Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου27 Ιανουαρίου

Η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου· Μαρκιανής βασιλίσσης, Κλαυδίνου κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Ανακομιδή λειψάνου Αγίου Ιωάννου ΧρυσοστόμουΤω αυτώ μηνί ΚΖ’, η ανακομιδή του λειψάνου του εν Αγίοις Πατρός ημών Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου.

Νεκρός καθέζη ω Ιωάννη θρόνω,
Αλλ’ εν Θεώ ζων, πάσιν ειρήνη, λέγεις.

Άπνοον εβδομάτη κόμισαν δέμας εικάδι χρυσούν.

Ούτος ο μακάριος και θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διατί δεν επαράβλεπε το δίκαιον κατά φιλοπροσωπίαν, αλλά ήλεγχε την βασίλισσαν Ευδοξίαν δια τας παρανομίας και αδικίας οπού έκαμνε, και μάλιστα διατί τυραννικώ τρόπω επήρε τον αγρόν μιας χήρας, Καλλιτρόπης καλουμένης: τούτου χάριν εξωρίσθη μεν δύω φοραίς, και πάλιν ανεκαλέσθη από την εξορίαν. Τρίτον δε και τελευταίον, επέμφθη εις Κουκουσόν, η οποία, κατ’ άλλους μεν, είναι χωρίον κοντά εις την Τοκάτην, και λέγεται τώρα τουρκιστί Κεκζ. Κατ’ άλλους δε, είναι η λεγομένη Κόκουσις και Κόκουσα, και ευρίσκεται εις το σύνορον της Καππαδοκίας και της ελάσσονος Αρμενίας, τιμωμένη με θρόνον Επισκόπου. Από δε την Κουκουσόν εξωρίσθη εις Αραβισσόν, η οποία τώρα ονομάζεται Αραπισσός, ως λέγουσί τινες. Από δε τον Αραπισσόν, εξωρίσθη εις Πιτυούντα, η οποία και τώρα έτζι ονομάζεται, ήτις και αυτή είναι κοντά εις την Τοκάτην, και λέγεται κατά άλλους Μπίζερε. Αυτοί δε οι τρεις τόποι ήτον, όχι μόνον έρημοι και υστερημένοι από τα αναγκαία, αλλά και επολεμούντο από τους πλησιοχώρους Ισαύρους.

Εκεί λοιπόν ευρισκόμενος εξόριστος ο μέγας ούτος Πατήρ και ένσαρκος Άγγελος, εκαλέσθη εις τους Ουρανούς από τον Δεσπότην των απάντων, δια μέσου Πέτρου και Ιωάννου των ιερών Αποστόλων, και έτζι μεταβαίνει από την γην εις τας ουρανίους και αιωνίους σκηνάς. Το δε άγιον αυτού λείψανον αποθησαυρίζεται εις τα Κόμανα της Καππαδοκίας, ομού με τα άγια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, Βασιλίσκου και Λουκιανού, καθώς παρ’ αυτών των ιδίων απεκαλύφθη εις αυτόν με οπτασίαν νυκτερινήν. Αφ’ ου δε απέθανεν ο βασιλεύς Αρκάδιος και η γυνή του Ευδοξία, και εδιαδέχθη την βασιλείαν ο τούτων υιός Θεοδόσιος ο μικρός εν έτει υη’ [408], τότε ο Άγιος Πρόκλος, ο μαθητής και Διάκονος χρηματίσας του θείου Χρυσοστόμου, με κοινήν ψήφον έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Και λοιπόν κατά τον τέταρτον χρόνον της πατριαρχείας του, ήτοι εν έτει υλε’ [435], έπεισε τον βασιλέα, και έπεμψε δια να φέρουν εις Κωνσταντινούπολιν το λείψανον του θείου Πατρός. Επειδή δε ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτόν του, αλλ’ έμεινεν ακίνητος (τούτο δε το έκαμε, διατί με αυθεντίαν και υπερηφάνειαν ήθελε να πάρη το λείψανόν του ο βασιλεύς. Τον οποίον εβούλετο να διδάξη ο Άγιος ταπεινοφροσύνην και μετριότητα). Επειδή, λέγω, ο Άγιος έμεινεν ακίνητος, τούτου χάριν παρακαλεί αυτόν ο βασιλεύς δια μέσου της ακολούθου επιστολής, ήτις περιείχε ταύτα.

Επιστολή του βασιλέως Θεοδοσίου.

Εις τον οικουμενικόν Πατριάρχην και Διδάσκαλον και πνευματικόν Πατέρα Ιωάννην τον Χρυσόστομον, την προσκύνησιν προσφέρω εγώ ο βασιλεύς Θεοδόσιος. Ημείς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντες, πως είναι το σώμα σου νεκρόν, καθώς είναι και τα άλλα σώματα των αποθανόντων, ηθελήσαμεν να μεταφέρωμεν αυτό απλώς εις ημάς. Δια τούτο και του ποθουμένου δικαίως υστερήθημεν. Αλλά συ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησον εις ημάς, οπού μετανοούμεν. Συ γαρ εδίδαξες εις όλους την μετάνοιαν. Και δος τον εαυτόν σου, ως πατήρ φιλόπαις, εις ημάς τους φιλοπάτορας υιούς σου, και τους σε ποθούντας εύφρανον δια της παρουσίας σου.

Όταν λοιπόν επέμφθη η επιστολή αύτη, και εβάλθη επάνω εις το στήθος του Αγίου, τότε έδωκε τον εαυτόν του ο θείος Πατήρ, και το σεντούκι οπού είχε το άγιον λείψανον, ευκόλως και χωρίς κόπον εφέρετο. Εις καιρόν δε οπού έφθασε το άγιον λείψανον αντίπερα εις την Κωνσταντινούπολιν, ευγήκε μεν ο βασιλεύς και όλη η σύγκλητος δια να προϋπαντήσουν. Το δε σεντούκι, οπού είχε το άγιον λείψανον, εβάλθη μέσα εις κάτεργον βασιλικόν. Γενομένης δε φουρτούνας, τα μεν άλλα καΐκια, διεσκορπίσθησαν εις ένα και άλλο μέρος. Το δε κάτεργον, οπού είχε το άγιον λείψανον, ευγήκεν εις τον αγρόν της Καλλιτρόπης χήρας, την οποίαν η Ευδοξία αδίκησεν, ως προείπομεν. Και αφ’ ου απεδόθη ο αγρός εις την χήραν, τότε έγινε και εις την θάλασσαν γαλήνη. Πρώτον λοιπόν εφέρθη το άγιον λείψανον εις τον Ναόν του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενον του Αμαντίου, οπού και ο βασιλεύς ήτον παρών, και εσκέπαζε με την βασιλικήν του χλαμύδα την θείαν σορόν του λειψάνου, και ομού επαρακάλει τον Άγιον δια να στήση τον κλόνον του τάφου της μητρός του. Ο οποίος εκλονείτο και έτρεμεν ήδη εικοσιπέντε χρόνους. Και δη και επέτυχε της αιτήσεως. Εστάθη γαρ παραδόξως ο κινούμενος τάφος εκείνης.

Έπειτα εφέρθη εις τον Ναόν της Αγίας Ειρήνης. Εκεί δε έβαλον το άγιον λείψανον επάνω εις το ιερόν σύνθρονον, και εβόησαν άπαντες. «Απόλαβε τον θρόνον σου Άγιε». Μετά ταύτα απόθεσαν το σεντούκι του λειψάνου επάνω εις βασιλικήν καρότζαν, και έφερον αυτό εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Εκεί δε έβαλον το άγιον λείψανον επάνω εις την ιεράν καθέδραν, και ω του θαύματος! επεφώνησεν εις τον λαόν το, Ειρήνη πάσι. Και ύστερον εβάλθη υποκάτω εις την γην, οπού και τώρα ευρίσκεται. Όταν δε η ιερά Λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα εγίνοντο από τα οποία ένα είναι και τούτο. Ένας άνθρωπος πάσχωντας από ασθένειαν ονομαζομένην αρθρίτιδα, διατί προξενεί πόνους και οδύνας εις τα άρθρα και τας αρμονίας των μελών του σώματος, αυτός, λέγω, παράλυτος ων, και σχεδόν ακίνητος, επίασε το ιερόν στεντούκι, οπού είχε το του Αγίου λείψανον. Και ω του θαύματος! παρευθύς ελευθερώθη τελείως από το πάθος. Έτζι ηξεύρει να δοξάζη ο Θεός εκείνους, οπού τον δοξάζουν δια της πολιτείας των. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τω πανσέπτω Ναώ των Αγίων Αποστόλων, όπου και το ιερόν αυτού σώμα ευρίσκεται υποκάτω του θυσιαστηρίου (1). Περί δε της εξορίας του Αγίου, και πώς με πολλήν γενναιότητα υπέφερεν ο Χρυσορρήμων τα λυπηρά, θέλομεν μεταχειρισθώμεν τα εδικά του λόγια, τα οποία έγραψεν εν είδει επιστολής εις τον Επίσκοπον Κυριακόν, όντα και αυτόν εξόριστον. Έχουσι δε ούτως:

Επιστολή του Χρυσοστόμου.

Φέρε, ω αδελφέ Κυριακέ, να ευκερώσω την πληγήν της εδικής σου λύπης, και να διασκεδάσω του λογισμού σου το νέφαλον. Τι πράγμα είναι οπού σε κάμνει, αδελφέ, να λυπήσαι και να αδημονής; διατί ο χειμών είναι μεγάλος, και η φουρτούνα ετούτη, οπού επλάκωσε την Εκκλησίαν του Θεού, είναι πικρά και βαρεία; ναι, και εγώ το ηξεύρω, και κανένας εις τούτο δεν αντιλέγει. Αλλά εάν αγαπάς, εγώ να φέρω εις του λόγου σου μίαν παρομοίωσιν των τωρινών ταραχών. Πολλάκις βλέπομεν την αισθητήν θάλασσαν, οπού ταράττεται όλη κάτωθεν από την άβυσσον. Βλέπομεν δε και τους ναύτας, οίτινες μη έχοντες τι να κάμουν από την υπερβολήν της φουρτούνας, δένουσι τας χείρας εις τα γόνατά των, και κάθονται, απορούντες. Επειδή δεν βλέπουν, ούτε ουρανόν, ούτε πέλαγος, ούτε γην, αλλά κείτονται επάνω εις το κατάστρωμα του καϊκίου, και εκεί κλαίουσι και οδύρονται. Καθώς λοιπόν τοιαύτη φουρτούνα γίνεται εις την ορατήν θάλασσαν, έτζι και τώρα εις την Εκκλησίαν του Θεού ακολουθεί χειρότερη φουρτούνα, και περισσότερα κύματα.

Όθεν παρακάλει, αδελφέ, τον Δεσπότην και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο οποίος δεν καταπραΰνει την φουρτούναν ταύτην με τέχνην και δυσκολίαν, αλλά με μόνον το νεύμα και θέλησίν του, διαλύει την ταραχήν. Και αν πολλαίς φοραίς επαρακάλεσες τον Κύριον και δεν εισηκούσθης, μη αμελήσης. Διατί τοιαύτη συνήθεια είναι εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, να μη εισακούη παρευθύς, προνοούμενος δια την σωτηρίαν μας. Μήπως γαρ δεν εδύνετο να λυτρώση τους τρεις Αγίους Παίδας εκείνους, δια να μη βαλθώσιν εις την κάμινον; Ναι εδύνετο. Αλλ’ όμως προτίτερα δεν τους ελύτρωσεν. Αφ’ ου δε εκείνοι έγιναν σκλάβοι εις την Βαβυλώνα· και αφ’ ου ερρίφθησαν εις την χώραν των βαρβάρων, και εξωρίσθησαν από την πατρικήν τους κληρονομίαν· και αφ’ ου ερρίφθησαν εις την κάμινον, και απελπίσθησαν από όλους, ώστε οπού καμμία βοήθεια δεν έμεινεν εις αυτούς· τότε δη, τότε ο αληθινός Θεός, αιφνιδίως την θαυματουργίαν εποίησε, και διεσκόρπισε την φωτίαν, οπού ήτον εις την κάμινον των Χαλδαίων. Και λοιπόν, η κάμινος έγινεν Εκκλησία εις τους εν αυτή ευρισκομένους Παίδας. Όθεν και εκάλουν όλα τα κτίσματα, αγγέλους, δυνάμεις, στοιχεία, και έτζι όλα συναθροίζοντες έλεγον· «Ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον». Βλέπεις, αδελφέ, πώς η υπομονή των δικαίων, μετέβαλε την φωτίαν εις δρόσον; Και πώς αυτή έπεισε τον τύραννον Ναβουχοδονόσορ, να στέλλη γράμματα εις όλην την βασιλείαν του και να λέγη· «Μέγας είναι ο Θεός Σεδράχ, Μισάχ, και Αυδεναγώ»; Και βλέπε πόσον απότομον και φοβερόν ορισμόν έκαμεν. Όποιος, λέγει, ήθελεν ειπή λόγον εναντίον εις τους τρεις Παίδας, τούτου το οσπήτιον να διαρπάζεται, και τα υπάρχοντά του να γίνωνται αυθεντικά.

Λοιπόν μη λυπήσαι, αδελφέ Κυριακέ, διατί και εγώ, όταν εξωρίσθηκα από την Κωνσταντινούπολιν, δεν εφρόντιζα δια κανένα πράγμα, αλλά έλεγον ταύτα εις τον εαυτόν μου. Ανίσως θέλη η βασίλισσα να με εξορίση, ας με εξορίση. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλ. κγ’, 1). Ανίσως θέλη να με πριονίση, ας με πριονίση. Έχω εις τούτο παράδειγμα τον Προφήτην Ησαΐαν. Αν θέλη να με ρίψη εις το πέλαγος, ενθυμούμαι τον Προφήτην Ιωνάν, οπού τούτο έπαθεν. Αν θέλη να με βάλη μέσα εις λάκκον, έχω παράδειγμα τον Προφήτην Δανιήλ, όστις εβάλθη εις τον λάκκον των λεόντων. Εάν θέλη να με λιθοβολήση, έχω τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, οπού τούτο εδοκίμασεν. Αν θέλη να με αποκεφαλίση, έχω υπόδειγμα τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Αν θέλη να πάρη τα υπάρχοντά μου, εάν έχω, ας τα πάρη. «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι» (Ιώβ α’, 21).

Εις εμένα παραγγέλλει και ο Απόστολος λέγων· «Πρόσωπον Θεός ανθρώπου ου λαμβάνει» (Γαλ. β’, 6), και, «ει έτι ανθρώποις ήρεσκον, Χριστού δούλος ουκ αν ήμην» (Αυτόθι 10). Αρματόνει δε με και ο Δαβίδ λέγων· «Ελάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων, και ουκ ησχυνόμην» (Ψαλ. ριη’ 46). Πολλά κατεσκεύασαν εναντίον μου οι μισούντές με. Αλλά όλα τα έκαμαν από τον φθόνον και την κακίαν τους. Ηξεύρω βέβαια ότι λυπήσαι, αδελφέ, διατί εκείνοι οπού με εξώρισαν, παρρησία περιπατούν εις τα παζάρια, και ακολουθεί εις αυτούς πλήθος δορυφόρων και δούλων. Αλλ’ όμως ενθυμήσου πάλιν τον πλούσιον και τον Λάζαρον, ποίος μεν, εις την παρούσαν ζωήν εθλίβη, ποίος δε, απόλαυσε. Και τι γαρ έβλαψε τον Λάζαρον η εδώ πτωχεία; δεν εφέρθη εκείνος εις τους κόλπους του Αβραάμ με δόξαν ωσάν αθλητής και τροπαιούχος; Τι δε ωφέλησε τον πλούσιον ο πλούτος, τον ενδεδυμένον με πορφύραν και βύσσον (2); βέβαια ουδέν. Διατί, πού είναι τώρα οι ραβδούχοι του; πού οι δορυφόροι του; πού είναι τα χρυσοχάλινα άλογά του; πού είναι οι κόλακες, και η βασιλική του τράπεζα; Δεν εφέρθη εις τον τάφον ο άθλιος, δεμένος ωσάν ληστής, φέρων την ψυχήν του γυμνήν από τον κόσμον τούτον; και φωνάζων με εύκερον και ανωφελή φωνήν· «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον, δια να βάψη το άκρον του δακτύλου του εις το νερόν, και με αυτό να δροσίση την γλώσσαν μου, η οποία τηγανίζεται πικρώς εις την φλόγα ταύτην»; (Λουκ. ις’, 24).

Άθλιε πλούσιε, τι πατέρα ονομάζεις τον Αβραάμ, την ζωήν του οποίου δεν εμιμήθης; Ο Αβραάμ κάθε άνθρωπον εξενοδόχει εις τον οίκον του, εσύ δε, ουδέ ένα πτωχόν επρονόησες να θρέψης. Δεν πρέπει να πενθήση τινάς και να κλαύση, ότι ο δυστυχής πλούσιος, οπού είχε τόσον πλούτον, έγινεν ενδεής από μίαν μοναχήν ρανίδα νερού; Και διατί τούτο; Επειδή εις τον χειμώνα της παρούσης ζωής δεν έσπειρε, δια τούτο ήλθε το θέρος της άλλης ζωής και δεν εθέρισε. Και τούτο γίνεται κατ’ οικονομίαν του Δεσπότου των όλων Θεού. Δηλαδή το να ήναι η κόλασις των ασεβών και αμαρτωλών, και η ανάπαυσις των ευσεβών και δικαίων, αντικρύ μία εις την άλλην. Διατί; Δια να βλέπουν ένας τον άλλον οι ασεβείς και ευσεβείς και οι αμαρτωλοί και οι δίκαιοι· και ούτω να γνωρίζουν ένας τον άλλον. Τότε γαρ κάθε Μάρτυς θέλει γνωρίσει τον τύραννον, οπού τον εβασάνισε. Και αντιστρόφως κάθε τύραννος θέλει γνωρίσει τον Μάρτυρα, οπού ετιμώρησε.

Και ότι αυτά οπού λέγω δεν είναι εδικά μου λόγια, άκουσον την σοφίαν του Σολομώντος, οπού λέγει· «Τότε στήσεται εν παρρησία πολλή ο δίκαιος κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν» (Σοφ. ε’, 1). Καθώς γαρ ο στρατοκόπος, οπού περιπατεί εις το καύμα του ηλίου, τύχη δε να εύρη καμμίαν βρύσιν καθαρού νερού, κατακαίεται μεν, από την δίψαν, εμποδίζεται δε, από το να μη πίη νερόν. Ή καθώς ένας οπού πεινά πολλά, και κάθεται μεν κοντά εις καμμίαν τράπεζαν, οπού έχει διάφορα φαγητά, εμποδίζεται δε από κανένα δυνατώτερον να μη φάγη. Καθώς, λέγω, οι τοιούτοι, και ο διψασμένος δηλαδή και ο πεινασμένος πολύν πόνον και τιμωρίαν δοκιμάζουσι, διατί και ο διψασμένος, δεν ημπορεί να σβύση την δίψαν του με το νερόν, και ο πεινασμένος, δεν ημπορεί να παρηγορήση την πείναν του με το φαγητόν: τοιουτοτρόπως έχει να ακολουθήση και εν τη ημέρα της κρίσεως. Διατί, θέλουν βλέπουν μεν τους Αγίους ευφραινομένους, οι ασεβείς και αμαρτωλοί, δεν θέλουν δυνηθούν δε να απολαύσουν και αυτοί από την βασιλικήν τράπεζαν των δικαίων.

Όθεν και ο Θεός θέλωντας να τιμωρήση τον Αδάμ, τον έκαμε να κάθηται αντικρύ του Παραδείσου και να εργάζεται την γην, ίνα καθ’ εκάστην ημέραν, βλέπωντας μεν, τον ποθεινόν εκείνον τόπον του Παραδείσου, από τον οποίον ευγήκε, μη ημπορώντας δε να τον απολαύση, έχη πάντοτε πόνον και θλίψιν εις την ψυχήν του αφόρητον. Ανίσως δε, αδελφέ Κυριακέ, δεν ανταμώσωμεν ένας τον άλλον εις την παρούσαν ζωήν, αλλ’ όμως εκεί εις την άλλην, κανένας δεν θέλει μας εμποδίσει από το να ανταμωθώμεν, και να συζώμεν ένας με τον άλλον. Τότε δε θέλομεν ιδούμεν και εκείνους οπού μας εξώρισαν, καθώς και ο Λάζαρος είδε τον πλούσιον, και οι Μάρτυρες θέλουν ιδούν τους τυράννους, οπού τους εμαρτύρησαν.

Δια τούτο λοιπόν μη λυπήσαι, αγαπητέ αδελφέ, αλλά ενθυμού τον Προφήτην Ησαΐαν λέγοντα· «Μη φοβείσθε ονειδισμόν ανθρώπων, και τω φαυλισμώ αυτών μη ηττάσθε. Ως γαρ ιμάτιον βρωθήσεται υπό χρόνου, και ως έριον βρωθήσεται υπό σητός, ούτω βρωθήσονται» (Ησ. να’, 7). Στοχάσου δε και τον Δεσπότην ημών Χριστόν, πώς μέσα από τα σπάργανα εδιώκετο, και εις την βάρβαρον γην των Αιγυπτίων απερρίπτετο. Ποίος; Εκείνος οπού κρατεί τον κόσμον εις τας χείρας του. Και διατί; Δια να γένη τύπος εις ημάς και παράδειγμα, του να μη παραπονούμεθα και να γογγύζωμεν εις τους πειρασμούς. Ενθυμήσου δε δια χάριν εδικήν μου, και το πάθος του Σωτήρος, και πόσας ύβρεις ο Δεσπότης των απάντων υπέμεινε δια λόγου μας. Άλλοι μεν γαρ από τους Ιουδαίους, ωνόμαζον αυτόν Σαμαρείτην, και οινοπότην. Άλλοι δε, δαιμονισμένον και ψευδοπροφήτην. «Έλεγον γαρ, ότι ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης» (Λουκ. ζ’, 34), και «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. θ’, 34).

Τι δε να σοι λέγω, πως επήγαν, ω του θαύματος! να κατακρημνίσουν αυτόν; Και πως εις το πρόσωπον αυτόν έπτυον; Και ραπίσματα του έδιδαν; Τι να σοι λέγω, πως επότιζον αυτόν χολήν, και με τον κάλαμον εκτύπουν την παναγίαν του κεφαλήν; Και ένδυνον αυτόν με περιπαικτικήν χλαμύδα; Τι να σοι λέγω, πως με ακάνθας εστεφάνοναν αυτόν, και εγονάτιζον έμπροσθέν του, περιπαίζοντες και κάθε είδος περιγελάσματος εις αυτόν προσφέροντες; Τι να σοι λέγω, πως έφερον αυτόν εις το πάθος και εις τον σταυρόν, γυμνόν και κατάκριτον, οι αιμοβόροι εκείνοι σκύλοι; Και πως όλοι οι Μαθηταί του τον εγκατέλιπον; Ο μεν γαρ Πέτρος, τον αρνήθη, ο δε Ιούδας, τον επρόδωκεν, οι δε επίλοιποι έφυγον, και μόνος λοιπόν εστέκετο γυμνός εις το μέσον των όχλων εκείνων. (Εορτή γαρ του Πάσχα ήτον τότε, η οποία εσυνάθροιζεν όλους τους Ιουδαίους εις τα Ιεροσόλυμα δια να εορτάσουν.) Ή τι να σοι λέγω, πως εσταύρωσαν αυτόν ως πονηρόν ανάμεσα εις δύω κλέπτας; Τι δε να σοι διηγούμαι, πως ο Κύριος εστέκετο άταφος, όταν τον εκατέβασαν από τον σταυρόν, έως οπού ήλθεν Ιωσήφ ο Αριμαθαίος και εζήτησεν αυτόν δια να τον θάψη (3); Και πως τον εσυκοφάντησαν, ότι δεν ανεστήθη, αλλά οι μαθηταί του τον έκλεψαν;

Ενθυμήσου δε πάλιν τους Αποστόλους του Κυρίου, πως εις την αρχήν του Ευαγγελίου εδιώκοντο από κάθε τόπον, και πως εκρύπτοντο εις τας πόλεις. Και ο μεν Παύλος ήτον κεκρυμμένος, εις την πορφυροπώλιδα γυναίκα. Ο δε Πέτρος, εις τον Σίμωνα τον ταμβάκην. Και πως δεν είχον παρρησίαν κοντά εις τους πλουσίους. Ύστερον όμως όλα έγιναν εύκολα εις αυτούς. Έτζι και συ, αδελφέ, μη λυπήσαι, αν τώρα ακολουθούν τα λυπηρά. Διατί ύστερον έχουν να ακολουθήσουν τα χαροποιά. Ήκουσα δε και δια τον φλύαρον εκείνον Αρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα Πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι πολλά έθλιψε τους αδελφούς και τας παρθένους, οπού με εδεφένδευον, και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσουν με αυτόν (4), από τους οποίους πολλοί και απέθανον εις την φυλακήν δια την εδικήν μου αγάπην. Εκείνος, λέγω, ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος, έχει μεν σχήμα Επισκόπου, μοιχός δε είναι κατά αλήθειαν. Διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, πάρη άλλον άνδρα, έτζι και αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα. Επειδή ζώντος εμού του Επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός άρπασε τον θρόνον μου.

Ταύτα σοι, αδελφέ Κυριακέ, γράφομεν από την Κουκουσόν, όπου η βασίλισσα επρόσταξε και εξωρίσθημεν. Πολλαί δε θλίψεις και πειρασμοί απάντησαν εις εμένα κατά τον δρόμον, αλλ’ όμως δι’ αυτάς δεν εφρόντισα. Όταν δε ήλθομεν εις την χώραν των Καππαδοκών, και εις την Ταυροκιλικίαν, χοροί Αγίων Πατέρων μας επροϋπαντούσαν. Αλλά και πλήθος Μοναχών και Παρθένων, οίτινες έχυναν βρύσεις δακρύων από τους οφθαλμούς των και έκλαιον απαρηγόρητα, βλέποντες ημάς, πως επηγαίναμεν εις την εξορίαν, και έλεγον ένας εις τον άλλον, συμφέρον ήτον εις τον κόσμον να σβύση ο ήλιος, παρά να σιωπήση το στόμα του Ιωάννου. Αυτά τα λόγια με ετάραξαν και με ελύπησαν, αδελφέ, περισσότερον από όλα τα δεινά οπού έπαθον, επειδή και έβλεπον όλους κλαίοντας. Δια δε τα άλλα, όσα μοι εσυνέβηκαν, καμμίαν φροντίδα δεν εποίησα. Πολλά δε μας εδεξιώθη και ο Επίσκοπος ταύτης της πόλεως, και πολλήν αγάπην έδειξεν εις ημάς, ώστε οπού, αν ήτον δυνατόν, και αν δεν εφυλάττομεν τους όρους και κανόνας, τους μη συγχωρούντας να γίνωνται μεταθέσεις Επισκόπων, και να μην ήναι δύω Επίσκοποι εν ταυτώ εις μίαν και την αυτήν Επισκοπήν, βέβαια, ήθελε δώση και τον θρόνον του εις ημάς. Δέομαι λοιπόν και αντιβολώ, απόρριψον, αδελφέ, την λύπην και αθυμίαν από την ψυχήν σου, και ενθυμού και ημάς εις τας προς Θεόν ικεσίας σου. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Νέον Παράδεισον (5).)

(1) Σημείωσαι, ότι Κοσμάς ο Βεστίτωρ εγκώμια δύω έχει εις την επάνοδον του λειψάνου του θείου Χρυσοστόμου, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Ήκεν ημίν η λαμπρά και χαρμόσυνος», του δε ετέρου αύτη· «Αλλά πώς αν τις αιτίας και μώμων». (Σώζονται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου και εν τη Μονή των Ιβήρων.) Εν δε τη Μεγίστη Λαύρα σώζονται προσέτι, και άλλοι δύω λόγοι εις την αυτήν εορτήν, ων του μεν ενός η αρχή έστιν αύτη· «Δεύτε ακούσατε και διηγήσομαι υμίν». Του δε ετέρου αύτη· «Ήκουσται πάντως υμίν, ω φιλόχριστος πανήγυρις».

(2) Βύσσος είναι λινάρι λευκότατον και λεπτότατον, από το οποίον υφαίνονται τα λεπτότατα και λευκότατα ιμάτια, άπερ φορούσιν οι πλούσιοι εν τω καιρώ του θέρους.

(3) Σημειούμεν ενταύθα, ότι ο μεν Ευαγγελιστής Ιωάννης εφανέρωσε, δια τι σκοπόν εζήτησαν οι Ιουδαίοι να τζακισθώσι τα σκέλη, τόσον του Κυρίου, όσον και των ληστών. Ήγουν ίνα αποθάνωσιν ογλιγωρότερα, και κατεβασθώσιν από τους σταυρούς, και σηκωθώσιν από το μέσον δια της ενταφιάσεως. Δια να μη μένουν επάνω εις τον σταυρόν εν τοιαύτη μεγάλη εορτή του Πάσχα. Τι γάρ φησιν; «Οι ουν Ιουδαίοι ίνα μη μείνη επί του σταυρού τα σώματα εν τω Σαββάτω, επεί Παρασκευή ην· (ην γαρ μεγάλη ημέρα εκείνη του Σαββάτου), ηρώτησαν τον Πιλάτον, ίνα κατεαγώσιν αυτών τα σκέλη και αρθώσιν. Ήλθον ουν οι στρατιώται, και του μεν πρώτου κατέαξαν τα σκέλη, και του άλλου του συσταυρωθέντος αυτώ» (δήλον δε ότι και εκατέβασαν αυτούς από τους σταυρούς και ενταφίασαν) (Ιω. ιθ’, 31). Ο τοίνυν θείος Χρυσόστομος ακολουθών εις τον σκοπόν τούτον των Ιουδαίων, υπέλαβεν ότι καθώς οι στρατιώται εκατέβασαν των ληστών τα σώματα από τους σταυρούς, έτζι εκατέβασαν και το σώμα του Κυρίου από τον σταυρόν. Και δια τούτο λέγει εδώ, ότι οι Ιουδαίοι αυτοί κατήνεγκαν τον Κύριον από τον σταυρόν. Επειδή όμως, ρητώς τούτο ο Ευαγγελιστής ουκ εδήλωσε, μάλιστα δε λέγει παρακάτω ότι· «Μετά ταύτα ηρώτησε τον Πιλάτον ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ίνα … άρη (ο δηλοί ίνα σηκώση εκ του μέσου καθώς ανωτέρω ηρμηνεύθη και το, αρθώσι) το σώμα του Ιησού, και επέτρεψεν ο Πιλάτος» (κεφ. ιθ’, 38), και ίσως έως οπού ο στρατιώτης να νύξη αυτού την πλευράν, και να ρεύση εξ αυτής το αίμα και το ύδωρ, εξωδεύθη εν τω μεταξύ κάποιος καιρός, μεθ’ ον επήγεν ο Ιωσήφ, και εζήτησε να κατεβάση από τον σταυρόν το σώμα του τεθανατωμένου Σωτήρος. Μαρτυρούσι δε τούτο συμφώνως και οι δύω Ευαγγελισταί, ο τε Μάρκος και ο Λουκάς. Ο μεν γαρ Μάρκος λέγει περί του Ιωσήφ· «Και αγοράσας σινδόνα, και καθελών αυτόν, ενείλησε τη σινδόνι» (Μαρκ. ις’, 46), ο δε Λουκάς· «Και καθελών αυτό, ενετείλιξεν αυτό σινδόνι» (Λουκ. κγ’, 53).

(4) Όρα περί του Αρσακίου τούτου εις την ενδεκάτην του Οκτωβρίου.

(5) Εις την ανακομιδήν του λειψάνου του θείου τούτου Χρυσοστόμου, εγκώμιον εφιλοπόνησεν η εμή αδυναμία. Αλλά και παρακλητικόν Κανόνα εσύνθεσα εις αυτόν. Και ο βουλόμενος, ζητησάτω ταύτα.

*

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μαρκιανή η βασίλισσα, η κατατεθείσα εν τοις Αγίοις Αποστόλοις, εν ειρήνη τελειούται.

Την βασίλισσαν Μαρκιανήν εκ βίου,
Χριστός Βασιλεύς εξάγει βασιλέων.

*

Ο Όσιος Κλαυδίνος, εν ειρήνη τελειούται.

Ψυχής ιδών σης κάλλος εξηρημένον,
Ο ψυχεραστής λαμβάνει σε Κλαυδίνε.

*

Ο Όσιος Πέτρος ο Αιγύπτιος, εις βαθύ γήρας ελθών, εν ειρήνη τελειούται (6).

Ως ώριμός τις σίτος εκ γήρως Πέτρε,
Οίον ταμείω συγκομίζη τω τάφω.

(6) Ο Όσιος Πέτρος ούτος, ίσως είναι ο εν τω Παραδείσω των Πατέρων αναφερόμενος, ο του Αββά Λωτ μαθητής. Τούτον τον Πέτρον ερώτησεν ένας αδελφός λέγων. Όταν είμαι εις το κελλίον μου, εν ειρήνη ευρίσκεται η ψυχή μου. Όταν δε έλθη εις εμέ κανένας αδελφός, και ειπή εις εμέ λόγια των έξωθεν ανθρώπων, τότε η ψυχή μου ταράσσεται. Απεκρίθη δε εις αυτόν ο Αββάς Πέτρος, ότι έλεγεν ο Αββάς Λωτ ο εκείνου γέρωντας. Το κλειδίον σου ανοίγει την θύραν. Λέγει δε ο αδελφός. Τι θέλει να ειπή ο λόγος αυτός Αββά; Ο Πέτρος είπεν. Εάν έλθη αδελφός εις εσένα, ερωτάς εσύ αυτόν. Πώς έχεις; πόθεν ήλθες; πώς έχουσιν οι αδελφοί, σε εδέχθηκαν με περιποίησιν, ή όχι; Και έτζι με τα λόγια αυτά ανοίγεις εσύ πρώτος την πόρταν, δια να λαλήση ο παραβαλών σοι αδελφός, και έτζι ακούεις εκείνα, οπού δεν θέλεις, και ταράττεται η ψυχή σου. Απεκρίθη αυτώ ο αδελφός. Ούτως έχει η αλήθεια. Τι λοιπόν πρέπει να κάμη ο άνθρωπος, όταν τύχη να έλθη αδελφός εις αυτόν; Και είπεν αυτώ ο Πέτρος. Όταν έχη τινάς το πένθος, τότε αυτό γίνεται διδαχή εις τον άνθρωπον, και διδάσκει αυτόν τι πρέπει να κάμη. Όταν δέ τινας πένθος δεν έχη, δεν είναι δυνατόν να φυλαχθή. Απεκρίθη ο αδελφός. Όταν ευρίσκωμαι εις το κελλίον μου, τότε ευρίσκεται και το πένθος μαζί μου. Όταν δε εύγω έξω του κελλίου μου, τότε και το πένθος αναχωρεί από λόγου μου. Ο δε γέρων είπεν εις αυτόν. Ότι καθώς ο γνήσιος υιός δεν αφίνει τον πατέρα του, τοιουτοτρόπως και το πένθος, όταν γένη έξις εις τον άνθρωπον και κατασταθή ωσάν υιός του γνήσιος, δεν αναχωρεί πλέον από αυτόν, αλλά οποίαν ώραν ζητήση αυτό ο άνθρωπος, το ευρίσκει. Ούτος ερωτήθη μίαν φοράν τις είναι δούλος Θεού; Και απεκρίθη. Εν όσω δουλεύει τινάς εις οιονδήποτε πάθος, δεν λογίζεται δούλος Θεού. Αλλά είναι δούλος εκείνου του πάθους, από το οποίον κυριεύεται. Εν όσω δε αυτός κυριεύεται, δεν ημπορεί να διδάξη τους άλλους οπού κυριεύονται από τα ίδια πάθη, επειδή εντροπή είναι εις αυτόν το να διδάξη, προ του αυτός να ελευθερωθή από το πάθος εκείνο, δια το οποίον διδάσκει.

*

Ο Άγιος Νεομάρτυς Δημήτριος, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά το ͵αψπδ’ [1784] έτος, ξίφει τελειούται.

Φως ουράνιον σω επέστη λειψάνω,
Χριστού υπερτμηθέντι θείας αγάπης (7).

(7) Όρα το Μαρτύριον αυτού, εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Ανακομιδή λειψάνου Αγίου Ιωάννου ΧρυσοστόμουΤ ατ μην ΚΖ΄, νακομιδ το λειψάνου το ν γίοις Πατρς μν ωάννου ρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως το Χρυσοστόμου.

Νεκρς καθέζ ωάννη θρόν,
λλ’ ν Θε ζν, πσιν ερήνη, λέγεις.

πνοον βδομάτ κόμισαν δέμας εκάδι χρυσον.

Οτος μακάριος κα θεος ωάννης Χρυσόστομος, διατ δν παράβλεπε τ δίκαιον κατ φιλοπροσωπίαν, λλ λεγχε τν βασίλισσαν Εδοξίαν δι τς παρανομίας κα δικίας πο καμνε, κα μάλιστα διατ τυραννικ τρόπ πρε τν γρν μις χήρας, Καλλιτρόπης καλουμένης: τούτου χάριν ξωρίσθη μν δύω φορας, κα πάλιν νεκαλέσθη π τν ξορίαν. Τρίτον δ κα τελευταον, πέμφθη ες Κουκουσόν, ποία, κατ’ λλους μέν, εναι χωρίον κοντ ες τν Τοκάτην, κα λέγεται τώρα τουρκιστ Κέκζ. Κατ’ λλους δέ, εναι λεγομένη Κόκουσις κα Κόκουσα, κα ερίσκεται ες τ σύνορον τς Καππαδοκίας κα τς λάσσονος ρμενίας, τιμωμένη μ θρόνον πισκόπου. π δ τν Κουκουσν ξωρίσθη ες ραβισσόν, ποία τώρα νομάζεται ραπισσός, ς λέγουσί τινες. π δ τν ραπισσόν, ξωρίσθη ες Πιτυοντα, ποία κα τώρα τζι νομάζεται, τις κα ατ εναι κοντ ες τν Τοκάτην, κα λέγεται κατ λλους Μπίζερε. Ατο δ ο τρες τόποι τον, χι μόνον ρημοι κα στερημένοι π τ ναγκαα, λλ κα πολεμοντο π τος πλησιοχώρους σαύρους.

κε λοιπν ερισκόμενος ξόριστος μέγας οτος Πατρ κα νσαρκος γγελος, καλέσθη ες τος Ορανος π τν Δεσπότην τν πάντων, δι μέσου Πέτρου κα ωάννου τν ερν ποστόλων, κα τζι μεταβαίνει π τν γν ες τς ορανίους κα αωνίους σκηνάς. Τ δ γιον ατο λείψανον ποθησαυρίζεται ες τ Κόμανα τς Καππαδοκίας, μο μ τ για λείψανα τν γίων Μαρτύρων, Βασιλίσκου κα Λουκιανο, καθς παρ’ ατν τν δίων πεκαλύφθη ες ατν μ πτασίαν νυκτερινήν. φ’ ο δ πέθανεν βασιλες ρκάδιος κα γυνή του Εδοξία, κα διαδέχθη τν βασιλείαν τούτων υἱὸς Θεοδόσιος μικρς ν τει υη΄ [408], τότε γιος Πρόκλος, μαθητς κα Διάκονος χρηματίσας το θείου Χρυσοστόμου, μ κοινν ψφον γινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Κα λοιπν κατ τν τέταρτον χρόνον τς πατριαρχείας του, τοι ν τει υλε΄ [435], πεισε τν βασιλέα, κα πεμψε δι ν φέρουν ες Κωνσταντινούπολιν τ λείψανον το θείου Πατρός. πειδ δ γιος δν δωκε τν αυτόν του, λλ’ μεινεν κίνητος (τοτο δ τ καμε, διατ μ αθεντίαν κα περηφάνειαν θελε ν πάρ τ λείψανόν του βασιλεύς. Τν ποον βούλετο ν διδάξ γιος ταπεινοφροσύνην κα μετριότητα). πειδή, λέγω, γιος μεινεν κίνητος, τούτου χάριν παρακαλε ατν βασιλες δι μέσου τς κολούθου πιστολς, τις περιεχε τατα.

πιστολ το βασιλέως Θεοδοσίου.

Ες τν οκουμενικν Πατριάρχην κα Διδάσκαλον κα πνευματικν Πατέρα ωάννην τν Χρυσόστομον, τν προσκύνησιν προσφέρω γ βασιλες Θεοδόσιος. μες, Πάτερ τίμιε, νομίζοντες, πς εναι τ σμά σου νεκρόν, καθς εναι κα τ λλα σώματα τν ποθανόντων, θελήσαμεν ν μεταφέρωμεν ατ πλς ες μς. Δι τοτο κα το ποθουμένου δικαίως στερήθημεν. λλ σύ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησον ες μς, πο μετανοομεν. Σ γρ δίδαξες ες λους τν μετάνοιαν. Κα δς τν αυτόν σου, ς πατρ φιλόπαις, ες μς τος φιλοπάτορας υούς σου, κα τος σ ποθοντας εφρανον δι τς παρουσίας σου.

ταν λοιπν πέμφθη πιστολ ατη, κα βάλθη πάνω ες τ στθος το γίου, τότε δωκε τν αυτόν του θεος Πατήρ, κα τ σεντοκι πο εχε τ γιον λείψανον, εκόλως κα χωρς κόπον φέρετο. Ες καιρν δ πο φθασε τ γιον λείψανον ντίπερα ες τν Κωνσταντινούπολιν, εγκε μν βασιλες κα λη σύγκλητος δι ν προϋπαντήσουν. Τ δ σεντοκι, πο εχε τ γιον λείψανον, βάλθη μέσα ες κάτεργον βασιλικόν. Γενομένης δ φουρτούνας, τ μν λλα καΐκια, διεσκορπίσθησαν ες να κα λλο μέρος. Τ δ κάτεργον, πο εχε τ γιον λείψανον, εγκεν ες τν γρν τς Καλλιτρόπης χήρας, τν ποίαν Εδοξία δίκησεν, ς προείπομεν. Κα φ’ ο πεδόθη γρς ες τν χήραν, τότε γινε κα ες τν θάλασσαν γαλήνη. Πρτον λοιπν φέρθη τ γιον λείψανον ες τν Ναν το ποστόλου Θωμ, τν νομαζόμενον το μαντίου, πο κα βασιλες τον παρών, κα σκέπαζε μ τν βασιλικήν του χλαμύδα τν θείαν σορν το λειψάνου, κα μο παρακάλει τν γιον δι ν στήσ τν κλόνον το τάφου τς μητρός του. ποος κλονετο κα τρεμεν δη εκοσιπέντε χρόνους. Κα δ κα πέτυχε τς ατήσεως. στάθη γρ παραδόξως κινούμενος τάφος κείνης.

πειτα φέρθη ες τν Ναν τς γίας Ερήνης. κε δ βαλον τ γιον λείψανον πάνω ες τ ερν σύνθρονον, κα βόησαν παντες. «πόλαβε τν θρόνον σου γιε». Μετ τατα πόθεσαν τ σεντοκι το λειψάνου πάνω ες βασιλικν καρότζαν, κα φερον ατ ες τν Ναν τν γίων ποστόλων. κε δ βαλον τ γιον λείψανον πάνω ες τν ερν καθέδραν, κα το θαύματος! πεφώνησεν ες τν λαν τ, Ερήνη πσι. Κα στερον βάλθη ποκάτω ες τν γν, πο κα τώρα ερίσκεται. ταν δ ερ Λειτουργία τελετο, θαύματα μεγάλα γίνοντο π τ ποα να εναι κα τοτο. νας νθρωπος πάσχωντας π σθένειαν νομαζομένην ρθρίτιδα, διατ προξενε πόνους κα δύνας ες τ ρθρα κα τς ρμονίας τν μελν το σώματος, ατός, λέγω, παράλυτος ν, κα σχεδν κίνητος, πίασε τ ερν στεντοκι, πο εχε τ το γίου λείψανον. Κα το θαύματος! παρευθς λευθερώθη τελείως π τ πάθος. τζι ξεύρει ν δοξάζ Θες κείνους, πο τν δοξάζουν δι τς πολιτείας των. Τελεται δ ατο Σύναξις ν τ πανσέπτ Να τν γίων ποστόλων, που κα τ ερν ατο σμα ερίσκεται ποκάτω το θυσιαστηρίου (1). Περ δ τς ξορίας το γίου, κα πς μ πολλν γενναιότητα πέφερεν Χρυσορρήμων τ λυπηρά, θέλομεν μεταχειρισθμεν τ δικά του λόγια, τ ποα γραψεν ν εδει πιστολς ες τν πίσκοπον Κυριακόν, ντα κα ατν ξόριστον. χουσι δ οτως:

πιστολ το Χρυσοστόμου.

Φέρε, δελφ Κυριακέ, ν εκερώσω τν πληγν τς δικς σου λύπης, κα ν διασκεδάσω το λογισμο σου τ νέφαλον. Τί πργμα εναι πο σ κάμνει, δελφέ, ν λυπσαι κα ν δημονς; διατ χειμν εναι μεγάλος, κα φουρτονα τούτη, πο πλάκωσε τν κκλησίαν το Θεο, εναι πικρ κα βαρεα; ναί, κα γ τ ξεύρω, κα κνένας ες τοτο δν ντιλέγει. λλ ἐὰν γαπς, γ ν φέρω ες το λόγου σου μίαν παρομοίωσιν τν τωρινν ταραχν. Πολλάκις βλέπομεν τν ασθητν θάλασσαν, πο ταράττεται λη κάτωθεν π τν βυσσον. Βλέπομεν δ κα τος ναύτας, οτινες μ χοντες τί ν κάμουν π τν περβολν τς φουρτούνας, δένουσι τς χερας ες τ γόνατά των, κα κάθονται, ποροντες. πειδ δν βλέπουν, οτε ορανόν, οτε πέλαγος, οτε γν, λλ κείτονται πάνω ες τ κατάστρωμα το καϊκίου, κα κε κλαίουσι κα δύρονται. Καθς λοιπν τοιαύτη φουρτονα γίνεται ες τν ρατν θάλασσαν, τζι κα τώρα ες τν κκλησίαν το Θεο κολουθε χειρότερη φουρτονα, κα περισσότερα κύματα.

θεν παρακάλει, δελφέ, τν Δεσπότην κα Κύριον μν ησον Χριστόν, ποος δν καταπραΰνει τν φουρτοναν ταύτην μ τέχνην κα δυσκολίαν, λλ μ μόνον τ νεμα κα θέλησίν του, διαλύει τν ταραχήν. Κα ν πολλας φορας παρακάλεσες τν Κύριον κα δν εσηκούσθης, μ μελήσς. Διατ τοιαύτη συνήθεια εναι ες τν φιλάνθρωπον Θεόν, ν μ εσακού παρευθύς, προνοούμενος δι τν σωτηρίαν μας. Μήπως γρ δν δύνετο ν λυτρώσ τος τρες γίους Παδας κείνους, δι ν μ βαλθσιν ες τν κάμινον; Να δύνετο. λλ’ μως προτίτερα δν τος λύτρωσεν. φ’ ο δ κενοι γιναν σκλάβοι ες τν Βαβυλνα· κα φ’ ο ρρίφθησαν ες τν χώραν τν βαρβάρων, κα ξωρίσθησαν π τν πατρικήν τους κληρονομίαν· κα φ’ ο ρρίφθησαν ες τν κάμινον, κα πελπίσθησαν π λους, στε πο κμμία βοήθεια δν μεινεν ες ατούς· τότε δή, τότε ληθινς Θεός, αφνιδίως τν θαυματουργίαν ποίησε, κα διεσκόρπισε τν φωτίαν, πο τον ες τν κάμινον τν Χαλδαίων. Κα λοιπόν, κάμινος γινεν κκλησία ες τος ν ατ ερισκομένους Παδας. θεν κα κάλουν λα τ κτίσματα, γγέλους, δυνάμεις, στοιχεα, κα τζι λα συναθροίζοντες λεγον· «Ελογετε πντα τ ργα Κυρίου τν Κύριον». Βλέπεις, δελφέ, πς πομον τν δικαίων, μετέβαλε τν φωτίαν ες δρόσον; Κα πς ατ πεισε τν τύραννον Ναβουχοδονόσορ, ν στέλλ γράμματα ες λην τν βασιλείαν του κα ν λέγ· «Μέγας εναι Θες Σεδράχ, Μισάχ, κα Αδεναγώ»; Κα βλέπε πόσον πότομον κα φοβερν ρισμν καμεν. ποιος, λέγει, θελεν επ λόγον ναντίον ες τος τρες Παδας, τούτου τ σπήτιον ν διαρπάζεται, κα τ πάρχοντά του ν γίνωνται αθεντικά.

Λοιπν μ λυπσαι, δελφ Κυριακέ, διατ κα γώ, ταν ξωρίσθηκα π τν Κωνσταντινούπολιν, δν φρόντιζα δι κνένα πργμα, λλ λεγον τατα ες τν αυτόν μου. νίσως θέλ βασίλισσα ν μ ξορίσ, ς με ξορίσ. «Το Κυρίου γ κα τ πλήρωμα ατς» (Ψαλ. κγ΄, 1). νίσως θέλ ν μ πριονίσ, ς με πριονίσ. χω ες τοτο παράδειγμα τν Προφήτην σαΐαν. ν θέλ ν μ ίψ ες τ πέλαγος, νθυμομαι τν Προφήτην ωνν, πο τοτο παθεν. ν θέλ ν μ βάλ μέσα ες λάκκον, χω παράδειγμα τν Προφήτην Δανιήλ, στις βάλθη ες τν λάκκον τν λεόντων. Ἐὰν θέλ νά με λιθοβολήσ, χω τν Πρωτομάρτυρα Στέφανον, πο τοτο δοκίμασεν. ν θέλ νά με ποκεφαλίσ, χω πόδειγμα τν Βαπτιστν ωάννην. ν θέλ ν πάρ τ πάρχοντά μου, ἐὰν χω, ς τ πάρ. «Γυμνς ξλθον κ κοιλίας μητρός μου, γυμνς κα πελεύσομαι» (Ἰὼβ α΄, 21).

Ες μένα παραγγέλλει κα πόστολος λέγων· «Πρόσωπον Θες νθρώπου ο λαμβάνει» (Γαλ. β΄, 6), καί, «ε τι νθρώποις ρεσκον, Χριστο δολος οκ ν μην» (Ατόθι 10). ρματόνει δέ με κα Δαβδ λέγων· «λάλουν ν τος μαρτυρίοις σου ναντίον βασιλέων, κα οκ σχυνόμην» (Ψαλ. ριη΄ 46). Πολλ κατεσκεύασαν ναντίον μου ο μισοντές με. λλ λα τ καμαν π τν φθόνον κα τν κακίαν τους. ξεύρω βέβαια τι λυπσαι, δελφέ, διατ κενοι πο μ ξώρισαν, παρρησί περιπατον ες τ παζάρια, κα κολουθε ες ατος πλθος δορυφόρων κα δούλων. λλ’ μως νθυμήσου πάλιν τν πλούσιον κα τν Λάζαρον, ποος μέν, ες τν παροσαν ζων θλίβη, ποος δέ, πόλαυσε. Κα τί γρ βλαψε τν Λάζαρον δ πτωχεία; δν φέρθη κενος ες τος κόλπους το βραμ μ δόξαν σν θλητς κα τροπαιοχος; Τί δ φέλησε τν πλούσιον πλοτος, τν νδεδυμένον μ πορφύραν κα βύσσον (2); βέβαια οδέν. Διατ, πο εναι τώρα ο αβδοχοί του; πο ο δορυφόροι του; πο εναι τ χρυσοχάλινα λογά του; πο εναι ο κόλακες, κα βασιλική του τράπεζα; Δν φέρθη ες τν τάφον θλιος, δεμένος σν λστής, φέρων τν ψυχήν του γυμνν π τν κόσμον τοτον; κα φωνάζων μ εκερον κα νωφελ φωνήν· «Πάτερ βραάμ, λέησόν με, κα πέμψον Λάζαρον, δι ν βάψ τ κρον το δακτύλου του ες τ νερόν, κα μ ατ ν δροσίσ τν γλσσάν μου, ποία τηγανίζεται πικρς ες τν φλόγα ταύτην»; (Λουκ. ις΄, 24).

θλιε πλούσιε, τί πατέρα νομάζεις τν βραάμ, τν ζων το ποίου δν μιμήθης; βραμ κάθε νθρωπον ξενοδόχει ες τν οκόν του, σ δέ, οδ να πτωχν προνόησες ν θρέψς. Δν πρέπει ν πενθήσ τινς κα ν κλαύσ, τι δυστυχς πλούσιος, πο εχε τόσον πλοτον, γινεν νδες π μίαν μοναχν ανίδα νερο; Κα διατί τοτο; πειδ ες τν χειμνα τς παρούσης ζως δν σπειρε, δι τοτο λθε τ θέρος τς λλης ζως κα δν θέρισε. Κα τοτο γίνεται κατ’ οκονομίαν το Δεσπότου τν λων Θεο. Δηλαδ τ ν ναι κόλασις τν σεβν κα μαρτωλν, κα νάπαυσις τν εσεβν κα δικαίων, ντικρ μία ες τν λλην. Διατί; Δι ν βλέπουν νας τν λλον ο σεβες κα εσεβες κα ο μαρτωλο κα ο δίκαιοι· κα οτω ν γνωρίζουν νας τν λλον. Τότε γρ κάθε Μάρτυς θέλει γνωρίσει τν τύραννον, πο τν βασάνισε. Κα ντιστρόφως κάθε τύραννος θέλει γνωρίσει τν Μάρτυρα, πο τιμώρησε.

Κα τι ατ πο λέγω δν εναι δικά μου λόγια, κουσον τν σοφίαν το Σολομντος, πο λέγει· «Τότε στήσεται ν παρρησί πολλ δίκαιος κατ πρόσωπον τν θλιψάντων ατόν» (Σοφ. ε΄, 1). Καθς γρ στρατοκόπος, πο περιπατε ες τ καμα το λίου, τύχ δ ν ερ κμμίαν βρύσιν καθαρο νερο, κατακαίεται μέν, π τν δίψαν, μποδίζεται δέ, π τ ν μ πί νερόν. καθς νας πο πειν πολλά, κα κάθεται μν κοντ ες κμμίαν τράπεζαν, πο χει διάφορα φαγητά, μποδίζεται δ π κνένα δυνατώτερον ν μ φάγ. Καθώς, λέγω, ο τοιοτοι, κα διψασμένος δηλαδ κα πεινασμένος πολν πόνον κα τιμωρίαν δοκιμάζουσι, διατ κα διψασμένος, δν μπορε ν σβύσ τν δίψαν του μ τ νερόν, κα πεινασμένος, δν μπορε ν παρηγορήσ τν πενάν του μ τ φαγητόν: τοιουτοτρόπως χει ν κολουθήσ κα ν τ μέρ τς κρίσεως. Διατ, θέλουν βλέπουν μν τος γίους εφραινομένους, ο σεβες κα μαρτωλοί, δν θέλουν δυνηθον δ ν πολαύσουν κα ατο π τν βασιλικν τράπεζαν τν δικαίων.

θεν κα Θες θέλωντας ν τιμωρήσ τν δάμ, τν καμε ν κάθηται ντικρ το Παραδείσου κα ν ργάζεται τν γν, να καθ’ κάστην μέραν, βλέπωντας μέν, τν ποθεινν κενον τόπον το Παραδείσου, π τν ποον εγκε, μ μπορντας δ ν τν πολαύσ, χ πάντοτε πόνον κα θλίψιν ες τν ψυχήν του φόρητον. νίσως δέ, δελφ Κυριακέ, δν νταμώσωμεν νας τν λλον ες τν παροσαν ζωήν, λλ’ μως κε ες τν λλην, κνένας δν θέλει μς μποδίσει π τ ν νταμωθμεν, κα ν συζμεν νας μ τν λλον. Τότε δ θέλομεν δομεν κα κείνους πο μς ξώρισαν, καθς κα Λάζαρος εδε τν πλούσιον, κα ο Μάρτυρες θέλουν δον τος τυράννους, πο τος μαρτύρησαν.

Δι τοτο λοιπν μ λυπσαι, γαπητ δελφέ, λλ νθυμο τν Προφήτην σαΐαν λέγοντα· «Μ φοβεσθε νειδισμν νθρώπων, κα τ φαυλισμ ατν μ ττσθε. ς γρ μάτιον βρωθήσεται π χρόνου, κα ς ριον βρωθήσεται π σητός, οτω βρωθήσονται» (σ. να΄, 7). Στοχάσου δ κα τν Δεσπότην μν Χριστόν, πς μέσα π τ σπάργανα διώκετο, κα ες τν βάρβαρον γν τν Αγυπτίων περρίπτετο. Ποος; κενος πο κρατε τν κόσμον ες τς χεράς του. Κα διατί; Δι ν γέν τύπος ες μς κα παράδειγμα, το ν μ παραπονούμεθα κα ν γογγύζωμεν ες τος πειρασμούς. νθυμήσου δ δι χάριν δικήν μου, κα τ πάθος το Σωτρος, κα πόσας βρεις Δεσπότης τν πάντων πέμεινε δι λόγου μας. λλοι μν γρ π τος ουδαίους, νόμαζον ατν Σαμαρείτην, κα ονοπότην. λλοι δέ, δαιμονισμένον κα ψευδοπροφήτην. «λεγον γάρ, τι δο νθρωπος φάγος κα ονοπότης» (Λουκ. ζ΄, 34), κα «ν τ ρχοντι τν δαιμονίων κβάλλει τ δαιμόνια» (Ματθ. θ΄, 34).

Τί δ νά σοι λέγω, πς πγαν, το θαύματος! ν κατακρημνίσουν ατόν; Κα πς ες τ πρόσωπον ατν πτυον; Κα απίσματα το διδαν; Τί νά σοι λέγω, πς πότιζον ατν χολήν, κα μ τν κάλαμον κτύπουν τν παναγίαν του κεφαλήν; Κα νδυνον ατν μ περιπαικτικν χλαμύδα; Τί νά σοι λέγω, πς μ κάνθας στεφάνοναν ατόν, κα γονάτιζον μπροσθέν του, περιπαίζοντες κα κάθε εδος περιγελάσματος ες ατν προσφέροντες; Τί νά σοι λέγω, πς φερον ατν ες τ πάθος κα ες τν σταυρόν, γυμνν κα κατάκριτον, ο αμοβόροι κενοι σκύλοι; Κα πς λοι ο Μαθηταί του τν γκατέλιπον; μν γρ Πέτρος, τν ρνήθη, δ ούδας, τν πρόδωκεν, ο δ πίλοιποι φυγον, κα μόνος λοιπν στέκετο γυμνς ες τ μέσον τν χλων κείνων. (ορτ γρ το Πάσχα τον τότε, ποία συνάθροιζεν λους τος ουδαίους ες τ εροσόλυμα δι ν ορτάσουν.) τί νά σοι λέγω, πς σταύρωσαν ατν ς πονηρν νάμεσα ες δύω κλέπτας; Τί δ νά σοι διηγομαι, πς Κύριος στέκετο ταφος, ταν τν κατέβασαν π τν σταυρόν, ως πο λθεν ωσφ ριμαθαος κα ζήτησεν ατν δι ν τν θάψ (3); Κα πς τν συκοφάντησαν, τι δν νεστήθη, λλ ο μαθηταί του τν κλεψαν;

νθυμήσου δ πάλιν τος ποστόλους το Κυρίου, πς ες τν ρχν το Εαγγελίου διώκοντο π κάθε τόπον, κα πς κρύπτοντο ες τς πόλεις. Κα μν Παλος τον κεκρυμμένος, ες τν πορφυροπώλιδα γυνακα. δ Πέτρος, ες τν Σίμωνα τν ταμβάκην. Κα πς δν εχον παρρησίαν κοντ ες τος πλουσίους. στερον μως λα γιναν εκολα ες ατούς. τζι κα σύ, δελφέ, μ λυπσαι, ν τώρα κολουθον τ λυπηρά. Διατ στερον χουν ν κολουθήσουν τ χαροποιά. κουσα δ κα δι τν φλύαρον κενον ρσάκιον, τν ποον κάθισεν βασίλισσα Πατριάρχην ες τν θρόνον μου, τι πολλ θλιψε τος δελφος κα τς παρθένους, πο μ δεφένδευον, κα δν θέλησαν ν συγκοινωνήσουν μ ατόν (4), π τος ποίους πολλο κα πέθανον ες τν φυλακν δι τν δικήν μου γάπην. κενος, λέγω, προβατόσχημος λύκος, ποος, χει μν σχμα πισκόπου, μοιχς δ εναι κατ λήθειαν. Διότι καθς γυν νομάζεται μοιχαλίς, ταν, ζντος το νδρός της, πάρ λλον νδρα, τζι κα ατς εναι μοιχς οχ κατ σάρκα, λλ κατ πνεμα. πειδ ζντος μο το πισκόπου τς Κωνσταντινουπόλεως, ατς ρπασε τν θρόνον μου.

Τατά σοι, δελφ Κυριακέ, γράφομεν π τν Κουκουσόν, που βασίλισσα πρόσταξε κα ξωρίσθημεν. Πολλα δ θλίψεις κα πειρασμο πάντησαν ες μένα κατ τν δρόμον, λλ’ μως δι’ ατς δν φρόντισα. ταν δ λθομεν ες τν χώραν τν Καππαδοκν, κα ες τν Ταυροκιλικίαν, χορο γίων Πατέρων μς προϋπαντοσαν. λλ κα πλθος Μοναχν κα Παρθένων, οτινες χυναν βρύσεις δακρύων π τος φθαλμούς των κα κλαιον παρηγόρητα, βλέποντες μς, πς πηγαίναμεν ες τν ξορίαν, κα λεγον νας ες τν λλον, συμφέρον τον ες τν κόσμον ν σβύσ λιος, παρ ν σιωπήσ τ στόμα το ωάννου. Ατ τ λόγια μ τάραξαν κα μ λύπησαν, δελφέ, περισσότερον π λα τ δειν πο παθον, πειδ κα βλεπον λους κλαίοντας. Δι δ τ λλα, σα μο συνέβηκαν, κμμίαν φροντίδα δν ποίησα. Πολλ δ μς δεξιώθη κα πίσκοπος ταύτης τς πόλεως, κα πολλν γάπην δειξεν ες μς, στε πο, ν τον δυνατόν, κα ν δν φυλάττομεν τος ρους κα κανόνας, τος μ συγχωροντας ν γίνωνται μεταθέσεις πισκόπων, κα ν μν ναι δύω πίσκοποι ν ταυτ ες μίαν κα τν ατν πισκοπήν, βέβαια, θελε δώσ κα τν θρόνον του ες μς. Δέομαι λοιπν κα ντιβολ, πόρριψον, δελφέ, τν λύπην κα θυμίαν π τν ψυχήν σου, κα νθυμο κα μς ες τς πρς Θεν κεσίας σου. (Τν κατ πλάτος Βίον ατο ρα ες τν Νέον Παράδεισον (5).)

(1) Σημείωσαι, τι Κοσμς Βεστίτωρ γκώμια δύω χει ες τν πάνοδον το λειψάνου το θείου Χρυσοστόμου, ν το μν νς ρχ στιν ατη· «κεν μν λαμπρ κα χαρμόσυνος», το δ τέρου ατη· «λλ πς ν τις ατίας κα μώμων». (Σζονται ν τ Μεγίστ Λαύρ, ν τ Κοινοβί το Διονυσίου κα ν τ Μον τν βήρων.) ν δ τ Μεγίστ Λαύρ σζονται προσέτι, κα λλοι δύω λόγοι ες τν ατν ορτήν, ν το μν νς ρχ στιν ατη· «Δετε κούσατε κα διηγήσομαι μν». Το δ τέρου ατη· «κουσται πάντως μν, φιλόχριστος πανήγυρις».

(2) Βύσσος εναι λινάρι λευκότατον κα λεπτότατον, π τ ποον φαίνονται τ λεπτότατα κα λευκότατα μάτια, περ φοροσιν ο πλούσιοι ν τ καιρ το θέρους.

(3) Σημειομεν νταθα, τι μν Εαγγελιστς ωάννης φανέρωσε, δι τί σκοπν ζήτησαν ο ουδαοι ν τζακισθσι τ σκέλη, τόσον το Κυρίου, σον κα τν λστν. γουν να ποθάνωσιν γλιγωρότερα, κα κατεβασθσιν π τος σταυρούς, κα σηκωθσιν π τ μέσον δι τς νταφιάσεως. Δι ν μ μένουν πάνω ες τν σταυρν ν τοιαύτ μεγάλ ορτ το Πάσχα. Τί γάρ φησιν; «Ο ον ουδαοι να μ μείν π το σταυρο τ σώματα ν τ Σαββάτ, πε Παρασκευ ν· (ν γρ μεγάλη μέρα κείνη το Σαββάτου), ρώτησαν τν Πιλάτον, να κατεαγσιν ατν τ σκέλη κα ρθσιν. λθον ον ο στρατιται, κα το μν πρώτου κατέαξαν τ σκέλη, κα το λλου το συσταυρωθέντος ατ» (δλον δ τι κα κατέβασαν ατος π τος σταυρος κα νταφίασαν) (ω. ιθ΄, 31). τοίνυν θεος Χρυσόστομος κολουθν ες τν σκοπν τοτον τν ουδαίων, πέλαβεν τι καθς ο στρατιται κατέβασαν τν λστν τ σώματα π τος σταυρούς, τζι κατέβασαν κα τ σμα το Κυρίου π τν σταυρόν. Κα δι τοτο λέγει δ, τι ο ουδαοι ατο κατήνεγκαν τν Κύριον π τν σταυρόν. πειδ μως, ητς τοτο Εαγγελιστς οκ δήλωσε, μάλιστα δ λέγει παρακάτω τι· «Μετ τατα ρώτησε τν Πιλάτον ωσφ π ριμαθαίας να … ρ ( δηλο να σηκώσ κ το μέσου καθς νωτέρω ρμηνεύθη κα τ, ρθσι) τ σμα το ησο, κα πέτρεψεν Πιλάτος» (κεφ. ιθ΄, 38), κα σως ως πο στρατιώτης ν νύξ ατο τν πλευράν, κα ν εύσ ξ ατς τ αμα κα τ δωρ, ξωδεύθη ν τ μεταξ κποιος καιρός, μεθ’ ν πγεν ωσήφ, κα ζήτησε ν κατεβάσ π τν σταυρν τ σμα το τεθανατωμένου Σωτρος. Μαρτυροσι δ τοτο συμφώνως κα ο δύω Εαγγελισταί, τε Μάρκος κα Λουκς. μν γρ Μάρκος λέγει περ το ωσήφ· «Κα γοράσας σινδόνα, κα καθελν ατόν, νείλησε τ σινδόνι» (Μάρκ. ις΄, 46), δ Λουκς· «Κα καθελν ατό, νετείλιξεν ατ σινδόνι» (Λουκ. κγ΄, 53).

(4) ρα περ το ρσακίου τούτου ες τν νδεκάτην το κτωβρίου.

(5) Ες τν νακομιδν το λειψάνου το θείου τούτου Χρυσοστόμου, γκώμιον φιλοπόνησεν μ δυναμία. λλ κα παρακλητικν Κανόνα σύνθεσα ες ατόν. Κα βουλόμενος, ζητησάτω τατα.

*

Τ ατ μέρ γία Μαρκιαν βασίλισσα, κατατεθεσα ν τος γίοις ποστόλοις, ν ερήν τελειοται.

Τν βασίλισσαν Μαρκιανν κ βίου,
Χριστς Βασιλες ξάγει βασιλέων.

*

σιος Κλαυδνος, ν ερήν τελειοται.

Ψυχς δν σς κάλλος ξρημένον,
ψυχεραστς λαμβάνει σε Κλαυδνε.

*

σιος Πέτρος Αγύπτιος, ες βαθ γρας λθών, ν ερήν τελειοται (6).

ς ριμός τις στος κ γήρως Πέτρε,
Οον ταμεί συγκομίζ τ τάφ.

(6) σιος Πέτρος οτος, σως εναι ν τ Παραδείσ τν Πατέρων ναφερόμενος, το ββ Λτ μαθητής. Τοτον τν Πέτρον ρώτησεν νας δελφς λέγων. ταν εμαι ες τ κελλίον μου, ν ερήν ερίσκεται ψυχή μου. ταν δ λθ ες μ κνένας δελφός, κα επ ες μ λόγια τν ξωθεν νθρώπων, τότε ψυχή μου ταράσσεται. πεκρίθη δ ες ατν ββς Πέτρος, τι λεγεν ββς Λτ κείνου γέρωντας. Τ κλειδίον σου νοίγει τν θύραν. Λέγει δ δελφός. Τί θέλει ν επ λόγος ατς ββ; Πέτρος επεν. Ἐὰν λθ δελφς ες σένα, ρωτς σ ατόν. Πς χεις; πόθεν λθες; πς χουσιν ο δελφοί, σ δέχθηκαν μ περιποίησιν, χι; Κα τζι μ τ λόγια ατ νοίγεις σ πρτος τν πόρταν, δι ν λαλήσ παραβαλών σοι δελφός, κα τζι κούεις κενα, πο δν θέλεις, κα ταράττεται ψυχή σου. πεκρίθη ατ δελφός. Οτως χει λήθεια. Τί λοιπν πρέπει ν κάμ νθρωπος, ταν τύχ ν λθ δελφς ες ατόν; Κα επεν ατ Πέτρος. ταν χ τινας τ πένθος, τότε ατ γίνεται διδαχ ες τν νθρωπον, κα διδάσκει ατν τί πρέπει ν κάμ. ταν δέ τινας πένθος δν χ, δν εναι δυνατν ν φυλαχθ. πεκρίθη δελφός. ταν ερίσκωμαι ες τ κελλίον μου, τότε ερίσκεται κα τ πένθος μαζί μου. ταν δ εγω ξω το κελλίου μου, τότε κα τ πένθος ναχωρε π λόγου μου. δ γέρων επεν ες ατόν. τι καθς γνήσιος υἱὸς δν φίνει τν πατέρα του, τοιουτοτρόπως κα τ πένθος, ταν γέν ξις ες τν νθρωπον κα κατασταθ σν υός του γνήσιος, δν ναχωρε πλέον π ατόν, λλ ποίαν ραν ζητήσ ατ νθρωπος, τ ερίσκει. Οτος ρωτήθη μίαν φορν τίς εναι δολος Θεο; Κα πεκρίθη. ν σ δουλεύει τινας ες οονδήποτε πάθος, δν λογίζεται δολος Θεο. λλ εναι δολος κείνου το πάθους, π τ ποον κυριεύεται. ν σ δ ατς κυριεύεται, δν μπορε ν διδάξ τος λλους πο κυριεύονται π τ δια πάθη, πειδ ντροπ εναι ες ατν τ ν διδάξ, πρ το ατς ν λευθερωθ π τ πάθος κενο, δι τ ποον διδάσκει.

*

γιος Νεομάρτυς Δημήτριος, ν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατ τ ͵αψπδ΄ [1784] τος, ξίφει τελειοται.

Φς οράνιον σ πέστη λειψάν,
Χριστο περτμηθέντι θείας γάπης (7).

(7) ρα τ Μαρτύριον ατο, ες τ Νέον Μαρτυρολόγιον.

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου· Μαρκιανής βασιλίσσης, Κλαυδίνου κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.