψυχή του πεπαγιωμένη και στερεά εις την πίστιν του Χριστού. Αφ’ ου δε αύτη επαγιώθη, δεν εζήτει πλέον ιατρείας, όχι. Αλλά εζήτει να δοθή εις αυτόν θεόθεν, υπομονή και προθυμία εις τας βασάνους. Όθεν ταύτην λαμβάνων με την έλλαμψιν του Αγίου Πνεύματος, αυτός μεν ήτον πληγωμένος, και τον εαυτόν του δεν ιάτρευεν. Άλλους δε μάλλον έχαιρε να ιατρεύη. Διο και όλοι επί τούτω εθαύμαζον. Όθεν και ένας άκρος μάγος, ονομαζόμενος και αυτός Γάργαλος, ευρισκόμενος τότε εις την φυλακήν δια τα πολλά κακά οπού έπραξεν· ούτος, λέγω, βλέπωντας την τόσην υπομονήν του Αγίου και τα παρ’ αυτού γινόμενα εν τη φυλακή ένδοξα και εξαίσια θαύματα, έπεσεν εις τους πόδας του και έλεγε. Δέομαί σου δούλε του Θεού, μνήσθητί μου ενώπιον του Χριστού σου. Ο δε Άγιος είπεν αυτώ. Πίστευσον εις αυτόν, και θέλει σε λυτρώσει από όλας τας αμαρτίας σου. Τότε ο Γάργαλος είπε. Πιστεύω εις εσένα Κύριε Ιησού Χριστέ. Και από τότε επροσκολλήθη εις τον Άγιον Γοβδελαάν.

Κατά δε την ερχομένην ημέραν, εκάθισεν ο άρχων εις το κριτήριον. Και παραστήσας έμπροσθέν του και τους δύω, τον Άγιον λέγω Γοβδελαάν, και τον πρώην μάγον Γάργαλον, επρόσταξε να εκδύσουν τον Γάργαλον, και να δέρνουν αυτόν με ραβδία. Δερνόμενος λοιπόν, απέβλεπεν εις τον ουρανόν και έλεγε. Κύριε Ιησού Χριστέ, δια το όνομά σου πάσχω, και ενδυνάμωσόν με. Όθεν ταύτα ειπών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Ο δε Άγιος Γοβδελαάς βαλθείς εις ένα ξύλινον κοχλίαν, ήγουν γαλιάγραν, κατατζακίζεται εις τους πόδας. Έπειτα καίεται άσπλαγχνα εις τας αμασχάλας με πυρωμένας σιδηράς μπάλλας, και ούτως ερρίφθη εις την φυλακήν. Όσοι δε ευρίσκοντο εις την φυλακήν δεδεμένοι και πληγωμένοι, εχρίοντο με τα αίματα, οπού έτρεχον εκ των πληγών του Μάρτυρος, και ιατρεύοντο. Αλλά και άρρωστοι εκεί τρέχοντες, ελάμβανον την υγείαν τους, και εδόξαζον τον Θεόν. Ταύτα ακούωντας ο άρχων Γάργαλος, δεν τα επίστευεν. Όθεν μετά δεκαπέντε ημέρας, ευγάνωντας τον Άγιον από την φυλακήν, εύρεν αυτόν ολόκληρον και υγιή. Όθεν βλέπωντας τούτο, έγινεν εξεστηκώς. Και αντί να πιστεύση και να μαλακωθή, περισσότερον εσκληρύνθη ο θηριόγνωμος. Και δια τούτο προστάζει να καύσουν πολλά ένα καζάνι, το οποίον ήτον γεμάτον από πίσσαν και τειάφι, και μέσα εις αυτό να βάλουν τον Άγιον. Ο δε Άγιος αναβλέψας εις τον ουρανόν, επροσευχήθη, και ούτως εμβήκεν εις το καζάνι. Και ω του θαύματος! ευθύς εσχίσθη το καζάνι, και ευγήκεν από αυτό ο Μάρτυς αβλαβής.

Τούτο βλέπων ο απάνθρωπος Γάργαλος, εποίησε σκέψιν μαζί με τους συν αυτώ άρχοντας, να σταυρώση μεν επί ξύλου γυμνόν τον Άγιον, πλήθος δε πολύ να στέκουν από μακρόθεν να τον σαϊτεύουσιν. Όθεν ήτον να ιδή τινας ένα πράγμα παράδοξον. Διατί, όχι μόνον ο Άγιος έμενεν απλήγωτος από τας ριπτομένας σαΐτας, αλλά και αι σαΐται ριπτόμεναι εναντίον του, εκρεμώντο εις τον αέρα. Το οποίον τούτο θαύμα όλους εξέπληξεν. Επειδή δε εκείνος, οπού έδωκε την συμβουλήν ταύτην εις τον Γάργαλον, ετέντωσε το δοξάρι του δια να κτυπήση τον Άγιον, ω του θαύματος! η πεμπομένη σαΐτα, ευθύς εγύρισε, και εκτύπησε τον εδικόν του δεξιόν οφθαλμόν.

Ταύτα δε μαθών ο βασιλεύς, απέστειλε Κασδόαν την θυγατέρα του, ελπίζωντας μήπως αύτη με τα γλυκά λόγιά της δυνηθή να καταπείση τον αδελφόν της Γοβδελαάν να υπακούση εις τον πατέρα των, και να αρνηθή τον Χριστόν. Η δε Κασδόα προσελθούσα εις τον αδελφόν, και κατηχηθείσα υπ’ αυτού, έγινε Χριστιανή. Τούτο δε μαθών ο πατήρ αυτών και βασιλεύς, εθυμώθη. Όθεν επρόσταξε να εξαπλώσουν την θυγατέρα του, και να δείρουν αυτήν σκληρώς με ραβδία. Τούτου δε γενομένου, έβαλεν αυτήν εις την φυλακήν.

Η δε Κασδόα ευρισκομένη εις την φυλακήν, και πονούσα από τας ραβδίας και μάστιγας οπού έλαβε, λέγει προς τον άγιον αδελφόν της. Παρακάλεσον δια λόγου μου τον Θεόν αδελφέ, επειδή δεν δύναμαι να υποφέρω τα βάσανα. Ο δε Άγιος απεκρίθη. Ας μην ολιγοστεύση η προς τον Θεόν πίστις σου. Και ελπίζω εις τον Χριστόν, οπού επίστευσας, ότι αυτός δεν θέλει αφήσει να σου εγγίξη βάσανος. Αλλ’ ουδέ άλλην βάσανον έχεις να δοκιμάσης εις το εξής. Ο βασιλεύς λοιπόν εκβαλών από την φυλακήν τον Γοβδελαάν, επρόσταξε να δεθή χείρας και πόδας, και να ριφθή εις τους πόδας των βαρβάτων αλόγων οπού είχεν. Ίνα καταπατηθή από αυτά όλην την νύκτα, και βιαίως αποθάνη. Ερρίφθη λοιπόν ο Άγιος και επειδή ευρέθη το πρωί αβλαβής και λυμένος από τα δεσμά, δια τούτο εξέστησεν άπαντας. Τότε σούβλας πυρώσας ο απάνθρωπος τύραννος, κατέκαυσε τα μέλη του Μάρτυρος. Έπειτα προστάζει να βάλουν μέσα εις τας δύω του χείρας δύω τζεγκέλια, και από αυτά να τον κρεμάσουν επάνω εις δύω ξύλα, τα οποία να ήναι τρεις πήχεις μακράν ένα από το άλλο. Ο δε γενναίος αθλητής και εκεί κρεμάμενος, δεν έπαυεν από το να προσεύχεται και να δοξολογή τον Θεόν. Δύω δε Χριστιανοί και Πρεσβύτεροι, ήγουν Ιερείς κατά την αξίαν, Δαδιής και Αυδιής ονομαζόμενοι, επαραστέκοντο κρυφίως δια τον φόβον του βασιλέως, και έγραφον το κάθε μαρτύριον του Αγίου. Προς τους οποίους είπεν ο Άγιος, ανίσως είναι δυνατόν εις εσάς, φέρετέ μοι νερόν και έλαιον δια να βαπτισθώ. Ει δε και δεν ειναι δυνατόν, παρακαλέσατε τον Θεόν δια να γένη τούτο.

Ταύτα λέγοντος του Αγίου, ιδού επισκιάζει αυτόν ένα μικρόν σύνεφον, ωσάν μία καταχνία και αντάρα, το οποίον έβρεξεν ωσάν βρύσις, επάνω εις την κεφαλήν του Μάρτυρος νερόν και έλαιον. Μαζί δε με το σύνεφον, ήλθε και φωνή λέγουσα. Δούλε του Θεού Γοβδελαά, ιδού εδέχθης το άγιον Βάπτισμα. Και ευθύς έλαμψε το πρόσωπον του Αγίου ωσάν φως, και ευωδία ευγήκεν από αυτόν όχι ολίγη. Όθεν ανέπεμψεν ο αθλητής δόξαν και αίνον εις τον Σωτήρα Χριστόν. Ο δε ωμός Γάργαλος καταβιβάσας τον Μάρτυρα από το ξύλον, έξυσε καλάμια και τα επλάτυνεν. Έπειτα κατεκέντησε με αυτά όλον το σώμα του Μάρτυρος, από ποδών έως κεφαλής. Ο δε του Χριστού αθλητής εις πολλάς ώρας κατακεντούμενος, και τον νουν του όλον συμμαζώξας εις τον Θεόν, παρέδωκεν εις αυτόν την αγίαν ψυχήν του. Τότε ο Γάργαλος έδεσε τους πόδας του Αγίου με σχοινίον. Και το σχοινίον πάλιν έδεσεν εις άγρια άλογα. Και ούτως επρόσταξε τους στρατιώτας να κτυπούν και να διώκουν τα άλογα εις τραχείς και πετρώδεις τόπους. Με σκοπόν, ίνα το νεκρόν και γυμνόν σώμα του Μάρτυρος διασπαραχθή εις κομμάτια, και παντελώς αφανισθή. Αφ’ ου δε τούτο εποίησεν ο απάνθρωπος, ει τι μέρος έμεινε του αθλητικωτάτου εκείνου σώματος, το εδιεμοίρασεν εις τρία, και έρριψε ταύτα (ω ψυχής ωμοτάτης, της και τα θηρία υπερβαινούσης!) δια να τα φάγουν τα πετεινά και σκυλία. Αλλ’ οι ανωτέρω ρηθέντες δύω Ιερείς, ο Δαδιής και Αυδιής, αγοράσαντες τα κομμάτια εκείνα του ιερού λειψάνου με πολλήν πληρωμήν, έφερον αυτά μαζί με τον Διάκονον Αρμαζαδάκ εις τα οσπήτιά των. Και τειλίξαντες με αρώματα και σινδόνας, ενταφίασαν αυτά ευλαβώς.

Ο δε Άγιος Δάδας, ο ενδοξότατος και συγγενής του βασιλέως, ως ανωτέρω είπομεν, με διαφόρους βασάνους τιμωρηθείς, τελευταίον κατεκόπη μεληδόν, και ούτω και αυτός ετελειώθη εν Κυρίω. Φιλόχριστοι δέ τινες λαβόντες τα κατακοπέντα αυτού μέλη, και τιμήσαντες κατά το πρέπον, ενταφίασαν αυτά εις ιερόν και τίμιον τόπον. Εις καιρόν δε οπού οι ανωτέρω Ιερείς και οι λοιποί έψαλλον όλην εκείνην την νύκτα, δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον Θεόν, ιδού κατά το μεσονύκτιον φαίνεται εν τω μέσω αυτών ο Άγιος Γοβδελαάς, και τους λέγει. Ενδυναμούσθε εν Κυρίω αδελφοί. Και στήτε εδραίοι και αμετακίνητοι. Και μη φοβείσθε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Οι δε ψάλλοντες Ιερείς, βλέποντες τον Άγιον, εχάρηκαν. Είπε δε πάλιν προς αυτούς ο Μάρτυς. Ο Κύριος να σας αποδώση τον μισθόν, δια τον κόπον οπού εποιήσατε. Και κλίνας την κεφαλήν λέγει προς τον Δαδιήν. Λάβε το κέρατον του ελαίου, ήτοι το Άγιον Μύρον. Ομοίως λάβε και το τίμιον Σώμα του Χριστού. Και πηγαίνωντας μέσα εις το βασιλικόν περιβόλι, μύρωσον την αδελφήν μου Κασδόαν. Και κοινώνησον αυτήν από το Άγιον Σώμα του Κυρίου. Ο δε Δαδιής λαβών αυτά, επήγε. Και ω του θαύματος! ευθύς οπού έφθασεν εις την πόρταν του περιβολίου, ιδού εφάνη εις αυτόν Άγγελος Κυρίου, και εμβήκε μαζί του μέσα εις το περιβόλι. Τότε ο Ιερεύς βαπτίσας την Κασδόαν, εμύρωσεν αυτήν. Και κοινωνήσας αυτήν εκ των αχράντων μυστηρίων, είπε. Πήγαινε και κοιμού έως της παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και ευθέως λαβών ο Άγγελος την αγίαν αυτής ψυχήν, ανέβη εις τα Ουράνια.

Ένας δε άλλος συγγενής του βασιλέως, Κασδόος ονομαζόμενος, εδάρθη με σπάθην ξυλίνην δια το όνομα του Χριστού, και ετελειώθη εν Κυρίω. Τω δε πρωί εμβήκεν η βασίλισσα εις την φυλακήν, και ευρούσα την θυγατέρα αυτής Κασδόαν τελειωμένην, εγύρισε λυπημένη εις τα βασίλεια, και λέγει εις τον άνδρα της. Εις το εξής βασιλεύ, χαίρε συ και η βασιλεία σου. Διατί, ο μεν υιός μου Γοβδελαάς, εθανατώθη, ύστερον αφ’ ου ετιμωρήθη μυριοπλασίως από εσένα, ωσάν να είχεν εγκλήματα μυρίων φονευτών. Η δε θυγάτηρ μου Κασδόα, ιδού και αυτή απέθανεν, ύστερον αφ’ ου κατεξεσχίσθη με ακανθώδη ραβδία, ωσάν να ήθελε φονεύση τον ίδιόν της πατέρα.

Ταύτα ακούσας ο άσπλαγχνος εκείνος και αιμοβόρος ανήρ ομού και πατήρ, τελείως δεν έκλινεν εις έλεος και συμπάθειαν. Η δε μήτηρ βασίλισσα πέρνουσα αρώματα πολυειδή και ευωδέστατα, εμύρισε το λείψανον Κασδόας της Αγίας αυτής θυγατρός. Και τειλίξασα με πορφύραν βασιλικήν, έβαλεν αυτό ομού με το λείψανον Γοβδελαά του Αγίου υιού της. Εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών.

(4) Εν δε τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται πανταχού Κασδίου.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

29-9 (1)Τῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΘ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Κυριακοῦ τοῦ Ἀναχωρητοῦ (1).

Σκίλλης ἀμύνῃ Κυριακὲ πικρίᾳ,
Γεῦσιν γλυκεῖαν, ᾗ θανεῖν κατεκρίθης.

Σκιλλοβόρος δ’ ἐνάτῃ μῦσεν εἰκάδι Κυριακός.

Οὗτος εἶχε, πατρίδα μὲν τὴν Κόρινθον, γονεῖς δέ, Ἰωάννην τὸν Πρεσβύτερον τῆς ἐν Κορίνθῳ Ἐκκλησίας, καὶ Εὐδοξίαν καλουμένους, κατὰ τοὺς χρόνους Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, ἐν ἔτει υη΄ [408]. Εἶχε δὲ οὗτος καὶ θεῖον ἀπὸ τὸν πατέρα του, Πέτρον τὸν Ἐπίσκοπον τῆς Κορίνθου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔγινεν Ἀναγνώστης. Κυριευθεὶς δὲ ἀπὸ πόθον Θεοῦ, πηγαίνει εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ προσελθὼν εἰς τὸν Μέγαν Εὐθύμιον, μετὰ χαρᾶς ἐδέχθη ἀπὸ αὐτόν, καὶ κείρεται παρ’ αὐτοῦ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς. Ἤτοι γίνεται Μοναχός, δεκαοκτὼ χρόνων ὢν κατὰ τὴν ἡλικίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἦτον ἀγένειος, διὰ τοῦτο ἐστάλθη παρὰ τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου πρὸς τὸν ἐν Ἁγίοις Γεράσιμον. Ἀφ’ οὗ δηλαδὴ ἀπέθανεν ὁ μακάριος Θεόκτιστος. Ὑπηρέτει λοιπὸν προθύμως ὁ θεῖος Κυριακὸς εἰς ὅλα τὰ προστάγματα τοῦ μεγάλου Γερασίμου, τόσον, ὥστε ὁποῦ καὶ αὐτὸς ὁ Γεράσιμος ἀρεσκόμενος καὶ ἐπαινῶν τὴν αὐτοῦ σκληρὰν ζωήν, ἔπερνεν αὐτὸν μαζί του εἰς τὴν ἔρημον τοῦ Ῥουβᾶ, ὅταν ἐπήγαινεν ἐκεῖ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς νηστείας τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἀπέθανεν ὁ Ἅγιος Γεράσιμος, ἐπῆγεν εἰς τὴν Λαύραν τοῦ μεγάλου Εὐθυμίου, καὶ ἡσύχαζεν. Ἀπὸ ἐκεῖ δὲ ἐπῆγεν εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Χαρίτωνος, τὴν καλουμένην τοῦ Σουκᾶ. Καὶ ἐκεῖ διακονήσας ἐπιμελῶς, ἠξιώθη τοῦ τῆς ἱερωσύνης χαρίσματος. Εἰς τοὺς χρόνους δὲ ἐκείνους, κατὰ τοὺς ὁποίους διέτριψεν εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Σουκᾶ, δὲν ὠργίσθη ποτὲ ὁ τρισόλβιος, ἀλλ’ οὔτε ἔφαγέ ποτε τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ τὴν νύκτα. Ὅταν δὲ ἔγινε χρόνων ἑβδομηκονταεπτά, τότε ἀνεχώρησεν εἰς τὴν ἔρημον τὴν καλουμένην τοῦ Νατουφᾶ. Καὶ ἔζη μὲ μόνας τὰς ἐκεῖ εὑρισκομένας σκυλλοκρομμύδας. Ἀπὸ τὰς ὁποίας ταύτας φαγὼν κρυφίως μίαν φορὰν ὁ μαθητής του, ἐβλάβη καὶ ἔγινεν ὡσὰν νεκρός. Ὁ δὲ Ἅγιος διὰ προσευχῆς του ἀνέστησεν αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ ἕνα νέον πάσχοντα ἀπὸ δαιμόνιον, ἠλευθέρωσεν.

Ἀπὸ ἐκεῖ δὲ πάλιν ἀναχωρήσας διὰ τὴν τῶν πολλῶν σύγχυσιν, ἐπῆγεν εἰς ἕνα τόπον ἄβατον, ὀνομαζόμενον Σουσακείμ, ὤντας τότε χρόνων ἐννενήκοντα ἐννέα. Ὅπου εἶχεν ὁ ἀοίδιμος καὶ ἕνα λέοντα, ὁποῦ ὑπηρέτει αὐτόν, καὶ ἐφύλαττε τὰ λάχανα. Ἐπειδὴ δὲ μίαν φορὰν ἐξηραίνοντο ἀπὸ ἀνομβρίαν τὰ λάχανά του, καὶ ὁ Ἅγιος εἶχε δίψαν, ὢ τοῦ θαύματος! ἦλθε διὰ προσευχῆς του ἄνωθεν νέφαλον καὶ ἔβρεξεν. Ὅθεν ἐγέμωσαν αἱ στάμναι καὶ τὰ κοιλώματα τῶν πετρῶν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Πατέρες τῆς τοῦ Σουκᾶ Λαύρας ἐλθόντες, παρεκάλεσαν αὐτὸν πολλὰ διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ ἡσυχάσῃ εἰς τὸ τοῦ Ἁγίου Χαρίτωνος σπήλαιον, διὰ τοῦτο ὑπήκουσεν εἰς τὰς τούτων δεήσεις ὁ Ὅσιος, καὶ ἐπῆγεν ἐκεῖ καὶ ἡσύχασεν. Ὅθεν ὁ θαυμάσιος Κύριλλος, ὁ τοὺς βίους συγγράψας τῶν μεγάλων Ὁσίων Εὐθυμίου, καὶ Σάββα, αὐτὸς λέγω συχνὰ πηγαίνωντας ἐκεῖ πρὸς τὸν Ὅσιον Κυριακόν, ἔμαθε παρ’ αὐτοῦ καταλεπτῶς τὰ τῶν ἀνωτέρω Ὁσίων κατορθώματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεχείρησε, καὶ ἔγραψε τοὺς βίους αὐτῶν. Ἔζησε λοιπὸν ὁ μέγας οὗτος Κυριακὸς ἑκατὸν ἑπτὰ χρόνους. Καὶ μέχρι τέλους δὲν ἐσυγκατέβη ἀπὸ τὴν συνήθη του ἄσκησιν. Ἦτον δὲ ὁ Ἅγιος οὗτος πρᾷος, εὐκολοπλησίαστος, προλέγων τὰ μέλλοντα ἐκ θείας ἀποκαλύψεως. Ἦτον μεγαλόσωμος, ἔχων καὶ κᾄποιαν ὡραιότητα καὶ φυσικὴν χάριν. Καὶ ἔσωζεν ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματος ὑγιᾶ χωρὶς κᾀμμίαν βλάβην τὴν ἀπὸ τοῦ γηρατείου προξενουμένην. Ἀσθενήσας δὲ ὀλίγον, οὕτω παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς τὸν ποθούμενον Κύριον. (Τὸν Βίον αὐτοῦ ὅρα πλατύτερον εἰς τὸν Ἐφραίμ. Τοῦτον δὲ συνέγραψεν ἑλληνιστὶ ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Τοὺς εὐλογοῦντάς σε φησὶν ὁ Θεός». Σῴζεται ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ, ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις.) (2)

(1) Ἀναχωρητὴς οὗτος φαίνεται νὰ ὠνομάσθη ἰδιαιτέρως, διὰ τὰς πολλὰς καὶ συχνὰς ἀναχωρήσεις, ἃς ἐποίει, ἀναχωρῶν ἀπὸ Μοναστήριον εἰς Μοναστήριον, καὶ ἀπὸ μίαν ἔρημον εἰς ἄλλην ἔρημον, ὡς δείκνυται ἐκ τοῦ βίου του.

(2) Περιττῶς δὲ γράφεται ἐδῶ παρὰ τοῖς Μηναίοις, τὸ Συναξάριον τῶν ἐν πλοίῳ πυρποληθέντων ἐν Κωνσταντινουπόλει ὀγδοήκοντα Ἱερέων καὶ Διακόνων. Τοῦτο γὰρ προεγράφη κατὰ τὴν πέμπτην τοῦ Σεπτεμβρίου.

*

Μνήμη τῶν ἐν Παλαιστίνῃ ἑκατὸν πεντήκοντα Μαρτύρων. Καὶ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τρύφωνος, Τροφίμου καὶ Δορυμέδοντος.

Εἰς τοὺς ἑκατὸν πεντήκοντα.

Δεκὰς δεκαπλῆ μαρτύρων καὶ πεντάκις,
Δέκα ἀθλοῦσι καὶ κομίζονται στέφη.

Εἰς τὸν Τρύφωνα, Τρόφιμον καὶ Δορυμέδοντα.

Τρυφὴν τρόφιμον Τρόφιμός τε καὶ Τρύφων,
Σὺν τῷ Δορυμέδοντι εὗρον τὴν ἄνω.

*

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Πετρωνία ξίφει τελειοῦται.

Ξίφει κλίνασα τὴν κάραν Πετρωνία,
Ψυχῆς ἐρείδεις ὄμμα τῇ θείᾳ πέτρᾳ.

*

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Γουδελία (3) ξίφει τελειοῦται.

Σοὶ τὴν κεφαλὴν τῇ κεφαλῇ τῶν ὅλων,
Χριστὲ προσῆξεν ἐκ ξίφους Γουδελία.

Αὕτη ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσῶν, ἐν ἔτει τλ΄ [340], καὶ ἐπειδὴ πολλοὺς ἀπίστους Πέρσας ἐπίστρεψεν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν βασιλέα, καὶ μὲ πολλὰς τιμωρίας ἐβασανίσθη ἡ μακαρία. Μὴ πεισθεῖσα δὲ νὰ θυσιάσῃ εἰς τὸ πῦρ, ἐβάλθη εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ ἐκεῖ ἔμεινε χρόνους πολλούς, λιμοκτονοῦσα καὶ μὴ ἔχουσα τί νὰ φάγῃ. Μετὰ ταῦτα εὐγῆκεν ἀπὸ τὴν φυλακήν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπείσθη νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστόν, πρῶτον μέν, ἐξεδάρθη τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς της. Ἔπειτα καρφωθεῖσα δυνατὰ ἐπάνω εἰς ξύλον, οὕτω παρέδωκε τῷ Κυρίῳ τὸ πνεῦμά της, καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ τὸν τῆς ἀθλήσεως στέφανον.

(3) Ἐν δὲ τῷ χειρογράφῳ Συναξαριστῇ γράφεται Γοβδελία.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Γοβδελαᾶ, υἱοῦ Σαβωρίου, βασιλέως Περσῶν.

Ὁ Γοβδελαᾶς πείρεται τοῖς καλάμοις,

Τὸν καλάμῳ τυφθέντα Χριστόν μου σέβων.

*

Μνήμη τῶν σὺν τῷ Γοβδελαᾷ ἀθλησάντων Δάδα, Κασδόου (4) καὶ Κασδόας, τῆς θυγατρὸς τοῦ αὐτοῦ Σαβωρίου βασιλέως Περσῶν.

Εἰς τὸν Δάδαν.

Ξίφει μεληδὸν σῶμα πᾶν τετμημένος,
Τὸ πνεῦμα σῴζεις μάρτυς ὑψίστου Δάδα.

Εἰς τὸν Κασδόον καὶ Κασδόαν.

Ἀθλοῦσιν ἄμφω Κασδόος καὶ Κασδόα,
Ὁ μέν, σπαθισθείς, ἡ δέ, θλασθεῖσα ξύλῳ.

Κατὰ τοὺς χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσῶν, ἐν ἔτει τλ΄ [340], ἦτον ἕνας ἄνθρωπος Δάδας ὀνομαζόμενος, κατὰ μὲν τὸ γένος, Πέρσης, κατὰ δὲ τὴν πίστιν, Χριστιανός. Ἦτον δὲ πρῶτος τῶν ἐν τῷ βασιλικῷ παλατίῳ, καὶ συγγενὴς προσφιλέστατος τοῦ βασιλέως. Οὗτος λοιπόν, ἐπειδὴ καὶ ἀπεστάλη εἰς τὸ νὰ ἐξουσιάζῃ μερικὰς πόλεις τῶν Περσῶν, δὲν ἔκρινεν εὔλογον νὰ κρύπτῃ πλέον τὴν εὐσέβειαν. Ἀλλὰ ἐσέβετο τὸν Χριστὸν φανερά. Ὅθεν ἀγκαλὰ καὶ ἐδιαβάλθη εἰς τὸν βασιλέα, ὅτι ἦτον Χριστιανός, μὅλον τοῦτο δὲν τοῦ ἐπάρθη ἡ ἐξουσία. Ἐστάλθη δὲ ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἀδραμέλεχ ὁ πρῶτος τῶν μεγιστάνων, διὰ νὰ μάθῃ τὸ ἀκριβές. Ὅστις εὑρὼν τὸν Δάδαν ἐν ἀληθείᾳ σεβόμενον τὸν Χριστόν, ἔγραψε περὶ τούτου εἰς τὸν βασιλέα. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἀντέγραψε καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν Ἀδραμέλεχ ἐξουσίαν νὰ τιμωρήσῃ ὅποιον εὕρῃ Χριστιανόν. Ταύτην δὲ τὴν ἔγγραφον ἐξουσίαν ἔστειλεν εἰς τὸν Ἀδραμέλεχ διὰ μέσου Γοβδελαᾶ τοῦ υἱοῦ του.

Ὅθεν ὁ Ἀδραμέλεχ λαβὼν τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, ἄρχισε νὰ ἐξετάζῃ τὸν Δάδαν συγκαθημένου ἐπὶ τοῦ κριτηρίου καὶ Γοβδελαᾶ τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλέως. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἔκριναν τὸν Ἅγιον, καὶ φοβερισμοὺς καὶ κολακείας προτείναντες, εὑρῆκαν αὐτόν, ὅτι ὁλοψύχως ἐπίστευεν εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ ὅτι ὑπὲρ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ ἐπρόκρινε νὰ ἀποθάνῃ. Τότε ἄναψαν μίαν μεγάλην καὶ δυνατὴν κάμινον, καὶ προστάζουν νὰ ῥιφθῇ μέσα ὁ Ἅγιος. Ὅταν λοιπὸν ἔμελλεν ὁ Μάρτυς νὰ βαλθῇ εἰς αὐτήν, ἥτις ἐσήκονε τὴν φλόγα εἰς τὸ ὕψος, καὶ ἐφόβιζε καὶ ἀπὸ μακρὰν ἐκείνους ὁποῦ τὴν ἔβλεπον, τότε πλησιάσας ὁ τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής, ἐποίησεν ἐπάνω εἰς αὐτὴν τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἐσβέσθη ἡ κάμινος, καὶ ἀντὶ φλογὸς ἀνέβλυσε νερόν. Τοῦτο τὸ θαῦμα βλέποντες οἱ ἐκεῖ παρόντες, ἐξέστησαν.

Ὁ δὲ υἱὸς τοῦ βασιλέως Γοβδελαᾶς, προσφιλέστατε, εἶπε, Δάδα, ποῖος σὲ ἐδίδαξε τὰς μαγείας ταύτας; Ὁ Ἅγιος ἀπεκρίθη. Ἄμποτε καὶ σὺ νὰ ἤθελες ἀξιωθῇς διὰ νὰ μάθῃς τοιαῦτα παρὰ τοῦ διδασκάλου μου Χριστοῦ. Ὁ Γοβδελαᾶς εἶπεν. Ἐὰν πιστεύσω εἰς τὸν Χριστόν σου, θέλω δυνηθῶ καὶ ἐγὼ νὰ κάμνω παρόμοια; Ὁ Μάρτυς ἀπεκρίθη. Ὄχι μόνον αὐτὰ θέλεις κάμῃς, ἀλλὰ καὶ πρὸς τούτοις, θέλεις συμβασιλεύσεις μὲ τὸν ἴδιον Χριστόν. Τότε ἐπρόσταξεν ὁ Γοβδελαᾶς νὰ ἀναφθῇ μία ἄλλη κάμινος. Καὶ ἐπικαλεσάμενος τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἔσβεσεν αὐτήν. Ὅθεν προσπεσὼν εἰς τὸν Ἅγιον, ἐπίστευσε τῷ Χριστῷ.

Ταῦτα βλέπων ὁ Ἀδραμέλεχ, ἐπῆγε καὶ τὰ ἐφανέρωσεν εἰς τὸν βασιλέα. Ὁ δὲ βασιλεὺς παραστήσας ἔμπροσθέν του τὸν υἱόν του Γοβδελαᾶν, καὶ πληροφορηθεὶς παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ὅτι εἶναι Χριστιανός, προστάζει νὰ δέρνεται ἀπὸ τέσσαρας στρατιώτας μὲ ἀκανθώδη ῥαβδία. Ἐπειδὴ δὲ οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι ἀπέκαμον δέρνοντες, διὰ τοῦτο ἐμβῆκαν ἄλλοι τέσσαρες εἰς τὸν τόπον ἐκείνων. Ὁ μὲν οὖν Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, τυπτόμενος εἰς ὅλον τὸ σῶμα, παρεκάλει σιωπηλῶς τὸν Θεὸν διὰ νὰ δοθῇ ὑπομονὴ εἰς αὐτόν. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς Ἄγγελος Κυρίου φανείς, ἐνεδυνάμονε καὶ παρεθάρρυνεν αὐτόν, θάρσει, λέγων, καὶ μὴ φοβοῦ. Διατὶ μετὰ σοῦ ἐγὼ εἶμαι. Ἔπειτα ῥίπτεται εἰς τὴν φυλακήν, καὶ μένει εἰς αὐτὴν πέντε ἡμέρας. Μετὰ ταῦτα ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς ἐξουσίαν εἰς ἕνα ἄλλον, Γάργαλον ὀνόματι, νὰ τιμωρήσῃ, τόσον τὸν υἱόν του Γοβδελαᾶν, ὅσον καὶ τοὺς ἄλλους Χριστιανούς. Καὶ λοιπὸν εὐθὺς προστάζει ὁ Γάργαλος νὰ δαρθῇ ὁ Γοβδελαᾶς μὲ βούνευρα. Ὅθεν ὁ τοῦ Κυρίου ἀθλητὴς δερνόμενος, ἐπροσηύχετο εἰς τὸν Θεόν, ἀναθεματίζων τὴν θρῃσκείαν τοῦ πατρός του. Τότε ὁ Γάργαλος ἐπρόσταξε νὰ εὐγάλουν δύω λωρία ἀπὸ τοὺς πόδας ἕως εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἁγίου, λέγωντας καὶ τοῦτο περιπαικτικῶς. Τώρα βέβαια θέλει ἔλθῃ ὁ Χριστός σου, διὰ νὰ σὲ κάμῃ ὑγιῆ. Καὶ τούτου γενομένου, ἔδεσαν αὐτὸν δυνατά, καὶ ἔρριψαν εἰς τὴν φυλακήν.

Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ λόγου των ἐλύθησαν τὰ δεσμά, καὶ ὁ Ἅγιος ἐν τῷ ἅμα ἔγινεν ὑγιής, καθὼς ἦτον καὶ πρότερον, διὰ τοῦτο ὁ Γάργαλος βλέπωντας τὸ θαῦμα, ἐξέστη, καὶ πηγαίνωντας εἰς τὸν βασιλέα, ἐφανέρωσε ταῦτα. Ὁ δὲ βασιλεύς, θανάτωσον, εἶπε, τὸν δυσσεβῆ. Ἐπειδὴ αὐτὸς δὲν εἶναι υἱός μου, ἀλλ’ ἐπίβουλός μου, διατὶ ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστόν. Τότε ὁ θηριώδης Γάργαλος ἐπρόσταξε νὰ πυρώσουν μίαν σοῦβλαν, καὶ νὰ διαπεράσουν αὐτὴν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ ἕως εἰς τὸ ἄλλο αὐτὶ τοῦ μακαρίου Γοβδελαᾶ. Καὶ τούτου γενομένου, ἔβαλεν αὐτὸν εἰς τὴν φυλακήν. Ἐκεῖ λοιπὸν προσευχομένου τοῦ Μάρτυρος, ἰδοὺ ἦλθεν Ἄγγελος Κυρίου, καὶ εὔγαλε τὴν σοῦβλαν ἀπὸ τὰ αὐτία του, καὶ ἰάτρευσεν αὐτόν. Βλέπωντας δὲ ὁ Γάργαλος τὸν Μάρτυρα ὑγιῆ, οὐκ ἠβουλήθη ὁ ἀσύνετος συνιέναι. Ἀλλὰ καταξεσχίσας μὲ βούνευρα τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου, ἔβαλεν αὐτὸν πάλιν εἰς τὴν φυλακήν. Τὴν δὲ ἐρχομένην ἡμέραν, δέρνει τὸν Μάρτυρα μὲ ῥαβδία ἀκανθωτὰ τῆς ῥοδίας. Εἶτα καταξεσχίζει ἄσπλαγχνα τὰς πλευράς του μὲ σιδηρᾶς ἀγκύδας, ἤτοι τζεγκέλια, ἐπιλέγων περιγελαστικῶς. Ἂς ἰδοῦμεν, ἂν ἔλθῃ καὶ τώρα ὁ Χριστός σου νὰ σὲ ἰατρεύσῃ. Καὶ ἔπειτα πάλιν ἐφυλάκωσεν αὐτόν. Εὐθὺς δὲ πάλιν ὁποῦ ἐπροσευχήθη ὁ Μάρτυς, ἔλαβε τὴν ἰατρείαν. Ὅθεν εὐχαρίστει καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν. Βλέποντες δὲ οἱ ἄνθρωποι, ὁποῦ εὑρίσκοντο εἰς τὴν φυλακήν, τὰ θαυμάσια ταῦτα, θαυμάζοντες ἔλεγον. Μέγας εἶναι ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν.

Ὁ δὲ Γάργαλος τοῦτο ἀκούσας, ἐθυμώθη. Ὅθεν ἐπρόσταξε νὰ βαλθοῦν εἰς τοὺς ὤμους τοῦ Μάρτυρος ἀγκύδαις σιδηραῖς, καὶ ἀπὸ αὐτὰς νὰ κρεμασθῇ. Καὶ οὕτω νὰ στέκῃ κρεμάμενος ἀπὸ τὴν τρίτην ὥραν ἕως τὴν ἐνάτην. Ὁ δὲ Μάρτυς κρεμάμενος, ἐπροσηύχετο. Καταβιβασθεὶς δὲ ἀπὸ ἐκεῖ, ἐρρίφθη πάλιν εἰς τὴν φυλακήν. Ἡ δὲ μήτηρ τοῦ Μάρτυρος, καὶ ἡ ἀδελφὴ αὐτοῦ Κασδόα, ἐπεθύμουν νὰ ἰδοῦν αὐτόν, ἀλλ’ ἐφοβοῦντο τὸν βασιλέα. Μαθὼν δὲ τὴν εἴδησιν ταύτην ὁ βασιλεύς, εἶπεν εἰς τὸν Γάργαλον. Ἀκόμη ζῇ ὁ Γοβδελαᾶς; Ὁ δὲ Γάργαλος ἀπεκρίθη. Ναὶ βασιλεῦ, ζῇ.

Τότε προστάζει ὁ βασιλεὺς νὰ ἐκδάρουν τὸ δέρμα τῆς κεφαλῆς τοῦ Μάρτυρος, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὸν λαιμόν. Καὶ μὲ τὸ δέρμα αὐτὸ νὰ σκεπάσουν τὸ πρόσωπόν του. Τούτου δὲ γενομένου, ἐρρίφθη πάλιν ὁ Μάρτυς εἰς τὴν φυλακήν, δοξάζων καὶ εὐχαριστῶν τὸν Θεόν. Τὴν δὲ ἐρχομένην ἡμέραν, μαθὼν ὁ βασιλεύς, ὅτι ἀκόμη ζῇ ὁ Ἅγιος, προστάζει νὰ ἐκριζώσουν ὅλους τοὺς ὄνυχας τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν του, καὶ νὰ εὐγάλουν τοὺς τέσσαρας τραπεζίτας τῶν ὀδοντίων του. Καὶ ἔτζι νὰ ῥίψουν αὐτὸν πάλιν εἰς τὴν φυλακήν, ὡσὰν ἕνα ψοφισμένον σκύλον. Ἔδωκε δὲ καὶ προσταγὴν ὁ θηριόγνωμος, ὅτι τινὰς νὰ μὴ προσφέρῃ εἰς αὐτὸν κᾀμμίαν παρηγορίαν ἕως καὶ ψιλοῦ ὕδατος, ἀλλ’ οὔτε ὅλως νὰ ἔμβῃ κανένας εἰς τὴν φυλακήν.

Ἀλλ’ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Μάρτυρος Κασδόα, ἐτόλμησε καὶ ἐπῆγε κρυφίως εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ἔδωκε νερὸν εἰς τὸν ἀγαπητόν της ἀδελφόν. Εἶπε γὰρ εἰς τὸν δεσμοφύλακα. Ἐὰν ἐσὺ φανερώσῃς τὸ πρᾶγμα εἴς τινα, ἤξευρε, ὅτι ἔχεις βέβαια νὰ ἀποκεφαλισθῇς. Καὶ ὁ μὲν τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής, ἕως τότε ἐζήτει παρηγορίας καὶ ἰατρείας ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν ἦτον ἡ ψυχή του πεπαγιωμένη καὶ στερεὰ εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Ἀφ’ οὗ δὲ αὕτη ἐπαγιώθη, δὲν ἐζήτει πλέον ἰατρείας, ὄχι. Ἀλλὰ ἐζήτει νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν θεόθεν, ὑπομονὴ καὶ προθυμία εἰς τὰς βασάνους. Ὅθεν ταύτην λαμβάνων μὲ τὴν ἔλλαμψιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτὸς μὲν ἦτον πληγωμένος, καὶ τὸν ἑαυτόν του δὲν ἰάτρευεν. Ἄλλους δὲ μᾶλλον ἔχαιρε νὰ ἰατρεύῃ. Διὸ καὶ ὅλοι ἐπὶ τούτῳ ἐθαύμαζον. Ὅθεν καὶ ἕνας ἄκρος μάγος, ὀνομαζόμενος καὶ αὐτὸς Γάργαλος, εὑρισκόμενος τότε εἰς τὴν φυλακὴν διὰ τὰ πολλὰ κακὰ ὁποῦ ἔπραξεν· οὗτος, λέγω, βλέπωντας τὴν τόσην ὑπομονὴν τοῦ Ἁγίου καὶ τὰ παρ’ αὐτοῦ γινόμενα ἐν τῇ φυλακῇ ἔνδοξα καὶ ἐξαίσια θαύματα, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας του καὶ ἔλεγε. Δέομαί σου δοῦλε τοῦ Θεοῦ, μνήσθητί μου ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ σου. Ὁ δὲ Ἅγιος εἶπεν αὐτῷ. Πίστευσον εἰς αὐτόν, καὶ θέλει σὲ λυτρώσει ἀπὸ ὅλας τὰς ἁμαρτίας σου. Τότε ὁ Γάργαλος εἶπε. Πιστεύω εἰς ἐσένα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ. Καὶ ἀπὸ τότε ἐπροσκολλήθη εἰς τὸν Ἅγιον Γοβδελαᾶν.

Κατὰ δὲ τὴν ἐρχομένην ἡμέραν, ἐκάθισεν ὁ ἄρχων εἰς τὸ κριτήριον. Καὶ παραστήσας ἔμπροσθέν του καὶ τοὺς δύω, τὸν Ἅγιον λέγω Γοβδελαᾶν, καὶ τὸν πρῴην μάγον Γάργαλον, ἐπρόσταξε νὰ ἐκδύσουν τὸν Γάργαλον, καὶ νὰ δέρνουν αὐτὸν μὲ ῥαβδία. Δερνόμενος λοιπόν, ἀπέβλεπεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἔλεγε. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, διὰ τὸ ὄνομά σου πάσχω, καὶ ἐνδυνάμωσόν με. Ὅθεν ταῦτα εἰπών, παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ. Ὁ δὲ Ἅγιος Γοβδελαᾶς βαλθεὶς εἰς ἕνα ξύλινον κοχλίαν, ἤγουν γαλιάγραν, κατατζακίζεται εἰς τοὺς πόδας. Ἔπειτα καίεται ἄσπλαγχνα εἰς τὰς ἀμασχάλας μὲ πυρωμένας σιδηρᾶς μπάλλας, καὶ οὕτως ἐρρίφθη εἰς τὴν φυλακήν. Ὅσοι δὲ εὑρίσκοντο εἰς τὴν φυλακὴν δεδεμένοι καὶ πληγωμένοι, ἐχρίοντο μὲ τὰ αἵματα, ὁποῦ ἔτρεχον ἐκ τῶν πληγῶν τοῦ Μάρτυρος, καὶ ἰατρεύοντο. Ἀλλὰ καὶ ἄρρωστοι ἐκεῖ τρέχοντες, ἐλάμβανον τὴν ὑγείαν τους, καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν. Ταῦτα ἀκούωντας ὁ ἄρχων Γάργαλος, δὲν τὰ ἐπίστευεν. Ὅθεν μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας, εὐγάνωντας τὸν Ἅγιον ἀπὸ τὴν φυλακήν, εὗρεν αὐτὸν ὁλόκληρον καὶ ὑγιῆ. Ὅθεν βλέπωντας τοῦτο, ἔγινεν ἐξεστηκώς. Καὶ ἀντὶ νὰ πιστεύσῃ καὶ νὰ μαλακωθῇ, περισσότερον ἐσκληρύνθη ὁ θηριόγνωμος. Καὶ διὰ τοῦτο προστάζει νὰ καύσουν πολλὰ ἕνα καζάνι, τὸ ὁποῖον ἦτον γεμάτον ἀπὸ πίσσαν καὶ τειάφι, καὶ μέσα εἰς αὐτὸ νὰ βάλουν τὸν Ἅγιον. Ὁ δὲ Ἅγιος ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν, ἐπροσευχήθη, καὶ οὕτως ἐμβῆκεν εἰς τὸ καζάνι. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἐσχίσθη τὸ καζάνι, καὶ εὐγῆκεν ἀπὸ αὐτὸ ὁ Μάρτυς ἀβλαβής.

Τοῦτο βλέπων ὁ ἀπάνθρωπος Γάργαλος, ἐποίησε σκέψιν μαζὶ μὲ τοὺς σὺν αὐτῷ ἄρχοντας, νὰ σταυρώσῃ μὲν ἐπὶ ξύλου γυμνὸν τὸν Ἅγιον, πλῆθος δὲ πολὺ νὰ στέκουν ἀπὸ μακρόθεν νὰ τὸν σαϊτεύουσιν. Ὅθεν ἦτον νὰ ἰδῇ τινας ἕνα πρᾶγμα παράδοξον. Διατὶ, ὄχι μόνον ὁ Ἅγιος ἔμενεν ἀπλήγωτος ἀπὸ τὰς ῥιπτομένας σαΐτας, ἀλλὰ καὶ αἱ σαΐται ῥιπτόμεναι ἐναντίον του, ἐκρεμῶντο εἰς τὸν ἀέρα. Τὸ ὁποῖον τοῦτο θαῦμα ὅλους ἐξέπληξεν. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνος, ὁποῦ ἔδωκε τὴν συμβουλὴν ταύτην εἰς τὸν Γάργαλον, ἐτέντωσε τὸ δοξάρι του διὰ νὰ κτυπήσῃ τὸν Ἅγιον, ὢ τοῦ θαύματος! ἡ πεμπομένη σαΐτα, εὐθὺς ἐγύρισε, καὶ ἐκτύπησε τὸν ἐδικόν του δεξιὸν ὀφθαλμόν.

Ταῦτα δὲ μαθὼν ὁ βασιλεύς, ἀπέστειλε Κασδόαν τὴν θυγατέρα του, ἐλπίζωντας μήπως αὕτη μὲ τὰ γλυκὰ λόγιά της δυνηθῇ νὰ καταπείσῃ τὸν ἀδελφόν της Γοβδελαᾶν νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὸν πατέρα των, καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστόν. Ἡ δὲ Κασδόα προσελθοῦσα εἰς τὸν ἀδελφόν, καὶ κατηχηθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ, ἔγινε Χριστιανή. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ πατὴρ αὐτῶν καὶ βασιλεύς, ἐθυμώθη. Ὅθεν ἐπρόσταξε νὰ ἐξαπλώσουν τὴν θυγατέρα του, καὶ νὰ δείρουν αὐτὴν σκληρῶς μὲ ῥαβδία. Τούτου δὲ γενομένου, ἔβαλεν αὐτὴν εἰς τὴν φυλακήν.

Ἡ δὲ Κασδόα εὑρισκομένη εἰς τὴν φυλακήν, καὶ πονοῦσα ἀπὸ τὰς ῥαβδίας καὶ μάστιγας ὁποῦ ἔλαβε, λέγει πρὸς τὸν ἅγιον ἀδελφόν της. Παρακάλεσον διὰ λόγου μου τὸν Θεὸν ἀδελφέ, ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ ὑποφέρω τὰ βάσανα. Ὁ δὲ Ἅγιος ἀπεκρίθη. Ἂς μὴν ὀλιγοστεύσῃ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν πίστις σου. Καὶ ἐλπίζω εἰς τὸν Χριστόν, ὁποῦ ἐπίστευσας, ὅτι αὐτὸς δὲν θέλει ἀφήσει νὰ σοῦ ἐγγίξῃ βάσανος. Ἀλλ’ οὐδὲ ἄλλην βάσανον ἔχεις νὰ δοκιμάσῃς εἰς τὸ ἑξῆς. Ὁ βασιλεὺς λοιπὸν ἐκβαλὼν ἀπὸ τὴν φυλακὴν τὸν Γοβδελαᾶν, ἐπρόσταξε νὰ δεθῇ χεῖρας καὶ πόδας, καὶ νὰ ῥιφθῇ εἰς τοὺς πόδας τῶν βαρβάτων ἀλόγων ὁποῦ εἶχεν. Ἵνα καταπατηθῇ ἀπὸ αὐτὰ ὅλην τὴν νύκτα, καὶ βιαίως ἀποθάνῃ. Ἐρρίφθη λοιπὸν ὁ Ἅγιος καὶ ἐπειδὴ εὑρέθη τὸ πρωῒ ἀβλαβὴς καὶ λυμένος ἀπὸ τὰ δεσμά, διὰ τοῦτο ἐξέστησεν ἅπαντας. Τότε σούβλας πυρώσας ὁ ἀπάνθρωπος τύραννος, κατέκαυσε τὰ μέλη τοῦ Μάρτυρος. Ἔπειτα προστάζει νὰ βάλουν μέσα εἰς τὰς δύω του χεῖρας δύω τζεγκέλια, καὶ ἀπὸ αὐτὰ νὰ τὸν κρεμάσουν ἐπάνω εἰς δύω ξύλα, τὰ ὁποῖα νὰ ᾖναι τρεῖς πήχεις μακρὰν ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ὁ δὲ γενναῖος ἀθλητὴς καὶ ἐκεῖ κρεμάμενος, δὲν ἔπαυεν ἀπὸ τὸ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ δοξολογῇ τὸν Θεόν. Δύω δὲ Χριστιανοὶ καὶ Πρεσβύτεροι, ἤγουν Ἱερεῖς κατὰ τὴν ἀξίαν, Δαδιὴς καὶ Αὐδιὴς ὀνομαζόμενοι, ἐπαραστέκοντο κρυφίως διὰ τὸν φόβον τοῦ βασιλέως, καὶ ἔγραφον τὸ κάθε μαρτύριον τοῦ Ἁγίου. Πρὸς τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ Ἅγιος, ἀνίσως εἶναι δυνατὸν εἰς ἐσᾶς, φέρετέ μοι νερὸν καὶ ἔλαιον διὰ νὰ βαπτισθῶ. Εἰ δὲ καὶ δὲν εἰναι δυνατόν, παρακαλέσατε τὸν Θεὸν διὰ νὰ γένῃ τοῦτο.

Ταῦτα λέγοντος τοῦ Ἁγίου, ἰδοὺ ἐπισκιάζει αὐτὸν ἕνα μικρὸν σύνεφον, ὡσὰν μία καταχνία καὶ ἀντάρα, τὸ ὁποῖον ἔβρεξεν ὡσὰν βρύσις, ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ Μάρτυρος νερὸν καὶ ἔλαιον. Μαζὶ δὲ μὲ τὸ σύνεφον, ἦλθε καὶ φωνὴ λέγουσα. Δοῦλε τοῦ Θεοῦ Γοβδελαᾶ, ἰδοὺ ἐδέχθης τὸ ἅγιον Βάπτισμα. Καὶ εὐθὺς ἔλαμψε τὸ πρόσωπον τοῦ Ἁγίου ὡσὰν φῶς, καὶ εὐωδία εὐγῆκεν ἀπὸ αὐτὸν ὄχι ὀλίγη. Ὅθεν ἀνέπεμψεν ὁ ἀθλητὴς δόξαν καὶ αἶνον εἰς τὸν Σωτῆρα Χριστόν. Ὁ δὲ ὠμὸς Γάργαλος καταβιβάσας τὸν Μάρτυρα ἀπὸ τὸ ξύλον, ἔξυσε καλάμια καὶ τὰ ἐπλάτυνεν. Ἔπειτα κατεκέντησε μὲ αὐτὰ ὅλον τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος, ἀπὸ ποδῶν ἕως κεφαλῆς. Ὁ δὲ τοῦ Χριστοῦ ἀθλητὴς εἰς πολλὰς ὥρας κατακεντούμενος, καὶ τὸν νοῦν του ὅλον συμμαζώξας εἰς τὸν Θεόν, παρέδωκεν εἰς αὐτὸν τὴν ἁγίαν ψυχήν του. Τότε ὁ Γάργαλος ἔδεσε τοὺς πόδας τοῦ Ἁγίου μὲ σχοινίον. Καὶ τὸ σχοινίον πάλιν ἔδεσεν εἰς ἄγρια ἄλογα. Καὶ οὕτως ἐπρόσταξε τοὺς στρατιώτας νὰ κτυποῦν καὶ νὰ διώκουν τὰ ἄλογα εἰς τραχεῖς καὶ πετρώδεις τόπους. Μὲ σκοπόν, ἵνα τὸ νεκρὸν καὶ γυμνὸν σῶμα τοῦ Μάρτυρος διασπαραχθῇ εἰς κομμάτια, καὶ παντελῶς ἀφανισθῇ. Ἀφ’ οὗ δὲ τοῦτο ἐποίησεν ὁ ἀπάνθρωπος, εἴ τι μέρος ἔμεινε τοῦ ἀθλητικωτάτου ἐκείνου σώματος, τὸ ἐδιεμοίρασεν εἰς τρία, καὶ ἔρριψε ταῦτα (ὢ ψυχῆς ὠμοτάτης, τῆς καὶ τὰ θηρία ὑπερβαινούσης!) διὰ νὰ τὰ φάγουν τὰ πετεινὰ καὶ σκυλία. Ἀλλ’ οἱ ἀνωτέρω ῥηθέντες δύω Ἱερεῖς, ὁ Δαδιὴς καὶ Αὐδιής, ἀγοράσαντες τὰ κομμάτια ἐκεῖνα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μὲ πολλὴν πληρωμήν, ἔφερον αὐτὰ μαζὶ μὲ τὸν Διάκονον Ἁρμαζαδὰκ εἰς τὰ ὁσπήτιά των. Καὶ τειλίξαντες μὲ ἀρώματα καὶ σινδόνας, ἐνταφίασαν αὐτὰ εὐλαβῶς.

Ὁ δὲ Ἅγιος Δάδας, ὁ ἐνδοξότατος καὶ συγγενὴς τοῦ βασιλέως, ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν, μὲ διαφόρους βασάνους τιμωρηθείς, τελευταῖον κατεκόπη μεληδόν, καὶ οὕτω καὶ αὐτὸς ἐτελειώθη ἐν Κυρίῳ. Φιλόχριστοι δέ τινες λαβόντες τὰ κατακοπέντα αὐτοῦ μέλη, καὶ τιμήσαντες κατὰ τὸ πρέπον, ἐνταφίασαν αὐτὰ εἰς ἱερὸν καὶ τίμιον τόπον. Εἰς καιρὸν δὲ ὁποῦ οἱ ἀνωτέρω Ἱερεῖς καὶ οἱ λοιποὶ ἔψαλλον ὅλην ἐκείνην τὴν νύκτα, δοξολογοῦντες καὶ εὐχαριστοῦντες τὸν Θεόν, ἰδοὺ κατὰ τὸ μεσονύκτιον φαίνεται ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν ὁ Ἅγιος Γοβδελαᾶς, καὶ τοὺς λέγει. Ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί. Καὶ στῆτε ἑδραῖοι καὶ ἀμετακίνητοι. Καὶ μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι. Οἱ δὲ ψάλλοντες Ἱερεῖς, βλέποντες τὸν Ἅγιον, ἐχάρηκαν. Εἶπε δὲ πάλιν πρὸς αὐτοὺς ὁ Μάρτυς. Ὁ Κύριος νὰ σᾶς ἀποδώσῃ τὸν μισθόν, διὰ τὸν κόπον ὁποῦ ἐποιήσατε. Καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν λέγει πρὸς τὸν Δαδιήν. Λάβε τὸ κέρατον τοῦ ἐλαίου, ἤτοι τὸ Ἅγιον Μῦρον. Ὁμοίως λάβε καὶ τὸ τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ πηγαίνωντας μέσα εἰς τὸ βασιλικὸν περιβόλι, μύρωσον τὴν ἀδελφήν μου Κασδόαν. Καὶ κοινώνησον αὐτὴν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὁ δὲ Δαδιὴς λαβὼν αὐτά, ἐπῆγε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ὁποῦ ἔφθασεν εἰς τὴν πόρταν τοῦ περιβολίου, ἰδοὺ ἐφάνη εἰς αὐτὸν Ἄγγελος Κυρίου, καὶ ἐμβῆκε μαζί του μέσα εἰς τὸ περιβόλι. Τότε ὁ Ἱερεὺς βαπτίσας τὴν Κασδόαν, ἐμύρωσεν αὐτήν. Καὶ κοινωνήσας αὐτὴν ἐκ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, εἶπε. Πήγαινε καὶ κοιμοῦ ἕως τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ εὐθέως λαβὼν ὁ Ἄγγελος τὴν ἁγίαν αὐτῆς ψυχήν, ἀνέβη εἰς τὰ Οὐράνια.

Ἕνας δὲ ἄλλος συγγενὴς τοῦ βασιλέως, Κασδόος ὀνομαζόμενος, ἐδάρθη μὲ σπάθην ξυλίνην διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐτελειώθη ἐν Κυρίῳ. Τῷ δὲ πρωῒ ἐμβῆκεν ἡ βασίλισσα εἰς τὴν φυλακήν, καὶ εὑροῦσα τὴν θυγατέρα αὑτῆς Κασδόαν τελειωμένην, ἐγύρισε λυπημένη εἰς τὰ βασίλεια, καὶ λέγει εἰς τὸν ἄνδρα της. Εἰς τὸ ἑξῆς βασιλεῦ, χαῖρε σὺ καὶ ἡ βασιλεία σου. Διατὶ, ὁ μὲν υἱός μου Γοβδελαᾶς, ἐθανατώθη, ὕστερον ἀφ’ οὗ ἐτιμωρήθη μυριοπλασίως ἀπὸ ἐσένα, ὡσὰν νὰ εἶχεν ἐγκλήματα μυρίων φονευτῶν. Ἡ δὲ θυγάτηρ μου Κασδόα, ἰδοὺ καὶ αὐτὴ ἀπέθανεν, ὕστερον ἀφ’ οὗ κατεξεσχίσθη μὲ ἀκανθώδη ῥαβδία, ὡσὰν νὰ ἤθελε φονεύσῃ τὸν ἴδιόν της πατέρα.

Ταῦτα ἀκούσας ὁ ἄσπλαγχνος ἐκεῖνος καὶ αἱμοβόρος ἀνὴρ ὁμοῦ καὶ πατήρ, τελείως δὲν ἔκλινεν εἰς ἔλεος καὶ συμπάθειαν. Ἡ δὲ μήτηρ βασίλισσα πέρνουσα ἀρώματα πολυειδῆ καὶ εὐωδέστατα, ἐμύρισε τὸ λείψανον Κασδόας τῆς Ἁγίας αὑτῆς θυγατρός. Καὶ τειλίξασα μὲ πορφύραν βασιλικήν, ἔβαλεν αὐτὸ ὁμοῦ μὲ τὸ λείψανον Γοβδελαᾶ τοῦ Ἁγίου υἱοῦ της. Εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

(4) Ἐν δὲ τῷ χειρογράφῳ Συναξαριστῇ γράφεται πανταχοῦ Κασδίου.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Κυριακού, Τρύφωνος, Τροφίμου, Δορυμέδοντος, Πετρωνίας, Γουδελίας, Γοβδελαά κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.