Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου29 Μαΐου

Των Αγίων Θεοδοσίας της Παρθένου, Θεοδοσίας της Κωνσταντινουπολιτίσσης, Αλεξάνδρου Πάπα Αλεξανδρείας κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Τω αυτώ μηνί ΚΘ’, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Θεοδοσίας της Παρθένου.

Πνίγει θαλάσσης Θεοδοσίαν ύδωρ,
Τρέφει δε Χριστός εις αναψυχής ύδωρ.

Εικάδι Θεοδοσίην ενάτη πέφνε ρεύμα θαλάσσης.

Αύτη η ιερά και παναγία κόρη εκατάγετο από την Τύρον την ευρισκομένην εις την Φοινίκην. Όταν δε έφθασεν εις τον δέκατον όγδοον χρόνον της ηλικίας της, επιάσθη από τους ειδωλολάτρας εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης και εδέθη. Εις καιρόν δε οπού εκάθισαν οι κριταί και άρχοντες των Ελλήνων, δια να κρίνουν τινάς Χριστιανούς ομολογητάς της του Χριστού πίστεως, και να καταδικάσουν αυτούς, τότε και η Αγία αύτη Θεοδοσία εφέρθη δέσμιος έμπροσθεν εις τον άρχοντα Ουρβανόν, ο οποίος επρόσταξεν αυτήν να θυσιάση εις τα είδωλα. Επειδή δε η Αγία δεν επείσθη, δια τούτο ο θηριώδης ηγεμών, τόσον φοβερά βάσανα επροξένησε εις τα πλευρά και εις τα βυζία της Μάρτυρος, ώστε οπού, ούτε αυτά τα κόκκαλα, ούτε αυτά τα εντόσθια και σπλάγχνα της αφήκεν ο απάνθρωπος αβασάνιστα. Η δε Αγία με μεγάλην ανδρίαν και σιωπήν, υπέμεινεν όλας τας τιμωρίας ταύτας, χωρίς να λαλήση ολότελα. Εις καιρόν δε οπού ακόμη ήτον ζωντανή, ερώτησεν αυτήν πάλιν ο ηγεμών, παρακινώντας την δια να θυσιάση εις τα είδωλα. Η δε Μάρτυς βλέπουσα τον ηγεμόνα προσεκτικώς, άνοιξε το στόμα της, και χαμογελώσα, μη πλανάσαι, του είπεν, ω άνθρωπε μη πλανάσαι. Δεν ηξεύρεις, ότι εγώ αξιώθηκα να γένω συγκοινωνός των του Θεού Αγίων Μαρτύρων; Ο δε ηγεμών εκατάλαβεν, ότι με αυτά τα λόγια περιπαίζεται από την κόρην, δια τούτο εβασάνισεν αυτήν με περισσοτέρας τιμωρίας από το πρώτον. Έπειτα έρριψεν αυτήν μέσα εις τον βυθόν της θαλάσσης, και εκεί παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και ούτως έλαβε παρ’ αυτού τον αμάραντον στέφανον της αθλήσεως.

*

Αγία ΘεοδοσίαΤη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος Θεοδοσίας της Κωνσταντινουπολιτίσσης.

Κέρας κριού κτείναν σε Θεοδοσία,
Ώφθη νέον σοι της Αμαλθείας κέρας.

Αύτη η Αγία ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Αδραματτινού, εν έτει ψιδ’ [714], θυγάτηρ γονέων ευσεβών, πατρίδα έχουσα την μεγάλην Κωνσταντινούπολιν. Όταν δε έγινεν επτά χρόνων, απέθανεν ο πατήρ της, η δε μήτηρ πέρνουσα ταύτην, την εκούρευσε καλογραίαν εις ένα Μοναστήριον της Κωνσταντινουπόλεως. Έπειτα απέθανε και η μήτηρ της, αφήσασα όλην την περιουσίαν της εις την μακαρίαν Θεοδοσίαν, η οποία εκ του πλούτου της κατεσκεύασε τρεις αγίας εικόνας χρυσάς και αργυράς, του Χριστού, της Θεοτόκου, και της Αγίας Μάρτυρος Αναστασίας, τα δε λοιπά υπάρχοντά της διεμοίρασεν εις τους πτωχούς. Αφ’ ου δε απέρασαν δύω χρόνοι, έγινε βασιλεύς Λέων ο Ίσαυρος, ο και Κόνων ονομαζόμενος, εν έτει ψις’ [716], ο οποίος με το να ήτον εικονομάχος, δια τούτο εδίωξε βιαίως από το Πατριαρχείον με ραβδία και σπαθία, τον αγιώτατον και μέγαν Πατριάρχην Άγιον Γερμανόν, επειδή και δεν επείθετο να συμφωνήση εις τα ασεβή του δόγματα, και να αθετήση την προσκύνησιν των αγίων εικόνων (1). Ου μόνον δε τούτο εποίησεν ο αλιτήριος, αλλά εσπούδασεν ο θηριώνυμος να κρημνίση ακόμη και να κατακαύση την αγίαν εικόνα Χριστού του Θεού ημών, η οποία εστέκετο επάνω εις την πόρταν της Κωνσταντινουπόλεως, την ονομαζομένην Χαλκήν.

Όθεν εις καιρόν οπού ο σπαθάριος του βασιλέως έβαλε την σκάλαν, και ανέβη δια να κρημνίση εις την γην την αγίαν εικόνα, ευθύς η μακαρία αύτη Θεοδοσία ομού με άλλας ευσεβείς γυναίκας, επίασαν την σκάλαν, και έρριψαν αυτήν κατά γης ομού με τον σπαθάριον, ο οποίος πεσών εις την γην, ετελεύτησεν. Έπειτα πηγαίνουσαι εις το Πατριαρχείον, ελιθοβόλουν τον δυσσεβή και εικονομάχον Αναστάσιον. Παρευθύς λοιπόν, αι μεν άλλαι γυναίκες, απεκεφαλίσθησαν. Την δε Αγίαν ταύτην Θεοδοσίαν, ετράβιζεν ένας ωμός και απάνθρωπος στρατιώτης. Φθάσας δε εις την τοποθεσίαν, την ονομαζομένην του Βοός, επήρεν ένα κέρατον κριαρίου, και με μεγάλον θυμόν και μανίαν, έμπηξεν αυτό ο θηριώδης και διεπέρασεν εις τον λαιμόν της Αγίας, και έτζι επροξένησεν εις την μακαρίαν του μαρτυρίου τον στέφανον. Τα δε άπειρα θαύματα, οπού καθ’ εκάστην ενεργούνται από το άγιον αυτής λείψανον, είναι δυνατόν να τα μάθη όποιος βούλεται (2). Τελείται δε η αυτής Σύναξις και εορτή εις το Μοναστήριον το ονομαζόμενον Δεξιοκράτους, όπου και το άγιον αυτής ευρίσκεται λείψανον.

(1) Σημειοί δε ο Δοσίθεος, σελ. 626 της Δωδεκαβίβλου, ότι αντί του Αγίου Γερμανού, έκαμε Πατριάρχην τον σύγγελον του Αγίου, Αναστάσιον τον νέον προδότην Ιούδαν, τον συμφωνήσαντα τω Κόνωνι, και επιβουλεύσαντα τω γέροντι αυτού. Αλλ’ αι σεμναί και τίμιαι γυναίκες της Κωνσταντινουπόλεως, ων πρώτη υπήρχεν η Αγία αύτη Θεοδοσία, ώρμησαν εις την Εκκλησίαν, με λίθους και ξύλα, και ύβριζον τον Πατριάρχην, μισθωτόν αυτόν ονομάζουσαι και λύκον και προδότην Ιούδαν, και ούτως αυτόν απεδίωξαν.

(2) Περί των θαυμάτων του λειψάνου της Αγίας ταύτης Θεοδοσίας αναφέρει και ο σοφός Ιωσήφ ο Βρυέννιος εν τω δευτέρω τόμω, εν τη μελέτη τη περί των Κυπρίων. Σημείωσαι, ότι την Ακολουθίαν της Αγίας Θεοδοσίας ανεπλήρωσεν η εμή αδυναμία, ήτις ευρίσκεται κατά την νήσον Νάξον, εν τη Εκκλησία ή Μονιδρίω της Αγίας Θεοδοσίας, εν η τελείται η Σύναξις αυτής και εορτή. Όρα και εις την ενάτην του Αυγούστου το Συναξάριον των αθλησάντων δια την αυτήν αγίαν εικόνα την εν τη Χαλκή Πύλη ισταμένην. Όθεν συνάγεται, ότι όχι μόνον γυναίκες ήτον αι τραβίξασαι την σκάλαν και ρίψασαι κατά γης τον Σπαθάριον, αλλά και άνδρες πολλοί. Σημείωσαι, ότι εις την Οσιομάρτυρα ταύτην Θεοδοσίαν λόγον έπλεξεν Ιωάννης Σταυράκιος ο χαρτοφύλαξ Θεσσαλονίκης, ου η αρχή· «Ο λόγος, Ορθοδοξίας στήλη Θεοδοσία τη καλλιμάρτυρι». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου, και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων.)

*

Μνήμη του Οσίου πατρός ημών Αλεξάνδρου Πάπα Αλεξανδρείας.

Σεπτήν τελευτήν την Αλεξάνδρου σέβω,
Ον οίδα σεπτόν της Αλεξάνδρου Πάπαν.

Ούτος ο Άγιος Αλέξανδρος ήτον κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου του Μεγάλου, εν έτει τκ’ [320], προ της Οικουμενικής Πρώτης Συνόδου. Έγινε δε Πατριάρχης Αλεξανδρείας μετά τον Αχιλλάν. Ούτος και τον δυσσεβή και κακόφρονα Άρειον εδίωξε και απέβαλεν από την Εκκλησίαν του Θεού. Διαλάμψας δε εις τον θρόνον χρόνους εικοσιτρείς, αφήκε διάδοχόν του τον Μέγαν Αθανάσιον.

*

Οι Άγιοι Μάρτυρες Ανήρ και η τούτου Σύζυγος, ξύλοις τα οστά συντριβέντες, τελειούνται.

Τοις ανδρός οστοίς συγκατεθλάσθης γύναι,
Καγώ σον οστούν, προς τον άνδρα φαμένη.

*

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Ολβιανού Επισκόπου πόλεως Ανέου, και των αυτού μαθητών.

Τον Ολβιανόν μάλα όλβιον λέγω,
Υπέρ Θεού θανόντα του πανολβίου.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, και κατά την υπατείαν Αλεξάνδρου και Μαξίμου, ηγεμονευόντων της Ασίας Ιουλίου Σέξτου και Αιλιανού, εν έτει τα’ [301]. Δια δε την εις Χριστόν πίστιν εφέρθη έμπροσθεν των ρηθέντων ηγεμόνων. Εις καιρόν δε οπού ο Αγριππίνος και ο Κλημέντιος οι νεωκόροι των ειδώλων, επρόσφεραν θυσίας εις την ψευδοθεάν Ρέαν, ηναγκάζετο από τους ηγεμόνας και ο Άγιος ούτος Αριανός, να θυσιάση εις εκείνην. Τότε ο του Χριστού Ιεράρχης με πολλά επιχειρήματα λόγων, την μεν πίστιν του Χριστού, ύψωσε και εμεγάλυνε, την δε θρησκείαν των ειδώλων, εξευτέλισε και εκατηγόρησεν. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην, πρώτον μεν έκαυσαν την ράχιν και τα σπλάγχνα του Αγίου με σουβλία πυρωμένα. Έπειτα δε, επειδή δεν επείσθη να θυσιάση εις τον ήλιον, τούτου χάριν ανέφεραν οι ηγεμόνες την απείθειάν του ταύτην εις τον ανθύπατον. Ο δε ανθύπατος επρόσταξε να δαρθή ο Άγιος άσπλαγχνα με ραβδία, αφ’ ου πρώτον ξεγυμνωθή. Ύστερον δε, άναψαν οι υπηρέται της πλάνης μίαν μεγάλην πυρκαϊάν, μέσα εις την οποίαν έρριψαν τον του Χριστού αθλητήν ομού με τους μαθητάς του, και ούτω δια πυρός τελειωθείς, έλαβε παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. Πολλά δε θαύματα ετέλεσεν ο Άγιος ούτος εν τη ζωή του, αλλά και μετά την οσίαν του κοίμησιν, πολλά τεράστια ενεργεί το τίμιον αυτού λείψανον, εις τους μετά πίστεως τούτω προστρέχοντας, καθώς διηγείται η κατά πλάτος αυτού ιστορία.

*

Ο Άγιος Νεομάρτυς Νάννος, ήτοι Ιωάννης, ο Θεσσαλονικεύς, ο εν Σμύρνη μαρτυρήσας κατά το έτος ͵αωβ’ [1802], ξίφει τελειούται.

Και Νάννος ώφθη χαριτώνυμος νέος,
Μάρτυς Κυρίου· ω άκρας ευδοξίας! (3)

(3) Το Μαρτύριον αυτού όρα εις το Νέον Λειμωνάριον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

    

 

Τῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΘ΄, μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Θεοδοσίας τῆς Παρθένου.

Πνίγει θαλάσσης Θεοδοσίαν ὕδωρ,
Τρέφει δὲ Χριστὸς εἰς ἀναψυχῆς ὕδωρ.

Εἰκάδι Θεοδοσίην ἐνάτῃ πέφνε ῥεῦμα θαλάσσης.

Αὕτη ἡ ἱερὰ καὶ παναγία κόρη ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν Τύρον τὴν εὑρισκομένην εἰς τὴν Φοινίκην. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς τὸν δέκατον ὄγδοον χρόνον τῆς ἡλικίας της, ἐπιάσθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας εἰς τὴν Καισάρειαν τῆς Παλαιστίνης καὶ ἐδέθη. Εἰς καιρὸν δὲ ὁποῦ ἐκάθισαν οἱ κριταὶ καὶ ἄρχοντες τῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ κρίνουν τινὰς Χριστιανοὺς ὁμολογητὰς τῆς τοῦ Χριστοῦ πίστεως, καὶ νὰ καταδικάσουν αὐτούς, τότε καὶ ἡ Ἁγία αὕτη Θεοδοσία ἐφέρθη δέσμιος ἔμπροσθεν εἰς τὸν ἄρχοντα Οὐρβανόν, ὁ ὁποῖος ἐπρόσταξεν αὐτὴν νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Ἁγία δὲν ἐπείσθη, διὰ τοῦτο ὁ θηριώδης ἡγεμών, τόσον φοβερὰ βάσανα ἐπροξένησε εἰς τὰ πλευρὰ καὶ εἰς τὰ βυζία τῆς Μάρτυρος, ὥστε ὁποῦ, οὔτε αὐτὰ τὰ κόκκαλα, οὔτε αὐτὰ τὰ ἐντόσθια καὶ σπλάγχνα της ἀφῆκεν ὁ ἀπάνθρωπος ἀβασάνιστα. Ἡ δὲ Ἁγία μὲ μεγάλην ἀνδρίαν καὶ σιωπήν, ὑπέμεινεν ὅλας τὰς τιμωρίας ταύτας, χωρὶς νὰ λαλήσῃ ὁλότελα. Εἰς καιρὸν δὲ ὁποῦ ἀκόμη ἦτον ζωντανή, ἐρώτησεν αὐτὴν πάλιν ὁ ἡγεμών, παρακινῶντάς την διὰ νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. Ἡ δὲ Μάρτυς βλέπουσα τὸν ἡγεμόνα προσεκτικῶς, ἄνοιξε τὸ στόμα της, καὶ χαμογελῶσα, μὴ πλανᾶσαι, τοῦ εἶπεν, ὦ ἄνθρωπε μὴ πλανᾶσαι. Δὲν ἠξεύρεις, ὅτι ἐγὼ ἀξιώθηκα νὰ γένω συγκοινωνὸς τῶν τοῦ Θεοῦ Ἁγίων Μαρτύρων; Ὁ δὲ ἡγεμὼν ἐκατάλαβεν, ὅτι μὲ αὐτὰ τὰ λόγια περιπαίζεται ἀπὸ τὴν κόρην, διὰ τοῦτο ἐβασάνισεν αὐτὴν μὲ περισσοτέρας τιμωρίας ἀπὸ τὸ πρῶτον. Ἔπειτα ἔρριψεν αὐτὴν μέσα εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, καὶ ἐκεῖ παρέδωκεν ἡ μακαρία τὴν ψυχήν της εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ οὕτως ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ τὸν ἀμάραντον στέφανον τῆς ἀθλήσεως.

*

ΤΑγία Θεοδοσίαῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Θεοδοσίας τῆς Κωνσταντινουπολιτίσσης.

Κέρας κριοῦ κτεῖνάν σε Θεοδοσία,
Ὤφθη νέον σοι τῆς Ἀμαλθείας κέρας.

Αὕτη ἡ Ἁγία ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Ἀδραματτινοῦ, ἐν ἔτει ψιδ΄ [714], θυγάτηρ γονέων εὐσεβῶν, πατρίδα ἔχουσα τὴν μεγάλην Κωνσταντινούπολιν. Ὅταν δὲ ἔγινεν ἑπτὰ χρόνων, ἀπέθανεν ὁ πατήρ της, ἡ δὲ μήτηρ πέρνουσα ταύτην, τὴν ἐκούρευσε καλογραίαν εἰς ἕνα Μοναστήριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἔπειτα ἀπέθανε καὶ ἡ μήτηρ της, ἀφήσασα ὅλην τὴν περιουσίαν της εἰς τὴν μακαρίαν Θεοδοσίαν, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ πλούτου της κατεσκεύασε τρεῖς ἁγίας εἰκόνας χρυσᾶς καὶ ἀργυρᾶς, τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου, καὶ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας, τὰ δὲ λοιπὰ ὑπάρχοντά της διεμοίρασεν εἰς τοὺς πτωχούς. Ἀφ’ οὗ δὲ ἀπέρασαν δύω χρόνοι, ἔγινε βασιλεὺς Λέων ὁ Ἴσαυρος, ὁ καὶ Κόνων ὀνομαζόμενος, ἐν ἔτει ψις΄ [716], ὁ ὁποῖος μὲ τὸ νὰ ἦτον εἰκονομάχος, διὰ τοῦτο ἐδίωξε βιαίως ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον μὲ ῥαβδία καὶ σπαθία, τὸν ἁγιώτατον καὶ μέγαν Πατριάρχην Ἅγιον Γερμανόν, ἐπειδὴ καὶ δὲν ἐπείθετο νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὰ ἀσεβῆ του δόγματα, καὶ νὰ ἀθετήσῃ τὴν προσκύνησιν τῶν ἁγίων εἰκόνων (1). Οὐ μόνον δὲ τοῦτο ἐποίησεν ὁ ἀλιτήριος, ἀλλὰ ἐσπούδασεν ὁ θηριώνυμος νὰ κρημνίσῃ ἀκόμη καὶ νὰ κατακαύσῃ τὴν ἁγίαν εἰκόνα Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἡ ὁποία ἐστέκετο ἐπάνω εἰς τὴν πόρταν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ὀνομαζομένην Χαλκῆν.

Ὅθεν εἰς καιρὸν ὁποῦ ὁ σπαθάριος τοῦ βασιλέως ἔβαλε τὴν σκάλαν, καὶ ἀνέβη διὰ νὰ κρημνίσῃ εἰς τὴν γῆν τὴν ἁγίαν εἰκόνα, εὐθὺς ἡ μακαρία αὕτη Θεοδοσία ὁμοῦ μὲ ἄλλας εὐσεβεῖς γυναῖκας, ἐπίασαν τὴν σκάλαν, καὶ ἔρριψαν αὐτὴν κατὰ γῆς ὁμοῦ μὲ τὸν σπαθάριον, ὁ ὁποῖος πεσὼν εἰς τὴν γῆν, ἐτελεύτησεν. Ἔπειτα πηγαίνουσαι εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ἐλιθοβόλουν τὸν δυσσεβῆ καὶ εἰκονομάχον Ἀναστάσιον. Παρευθὺς λοιπόν, αἱ μὲν ἄλλαι γυναῖκες, ἀπεκεφαλίσθησαν. Τὴν δὲ Ἁγίαν ταύτην Θεοδοσίαν, ἐτράβιζεν ἕνας ὠμὸς καὶ ἀπάνθρωπος στρατιώτης. Φθάσας δὲ εἰς τὴν τοποθεσίαν, τὴν ὀνομαζομένην τοῦ Βοός, ἐπῆρεν ἕνα κέρατον κριαρίου, καὶ μὲ μεγάλον θυμὸν καὶ μανίαν, ἔμπηξεν αὐτὸ ὁ θηριώδης καὶ διεπέρασεν εἰς τὸν λαιμὸν τῆς Ἁγίας, καὶ ἔτζι ἐπροξένησεν εἰς τὴν μακαρίαν τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον. Τὰ δὲ ἄπειρα θαύματα, ὁποῦ καθ’ ἑκάστην ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὸ ἅγιον αὐτῆς λείψανον, εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ μάθῃ ὅποιος βούλεται (2). Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῆς Σύναξις καὶ ἑορτὴ εἰς τὸ Μοναστήριον τὸ ὀνομαζόμενον Δεξιοκράτους, ὅπου καὶ τὸ ἅγιον αὐτῆς εὑρίσκεται λείψανον.

(1) Σημειοῖ δὲ ὁ Δοσίθεος, σελ. 626 τῆς Δωδεκαβίβλου, ὅτι ἀντὶ τοῦ Ἁγίου Γερμανοῦ, ἔκαμε Πατριάρχην τὸν σύγγελον τοῦ Ἁγίου, Ἀναστάσιον τὸν νέον προδότην Ἰούδαν, τὸν συμφωνήσαντα τῷ Κόνωνι, καὶ ἐπιβουλεύσαντα τῷ γέροντι αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ σεμναὶ καὶ τίμιαι γυναῖκες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὧν πρώτη ὑπῆρχεν ἡ Ἁγία αὕτη Θεοδοσία, ὥρμησαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μὲ λίθους καὶ ξύλα, καὶ ὕβριζον τὸν Πατριάρχην, μισθωτὸν αὐτὸν ὀνομάζουσαι καὶ λύκον καὶ προδότην Ἰούδαν, καὶ οὕτως αὐτὸν ἀπεδίωξαν.

(2) Περὶ τῶν θαυμάτων τοῦ λειψάνου τῆς Ἁγίας ταύτης Θεοδοσίας ἀναφέρει καὶ ὁ σοφὸς Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος ἐν τῷ δευτέρῳ τόμῳ, ἐν τῇ μελέτῃ τῇ περὶ τῶν Κυπρίων. Σημείωσαι, ὅτι τὴν Ἀκολουθίαν τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας ἀνεπλήρωσεν ἡ ἐμὴ ἀδυναμία, ἥτις εὑρίσκεται κατὰ τὴν νῆσον Νάξον, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἢ Μονιδρίῳ τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, ἐν ᾗ τελεῖται ἡ Σύναξις αὐτῆς καὶ ἑορτή. Ὅρα καὶ εἰς τὴν ἐνάτην τοῦ Αὐγούστου τὸ Συναξάριον τῶν ἀθλησάντων διὰ τὴν αὐτὴν ἁγίαν εἰκόνα τὴν ἐν τῇ Χαλκῇ Πύλῃ ἱσταμένην. Ὅθεν συνάγεται, ὅτι ὄχι μόνον γυναῖκες ἦτον αἱ τραβίξασαι τὴν σκάλαν καὶ ῥίψασαι κατὰ γῆς τὸν Σπαθάριον, ἀλλὰ καὶ ἄνδρες πολλοί. Σημείωσαι, ὅτι εἰς τὴν Ὁσιομάρτυρα ταύτην Θεοδοσίαν λόγον ἔπλεξεν Ἰωάννης Σταυράκιος ὁ χαρτοφύλαξ Θεσσαλονίκης, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὁ λόγος, Ὀρθοδοξίας στήλῃ Θεοδοσίᾳ τῇ καλλιμάρτυρι». (Σῴζεται ἐν τῇ Λαύρᾳ, ἐν τῷ Κοινοβίῳ τοῦ Διονυσίου, καὶ ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῶν Ἰβήρων.)

*

Μνήμη τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀλεξάνδρου Πάπα Ἀλεξανδρείας.

Σεπτὴν τελευτὴν τὴν Ἀλεξάνδρου σέβω,
Ὃν οἶδα σεπτὸν τῆς Ἀλεξάνδρου Πάπαν.

Οὗτος ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, ἐν ἔτει τκ΄ [320], πρὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Πρώτης Συνόδου. Ἔγινε δὲ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας μετὰ τὸν Ἀχιλλᾶν. Οὗτος καὶ τὸν δυσσεβῆ καὶ κακόφρονα Ἄρειον ἐδίωξε καὶ ἀπέβαλεν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ. Διαλάμψας δὲ εἰς τὸν θρόνον χρόνους εἰκοσιτρεῖς, ἀφῆκε διάδοχόν του τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον.

*

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀνὴρ καὶ ἡ τούτου Σύζυγος, ξύλοις τὰ ὀστᾶ συντριβέντες, τελειοῦνται.

Τοῖς ἀνδρὸς ὀστοῖς συγκατεθλάσθης γύναι,
Κᾀγὼ σὸν ὀστοῦν, πρὸς τὸν ἄνδρα φαμένη.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ὀλβιανοῦ Ἐπισκόπου πόλεως Ἀνέου, καὶ τῶν αὐτοῦ μαθητῶν.

Τὸν Ὀλβιανὸν μάλα ὄλβιον λέγω,
Ὑπὲρ Θεοῦ θανόντα τοῦ πανολβίου.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ, καὶ κατὰ τὴν ὑπατείαν Ἀλεξάνδρου καὶ Μαξίμου, ἡγεμονευόντων τῆς Ἀσίας Ἰουλίου Σέξτου καὶ Αἰλιανοῦ, ἐν ἔτει τα΄ [301]. Διὰ δὲ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν ἐφέρθη ἔμπροσθεν τῶν ῥηθέντων ἡγεμόνων. Εἰς καιρὸν δὲ ὁποῦ ὁ Ἀγριππῖνος καὶ ὁ Κλημέντιος οἱ νεωκόροι τῶν εἰδώλων, ἐπρόσφεραν θυσίας εἰς τὴν ψευδοθεὰν Ῥέαν, ἠναγκάζετο ἀπὸ τοὺς ἡγεμόνας καὶ ὁ Ἅγιος οὗτος Ἀριανός, νὰ θυσιάσῃ εἰς ἐκείνην. Τότε ὁ τοῦ Χριστοῦ Ἱεράρχης μὲ πολλὰ ἐπιχειρήματα λόγων, τὴν μὲν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ὕψωσε καὶ ἐμεγάλυνε, τὴν δὲ θρῃσκείαν τῶν εἰδώλων, ἐξευτέλισε καὶ ἐκατηγόρησεν. Ὅθεν διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην, πρῶτον μὲν ἔκαυσαν τὴν ῥάχιν καὶ τὰ σπλάγχνα τοῦ Ἁγίου μὲ σουβλία πυρωμένα. Ἔπειτα δέ, ἐπειδὴ δὲν ἐπείσθη νὰ θυσιάσῃ εἰς τὸν ἥλιον, τούτου χάριν ἀνέφεραν οἱ ἡγεμόνες τὴν ἀπείθειάν του ταύτην εἰς τὸν ἀνθύπατον. Ὁ δὲ ἀνθύπατος ἐπρόσταξε νὰ δαρθῇ ὁ Ἅγιος ἄσπλαγχνα μὲ ῥαβδία, ἀφ’ οὗ πρῶτον ξεγυμνωθῇ. Ὕστερον δέ, ἄναψαν οἱ ὑπηρέται τῆς πλάνης μίαν μεγάλην πυρκαϊάν, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἔρριψαν τὸν τοῦ Χριστοῦ ἀθλητὴν ὁμοῦ μὲ τοὺς μαθητάς του, καὶ οὕτω διὰ πυρὸς τελειωθείς, ἔλαβε παρὰ Κυρίου τὸν στέφανον τῆς ἀθλήσεως. Πολλὰ δὲ θαύματα ἐτέλεσεν ὁ Ἅγιος οὗτος ἐν τῇ ζωῇ του, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ὁσίαν του κοίμησιν, πολλὰ τεράστια ἐνεργεῖ τὸ τίμιον αὐτοῦ λείψανον, εἰς τοὺς μετὰ πίστεως τούτῳ προστρέχοντας, καθὼς διηγεῖται ἡ κατὰ πλάτος αὐτοῦ ἱστορία.

*

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Νάννος, ἤτοι Ἰωάννης, ὁ Θεσσαλονικεύς, ὁ ἐν Σμύρνῃ μαρτυρήσας κατὰ τὸ ἔτος ͵αωβ΄ [1802], ξίφει τελειοῦται.

Καὶ Νάννος ὤφθη χαριτώνυμος νέος,
Μάρτυς Κυρίου· ὢ ἄκρας εὐδοξίας! (3)

(3) Τὸ Μαρτύριον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Νέον Λειμωνάριον.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Θεοδοσίας της Παρθένου, Θεοδοσίας της Κωνσταντινουπολιτίσσης, Αλεξάνδρου Πάπα Αλεξανδρείας κ.ά. 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.