Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου26 Σεπτεμβρίου

Η μετάστασις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου· Χήρας, δικαίου Γεδεών κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

26-9 (1)Τω αυτώ μηνί Κς’, η μετάστασις του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού, φίλου, παρθένου, επιστηθίου, ηγαπημένου, Ιωάννου του Θεολόγου.

Πατρός παρέστης ηγαπημένω Λόγω,
Πάντων μαθητών ηγαπημένε πλέον.

Προς γε Θεόν μετέβη βροντής πάϊς εικάδι έκτη.

Ούτος εκατάγετο από ένα χωρίον ευτελές της Γαλιλαίας, ονομαζόμενον Βηθσαϊδά, υιός ων, πατρός μεν Ζεβεδαίου ψαρά και πτωχού ανθρώπου, μητρός δε Σαλώμης, η οποία ήτον θυγάτηρ Ιωσήφ του Μνήστορος της Θεοτόκου. Διότι ο Ιωσήφ είχε τέσσαρας υιούς, Ιάκωβον, Ιωσήν, Ιούδαν, και Σίμωνα (ή Συμεών), και θυγατέρας τρεις, την Εσθήρ, την Μάρθαν, και την Σαλώμην, ήτις ήτον γυνή μεν του Ζεβεδαίου, μήτηρ δε του Ιωάννου τούτου (1). Όθεν εκ τούτου ακολουθεί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήτον θείος του Ιωάννου τούτου, ως νομιζόμενος αδελφός Σαλώμης της θυγατρός Ιωσήφ, μητρός δε Ιωάννου. Ο δε Ιωάννης ήτον ανεψιός του Κυρίου. Εσυμβοήθει δε ο θείος Ιωάννης τον πατέρα του Ζεβεδαίον εις την ψαρευτικήν τέχνην μαζί με τον αδελφόν του Ιάκωβον.

Όταν δε ούτος εκαλέσθη υπό του Κυρίου, αφήκε τον πατέρα, ομού και το πλοίον του, και ενώθη με τον καλέσαντα Κύριον, και τους αυτού νόμους ακριβώς εδιδάχθη. Δια τούτο παραιτήσας το να πιάνη τα άλογα οψάρια, έμαθε πώς να πιάνη δια της διδασκαλίας τας λογικάς ψυχάς των ανθρώπων. Και επειδή εμεταχειρίζετο άκραν εγκράτειαν εις όλα τα βλάπτοντα, δια τούτο όλος οικειώθη με την παρθενίαν. Εκ τούτου δε επλούτησε και το να ονομάζεται Παρθένος εξαιρέτως, και περισσότερον από όλους τους άλλους ανθρώπους.

Εκ τούτου έγινε και ηγαπημένος κατ’ εξαίρετον εις τον Βασιλέα Χριστόν, εις τρόπον ότι, μόνος αυτός έλαβε την ονομασίαν του ηγαπημένου. Όθεν και όταν ο Κύριος ανέβη εις το Θαβώριον Όρος δια να μεταμορφωθή, ανέβη μαζί και ο ηγαπημένος ούτος Ιωάννης, και είδε την εκείσε εκ μέρους δειχθείσαν του Θεού Λόγου θεότητα, και ήκουσε την φωνήν την λέγουσαν· «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα· αυτού ακούετε». Και εν τω μυστικώ Δείπνω αυτός πλησίον του ηγαπημένου του Διδασκάλου εκάθισεν. Αυτός και επάνω εις το στήθος του ανέπεσε δια την πολλήν αγάπην οπού είχεν εις αυτόν. Αυτός ερώτησεν αυτόν λέγων· «Κύριε, τις εστιν ο παραδιδούς σε;» Αυτός εζήτησε και να καθίση εκ δεξιών του Διδασκάλου του, δείχνωντας με τούτο φανερώς το προς αυτόν διάπυρον φίλτρον του. Αλλά και όταν επιάσθη ο Κύριος υπό των Ιουδαίων, αυτός ηκολούθα αυτώ, και εμβήκεν εις την αυλήν του αρχιερέως, με το να ήτον γνωστός του. Και όταν δε εσταυρώθη, αυτός παρίστατο εις τον Σταυρόν μαζί με την Θεομήτορα. Και η μεν Θεοτόκος, ήκουσε παρ’ αυτού το «Γύναι ίδε ο υιός σου». Ούτος δε ο Ιωάννης, ήκουσε το «Ιδού η μήτηρ σου». Τούτου δε του λόγου, τι άλλο ημπορεί να γένη μακαριώτερον;

Όθεν και από εκείνην την ώραν έλαβεν αξιοπρεπώς εις τον οίκον του την Μητέρα και Παρθένον, ο κατά την ψυχήν και το σώμα παρθένος. Και όταν δε ο Κύριος ανέστη, αυτός επρόλαβε τον κορυφαίον Πέτρον, και παρακύψας πρώτος εις τον τάφον, είδε τα εντάφια, και τον ποθούμενον έβλεψε, και παρ’ αυτού αυτός το εμφύσημα δέχεται, και της οικουμένης όλης προβάλλεται Απόστολος. Αυτός και αναληφθέντα είδε τον Κύριον. Αυτός έπειτα και την του Παρακλήτου επιφοίτησιν εν είδει πυρίνων γλωσσών εδέχθη μετά των άλλων συμμαθητών, εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτός τελευταίον και μέχρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου έμεινεν εις Ιερουσαλήμ, διακονών αυτή εις όλα τα χρειαζόμενα.

Επειδή δε οι Απόστολοι έβαλον λαχνούς (2) δια να γνωρίσουν, πού έμελλεν ο καθ’ ένας να υπάγη δια να κηρύξη το Ευαγγέλιον, έπεσεν ο λαχνός δια να υπάγη ο Ιωάννης ούτος εις την Μικράν Ασίαν, η οποία ήτον γεμάτη από είδωλα, και όλη ήτον έκδοτος εις την ελληνικήν πλάνην. Τούτου χάριν λυπηθείς δια τούτο ο Απόστολος, και αγωνιάσας ως άνθρωπος, προσέκρουσεν εις τον Θεόν, επειδή δεν ήλπισεν όλος διόλου εις την ακαταμάχητον δύναμιν του Θεού. Όθεν εσυγχωρήθη από τον Θεόν να πέση εις πειρασμόν, ίνα δια του πειρασμού αφεθή το ανθρώπινον σφάλμα του. Διατί οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες κατά την αρετήν, απαιτούνται να φυλάττουν την ακρίβειαν έως και εις τα παραμικρότατα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης εις τον μαθητήν του Πρόχορον, την φουρτούναν και καραβοτζακισμόν, οπού και οι δύω έμελλον να λάβουν. Και ότι μόνος ο Ιωάννης έχει να πειρασθή εις την θάλασσαν ημέρας τεσσαράκοντα. Όθεν της φουρτούνας γενομένης, κατά την πρόρρησιν του Αποστόλου, εξεβράσθη ο Πρόχορος υπό των κυμάτων της θαλάσσης εις την Σελεύκειαν. Κατά την οποίαν εσυκοφαντήθη ότι είναι μάγος. Και ότι επήρεν άσπρα από το καραβοτζακισμένον πλοίον, και έχει και εξοδεύει αυτά. Από την Σελεύκειαν δε, επήγεν εις ένα τόπον της Ασίας, Μαρμαρεώτην ονομαζόμενον, εν διαστήματι ημερών τεσσαράκοντα.

Εκεί δε πηγαίνωντας, ευρίσκει τον διδάσκαλόν του Ιωάννην, τον οποίον είχεν εκβράσει εκεί η θάλασσα. Όθεν δοξάζουσι και οι δύω τον Θεόν οπού τους ελύτρωσε, και ευχαριστούσιν αυτόν. Έπειτα υπάγουν και οι δύω εις την Έφεσον, όπου και απαντώσι μίαν γυναίκα, Ρωμάναν ονόματι. Η οποία ήτον αρραβωνισμένη με ένα άρχοντα Πριβάτον καλούμενον. Γυναίκα λέγω, διαβεβοημένην εις την κακίαν έως και εις την Ρώμην αυτήν. Αύτη λοιπόν πέρνουσα τον μέγαν Ιωάννην, και Πρόχορον τον αυτού μαθητήν, εβίαζεν αυτούς να δουλεύουν εις ένα λουτρόν εδικόν της. Επειδή δε ο Ιωάννης, με το να ήτον άπειρος από το τοιούτον διακόνημα, ετύχαινε να σφάλλη παραμικρόν εις κανένα έργον, δια τούτο εμεταχειρίζετο αυτούς η κακίστη εκείνη με τόσην μεγάλην ωμότητα και απανθρωπίαν, ωσάν να τους είχεν εξαγορασμένους δούλους. Όθεν και ηνάγκαζε να έχη, τον μεν Ιωάννην, υπηρέτην εις το να καίη το λουτρόν· τον δε Πρόχορον, υπηρέτην εις το να χύνη το νερόν προς τους λουομένους. Εκατοίκει δε μέσα εις το λουτρόν εκείνο και ένας δαίμων άγριος. Ο οποίος τρεις φοραίς τον χρόνον εσυνείθιζε να πνίγη ένα νέον, ή μίαν νέαν. Έλαβε δε την χώραν και άδειαν να ενεργή τον τοιούτον φόνον ο Διάβολος, διατί όταν εθεμελιόνετο το λουτρόν εκείνο, κατέπεισεν ο μιαρός τους κτίζοντας να χώσουν ένα νέον, και μίαν νέαν μέσα εις τα θεμέλια, με σκοπόν τάχα δια να αντιλαλή, και να ευγάλη ήχον μεγάλον το λουτρόν. Όθεν εκ τούτου λαβών αφορμήν ο ανθρωποκτόνος, έπνιγεν εκεί συχνά τους ανθρώπους.

Μετά τρεις μήνας λοιπόν αφ’ ου επήγαν εις το λουτρόν ο Ιωάννης και Πρόχορος, εμβαίνωντας εις το λουτρόν δια να λουσθή Δόμνος τις, υιός του Διοσκορίδους του αυθέντου της Ρωμάνας, επνίγη υπό του δαίμονος. Όθεν η μεν Ρωμάνα, εθρήνει απαρηγόρητα δια τον θάνατον του Δόμνου. Ο δε πατήρ του Διοσκορίδης, μαθών την εξαφνικήν είδησιν του θανάτου του, από την υπερβολικήν λύπην του ετελεύτησε. Παρεκάλει λοιπόν η Ρωμάνα την ψευδοθεάν Άρτεμιν δια να αναστήση τον Δόμνον, και τας σάρκας αυτής κατέκοπτεν. Αλλ’ όμως εις μάτην πάντα ταύτα έκαμνεν. Ο δε Ιωάννης ηρώτα τον Πρόχορον δια ποίαν αιτίαν θρηνεί η Ρωμάνα. Τούτους δε βλέπουσα εκείνη συνομιλούντας, επίασε τον Ιωάννην και εστενοχώρει αυτόν δυνατά, συκοφαντούσα μεν αυτόν, ότι είναι μάγος. Τελευταίον δε και φοβερίζουσα, ότι έχει να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε τρόπον δια να αναστήση τον Δόμνον.

Όθεν ούτως αναγκασθείς ο Απόστολος, εποίησε προσευχήν. Και, ω του θαύματος! παρευθύς ανέστησε τον Δόμνον. Τούτο δε το θαύμα βλέπουσα η Ρωμάνα, έμεινεν εκστατική, και ωνόμαζε τον Ιωάννην θεόν και θεού υιόν. Είτα εξομολογηθείσα καθαρώς τας αμαρτίας της, και ζητήσασα συγχώρησιν δια τας κακοπαθείας, οπού επροξένησεν εις τον Απόστολον και τον μαθητήν του, επίστευσε τω Χριστώ και εβαπτίσθη. Ανέστησε δε ο Ιωάννης ύστερα από τον Δόμνον, και τον πατέρα αυτού Διοσκορίδην, τον οποίον και εβάπτισεν. Ομοίως εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του, και όλους τους άλλους οπού εκεί συνέδραμον. Εδίωξε δε και τον πονηρόν δαίμονα, οπού εκατοίκει εις το λουτρόν.

Επειδή δε οι Εφέσιοι ετέλουν μεγάλην εορτήν εις την ψευδοθεάν Άρτεμιν, δια τούτο ο Απόστολος επήγεν εν τω καιρώ της εορτής, και ανέβη επάνω εις εκείνον τον τόπον, όπου εστέκετο το είδωλον της Αρτέμιδος. Οι δε όχλοι βλέποντες αυτόν, εθυμώθησαν μεγάλως και τον ελιθοβόλουν. Αλλ’ οι λίθοι, τον μεν Άγιον ουδόλως εκτύπησαν. Το δε είδωλον εκτύπουν, ώστε οπού εσύντριψαν αυτό εις λεπτά. Οι ανόητοι όμως εκείνοι δεν ηθέλησαν να έλθουν εις αίσθησιν. Αλλά βλέποντες τον Απόστολον να διαλέγεται εις αυτούς περί πίστεως, πάλιν ελιθοβόλουν αυτόν. Οι λίθοι όμως γυρίζοντες, εκτύπουν αυτούς τους ιδίους παραδόξως, και κατεπλήγοναν. Τότε ο θείος Απόστολος έκαμεν εις τον Θεόν προσευχήν, και, ω του θαύματος! ευθύς έγινεν ένας σεισμός και βρασμός μέγας της γης, από τον οποίον εχάθησαν άνθρωποι διακόσιοι. Τούτο δε βλέποντες οι λοιποί άνθρωποι, μόλις και μετά βίας εξεμέθυσαν από την μέθην και το σκότος της πλάνης, και επαρακάλουν θερμώς τον Απόστολον, ίνα και αυτοί ελεηθούν, και οι αποθανόντες αναστηθούν. Τότε προσευχηθέντος του Αποστόλου, ευθύς όλοι ανέστησαν. Και επειδή πάλιν έγινε βρασμός της γης, δια τούτο επρόσπεσαν όλοι εις τον Απόστολον, και πιστεύσαντες τω Χριστώ, εβαπτίσθησαν. Έπειτα πηγαίνωντας ο θείος Απόστολος εις ένα τόπον, ο οποίος ωνομάζετο Τύχη, ιάτρευσεν ένα παραλυτικόν, όστις ήτον κατάκειτος δώδεκα ολοκλήρους χρόνους.

Επειδή δε πολλά και άλλα θαυμάσια εγίνοντο από τον Απόστολον και η φήμη αυτών έτρεχε πανταχού· τούτου χάριν βλέπων ταύτα ο δαίμων εκείνος οπού επαράμενε και εκατοίκει εις τον ναόν της Αρτέμιδος, και γνωρίσας ότι και αυτός θέλει διωχθή από εκεί δια του Ιωάννου, εσχηματίσθη εις είδος ταξεώτου, ήτοι στρατιώτου, βαστών εις χείρας του χαρτία, και κλαίωντας εις ένα τόπον, τάχα πως έφυγον από τας χείρας του δύω μάγοι δόκιμοι και εξαίρετοι, οι οποίοι εδόθησαν εις αυτόν από την εξουσίαν δια να τους φυλάττη. Και εκ τούτου έβαλον αυτόν εις μέγαν κίνδυνον δια την φυγήν τους. Έδειχνε δε εις τους εκεί και ένα κόμπον φλωρίων, τον οποίον υπέσχετο να δώση εις εκείνους, ανίσως εύρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.

Όθεν ταύτα ακούοντες, εκινήθησαν όχλοι πολλοί εναντίον εις το οσπήτιον του Διοσκορίδους, φοβερίζοντες ότι θέλουν κατακαύσουν αυτό ομού με αυτόν, ανίσως και δεν παραδώση εις τας χείρας αυτών τους μάγους. Ο δε ευλαβής και ευχάριστος Διοσκορίδης, περισσότερον επροτίμα να καυθή, πάρεξ να προδώση τους Αποστόλους, οι οποίοι εφάνησαν ευεργέται του. Ο δε μέγας Ιωάννης προγνωρίζωντας με την προορατικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος, ότι ανίσως παραδοθή εις αυτούς, έχει πάλιν να θαυματουργήση, και εκ τούτου μέλλει να επιστρέψη πολλούς εις την ευσέβειαν: τούτου χάριν παρέδωκεν αυτός τον εαυτόν του, ομού με τον Πρόχορον εις τους ζητούντας απίστους.

Και λοιπόν τραβιζόμενοι υπό των απίστων οι του Κυρίου Απόστολοι, καθώς επήγαν εις τον ναόν της Αρτέμιδος, επροσευχήθησαν εις τον Θεόν, να κρημνισθή μεν ο ναός, κανένας δε από τους ανθρώπους να μη πάθη κακόν. Και, ω του θαύματος! ευθύς τούτο εγένετο. Τότε ο μέγας Απόστολος προστάζει τον εκείσε κατοικούντα δαίμονα με τοιαύτα λόγια. Εις εσένα λέγω τον ακάθαρτον δαίμονα. Ο δε δαίμων απεκρίθη, τι θέλεις; Και ο Απόστολος, θέλω να ομολογήσης φανερά, πόσους χρόνους έχεις οπού κατοικείς εδώ. Και αν συ ήσαι οπού εσήκωσες τόσον λαόν κατ’ επάνω μας. Ο δε δαίμων βιαζόμενος, εφώναζεν. Έχω διακοσίους σαρανταεννέα χρόνους οπού κατοικώ εις τον ναόν τούτον. Και εγώ είμαι οπού όλους τούτους εκίνησα κατ’ επάνω σας. Τότε λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, πλέον να μη κατοικήσης εις τον τόπον τούτον. Και ευθύς ευγήκεν ο δαίμων από την πόλιν της Εφέσου. Οι δε Έλληνες βλέποντες ταύτα, εφοβήθησαν, και ετρόμαξαν οι περισσότεροι από αυτούς. Όθεν και επίστευσαν εις τον Κύριον.

Επειδή λοιπόν και άλλα πολλά σημεία εποίησεν ο Ιωάννης, εις τρόπον ότι, πλήθος άμετρον Ελλήνων προσήλθον εις την πίστιν του Χριστού· και ακολούθως, επειδή η φήμη τούτων έφθασεν εις τα αυτία του τότε βασιλέως Δομετιανού, όστις εβασίλευεν εν έτει πβ’ [82]· δια τούτο ο Δομετιανός στέλλει και φέρνει έμπροσθέν του τον μέγαν Ιωάννην ομού με τον Πρόχορον. Ερωτήσας δε αυτούς, και ιδών την παρρησίαν οπού έδειξαν δια την εις Χριστόν πίστιν, εξώρισεν αυτούς εις την νήσον Πάτμον. Ο δε Κύριος προλαβών εφανέρωσεν εν οράματι εις τον Ιωάννην τα περί της υποθέσεως ταύτης: ήγουν, ότι έχει να πάθη πολλούς πειρασμούς. Και ότι μέλλει να εξορισθή εις μίαν νήσον, η οποία έχει μεγάλην χρείαν της παρουσίας του (3).

Πλέωντας λοιπόν εν τη θαλάσση ο Απόστολος μαζί με τους προτικτόρους του βασιλέως, ανέστησεν ένα στρατιώτην, οπού εν τη οδώ απέθανε, παρακαλεσθείς εις τούτο πολλά από τους προτικτόρους. Αλλά και την φουρτούναν οπού ηκολούθησε μετά ταύτα εν τη θαλάσση, εις γαλήνην μετέβαλεν. Ιάτρευσε δε και ένα από τους προτικτόρους, οπού έπασχεν από δυσεντερίας, και εκινδύνευε να αποθάνη μετ’ ολίγον. Όθεν ταύτα βλέποντες οι προτικτόροι, επίστευσαν όλοι εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν.

Αφ’ ου δε ο Ιωάννης έφθασεν εις την Πάτμον, ηλευθέρωσε τον Απολλωνίδην υιόν του Μύρωνος από το πνεύμα του πύθωνος οπού εκατοίκει εις αυτόν. Το οποίον και εξώρισε μακράν από την νήσον. Όθεν εκ του θαύματος τούτου, επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν όλοι οι άνθρωποι, οι ευρισκόμενοι εις το οσπήτιον του Μύρωνος. Ομοίως και ο ελευθερωθείς Απολλωνίδης, και η θυγάτηρ αυτού Χρυσίπη καλουμένη μετά των ανθρώπων της. Ύστερον δε εβαπτίσθη και αυτός ο ανθύπατος, ήγουν ο άρχων της εν τη Πάτμω χώρας.

Ευρίσκετο δε εις την Πάτμον ένας μάγος, Κύνωψ ονομαζόμενος, ο οποίος εκατοίκει εις έρημον τόπον προ χρόνων αρκετών μαζί με τα ακάθαρτα δαιμόνια. Τούτον τον μάγον, όλοι οι εν τη νήσω κατοικούντες ενόμιζον ως θεόν, δια τας φαντασίας και ενεργείας των δαιμόνων, οπού από αυτόν εγίνοντο. Οι δε ιερείς του ψευδωνύμου θεού Απόλλωνος, καθώς είδον τον Ιωάννην, οπού εδίδασκε με πολλήν παρρησίαν την εις Χριστόν πίστιν, επρόστρεξαν εις τον Κύνωπα, παρακαλούντες αυτόν γονυπετώς να κινηθή εναντίον του Ιωάννου. Επειδή αυτός σχεδόν ερήμωσε το ιερόν του Απόλλωνος, και εμάκρυνεν όλους από το σέβας και λατρείαν των θεών.

Ο δε Κύνωψ ταύτα ακούσας, υπερηφανεύθη, και ανάξιον έκρινε της υπολήψεώς του, το να υπάγη μόνος του εις την χώραν. Ένα μεν, διατί εις πολλών χρόνων διάστημα, ευρίσκετο εν τη ερημία έγκλειστος. Και άλλο δε, διατί οι εν τη χώρα της Πάτμου ευρισκόμενοι, αυτοί μάλλον επήγαιναν εις αυτόν, και όχι αυτός εις εκείνους. Όθεν υπεσχέθη εις τους ιερείς, ότι αυτός θέλει στείλει ένα άγγελον πονηρόν εις τον οίκον του πιστεύσαντος Μύρωνος, δια να παραλάβη την ψυχήν του εκείσε ευρισκομένου Ιωάννου, και να την παραδώση εις καταδίκην αιώνιον. Κατά την επαύριον λοιπόν απέστειλεν ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών δαιμόνων προς τον Ιωάννην κατά την υπόσχεσίν του. Ο δε δαίμων πηγαίνωντας εις τον οίκον του Μύρωνος, εστάθη εις τον τόπον εκείνον, όπου ήτον ο Ιωάννης.

Γνωρίσας δε αυτόν ο θείος Απόστολος, λέγει του. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού, να μην εύγης από τον τόπον από τον οποίον στέκεσαι, έως οπού να μοι φανερώσης δια ποίαν αιτίαν ήλθες εις εμέ. Και ευθύς μαζί με τον λόγον του Αποστόλου εστάθη το δαιμόνιον δεδεμένον, και απεκρίθη ταύτα, υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενον. Οι ιερείς του Απόλλωνος ήλθον εις τον Κύνωπα και είπον πολλά εναντίον σου. Και παρεκάλεσαν αυτόν δια να έλθη εδώ εις την χώραν και να σε θανατώση. Ο δε Κύνωψ δεν το εκαταδέχθη, λέγων. Εγώ έχω χρόνους πολλούς, οπού δεν ευγήκα από τον τόπον μου τούτον. Και τώρα δια ένα άνθρωπον παραμικρόν και καταφρονημένον να αφήσω την αγαπητήν μου ερημίαν και πολιτείαν; Αλλά γυρίσετε οπίσω, και εγώ αύριον θέλω αποστείλω ένα άγγελον πονηρόν, δια να παραλάβη την ψυχήν του Ιωάννου, και να την φέρη εις εμέ, δια να παραδώσω αυτήν εις κρίσιν.

Ο δε Ιωάννης είπεν. Απεστάλθης καμμίαν φοράν από τον Κύνωπα, και επήρες ψυχήν ανθρώπου, και επήγες αυτήν εις αυτόν; Απεκρίθη ο δαίμων. Απεστάλθην και εθανάτωσα μεν άνθρωπον, ψυχήν δε ανθρώπου ποτέ δεν επαράδωκα εις κόλασιν. Ο Ιωάννης είπε. Δια ποίαν αιτίαν πείθεσθε εις τον Κύνωπα; Ο δαίμων είπεν. Όλη η δύναμις του Σατανά μέσα εις αυτόν κατοικεί. Και συμφωνίας έχει, αυτός μεν να ήναι πάντοτε με ημάς. Ημείς δε να είμεθα πάντοτε με αυτόν. Και ο μεν Κύνωψ, ακούει ημών των δαιμόνων. Ημείς δε οι δαίμονες, ακούομεν του Κύνωπος. Τότε λέγει ο Ιωάννης. Άκουσον ω πνεύμα πονηρόν. Σε προστάζει Ιωάννης ο Απόστολος του Υιού του Θεού, άλλην φοράν να μην ενοχλήσης άνθρωπον. Μηδέ να γυρίσης εις τον τόπον σου. Αλλά να φύγης έξω από την νήσον ταύτην, και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί. Και παρευθύς το πνεύμα έφυγεν έξω της νήσου.

Βλέπωντας δε ο Κύνωψ, ότι δεν εγύρισεν εις αυτόν το πρώτον δαιμόνιον, απέστειλε και δεύτερον. Αλλ’ επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, απέστειλεν ακόμη και άλλα δύω δαιμόνια από τα αρχοντικά. Ίνα, το μεν ένα, έμβη εις τον Ιωάννην· το δε άλλο, σταθή έξω, και ιδή τα γενόμενα, και ούτως επιστρέψη και φανερώση αυτά εις τον Κύνωπα. Επειδή λοιπόν επήγε το ένα δαιμόνιον, και εδιώχθη έξω της νήσου, καθώς εδιώχθησαν και τα πρότερα δύω· δια τούτο εκείνο το δαιμόνιον οπού εστέκετο έξω, εγύρισε και εφανέρωσεν εις τον Κύνωπα τα γενόμενα. Όθεν δια ταύτα θυμωθείς ο Κύνωψ, επήρε μαζί του όλα τα πλήθη των δαιμόνων, και επήγεν εις την χώραν. Ηχολόγησε δε και εταράχθη όλη η χώρα, ευθύς οπού είδε τον Κύνωπα. Και όλοι τον επροσκύνουν. Φθάσας δε ο Κύνωψ τον Ιωάννην επάνω εις τον καιρόν εκείνον οπού εδίδασκε τον λαόν, εγέμωσεν από θυμόν πολύν, και είπε προς τον λαόν. Άνδρες μωροί και τυφλοί ακούσατε. Ανίσως ήναι δίκαιος ο Ιωάννης, και τα παρ’ αυτού λεγόμενα είναι αληθή, θέλει ιατρεύσει και εσάς, και εμένα. Ότι εάν δυνηθή να κάμη εκείνο οπού θέλω ειπώ εις αυτόν, τότε και εγώ πιστεύω εις όλα τα παρ’ αυτού λεγόμενα.

Πιάσας ουν ο Κύνωψ ένα νέον παλικάρι οπού ήτον εκεί, λέγει εις αυτό. Παλικάρι, ζη ο πατήρ σου; Ο νέος απεκρίθη. Εν τη θαλάσση καραβοτζακισθείς, επνίγη εις τον βυθόν της θαλάσσης. Τότε λέγει ο Κύνωψ προς τον Ιωάννην. Ιδού, δείξον με το έργον, ανίσως ήναι αληθινά τα λόγιά σου, και αναβιβάσας από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου τούτου, παράστησον αυτόν έμπροσθεν πάντων ημών ζωντανόν και υγιή. Ο δε Ιωάννης απεκρίθη. Δεν με απέστειλεν ο Χριστός δια να ανασταίνω νεκρούς. Αλλά δια να διδάσκω τους πεπλανημένους ανθρώπους. Ο δε Κύνωψ είπε προς πάντα τον λαόν. Καν τώρα πιστεύσατε, ότι ούτος είναι πλάνος, και σας πλανά με μαγικάς τέχνας. Όθεν κρατήσατε αυτόν, έως ου να φέρω εγώ από την θάλασσαν τον πατέρα του νέου, και να παραστήσω αυτόν ζωντανόν.

Κρατηθέντος δε του Ιωάννου, εξάπλωσεν ο Κύνωψ τας χείρας του, και κτυπήσας αυτάς, έκαμε και έγινεν εις τον αιγιαλόν κρότος μεγάλος, ώστε οπού όλοι εφοβήθησαν. Τότε ο Κύνωψ έγινεν αφανής από τους οφθαλμούς όλων των ανθρώπων. Ευθύς δε ύψωσαν όλοι την φωνήν τους και είπον. Μέγας είσαι Κύνωψ, και έξω από εσένα άλλος δεν είναι. Αιφνιδίως λοιπόν ανέβη ο Κύνωψ από την θάλασσαν, έχων ένα δαίμονα μαζί του, ο οποίος κατά φαντασίαν εσχημάτιζε το πρόσωπον του πνιγμένου πατρός του νέου. Και εξέστησαν άπαντες. Είτα λέγει προς τον νέον, ούτος είναι ο πατήρ σου; Ο νέος απεκρίθη. Ναι κύριε. Και ούτως επροσκύνησαν όλοι τον Κύνωπα, και εζήτουν να θανατώσουν τον Ιωάννην. Ο δε Κύνωψ δεν αφήκε να τον θανατώσουν, λέγωντας. Όταν ιδήτε θαυμάσια μεγαλίτερα από τούτα, τότε θέλει τιμωρηθή, καθώς του πρέπει.

Όθεν προσκαλεσάμενος πάλιν άλλον άνθρωπον, είπεν αυτώ, είχες υιόν; Ο δε άνθρωπος απεκρίθη. Ναι κύριε, είχον, και φθονήσας αυτόν ένας, τον εθανάτωσεν. Είπε δε ο Κύνωψ, θέλει αναστηθή ο υιός σου. Και ευθύς φωνάξας, εκάλει από το όνομά του και τον φονεύσαντα, και τον φονευθέντα. Τότε και οι δύω ομού επαραστάθηκαν έμπροσθεν. Και είπεν ο Κύνωψ προς τον άνθρωπον. Ούτος είναι ο υιός σου; και ούτος είναι εκείνος οπού τον εφόνευσε; Ο άνθρωπος απεκρίθη, ναι κύριε. Τότε ο Κύνωψ καυχώμενος λέγει προς Ιωάννην. Τι θαυμάζεις ω Ιωάννη; Ο δε Απόστολος απεκρίθη. Εγώ εις αυτά δεν θαυμάζω. Τότε λέγει ο Κύνωψ, όταν θέλης ιδής μεγαλίτερα σημεία από ταύτα, τότε θέλεις θαυμάσεις. Ο δε Ιωάννης είπε. Τα σημεία σου ογλίγωρα θέλουν διαλυθούν. Τούτον δε τον λόγον ακούσας ο όχλος, διεσπάραξεν ευθύς τον Ιωάννην, και ολίγον έλειψε να τον κάμη νεκρόν. Νομίσας δε ο Κύνωψ, πως απέθανεν ο Ιωάννης, είπε προς τον λαόν. Άφετε αυτόν άταφον δια να τον φάγουν τα όρνεα. Πληροφορηθέντες λοιπόν όλοι, ότι απέθανεν ο Ιωάννης, ανεχώρησαν απ’ εκεί μαζί με τον Κύνωπα, χαίροντες και επαινούντες αυτόν.

Μετά ταύτα δε ακούσας ο Κύνωψ, ότι ο Ιωάννης ζη και διδάσκει τον λαόν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Λίθου βολή, επροσκάλεσε τον δαίμονα εκείνον, δια μέσου του οποίου έκαμνε τας νεκρομαντείας. Και πορευθείς εις τον Ιωάννην λέγει αυτώ. Εγώ θέλωντας να σοι προξενήσω περισσοτέραν εντροπήν και καταδίκην, δια τούτο έως τώρα σε άφησα να ζης. Αλλά έλα να υπάγωμεν εις τον αιγιαλόν, και εκεί θέλεις ιδής την δύναμίν μου, και να εντραπής. Ηκολούθουν δε αυτώ και οι τρεις δαίμονες εκείνοι, οι οποίοι ενομίσθησαν ότι ανεστήθησαν από τους νεκρούς. Και λοιπόν κτυπήσας τας χείρας του, και κρότον μεγάλον ποιήσας, έγινεν άφαντος από τους οφθαλμούς των ανθρώπων, βουτίξας αιφνιδίως μέσα εις την θάλασσαν, οι δε όχλοι πάλιν εφώναζον, μέγας είσαι Κύνωψ, και άλλος δεν είναι ωσάν εσένα. Ο δε Ιωάννης επρόσταξε τους δαίμονας, οπού εστέκοντο μαζί με τον Κύνωπα εις σχήμα ανθρώπων, να μη μετασαλεύσουν από τον τόπον τους. Και ευθύς επροσευχήθη εις τον Θεόν, άλλην φοράν να μη φανή ζωντανός ο Κύνωψ. Και λοιπόν παρευθύς οπού εβούτιξεν ο Κύνωψ, ήχος μεγάλος έγινεν εις την θάλασσαν. Το δε νερόν της θαλάσσης εγύρισεν εις τον τόπον οπού ο Κύνωψ εβούτιξε, και πλέον δεν εδυνήθη ο άθλιος να εύγη από την θάλασσαν. Οι δε δαίμονες οι εν σχήματι όντες των αναστηθέντων ανθρώπων εδιώχθησαν παρά του Ιωάννου εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού, μακράν από την Πάτμον, και άφαντοι έγιναν.

Επειδή δε ο λαός εστάθησαν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας προσμένοντες να εύγη ο Κύνωψ από την θάλασσαν, δια τούτο από την νηστείαν, και από τας φωνάς οπού έκαναν, και από το καύμα του ηλίου, εκείτοντο εις την γην άφωνοι οι περισσότεροι από αυτούς, ώστε οπού και τρία παιδία απέθανον. Όθεν ο μέγας Ιωάννης σπλαγχνισθείς αυτούς όλους, τα μεν αποθανόντα παιδία, ανέστησε. Τους δε εκλελυμένους ανθρώπους, ενεδυνάμωσε. Και πολλά ειπών εις αυτούς περί πίστεως, τους εκατάπεισεν όλους να πιστεύσουν τω Χριστώ, και να βαπτισθούν: αφ’ ου δηλαδή ο άθλιος Κύνωψ κατεποντίσθη ως ο πάλαι Φαραώ εις την θάλασσαν.

Μία γυναίκα, Προκλιανή καλουμένη, συνέλαβεν έρωτα πονηρόν εις τον υιόν αυτής, ονόματι Σωσίπατρον (φευ! έως πού φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτος!), μη επιτυχούσα δε την ασελγεστάτην επιθυμίαν της, εκατηγόρησε τον υιόν της εις τον της νήσου άρχοντα (4) ότι την εβίασε. Και λοιπόν εις καιρόν οπού ο Σωσίπατρος έμελλε να τιμωρηθή αδίκως από τον άρχοντα, εβοήθησεν αυτόν ο Ιωάννης, ως αναίτιον. Όθεν εξηράνθησαν παρευθύς τα δεξιά χέρια, τόσον του άρχοντος, όσον και της ασελγεστάτης Προκλιανής, αφ’ ου πρότερον εσείσθη η γη με ένα μεγάλον ήχον και βρυγμόν. Όθεν την τοσαύτην θεϊκήν τιμωρίαν παθόντες, επίστευσαν και οι δύω εις τον Χριστόν, και εβαπτίσθησαν. Και ούτω τα χέρια των ιατρεύθησαν, και η γη εστάθη από τον κλόνον.

Εκεί δε εις την Πάτμον ευρισκομένου του μεγάλου Ιωάννου, στέλλει προς αυτόν επιστολήν από τας Αθήνας ο μακάριος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ων τότε εννενήκοντα χρόνων γέρωντας, εις την οποίαν εγκωμιάζει τον μέγαν τούτον Απόστολον, λέγων· «Προσαγορεύω σε την ιεράν ψυχήν ηγαπημένε. Και έστι μοι τούτο προς σε παρά τους πολλούς ιδιαίτερον. Χαίρε αληθώς ηγαπημένε, τω όντως εραστώ και εφετώ και αγαπητώ λίαν ηγαπημένε. Τι θαυμαστόν ει Χριστός αληθεύει, και τους μαθητάς οι άδικοι των πόλεων εξελαύνουσιν, αυτοί τα κατ’ αξίαν εαυτοίς απονέμοντες, και των Αγίων οι εναγείς αποδιαστελλόμενοι και αποφοιτώντες;» Προσθέττωντας δε και άλλα πολλά εγκώμια, και ήλιον ονομάζων του Ευαγγελίου τον μέγαν Θεολόγον, προφητεύει εις το τέλος της επιστολής, ότι έχει να λυτρωθή από την εξορίαν, και να γυρίση πάλιν εις τον τόπον της Μικράς Ασίας. Και ότι εκεί μέλλει να παραδώση πολλά αγαθά. Λέγει γαρ αυτολεξεί· «Αξιόπιστος δε πάντως ειμί τα προεγνωσμένα σοι, και μαθών εκ Θεού και λέγων, ότι και της εν Πάτμω φυλακής αφεθήση, και εις την Ασιάτιδα γην επανήξεις, και δράσεις εκεί του αγαθού Θεού μιμήματα, και τοις μετά σε παραδώσεις».

Κατά την πρόρρησιν λοιπόν ταύτην του θείου Διονυσίου, όταν ο βασιλεύς Τραϊανός εβασίλευσεν ύστερα από τον Νερούαν εν έτει Ϟη’ [98], εστάλθησαν γράμματα βασιλικά εις την Πάτμον, τα οποία ανεκάλουν τον μέγαν Ιωάννην από την εξορίαν. Όθεν ο μεν Ιωάννης, ήθελε να αναχωρήση από την Πάτμον, και να υπάγη εις Έφεσον. Οι δε εν τη Πάτμω Χριστιανοί, εθρήνουν και ωδύροντο δια τον αποχωρισμόν του. Και ποίαν μηχανήν δεν εμεταχειρίζοντο δια να μην υστερηθούν τοιούτου καλού ποιμένος; Επειδή όμως δεν εδύνοντο να εμποδίσουν αυτόν, δια τούτο προσφέρουσιν ένα ζήτημα δεύτερον προς τον μέγαν Απόστολον: δηλαδή, το να αφήση εις αυτούς αντί του εαυτού του, τους εδικούς του λόγους, και το να γραφή εις βιβλίον το μυστήριον όλης της καθ’ ημάς του Χριστού οικονομίας.

Ο δε μέγας Ιωάννης, τούτο μεν, υπακούσας εις την δικαίαν αυτών αίτησιν· τούτο δε, και υπό της άνωθεν βέβαια κινούμενος θείας Προνοίας, πρώτον μεν, νηστεύει τρεις ημέρας, έχων και τους άλλους Χριστιανούς νηστεύοντας και συμβοηθούντας αυτώ δια της προσευχής. Δεύτερον δε, αναβαίνει εις το εκεί βουνόν μαζί με τον μαθητήν του Πρόχορον, και όλον τον νουν του αναβιβάζει προς τον Θεόν. Και, ω του θαύματος! ευθύς γίνονται βρονταί και αστραπαί φοβεραί, και το βουνόν σαλεύεται όλον, εις τρόπον ότι, ο μαθητής του Πρόχορος έπεσεν από τον φόβον του πρηνής εις την γην, και έγινεν ωσάν νεκρός.

Ο Ιωάννης όμως δεν φοβείται, αλλά στέκεται ακλινής. Επειδή η τελεία αγάπη, οπού είχεν εις τον Θεόν, εδίωκε τον φόβον έξω της καρδίας του, καθώς πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν· «Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιω. δ’, 18). Δια τούτο και ακούει μίαν βροντώσαν φωνήν, η οποία έλεγε ταύτα· «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο λόγος» (Ιω. α’, 1). Ταύτην δε την φωνήν πάλιν ο Ιωάννης φανερόνοι εις τον μαθητήν του Πρόχορον, αφ’ ου πρότερον εσήκωσεν αυτόν από την χείρα του, και εδίωξεν από αυτόν ολίγον τον φόβον. Όθεν τελειώσας όλον το θείον Ευαγγέλιον, και γράψας αυτό δια χειρός του Προχόρου, παρέδωκεν αυτό εις τους Χριστιανούς οπού το εζήτησαν. Καθώς και ο Μωϋσής παρέδωκε τας θεοχαράκτους πλάκας εις τον λαόν του Ισραήλ. Απ’ εκεί δε διεδόθη εις όλα του κόσμου τα πέρατα (5).

Αναχωρήσας δε από την νήσον Πάτμον ο μέγας Απόστολος, επήγεν είς τινα τόπον, Αγροικίαν ονομαζόμενον. Και εκεί ιατρεύσας ένα τυφλόν, επορεύθη εις μίαν γειτονεύουσαν πόλιν. Όπου ευρών ένα νέον ευγενή κατά την ψυχήν, και κατά την όψιν ωραίον, επρόσφερε τούτον εις τον Χριστόν. Είτα παρακινήσας αυτόν εις την εργασίαν της αρετής, και παραδώσας αυτόν εις τον Επίσκοπον της πόλεως, ως ενώπιον μάρτυρος του Χριστού, δια να προνοήται αυτόν, ανεχώρησεν εις την Έφεσον (6). Αφ’ ου λοιπόν τα εκεί εκκλησιαστικά πράγματα καλώς οικονόμησε, και όλον το εκεί ποίμνιον του Χριστού δια της διδασκαλίας του εκατάρτισε· και αφ’ ου επεσκέφθη τας άλλας πλησιοχώρους πόλεις, και εχειροτόνησεν εις αυτούς Επισκόπους· τότε πάλιν εγύρισεν εις την πόλιν, οπού ανωτέρω είπομεν.

Ζητήσας δε τον νέον εκείνον, τον οποίον παρέδωκεν εις τον Επίσκοπον, και μαθών ότι έγινεν αρχηγός των κλεπτών, με το να διεφθάρη από τα ξεφαντώματα και τας κακάς συναναστροφάς των συνομηλίκων του νέων. Εύκολος γαρ και καταφορική είναι η στράτα της κακίας. Τούτο, λέγω, μαθών ο του Κυρίου Απόστολος, πολλά ελυπήθη. Όθεν καβαλικεύσας επάνω εις άλογον, και πηγαίνωντας μόνος του εις τον τόπον των κλεπτών, παρεδόθη εις αυτούς θεληματικώς, και δια μέσου αυτών ωδηγήθη και εύρε τον νέον. Ανταμώσας δε αυτόν ζητούντα δια να φύγη (ενόησε γαρ ότι είναι ο ευεργέτης του Ιωάννης), τον ετράβιξεν ο Απόστολος εις τον εαυτόν του με τους γλυκείς και ελκυστικούς λόγους. Όθεν και πέρνωντας αυτόν, εγύρισεν εις την πόλιν. Και τόσον τον έκαμε να προκόψη εις την αρετήν με τας μελισταγείς συμβουλάς και ιεράς νουθεσίας του, ώστε οπού έγινε παράδειγμα της αρετής και μετανοίας και εις τους άλλους ανθρώπους.

Κατ’ εκείνον τον καιρόν επίστευσεν ολοψύχως εις τον Χριστόν ένας Εβραίος. Αιτία δε της πίστεώς του εστάθη, με το να είδεν ένα Χριστιανόν οπού δια τα πολλά χρέη οπού είχε, και δια την εσχάτην πτωχείαν του, αγόρασε μεν δύω φοραίς φαρμάκι θανατηφόρον, και έπιε δια να θανατωθή. Έκαμε δε τον τύπον του Σταυρού όταν το έπιε, και δια τούτο με την δύναμιν του Σταυρού δεν έπαθε καμμίαν βλάβην. Ούτος λοιπόν ο Εβραίος επρόστρεξεν εις τον μέγαν Ιωάννην. Ο δε Απόστολος εδέχθη αυτόν, και με χαράν εβάπτισεν. Αλλά και τον πτωχόν εκείνον Χριστιανόν, οπού εστάθη αιτία δια να πιστεύση ο Εβραίος, επαρηγόρησεν ο του ελεήμονος Χριστού μαθητής, τόσον με τα παρηγορητικά του λόγια, όσον και με χρυσίον αρκετόν. Το οποίον, ήτον μεν πρότερον χόρτος. Από χόρτον δε, παραδόξως μετέβαλεν αυτό εις χρυσόν ο θείος Απόστολος. Επαναγυρίσας δε πάλιν εις Έφεσον ο του Χριστού επιστήθιος, εκεί διεπέρασε το υπόλοιπον της ζωής του. Ήτον δε ούτος πεντήκοντα εξ χρόνων όταν ευγήκεν από τα Ιεροσόλυμα εις το κήρυγμα. Επέρασε δε χρόνους εννέα κηρύττων, έως ου εξωρίσθη. Εν δε τη κατά Πάτμον εξορία, επέρασε χρόνους δεκαπέντε. Μετά δε την εξορίαν, έζησε χρόνους εικοσιέξ. Ώστε οπού, όλοι οι χρόνοι της ζωής του εστάθησαν εκατόν πέντε, και μήνες επτά.

Με τοιούτον λοιπόν τρόπον ζήσας ο του Κυρίου Απόστολος, και αγωνισάμενος υπέρ της ευσεβείας μέχρις αίματος, και πάμπολλα θαύματα ποιήσας, και άμετρα πλήθη απίστων εκ διαφόρων γενεών εις την του Χριστού πίστιν επιστρέψας, εις όλον το ύστερον διατρίβωντας εις το οσπήτιον του παρ’ αυτού αναστηθέντος Δόμνου με τους επτά μαθητάς του, ευγήκεν ομού με αυτούς έξω από το οσπήτιον. Και φθάσας εις ένα τόπον, εις μεν τους μαθητάς του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί. Αυτός δε υπάγωντας παρεμπρός έως λίθου βολήν, επροσευχήθη. Ήτον δε ο καιρός προς τον όρθρον. Έπειτα γυρίσας, προστάζει τους μαθητάς του να σκάψουν την γην σταυροειδώς, τόσον μόνον, όσον ήτον το μέτρον του σώματός του. Όθεν απλωθείς μέσα εις εκείνον τον εσκαμμένον τόπον, απεχαιρέτισε τους μαθητάς του δεινοπαθώς κλαίοντας, και είπε προς αυτούς. Τραβίξατε το χώμα της γης, της εδικής μου μητρός, και με αυτό σκεπάσατέ με. Οι δε ασπασάμενοι και αποχαιρετίσαντες αυτόν, εσκέπασαν το σώμα του έως εις τα γόνατα. Έπειτα πάλιν αυτόν ασπασάμενοι, εσκέπασαν αυτόν έως εις τον λαιμόν. Και πάλιν τρίτον ασπασάμενοι αυτόν, έβαλον επάνω εις το ιερόν του πρόσωπον ένα μανδύλιον. Και έτζι κλαίοντες πικρώς, εσκέπασαν όλον το σώμα του. Τότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμα του (7).

Αφ’ ου δε εθρήνησαν οι μαθηταί τον απορφανισμόν του διδασκάλου των, εγύρισαν εις την πόλιν διηγούμενοι τα περί του Αποστόλου. Οι δε αδελφοί ακούσαντες, επήγαν εις τον τάφον, και ανασκάψαντες ουδέν εύρον. Τότε υπέστρεψαν κλαίοντες θερμώς δια την στέρησιν τοιούτου ποιμένος. Ο δε Πρόχορος επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα δια να τελειώση εκεί την ζωήν του, καθώς επροστάχθη παρά του διδασκάλου του Ιωάννου. Και ταύτα μεν όντως έγιναν. Ότι δε βέβαια απέθανεν ο Ιωάννης, δυνάμεθα να μάθωμεν τούτο από πολλάς μαρτυρίας. Ο μεν γαρ Πολυκράτης, ο της Εφέσου Επίσκοπος, γράφων προς τον Βίκτωρα Ρώμης ούτω λέγει αυτολεξεί· «Και γαρ κατά την Ασίαν (την μικράν δηλαδή) μεγάλον στοιχείον εκοιμήθη. Το οποίον και θέλει αναστηθή εν τη εσχάτη ημέρα της παρουσίας του Κυρίου. Ιωάννης, λέγω, ο επιστήθιος μαθητής του Χριστού. Ο οποίος εφόρει εις το μέτωπον ως Αρχιερεύς, και το πέταλον του παλαιού νομικού αρχιερέως (επάνω εις το οποίον ήτον γεγραμμένον το τετραγράμματον όνομα του Θεού, το καλούμενον Ιεχωβά, όπερ δηλοί, Κύριος, κατά τους Εβδομήκοντα) ο οποίος Ιωάννης έγινε διδάσκαλος εις την Έφεσον».

Ο δε Ιππόλυτος ο ιερός Πάπας της Ρώμης, διηγούμενος δια το κήρυγμα, και δια την τελείωσιν των Αποστόλων, λέγει και περί του θείου τούτου Αποστόλου· «Ιωάννης ο αδελφός του Ιακώβου (του μεγάλου δηλαδή, του όντος εκ των δώδεκα Αποστόλων) κηρύττωντας εις την μικράν Ασίαν τον λόγον του Ευαγγελίου, εξωρίσθη κατά την νήσον Πάτμον. Και από εκεί πάλιν ανακαλείται υπό Νερούα του αυτοκράτορος, του βασιλεύσαντος εν έτει Ϟς’ [96]. Και έρχεται εις την Έφεσον, και εκεί τελευτά. Του οποίου το λείψανον ζητηθέν από τους κατοίκους της Εφέσου, δεν ευρέθη». Αλλά και ο του μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου αδελφός ο Καισάριος, ερωτηθείς περί τούτου επί του εν Κωνσταντινουπόλει Σηκρέτου, ταύτα απεκρίθη. Ο μέγας ούτος Ιωάννης εις το τέλος του Ευαγγελίου του γράφει ταύτα. «Και τούτο ειπών ο Ιησούς, λέγει αυτώ (τω Πέτρω δηλαδή) ακολούθει μοι. Επιστραφείς δε ο Πέτρος βλέπει τον μαθητήν, ον ηγάπα ο Ιησούς, ακολουθούντα, και λέγει αυτώ. Κύριε, ούτος δε τι; Λέγει αυτώ ο Ιησούς. Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι. Εξήλθεν ουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει» (Ιω. κα’, 19-23).

Τούτο λέγω το ρητόν πρόφασιν λαβόντες μερικοί, είπον, ότι το, εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, ερρέθη από τον Κύριον περί της Δευτέρας του Παρουσίας. Όθεν και νομίζουν, ότι ο Ιωάννης ακόμη δεν εδοκίμασε θάνατον. Αλλά μετετέθη ζωντανός ωσάν ο Ενώχ και Ηλίας. Πλην δεν έχει ούτως η αλήθεια. Διότι δεν είπεν ο Χριστός το, εάν αυτόν θέλω μένειν αινιγματωδώς, τάχα πως έχει να ζη ο Ιωάννης. Αλλ’ είπεν αυτό απλώς και αισθητώς και αρμοδίως εις την τότε εργασίαν των μαθητών.

Επειδή γαρ εύρεν αυτούς ο Κύριος ψαρεύοντας επί της Τιβεριάδος, δια τούτο, αφ’ ου συνέφαγε και εδιαλέχθη με όλους τους εκεί ευρεθέντας Αποστόλους, τότε ο Πέτρος θέλωντας να έχη συνακόλουθον και τον Ιωάννην, δια την αγάπην οπού είχε εις αυτόν, δια τούτο είπε προς τον διδάσκαλον Χριστόν· «Ούτος δε τι;» Εφανέρωσε δε ο Κύριος την αιτίαν, δια την οποίαν δεν ήθελε να συνακολουθήση και ο Ιωάννης, απολογησάμενος και ειπών· «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι τι προς σε;» Τουτέστιν, ανίσως θέλω να μένη επί του ψαρεύματος ο Ιωάννης, και να ψαρεύη έως ου εγώ να γυρίσω εδώ, τι προς σε; Επειδή λοιπόν ο Χριστός εις κανένα άλλο μέρος δεν εφανέρωσεν ότι δεν θέλει αποθάνη ο Ιωάννης, δια τούτο φανερόν είναι, ότι και αυτός παρομοίως με τους άλλους Αποστόλους απέθανε. Μαρτυρεί δε τον θάνατόν του και ο τάφος του. Από τον οποίον ευγαίνει και κόνις λεπτή εις ιατρείαν πολλών ασθενειών. Και ο μεν Καισάριος ταύτα απεκρίθη εις εκείνους οπού τον ηρώτησαν.

Ο δε την γλώτταν χρυσούς Ιωάννης εις πολλά μέρη των γλυκυτάτων λόγων του αποδείχνει, ότι απέθανεν ο Ιωάννης. Πρώτον μεν εν τω Ευαγγελίω περί τούτου διερμηνεύων και λέγων, ότι το μεν να μένη ο Ιωάννης, δεν είπεν ο Κύριος δια να μην αποθάνη. Αλλά δια να μην ήναι ενωμένος ο Ιωάννης με τον Πέτρον εις τον καιρόν του κηρύγματος. Αλλά να μένη κηρύττων χωριστά εις τους τόπους, οπού είναι γύρωθεν της Γαλιλαίας. Επειδή γαρ ο Χριστός είδε τον Πέτρον οπού εφρόντιζε πολλά περί του Ιωάννου, και δεν ήθελε να χωρισθή από αυτόν, και δια τούτο έκαμε και την υπέρ αυτού ερώτησιν, ειπών ούτος δε τι; τουτέστι, διατί δεν θέλει πορευθή και αυτός εις την αυτήν στράταν του κηρύγματος, καθώς και εγώ; Διατί δεν θέλει γένη και αυτός συγκοινωνός με ημάς της επιστασίας των προβάτων; Διατί δεν θέλει προχειρισθή και αυτός οικονόμος των λογικών ψυχών; Ταύτα, λέγω, ειπόντος του Πέτρου, είπεν ο Κύριος· «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» Είπε δε ταύτα, ένα μεν, δια να χωρίση αυτούς από την προς αλλήλους άκαιρον προσπάθειαν αυτήν και ένωσιν. Και άλλο δε, δια να δείξη, ότι όσον και αν αγαπήση ο Πέτρος τον Ιωάννην, αλλ’ όμως δεν φθάνει ποτέ την αγάπην εκείνην, την οποίαν έχει ο Κύριος προς αυτόν. Και τρίτον, διδάσκει τον Πέτρον με τα λόγια ταύτα ο Κύριος, ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονή και να προπηδά εις τας ερωτήσεις.

Και κατά άλλον δε λόγον, δεν έπρεπεν εις τους Αποστόλους οπού εδέχθησαν την επιστασίαν της οικουμένης, να ήναι πάντοτε ενωμένοι αναμεταξύ των. Αλλά ο ένας μεν Απόστολος, να πηγαίνη εις ένα τόπον δια να κηρύξη. Ο άλλος δε, εις άλλον τόπον. Δια τούτο λέγει προς τον Πέτρον· «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι». Ωσάν να έλεγε σχεδόν τούτο: Έργον επιστεύθης, ω Πέτρε. Τούτο λοιπόν εργάζου και τελείονε. Και ακολούθει εις εμένα, οπού σε στέλνω εις το κήρυγμα, και σου εγχειρίζω όλην την Οικουμένην. Τούτον δε τον Ιωάννην εάν θέλω να μένη εδώ γύρωθεν εις τους τόπους της Γαλιλαίας, και να μη τον στείλω μαζί με εσένα, τι προς σε; ήγουν, τι φροντίζεις συ περί τούτου; Το δε, έως έρχομαι, τούτο δηλοί, αντί του, έως θελήσω να εκβάλω αυτόν εις το κήρυγμα. Διότι, εσένα μεν ω Πέτρε, τώρα σε εκβάλλω εις αυτό, και εις την προστασίαν της Οικουμένης. Διο και ακολούθει μοι, ήγουν πείθου εις τα λόγιά μου. Ο δε Ιωάννης, ας μένη εδώ έως ου πάλιν να έλθω να εκβάλω και αυτόν, καθώς και εσένα (8). Έτζι μεν ερμηνεύων ο Χρυσόστομος εν τω Ευαγγελίω το ανωτέρω ρητόν, δείχνει φανερά, ότι ο Θεολόγος Ιωάννης απέθανεν.

Εν δε τη υποθέσει της προς Εφεσίους Επιστολής του μεγάλου Παύλου, αυτολεξεί τούτο φανερόνοι, λέγων· «Και ο μακάριος δε Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, πολλά εκεί (εν τη Εφέσω δηλαδή) διέτριψε. Και γαρ εκεί ετελεύτησεν». Αλλά και εν τω εικοστώ δευτέρω λόγω, και εικοστώ έκτω της προς Εβραίους ερμηνείας, και εν τω εβδομηκοστώ έκτω λόγω της ερμηνείας του κατά Ματθαίον, περί τούτου διαλαμβάνων, φανερόνοι ότι ο Ιωάννης απέθανεν. Επειδή λοιπόν φανερά λέγει ο θείος Χρυσόστομος, και οι ανωτέρω ρηθέντες αξιόπιστοι και άγιοι άνδρες, ότι ο Ιωάννης απέθανε, ποίος είναι εκείνος οπού δεν θέλει συμφωνήσει με αυτούς; Ή ποίος θέλει νομίσει περί τούτου κατά άλλον τρόπον;

(1) Όρα περί τούτων και εις το Συναξάριον του αδελφοθέου Ιακώβου κατά την εικοστήν τρίτην του Οκτωβρίου.

(2) Τι δε δηλούσιν οι λαχνοί ούτοι, όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου του Αγίου Αποστόλου Κορνηλίου, κατά την δεκάτην τρίτην του παρόντος μηνός.

(3) Ο θείος Μάξιμος ο Ομολογητής συμπεραίνει, ότι ο μέγας Ιωάννης ούτος εξωρίσθη εις Πάτμον κατά το τελευταίον έτος της βασιλείας του Δομετιανού: ήτοι κατά το δέκατον πέμπτον έτος αυτού. Τοσαύτα γαρ έτη εβασίλευσεν: ήτοι κατά το εννενηκοστόν πέμπτον έτος από Χριστού, ως χρονολογεί ο Μελέτιος. Μέμνηται δε της επί του Δομετιανού εξορίας του αγιωτάτου Ιωάννου και ο θείος Ειρηναίος εν τρίτω και πέμπτω των κατά αιρέσεων. Ένθα και τον χρόνον εσημειώσατο. Και Κλήμης ο Αλεξανδρεύς εν τω λόγω, περί του, τις ο σωζόμενος πλούσιος. Ο δε Αδριχώμιος εις τον Βίον του Ιησού Χριστού λέγει ότι ο Απόστολος ούτος επέμφθη δεδεμένος από την Έφεσον εις την Ρώμην. Όπου πλησίον της πύλης της λεγομένης Λατίνας εποτίσθη φαρμάκι θανατηφόρον και δεν εβλάβη. Είτα ερρίφθη μέσα εις ένα πιθάρι γεμάτον από βραστόν έλαιον κατά την έκτην Μαΐου ημέρα Κυριακή. Μείνας δε και εκ τούτου αβλαβής εξωρίσθη εις Πάτμον υπό Δομετιανού (τομ. α’, σελ. 164, της Εκκλ. Ιστορ. του Μελετίου). Την του δηλητηρίου πόσιν σημειοί, και ο θείος Αυγουστίνος εν τω κβ’ κεφ. των Μονολογίων, λέγων· «Υπέρ του γεύσασθαι ταύτης (της γλυκύτητος του Θεού) δηλητηρίου ποτήριον Ιωάννης ατρόμως εξέπιεν».

(4) Ο άρχων ούτος ονομάζεται παρά τω χειρογράφω και τετυπωμένω Συναξαριστή, ανθύπατος. Το οποίον όνομα ούτως ερμηνεύεται: ύπατος θέλει να ειπή, ο ανώτερος μεν ων πάντων των άλλων συγκλητικών και αξιωματικών του βασιλέως, δεύτερος δε ων από τον βασιλέα. Οποίος και τώρα είναι ο καλούμενος τουρκιστί βεζύρης. Ανθύπατος δε είναι ο αντί του υπάτου ων, και αναπληρών τον τόπον του υπάτου, όταν εκείνος λείπη. Οποίος και τώρα είναι ο τουρκιστί καλούμενος καϊμακάμης. Ώσπερ γαρ ο βεζύρης επίτροπος του βασιλέως εστίν, ούτω και ο καϊμακάμης πάλιν είναι του βεζύρη επίτροπος. Πώς δε ένας τοιούτος μέγας αξιωματικός ευρίσκετο εν τη μικρά νήσω της Πάτμου; Απορώ. Αλλ’ ίσως το, ανθύπατος και πλατυτέρως λαμβάνεται, αντί ηγεμόνος και άρχοντος. Οποίον σημαινόμενον έχει και τώρα εδώ.

(5) Ο δε Δοσίθεος, σελίδι 13 της Δωδεκαβίβλου, λέγει, ότι συνέγραψε το Ευαγγέλιον ο Ιωάννης από δεήσεως των Επισκόπων της Ασίας, και ουχί των Πατμίων, ως γράφεται εδώ. Συμμαρτυρεί δε και ο Μελέτιος εν τω πρώτω τόμω της Εκκλησιαστικής Ιστορίας λέγων, ότι εν Εφέσω συνέγραψεν ο Ιωάννης το Ευαγγέλιον και τας Επιστολάς του. Συμβιβάζει όμως και θεραπεύει την διαφωνίαν ταύτην ο αυτός Μελέτιος λέγων, ότι προέγραψε μεν ο Ιωάννης το Ευαγγέλιον και τας Επιστολάς εν τη Πάτμω, εξέδωκε δε και εδημοσίευσε ταύτα εις Έφεσον. Έγραψε δε το Ευαγγέλιον κατά τον Δοσίθεον εν τω εξηκοστώ τετάρτω έτει, από της ταφής, ή της Αναλήψεως του Κυρίου. Ή κατά άλλους, μετά τριάκοντα εξ χρόνους της Αναλήψεως, ύστερον από δύω χρόνους της συγγραφής της Αποκαλύψεως. Η οποία είναι το δυσκολώτερον βιβλίον πάντων των του κόσμου βιβλίων, κατά τον Ιερώνυμον. Και η σκοτεινοτάτη και δυσκολωτάτη βίβλος κατά τον Μελέτιον. Άρχισε δε από της προαιωνίου Γεννήσεως του Κυρίου, και αφήκε την υστέραν οικονομικώς, δια τους αιρετικούς του καιρού εκείνου, Εβίωνά τε και Κήρινθον. Οι οποίοι ηρνούντο την θεότητα του Χριστού. Και εις στερέωσιν μεν των ευσεβών, αντίρρησιν δε των Γνωστικών λεγομένων αιρετικών, και αυτών των Νικολαϊτών, ως λέγει ο Ειρηναίος και Ιερώνυμος, και Επιφάνιος. Έγραψε δε την Αποκάλυψιν προ χρόνων τεσσάρων της κοιμήσεώς του, κατά τον Μελέτιον.

Σημείωσαι, ότι ο Άγιος Πέτρος ο Αλεξανδρείας, ο εν τω τέλει του δευτέρου αιώνος ακμάσας, λέγει εν τω Χρονικώ, τω τοις βιβλίοις της Βυζαντίδος συνεκδοθέντι, ότι το ιδιόχειρον Ευαγγέλιον του θείου τούτου Ιωάννου μέχρι νυν φυλάττεται χάριτι Θεού εν τη Εφεσίων αγιωτάτη Εκκλησία, και υπό των πιστών εκεί προσκυνείται. Το οποίον και περιέχει ότι τρίτη ώρα ην, όταν ο Χριστός εσταυρώθη, καθώς και τα ακριβή χειρόγραφα περιέχει. Όρα σημειώσει 20 Νικηφόρου του Θεοτόκη εις την μετάφρασιν Κλήμεντος του Κανονίκου εν τη ανασκευή της τελευταίον διερμηνευθείσης Διαθήκης. Όρα και εις την εικοστήν του Δεκεμβρίου εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου του Αγίου Ιγνατίου. Παρά δε τη νεοτυπώτω Εκατονταετηρίδι γράφεται, ότι επί Δομετιανού, εν έτει Ϟς’ [96], ο Απόστολος Ιωάννης δέσμιος εξ Ασίας εις Ρώμην υπό του ανθυπάτου επέμφθη. Όπου εβάλθη μέσα εις καζάνι γεμάτον από λάδι βραστόν, και αβλαβής εφυλάχθη, ως γράφει ο Ιερώνυμος, βιβλ. α’. Έπειτα εξωρίσθη εκεί εις Πάτμον, και συνέγραψε την θείαν Αποκάλυψιν, εν έτει της του Δομετιανού βασιλείας κατά Ειρηναίον και Ιερώνυμον. Τα λόγια δε εκείνα οπού γράφει ο Ιωάννης εις την Καθολικήν πρώτην Επιστολήν του, ήτοι, το «Τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος, και το Άγιον Πνεύμα. Και ούτοι οι τρεις εν εισι. Και τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τη γη, το Πνεύμα, το Ύδωρ, και το Αίμα, και οι τρεις εις το εν εισι» (κεφ. ε’, 7)· ταύτα, λέγω, τα λόγια, άλλοι ουκ ορθώς τα λέγουσιν ως νόθα, επειδή εις πολλά αρχαία χειρόγραφα δεν εμφέρονται. Πλην αυτά ευρίσκονται εις πάμπολλα αντίγραφα. Όθεν και ο νεώτερος Σιμώνιος ομολογεί ότι εύρε τα τοιαύτα λόγια εις διακόσια αντίγραφα αρχαιότατα. Όσα δε αντίγραφα εύρε, τα οποία δεν περιέχουν τα λόγια αυτά, δεν ήτον υπέρ τους εξακοσίους χρόνους. Αναφέρονται δε τα λόγια ταύτα και παρά τω Τερτυλλιανώ εν τω κατά Πραξέου βιβλίω πρώτω, κεφαλαίω εικοστώ πέμπτω. Και παρά τω Κυπριανώ επιστολή προς Ιωβινιανόν εν τω περί μονάδος. Και οι της Αφρικής δε Πατέρες, τετρακόσιοι τόσοι Επίσκοποι, εκτιθέμενοι την εαυτών πίστιν Ουνερίκω τω βασιλεί των Αρειανών Ουανδάλλων, εν έτει 484, τα αυτά λόγια αναφέρουσιν επί λέξεως. Αλλά και ο νεώτερος Καλμέτος προβάλλεται τους υπέρ της αυθεντίας των λογίων εκείνων κατά των αντιλεγόντων συγγραψαμένους. Είπομεν δε και ημείς μερικά εν τη ερμηνεία των Καθολικών Επιστολών.

(6) Σημείωσαι, ότι σφαλερώς γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή, ότι πριν να εξορισθή εις την Πάτμον ο Ιωάννης, παρέδωκε τον νέον τούτον εις τον Επίσκοπον. Διηγείται γαρ ο Στρωματεύς Κλήμης εν τω λόγω «Τις ο σωζόμενος πλούσιος», ότι μετά την εξορίαν παρέδωκεν αυτόν τω Επισκόπω, ως και εν τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται.

(7) Σημείωσαι, ότι το, ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός το πνεύμα παρέδωκεν, ου γράφεται εν τω χειρογράφω Συναξαριστή, αλλά εν τω τετυπωμένω. Καθώς και το άνωθεν λόγιον, ήγουν το, ήτον δε ο καιρός προς όρθρον. Εκοιμήθη δε ο θείος Ιωάννης εν τω εξηκοστώ ογδόω έτει από του πάθους, ή της Αναλήψεως του Κυρίου, κατά τον τρίτον χρόνον της του Τραϊανού αυτοκρατορίας.

(8) Ο δε Θεοφύλακτος Βουλγαρίας το, έως έρχομαι, ενόησεν αντί του, έως ου να έλθω εις τον καιρόν της αλώσεως των Ιεροσολύμων. Έλευσις γαρ πολλάκις η τιμωρία και εκδίκησις λέγεται. Άλλοι δε λέγουσιν, ότι έως τότε θέλω να μένη ο Ιωάννης εις Ιεροσόλυμα, έως ου να έλθω: ήγουν έως ου να έλθω εν τη κοιμήσει της μητρός μου δια να παραλάβω την αγίαν αυτής ψυχήν. Έως τότε γαρ ο Ιωάννης έμεινεν εν Ιεροσολύμοις, προνοών και κηδόμενος της Θεοτόκου. Παρέλαβε γαρ αυτήν εις τα ίδια. Αφ’ ου δε εκοιμήθη εκείνη, τότε αυτός εξήλθεν από τα Ιεροσόλυμα, και επήγεν εις Έφεσον, κηρύττων το Ευαγγέλιον, ως είρηται ανωτέρω εν τω παρόντι Συναξαρίω. Ο δε Νικηφόρος ο Βλεμμίδης εν τω προς τον Θεολόγον τούτον εγκωμίω, ου η αρχή· «Ευαγγελιστή θεολόγω», λέγει, ότι αυτός ου μόνον μετέστη, αλλά και ανέστη. Κοιμηθείς μεν και αποθανών, είτα ως εν ριπή αλλαγείς, και την φθοράν αποτινάξας, και αφθαρτισθείς. Ελεύσεται δέ φησιν, εν αφθάρτω σώματι δια να ελέγξη τον Αντίχριστον. Τούτο συμμαρτυρεί και Ιωάννης ο Ευγενικός, ο αδελφός του Αγίου Μάρκου του Εφέσου και Ευγενικού, λέγων, εις τους οίκους οπού εφιλοπόνησεν εις τον Θεολόγον, ταύτα:

«Χαίρε, ότι μεταστάσεως συμμετέσχες ως υιός.

Χαίρε, ότι αναστάσεως, οία Λόγου αδελφός».

Σημειούμεν εδώ ότι εις τον μέγαν τούτον Θεολόγον εγκώμιον έχει ο Στουδίτης Θεόδωρος, ου η αρχή· «Ουρανού προκειμένου», ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Εορτήν άγομεν σήμερον» (εν τω Πρωτάτω), ο Φιλαδελφείας Μακάριος ο Χρυσοκέφαλος, ο ρηθείς Βλεμμίδης (όπερ ευρίσκεται εν τω Μοναστηρίω του Παντοκράτορος), ο Χρυσόστομος δύω. Όπου εν τω δευτέρω λέγει, ότι ο Θεολόγος ούτος ανέστησεν ένα Ιερέα υπό κίονος φονευθέντα, και προσφερθέντα νεκρόν εις την θύραν του θείου ναού του. Εγκώμιον δε απλούν και γλαφυρόν τούτου ευρίσκεται εις την Ιεράν Σάλπιγγα του Μακαρίου. Κανόνας δε οκτωήχους έχει εις αυτόν ο υμνογράφος Ιωσήφ. Εφιλοπόνησε δε εις αυτόν και η εμή αδυναμία δύω Κανόνας, οίτινες ομού ετυπώθησαν όλοι. Αλλά και Νικήτας ο Ρήτωρ εγκώμιον έπλεξεν εις τούτον, ου η αρχή· «Ο τον μέγαν της βροντής γόνον». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων και τη του Διονυσίου.) Έχει δε και λόγον εις τον Θεολόγον ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Ότι μη πολύ των Αγγέλων». (Σώζεται εν τη Λαύρα, και εν τη Ιερά Μονή των Ιβήρων.) Όρα και εις την ογδόην του Μαΐου.

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων πέντε Παρθένων και Μοναστριών, αίτινες υπό Παύλου του πατρός αυτών ανηρέθησαν.

Χριστόν ποθούσας πέντε Παρθένους μόνον,
Ανείλε πατήρ φιλοχρήματος πάνυ (9).

(9) Εγώ νομίζω, ότι αι πέντε Παρθένοι αύται, είναι αι ίδιαι εκείναι, περί των οποίων γράφεται εν τω Συναξαρίω κατά την ενάτην του Ιουνίου. Πρώτον, διατί και αύται και εκείναι, πέντε γράφονται. Δεύτερον, διατί και εδώ και εκεί Παύλος γράφεται ο ταύτας φονεύσας. Και τρίτον, διατί και εδώ φιλοχρήματος γράφεται ο ταύτας φονεύσας, και εκεί. Ει δε και εδώ μεν πατήρ αυτών καλείται, εκεί δε πρεσβύτερος αυτών, ίσως πνευματικός πατήρ αυτών ονομάζεται και ουχί σαρκικός.

*

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Χήρας εν μαχαίρα τελειωθείσης.

Σφαγείσα Χήρα σοι νενύμφευται Λόγε,
Γράψασα συμβόλαιον εκ των αιμάτων.

*

Μνήμη του δικαίου Γεδεών, ος τον του Χριστού τόκον δια της εν τω πόκω δρόσου προείδε.

Καν ου κατείδε Γεδεών τον σον τόκον,
Προείδε Χριστέ του τόκου σου τον τύπον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

26-9 (1)Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κς΄, ἡ μετάστασις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ, φίλου, παρθένου, ἐπιστηθίου, ἠγαπημένου, Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.

Πατρὸς παρέστης ἠγαπημένῳ Λόγῳ,
Πάντων μαθητῶν ἠγαπημένε πλέον.

Πρός γε Θεὸν μετέβη βροντῆς πάϊς εἰκάδι ἕκτῃ.

Οὗτος ἐκατάγετο ἀπὸ ἕνα χωρίον εὐτελὲς τῆς Γαλιλαίας, ὀνομαζόμενον Βηθσαϊδά, υἱὸς ὤν, πατρὸς μὲν Ζεβεδαίου ψαρᾶ καὶ πτωχοῦ ἀνθρώπου, μητρὸς δὲ Σαλώμης, ἡ ὁποία ἦτον θυγάτηρ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος τῆς Θεοτόκου. Διότι ὁ Ἰωσὴφ εἶχε τέσσαρας υἱούς, Ἰάκωβον, Ἰωσήν, Ἰούδαν, καὶ Σίμωνα (ἢ Συμεών), καὶ θυγατέρας τρεῖς, τὴν Ἐσθήρ, τὴν Μάρθαν, καὶ τὴν Σαλώμην, ἥτις ἦτον γυνὴ μὲν τοῦ Ζεβεδαίου, μήτηρ δὲ τοῦ Ἰωάννου τούτου (1). Ὅθεν ἐκ τούτου ἀκολουθεῖ, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἦτον θεῖος τοῦ Ἰωάννου τούτου, ὡς νομιζόμενος ἀδελφὸς Σαλώμης τῆς θυγατρὸς Ἰωσήφ, μητρὸς δὲ Ἰωάννου. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἦτον ἀνεψιὸς τοῦ Κυρίου. Ἐσυμβοήθει δὲ ὁ θεῖος Ἰωάννης τὸν πατέρα του Ζεβεδαῖον εἰς τὴν ψαρευτικὴν τέχνην μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφόν του Ἰάκωβον.

Ὅταν δὲ οὗτος ἐκαλέσθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ἀφῆκε τὸν πατέρα, ὁμοῦ καὶ τὸ πλοῖόν του, καὶ ἑνώθη μὲ τὸν καλέσαντα Κύριον, καὶ τοὺς αὐτοῦ νόμους ἀκριβῶς ἐδιδάχθη. Διὰ τοῦτο παραιτήσας τὸ νὰ πιάνῃ τὰ ἄλογα ὀψάρια, ἔμαθε πῶς νὰ πιάνῃ διὰ τῆς διδασκαλίας τὰς λογικὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐπειδὴ ἐμεταχειρίζετο ἄκραν ἐγκράτειαν εἰς ὅλα τὰ βλάπτοντα, διὰ τοῦτο ὅλος οἰκειώθη μὲ τὴν παρθενίαν. Ἐκ τούτου δὲ ἐπλούτησε καὶ τὸ νὰ ὀνομάζεται Παρθένος ἐξαιρέτως, καὶ περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ἐκ τούτου ἔγινε καὶ ἠγαπημένος κατ’ ἐξαίρετον εἰς τὸν Βασιλέα Χριστόν, εἰς τρόπον ὅτι, μόνος αὐτὸς ἔλαβε τὴν ὀνομασίαν τοῦ ἠγαπημένου. Ὅθεν καὶ ὅταν ὁ Κύριος ἀνέβη εἰς τὸ Θαβώριον Ὄρος διὰ νὰ μεταμορφωθῇ, ἀνέβη μαζὶ καὶ ὁ ἠγαπημένος οὗτος Ἰωάννης, καὶ εἶδε τὴν ἐκεῖσε ἐκ μέρους δειχθεῖσαν τοῦ Θεοῦ Λόγου θεότητα, καὶ ἤκουσε τὴν φωνὴν τὴν λέγουσαν· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε». Καὶ ἐν τῷ μυστικῷ Δείπνῳ αὐτὸς πλησίον τοῦ ἠγαπημένου του Διδασκάλου ἐκάθισεν. Αὐτὸς καὶ ἐπάνω εἰς τὸ στῆθός του ἀνέπεσε διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην ὁποῦ εἶχεν εἰς αὐτόν. Αὐτὸς ἐρώτησεν αὐτὸν λέγων· «Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε;» Αὐτὸς ἐζήτησε καὶ νὰ καθίσῃ ἐκ δεξιῶν τοῦ Διδασκάλου του, δείχνωντας μὲ τοῦτο φανερῶς τὸ πρὸς αὐτὸν διάπυρον φίλτρον του. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπιάσθη ὁ Κύριος ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, αὐτὸς ἠκολούθα αὐτῷ, καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως, μὲ τὸ νὰ ἦτον γνωστός του. Καὶ ὅταν δὲ ἐσταυρώθη, αὐτὸς παρίστατο εἰς τὸν Σταυρὸν μαζὶ μὲ τὴν Θεομήτορα. Καὶ ἡ μὲν Θεοτόκος, ἤκουσε παρ’ αὐτοῦ τὸ «Γύναι ἴδε ὁ υἱός σου». Οὗτος δὲ ὁ Ἰωάννης, ἤκουσε τὸ «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου». Τούτου δὲ τοῦ λόγου, τί ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ γένῃ μακαριώτερον;

Ὅθεν καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥραν ἔλαβεν ἀξιοπρεπῶς εἰς τὸν οἶκόν του τὴν Μητέρα καὶ Παρθένον, ὁ κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα παρθένος. Καὶ ὅταν δὲ ὁ Κύριος ἀνέστη, αὐτὸς ἐπρόλαβε τὸν κορυφαῖον Πέτρον, καὶ παρακύψας πρῶτος εἰς τὸν τάφον, εἶδε τὰ ἐντάφια, καὶ τὸν ποθούμενον ἔβλεψε, καὶ παρ’ αὐτοῦ αὐτὸς τὸ ἐμφύσημα δέχεται, καὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης προβάλλεται Ἀπόστολος. Αὐτὸς καὶ ἀναληφθέντα εἶδε τὸν Κύριον. Αὐτὸς ἔπειτα καὶ τὴν τοῦ Παρακλήτου ἐπιφοίτησιν ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν ἐδέχθη μετὰ τῶν ἄλλων συμμαθητῶν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὸς τελευταῖον καὶ μέχρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἔμεινεν εἰς Ἱερουσαλήμ, διακονῶν αὐτῇ εἰς ὅλα τὰ χρειαζόμενα.

Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ἀπόστολοι ἔβαλον λαχνοὺς (2) διὰ νὰ γνωρίσουν, ποῦ ἔμελλεν ὁ καθ’ ἕνας νὰ ὑπάγῃ διὰ νὰ κηρύξῃ τὸ Εὐαγγέλιον, ἔπεσεν ὁ λαχνὸς διὰ νὰ ὑπάγῃ ὁ Ἰωάννης οὗτος εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, ἡ ὁποία ἦτον γεμάτη ἀπὸ εἴδωλα, καὶ ὅλη ἦτον ἔκδοτος εἰς τὴν ἑλληνικὴν πλάνην. Τούτου χάριν λυπηθεὶς διὰ τοῦτο ὁ Ἀπόστολος, καὶ ἀγωνιάσας ὡς ἄνθρωπος, προσέκρουσεν εἰς τὸν Θεόν, ἐπειδὴ δὲν ἤλπισεν ὅλος διόλου εἰς τὴν ἀκαταμάχητον δύναμιν τοῦ Θεοῦ. Ὅθεν ἐσυγχωρήθη ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ πέσῃ εἰς πειρασμόν, ἵνα διὰ τοῦ πειρασμοῦ ἀφεθῇ τὸ ἀνθρώπινον σφάλμα του. Διατὶ οἱ μεγάλοι καὶ τέλειοι ἄνδρες κατὰ τὴν ἀρετήν, ἀπαιτοῦνται νὰ φυλάττουν τὴν ἀκρίβειαν ἕως καὶ εἰς τὰ παραμικρότατα πράγματα. Προλέγει λοιπὸν ὁ Ἰωάννης εἰς τὸν μαθητήν του Πρόχορον, τὴν φουρτοῦναν καὶ καραβοτζακισμόν, ὁποῦ καὶ οἱ δύω ἔμελλον νὰ λάβουν. Καὶ ὅτι μόνος ὁ Ἰωάννης ἔχει νὰ πειρασθῇ εἰς τὴν θάλασσαν ἡμέρας τεσσαράκοντα. Ὅθεν τῆς φουρτούνας γενομένης, κατὰ τὴν πρόρρησιν τοῦ Ἀποστόλου, ἐξεβράσθη ὁ Πρόχορος ὑπὸ τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης εἰς τὴν Σελεύκειαν. Κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσυκοφαντήθη ὅτι εἶναι μάγος. Καὶ ὅτι ἐπῆρεν ἄσπρα ἀπὸ τὸ καραβοτζακισμένον πλοῖον, καὶ ἔχει καὶ ἐξοδεύει αὐτά. Ἀπὸ τὴν Σελεύκειαν δέ, ἐπῆγεν εἰς ἕνα τόπον τῆς Ἀσίας, Μαρμαρεώτην ὀνομαζόμενον, ἐν διαστήματι ἡμερῶν τεσσαράκοντα.

Ἐκεῖ δὲ πηγαίνωντας, εὑρίσκει τὸν διδάσκαλόν του Ἰωάννην, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐκβράσει ἐκεῖ ἡ θάλασσα. Ὅθεν δοξάζουσι καὶ οἱ δύω τὸν Θεὸν ὁποῦ τοὺς ἐλύτρωσε, καὶ εὐχαριστοῦσιν αὐτόν. Ἔπειτα ὑπάγουν καὶ οἱ δύω εἰς τὴν Ἔφεσον, ὅπου καὶ ἀπαντῶσι μίαν γυναῖκα, Ῥωμάναν ὀνόματι. Ἡ ὁποία ἦτον ἀρραβωνισμένη μὲ ἕνα ἄρχοντα Πριβάτον καλούμενον. Γυναῖκα λέγω, διαβεβοημένην εἰς τὴν κακίαν ἕως καὶ εἰς τὴν Ῥώμην αὐτήν. Αὕτη λοιπὸν πέρνουσα τὸν μέγαν Ἰωάννην, καὶ Πρόχορον τὸν αὐτοῦ μαθητήν, ἐβίαζεν αὐτοὺς νὰ δουλεύουν εἰς ἕνα λουτρὸν ἐδικόν της. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Ἰωάννης, μὲ τὸ νὰ ἦτον ἄπειρος ἀπὸ τὸ τοιοῦτον διακόνημα, ἐτύχαινε νὰ σφάλλῃ παραμικρὸν εἰς κᾀνένα ἔργον, διὰ τοῦτο ἐμεταχειρίζετο αὐτοὺς ἡ κακίστη ἐκείνη μὲ τόσην μεγάλην ὠμότητα καὶ ἀπανθρωπίαν, ὡσὰν νὰ τοὺς εἶχεν ἐξαγορασμένους δούλους. Ὅθεν καὶ ἠνάγκαζε νὰ ἔχη, τὸν μὲν Ἰωάννην, ὑπηρέτην εἰς τὸ νὰ καίῃ τὸ λουτρόν· τὸν δὲ Πρόχορον, ὑπηρέτην εἰς τὸ νὰ χύνῃ τὸ νερὸν πρὸς τοὺς λουομένους. Ἐκατοίκει δὲ μέσα εἰς τὸ λουτρὸν ἐκεῖνο καὶ ἕνας δαίμων ἄγριος. Ὁ ὁποῖος τρεῖς φοραῖς τὸν χρόνον ἐσυνείθιζε νὰ πνίγῃ ἕνα νέον, ἢ μίαν νέαν. Ἔλαβε δὲ τὴν χώραν καὶ ἄδειαν νὰ ἐνεργῇ τὸν τοιοῦτον φόνον ὁ Διάβολος, διατὶ ὅταν ἐθεμελιόνετο τὸ λουτρὸν ἐκεῖνο, κατέπεισεν ὁ μιαρὸς τοὺς κτίζοντας νὰ χώσουν ἕνα νέον, καὶ μίαν νέαν μέσα εἰς τὰ θεμέλια, μὲ σκοπὸν τάχα διὰ νὰ ἀντιλαλῇ, καὶ νὰ εὐγάλῃ ἦχον μεγάλον τὸ λουτρόν. Ὅθεν ἐκ τούτου λαβὼν ἀφορμὴν ὁ ἀνθρωποκτόνος, ἔπνιγεν ἐκεῖ συχνὰ τοὺς ἀνθρώπους.

Μετὰ τρεῖς μῆνας λοιπὸν ἀφ’ οὗ ἐπῆγαν εἰς τὸ λουτρὸν ὁ Ἰωάννης καὶ Πρόχορος, ἐμβαίνωντας εἰς τὸ λουτρὸν διὰ νὰ λουσθῇ Δόμνος τις, υἱὸς τοῦ Διοσκορίδους τοῦ αὐθέντου τῆς Ῥωμάνας, ἐπνίγη ὑπὸ τοῦ δαίμονος. Ὅθεν ἡ μὲν Ῥωμάνα, ἐθρήνει ἀπαρηγόρητα διὰ τὸν θάνατον τοῦ Δόμνου. Ὁ δὲ πατήρ του Διοσκορίδης, μαθὼν τὴν ἐξαφνικὴν εἴδησιν τοῦ θανάτου του, ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν λύπην του ἐτελεύτησε. Παρεκάλει λοιπὸν ἡ Ῥωμάνα τὴν ψευδοθεὰν Ἄρτεμιν διὰ νὰ ἀναστήσῃ τὸν Δόμνον, καὶ τὰς σάρκας αὐτῆς κατέκοπτεν. Ἀλλ’ ὅμως εἰς μάτην πᾶντα ταῦτα ἔκαμνεν. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἠρώτα τὸν Πρόχορον διὰ ποίαν αἰτίαν θρηνεῖ ἡ Ῥωμάνα. Τούτους δὲ βλέπουσα ἐκείνη συνομιλοῦντας, ἐπίασε τὸν Ἰωάννην καὶ ἐστενοχώρει αὐτὸν δυνατά, συκοφαντοῦσα μὲν αὐτόν, ὅτι εἶναι μάγος. Τελευταῖον δὲ καὶ φοβερίζουσα, ὅτι ἔχει νὰ τὸν θανατώσῃ, ἐὰν δὲν μεταχειρισθῇ κάθε τρόπον διὰ νὰ ἀναστήσῃ τὸν Δόμνον.

Ὅθεν οὕτως ἀναγκασθεὶς ὁ Ἀπόστολος, ἐποίησε προσευχήν. Καί, ὢ τοῦ θαύματος! παρευθὺς ἀνέστησε τὸν Δόμνον. Τοῦτο δὲ τὸ θαῦμα βλέπουσα ἡ Ῥωμάνα, ἔμεινεν ἐκστατική, καὶ ὠνόμαζε τὸν Ἰωάννην θεὸν καὶ θεοῦ υἱόν. Εἶτα ἐξομολογηθεῖσα καθαρῶς τὰς ἁμαρτίας της, καὶ ζητήσασα συγχώρησιν διὰ τὰς κακοπαθείας, ὁποῦ ἐπροξένησεν εἰς τὸν Ἀπόστολον καὶ τὸν μαθητήν του, ἐπίστευσε τῷ Χριστῷ καὶ ἐβαπτίσθη. Ἀνέστησε δὲ ὁ Ἰωάννης ὕστερα ἀπὸ τὸν Δόμνον, καὶ τὸν πατέρα αὐτοῦ Διοσκορίδην, τὸν ὁποῖον καὶ ἐβάπτισεν. Ὁμοίως ἐβάπτισε καὶ τὸν ἀναστηθέντα υἱόν του, καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ὁποῦ ἐκεῖ συνέδραμον. Ἐδίωξε δὲ καὶ τὸν πονηρὸν δαίμονα, ὁποῦ ἐκατοίκει εἰς τὸ λουτρόν.

Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ἐφέσιοι ἐτέλουν μεγάλην ἑορτὴν εἰς τὴν ψευδοθεὰν Ἄρτεμιν, διὰ τοῦτο ὁ Ἀπόστολος ἐπῆγεν ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἑορτῆς, καὶ ἀνέβη ἐπάνω εἰς ἐκεῖνον τὸν τόπον, ὅπου ἐστέκετο τὸ εἴδωλον τῆς Ἀρτέμιδος. Οἱ δὲ ὄχλοι βλέποντες αὐτόν, ἐθυμώθησαν μεγάλως καὶ τὸν ἐλιθοβόλουν. Ἀλλ’ οἱ λίθοι, τὸν μὲν Ἅγιον οὐδόλως ἐκτύπησαν. Τὸ δὲ εἴδωλον ἐκτύπουν, ὥστε ὁποῦ ἐσύντριψαν αὐτὸ εἰς λεπτά. Οἱ ἀνόητοι ὅμως ἐκεῖνοι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἔλθουν εἰς αἴσθησιν. Ἀλλὰ βλέποντες τὸν Ἀπόστολον νὰ διαλέγεται εἰς αὐτοὺς περὶ πίστεως, πάλιν ἐλιθοβόλουν αὐτόν. Οἱ λίθοι ὅμως γυρίζοντες, ἐκτύπουν αὐτοὺς τοὺς ἰδίους παραδόξως, καὶ κατεπλήγοναν. Τότε ὁ θεῖος Ἀπόστολος ἔκαμεν εἰς τὸν Θεὸν προσευχήν, καί, ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἔγινεν ἕνας σεισμὸς καὶ βρασμὸς μέγας τῆς γῆς, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐχάθησαν ἄνθρωποι διακόσιοι. Τοῦτο δὲ βλέποντες οἱ λοιποὶ ἄνθρωποι, μόλις καὶ μετὰ βίας ἐξεμέθυσαν ἀπὸ τὴν μέθην καὶ τὸ σκότος τῆς πλάνης, καὶ ἐπαρακάλουν θερμῶς τὸν Ἀπόστολον, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐλεηθοῦν, καὶ οἱ ἀποθανόντες ἀναστηθοῦν. Τότε προσευχηθέντος τοῦ Ἀποστόλου, εὐθὺς ὅλοι ἀνέστησαν. Καὶ ἐπειδὴ πάλιν ἔγινε βρασμὸς τῆς γῆς, διὰ τοῦτο ἐπρόσπεσαν ὅλοι εἰς τὸν Ἀπόστολον, καὶ πιστεύσαντες τῷ Χριστῷ, ἐβαπτίσθησαν. Ἔπειτα πηγαίνωντας ὁ θεῖος Ἀπόστολος εἰς ἕνα τόπον, ὁ ὁποῖος ὠνομάζετο Τύχη, ἰάτρευσεν ἕνα παραλυτικόν, ὅστις ἦτον κατάκειτος δώδεκα ὁλοκλήρους χρόνους.

Ἐπειδὴ δὲ πολλὰ καὶ ἄλλα θαυμάσια ἐγίνοντο ἀπὸ τὸν Ἀπόστολον καὶ ἡ φήμη αὐτῶν ἔτρεχε πανταχοῦ· τούτου χάριν βλέπων ταῦτα ὁ δαίμων ἐκεῖνος ὁποῦ ἐπαράμενε καὶ ἐκατοίκει εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρτέμιδος, καὶ γνωρίσας ὅτι καὶ αὐτὸς θέλει διωχθῆ ἀπὸ ἐκεῖ διὰ τοῦ Ἰωάννου, ἐσχηματίσθη εἰς εἶδος ταξεώτου, ἤτοι στρατιώτου, βαστῶν εἰς χεῖράς του χαρτία, καὶ κλαίωντας εἰς ἕνα τόπον, τάχα πῶς ἔφυγον ἀπὸ τὰς χεῖράς του δύω μάγοι δόκιμοι καὶ ἐξαίρετοι, οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ τοὺς φυλάττῃ. Καὶ ἐκ τούτου ἔβαλον αὐτὸν εἰς μέγαν κίνδυνον διὰ τὴν φυγήν τους. Ἔδειχνε δὲ εἰς τοὺς ἐκεῖ καὶ ἕνα κόμπον φλωρίων, τὸν ὁποῖον ὑπέσχετο νὰ δώσῃ εἰς ἐκείνους, ἀνίσως εὕρουν τοὺς μάγους καὶ τοὺς θανατώσουν.

Ὅθεν ταῦτα ἀκούοντες, ἐκινήθησαν ὄχλοι πολλοὶ ἐναντίον εἰς τὸ ὁσπήτιον τοῦ Διοσκορίδους, φοβερίζοντες ὅτι θέλουν κατακαύσουν αὐτὸ ὁμοῦ μὲ αὐτόν, ἀνίσως καὶ δὲν παραδώσῃ εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν τοὺς μάγους. Ὁ δὲ εὐλαβὴς καὶ εὐχάριστος Διοσκορίδης, περισσότερον ἐπροτίμα νὰ καυθῇ, πάρεξ νὰ προδώσῃ τοὺς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν εὐεργέται του. Ὁ δὲ μέγας Ἰωάννης προγνωρίζωντας μὲ τὴν προορατικὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι ἀνίσως παραδοθῇ εἰς αὐτούς, ἔχει πάλιν νὰ θαυματουργήσῃ, καὶ ἐκ τούτου μέλλει νὰ ἐπιστρέψῃ πολλοὺς εἰς τὴν εὐσέβειαν: τούτου χάριν παρέδωκεν αὐτὸς τὸν ἑαυτόν του, ὁμοῦ μὲ τὸν Πρόχορον εἰς τοὺς ζητοῦντας ἀπίστους.

Καὶ λοιπὸν τραβιζόμενοι ὑπὸ τῶν ἀπίστων οἱ τοῦ Κυρίου Ἀπόστολοι, καθὼς ἐπῆγαν εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρτέμιδος, ἐπροσευχήθησαν εἰς τὸν Θεόν, νὰ κρημνισθῇ μὲν ὁ ναός, κᾀνένας δὲ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴ πάθῃ κακόν. Καί, ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς τοῦτο ἐγένετο. Τότε ὁ μέγας Ἀπόστολος προστάζει τὸν ἐκεῖσε κατοικοῦντα δαίμονα μὲ τοιαῦτα λόγια. Εἰς ἐσένα λέγω τὸν ἀκάθαρτον δαίμονα. Ὁ δὲ δαίμων ἀπεκρίθη, τί θέλεις; Καὶ ὁ Ἀπόστολος, θέλω νὰ ὁμολογήσῃς φανερά, πόσους χρόνους ἔχεις ὁποῦ κατοικεῖς ἐδῶ. Καὶ ἂν σὺ ᾖσαι ὁποῦ ἐσήκωσες τόσον λαὸν κατ’ ἐπάνω μας. Ὁ δὲ δαίμων βιαζόμενος, ἐφώναζεν. Ἔχω διακοσίους σαρανταεννέα χρόνους ὁποῦ κατοικῶ εἰς τὸν ναὸν τοῦτον. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁποῦ ὅλους τούτους ἐκίνησα κατ’ ἐπάνω σας. Τότε λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰωάννης. Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, πλέον νὰ μὴ κατοικήσῃς εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Καὶ εὐθὺς εὐγῆκεν ὁ δαίμων ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Ἐφέσου. Οἱ δὲ Ἕλληνες βλέποντες ταῦτα, ἐφοβήθησαν, καὶ ἐτρόμαξαν οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς. Ὅθεν καὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸν Κύριον.

Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ ἄλλα πολλὰ σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰωάννης, εἰς τρόπον ὅτι, πλῆθος ἄμετρον Ἑλλήνων προσῆλθον εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ· καὶ ἀκολούθως, ἐπειδὴ ἡ φήμη τούτων ἔφθασεν εἰς τὰ αὐτία τοῦ τότε βασιλέως Δομετιανοῦ, ὅστις ἐβασίλευεν ἐν ἔτει πβ΄ [82]· διὰ τοῦτο ὁ Δομετιανὸς στέλλει καὶ φέρνει ἔμπροσθέν του τὸν μέγαν Ἰωάννην ὁμοῦ μὲ τὸν Πρόχορον. Ἐρωτήσας δὲ αὐτούς, καὶ ἰδὼν τὴν παρρησίαν ὁποῦ ἔδειξαν διὰ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν, ἐξώρισεν αὐτοὺς εἰς τὴν νῆσον Πάτμον. Ὁ δὲ Κύριος προλαβὼν ἐφανέρωσεν ἐν ὁράματι εἰς τὸν Ἰωάννην τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης: ἤγουν, ὅτι ἔχει νὰ πάθῃ πολλοὺς πειρασμούς. Καὶ ὅτι μέλλει νὰ ἐξορισθῇ εἰς μίαν νῆσον, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην χρείαν τῆς παρουσίας του (3).

Πλέωντας λοιπὸν ἐν τῇ θαλάσσῃ ὁ Ἀπόστολος μαζὶ μὲ τοὺς προτικτόρους τοῦ βασιλέως, ἀνέστησεν ἕνα στρατιώτην, ὁποῦ ἐν τῇ ὁδῷ ἀπέθανε, παρακαλεσθεὶς εἰς τοῦτο πολλὰ ἀπὸ τοὺς προτικτόρους. Ἀλλὰ καὶ τὴν φουρτοῦναν ὁποῦ ἠκολούθησε μετὰ ταῦτα ἐν τῇ θαλάσσῃ, εἰς γαλήνην μετέβαλεν. Ἰάτρευσε δὲ καὶ ἕνα ἀπὸ τοὺς προτικτόρους, ὁποῦ ἔπασχεν ἀπὸ δυσεντερίας, καὶ ἐκινδύνευε νὰ ἀποθάνῃ μετ’ ὀλίγον. Ὅθεν ταῦτα βλέποντες οἱ προτικτόροι, ἐπίστευσαν ὅλοι εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐβαπτίσθησαν.

Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ Ἰωάννης ἔφθασεν εἰς τὴν Πάτμον, ἠλευθέρωσε τὸν Ἀπολλωνίδην υἱὸν τοῦ Μύρωνος ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ πύθωνος ὁποῦ ἐκατοίκει εἰς αὐτόν. Τὸ ὁποῖον καὶ ἐξώρισε μακρὰν ἀπὸ τὴν νῆσον. Ὅθεν ἐκ τοῦ θαύματος τούτου, ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐβαπτίσθησαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὸ ὁσπήτιον τοῦ Μύρωνος. Ὁμοίως καὶ ὁ ἐλευθερωθεὶς Ἀπολλωνίδης, καὶ ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ Χρυσίπη καλουμένη μετὰ τῶν ἀνθρώπων της. Ὕστερον δὲ ἐβαπτίσθη καὶ αὐτὸς ὁ ἀνθύπατος, ἤγουν ὁ ἄρχων τῆς ἐν τῇ Πάτμῳ χώρας.

Εὑρίσκετο δὲ εἰς τὴν Πάτμον ἕνας μάγος, Κύνωψ ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος ἐκατοίκει εἰς ἔρημον τόπον πρὸ χρόνων ἀρκετῶν μαζὶ μὲ τὰ ἀκάθαρτα δαιμόνια. Τοῦτον τὸν μάγον, ὅλοι οἱ ἐν τῇ νήσῳ κατοικοῦντες ἐνόμιζον ὡς θεόν, διὰ τὰς φαντασίας καὶ ἐνεργείας τῶν δαιμόνων, ὁποῦ ἀπὸ αὐτὸν ἐγίνοντο. Οἱ δὲ ἱερεῖς τοῦ ψευδωνύμου θεοῦ Ἀπόλλωνος, καθὼς εἶδον τὸν Ἰωάννην, ὁποῦ ἐδίδασκε μὲ πολλὴν παρρησίαν τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν, ἐπρόστρεξαν εἰς τὸν Κύνωπα, παρακαλοῦντες αὐτὸν γονυπετῶς νὰ κινηθῇ ἐναντίον τοῦ Ἰωάννου. Ἐπειδὴ αὐτὸς σχεδὸν ἐρήμωσε τὸ ἱερὸν τοῦ Ἀπόλλωνος, καὶ ἐμάκρυνεν ὅλους ἀπὸ τὸ σέβας καὶ λατρείαν τῶν θεῶν.

Ὁ δὲ Κύνωψ ταῦτα ἀκούσας, ὑπερηφανεύθη, καὶ ἀνάξιον ἔκρινε τῆς ὑπολήψεώς του, τὸ νὰ ὑπάγῃ μόνος του εἰς τὴν χώραν. Ἕνα μέν, διατὶ εἰς πολλῶν χρόνων διάστημα, εὑρίσκετο ἐν τῇ ἐρημίᾳ ἔγκλειστος. Καὶ ἄλλο δέ, διατὶ οἱ ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Πάτμου εὑρισκόμενοι, αὐτοὶ μᾶλλον ἐπήγαιναν εἰς αὐτόν, καὶ ὄχι αὐτὸς εἰς ἐκείνους. Ὅθεν ὑπεσχέθη εἰς τοὺς ἱερεῖς, ὅτι αὐτὸς θέλει στείλει ἕνα ἄγγελον πονηρὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πιστεύσαντος Μύρωνος, διὰ νὰ παραλάβῃ τὴν ψυχὴν τοῦ ἐκεῖσε εὑρισκομένου Ἰωάννου, καὶ νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς καταδίκην αἰώνιον. Κατὰ τὴν ἐπαύριον λοιπὸν ἀπέστειλεν ὁ Κύνωψ ἕνα ἄρχοντα τῶν πονηρῶν δαιμόνων πρὸς τὸν Ἰωάννην κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν του. Ὁ δὲ δαίμων πηγαίνωντας εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μύρωνος, ἐστάθη εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅπου ἦτον ὁ Ἰωάννης.

Γνωρίσας δὲ αὐτὸν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, λέγει του. Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ μὴν εὔγῃς ἀπὸ τὸν τόπον ἀπὸ τὸν ὁποῖον στέκεσαι, ἕως ὁποῦ νά μοι φανερώσῃς διὰ ποίαν αἰτίαν ἦλθες εἰς ἐμέ. Καὶ εὐθὺς μαζὶ μὲ τὸν λόγον τοῦ Ἀποστόλου ἐστάθη τὸ δαιμόνιον δεδεμένον, καὶ ἀπεκρίθη ταῦτα, ὑπὸ τῆς θείας δυνάμεως βιαζόμενον. Οἱ ἱερεῖς τοῦ Ἀπόλλωνος ἦλθον εἰς τὸν Κύνωπα καὶ εἶπον πολλὰ ἐναντίον σου. Καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν διὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ εἰς τὴν χώραν καὶ νὰ σὲ θανατώσῃ. Ὁ δὲ Κύνωψ δὲν τὸ ἐκαταδέχθη, λέγων. Ἐγὼ ἔχω χρόνους πολλούς, ὁποῦ δὲν εὐγῆκα ἀπὸ τὸν τόπον μου τοῦτον. Καὶ τώρα διὰ ἕνα ἄνθρωπον παραμικρὸν καὶ καταφρονημένον νὰ ἀφήσω τὴν ἀγαπητήν μου ἐρημίαν καὶ πολιτείαν; Ἀλλὰ γυρίσετε ὀπίσω, καὶ ἐγὼ αὔριον θέλω ἀποστείλω ἕνα ἄγγελον πονηρόν, διὰ νὰ παραλάβῃ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἰωάννου, καὶ νὰ τὴν φέρῃ εἰς ἐμέ, διὰ νὰ παραδώσω αὐτὴν εἰς κρίσιν.

Ὁ δὲ Ἰωάννης εἶπεν. Ἀπεστάλθης κᾀμμίαν φορὰν ἀπὸ τὸν Κύνωπα, καὶ ἐπῆρες ψυχὴν ἀνθρώπου, καὶ ἐπῆγες αὐτὴν εἰς αὐτόν; Ἀπεκρίθη ὁ δαίμων. Ἀπεστάλθην καὶ ἐθανάτωσα μὲν ἄνθρωπον, ψυχὴν δὲ ἀνθρώπου ποτὲ δὲν ἐπαράδωκα εἰς κόλασιν. Ὁ Ἰωάννης εἶπε. Διὰ ποίαν αἰτίαν πείθεσθε εἰς τὸν Κύνωπα; Ὁ δαίμων εἶπεν. Ὅλη ἡ δύναμις τοῦ Σατανᾶ μέσα εἰς αὐτὸν κατοικεῖ. Καὶ συμφωνίας ἔχει, αὐτὸς μὲν νὰ ᾖναι πάντοτε μὲ ἡμᾶς. Ἡμεῖς δὲ νὰ εἴμεθα πάντοτε μὲ αὐτόν. Καὶ ὁ μὲν Κύνωψ, ἀκούει ἡμῶν τῶν δαιμόνων. Ἡμεῖς δὲ οἱ δαίμονες, ἀκούομεν τοῦ Κύνωπος. Τότε λέγει ὁ Ἰωάννης. Ἄκουσον ὦ πνεῦμα πονηρόν. Σὲ προστάζει Ἰωάννης ὁ Ἀπόστολος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἄλλην φορὰν νὰ μὴν ἐνοχλήσῃς ἄνθρωπον. Μηδὲ νὰ γυρίσῃς εἰς τὸν τόπον σου. Ἀλλὰ νὰ φύγῃς ἔξω ἀπὸ τὴν νῆσον ταύτην, καὶ νὰ περιπλανᾶσαι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Καὶ παρευθὺς τὸ πνεῦμα ἔφυγεν ἔξω τῆς νήσου.

Βλέπωντας δὲ ὁ Κύνωψ, ὅτι δὲν ἐγύρισεν εἰς αὐτὸν τὸ πρῶτον δαιμόνιον, ἀπέστειλε καὶ δεύτερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ ἔπαθε τὰ ἴδια, ἀπέστειλεν ἀκόμη καὶ ἄλλα δύω δαιμόνια ἀπὸ τὰ ἀρχοντικά. Ἵνα, τὸ μὲν ἕνα, ἔμβῃ εἰς τὸν Ἰωάννην· τὸ δὲ ἄλλο, σταθῇ ἔξω, καὶ ἰδῇ τὰ γενόμενα, καὶ οὕτως ἐπιστρέψῃ καὶ φανερώσῃ αὐτὰ εἰς τὸν Κύνωπα. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπῆγε τὸ ἕνα δαιμόνιον, καὶ ἐδιώχθη ἔξω τῆς νήσου, καθὼς ἐδιώχθησαν καὶ τὰ πρότερα δύω· διὰ τοῦτο ἐκεῖνο τὸ δαιμόνιον ὁποῦ ἐστέκετο ἔξω, ἐγύρισε καὶ ἐφανέρωσεν εἰς τὸν Κύνωπα τὰ γενόμενα. Ὅθεν διὰ ταῦτα θυμωθεὶς ὁ Κύνωψ, ἐπῆρε μαζί του ὅλα τὰ πλήθη τῶν δαιμόνων, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν χώραν. Ἠχολόγησε δὲ καὶ ἐταράχθη ὅλη ἡ χώρα, εὐθὺς ὁποῦ εἶδε τὸν Κύνωπα. Καὶ ὅλοι τὸν ἐπροσκύνουν. Φθάσας δὲ ὁ Κύνωψ τὸν Ἰωάννην ἐπάνω εἰς τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ὁποῦ ἐδίδασκε τὸν λαόν, ἐγέμωσεν ἀπὸ θυμὸν πολύν, καὶ εἶπε πρὸς τὸν λαόν. Ἄνδρες μωροὶ καὶ τυφλοὶ ἀκούσατε. Ἀνίσως ᾖναι δίκαιος ὁ Ἰωάννης, καὶ τὰ παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα εἶναι ἀληθῆ, θέλει ἰατρεύσει καὶ ἐσᾶς, καὶ ἐμένα. Ὅτι ἐὰν δυνηθῇ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο ὁποῦ θέλω εἰπῶ εἰς αὐτόν, τότε καὶ ἐγὼ πιστεύω εἰς ὅλα τὰ παρ’ αὐτοῦ λεγόμενα.

Πιάσας οὖν ὁ Κύνωψ ἕνα νέον παλικάρι ὁποῦ ἦτον ἐκεῖ, λέγει εἰς αὐτό. Παλικάρι, ζῇ ὁ πατήρ σου; Ὁ νέος ἀπεκρίθη. Ἐν τῇ θαλάσσῃ καραβοτζακισθείς, ἐπνίγη εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης. Τότε λέγει ὁ Κύνωψ πρὸς τὸν Ἰωάννην. Ἰδού, δεῖξον μὲ τὸ ἔργον, ἀνίσως ᾖναι ἀληθινὰ τὰ λόγιά σου, καὶ ἀναβιβάσας ἀπὸ τὸ βάθος τῆς θαλάσσης τὸν πατέρα τοῦ νέου τούτου, παράστησον αὐτὸν ἔμπροσθεν πάντων ἡμῶν ζωντανὸν καὶ ὑγιῆ. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἀπεκρίθη. Δέν με ἀπέστειλεν ὁ Χριστὸς διὰ νὰ ἀνασταίνω νεκρούς. Ἀλλὰ διὰ νὰ διδάσκω τοὺς πεπλανημένους ἀνθρώπους. Ὁ δὲ Κύνωψ εἶπε πρὸς πᾶντα τὸν λαόν. Κᾂν τώρα πιστεύσατε, ὅτι οὗτος εἶναι πλάνος, καὶ σᾶς πλανᾷ μὲ μαγικὰς τέχνας. Ὅθεν κρατήσατε αὐτόν, ἕως οὗ νὰ φέρω ἐγὼ ἀπὸ τὴν θάλασσαν τὸν πατέρα τοῦ νέου, καὶ νὰ παραστήσω αὐτὸν ζωντανόν.

Κρατηθέντος δὲ τοῦ Ἰωάννου, ἐξάπλωσεν ὁ Κύνωψ τὰς χεῖράς του, καὶ κτυπήσας αὐτάς, ἔκαμε καὶ ἔγινεν εἰς τὸν αἰγιαλὸν κρότος μεγάλος, ὥστε ὁποῦ ὅλοι ἐφοβήθησαν. Τότε ὁ Κύνωψ ἔγινεν ἀφανὴς ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Εὐθὺς δὲ ὕψωσαν ὅλοι τὴν φωνήν τους καὶ εἶπον. Μέγας εἶσαι Κύνωψ, καὶ ἔξω ἀπὸ ἐσένα ἄλλος δὲν εἶναι. Αἰφνιδίως λοιπὸν ἀνέβη ὁ Κύνωψ ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἔχων ἕνα δαίμονα μαζί του, ὁ ὁποῖος κατὰ φαντασίαν ἐσχημάτιζε τὸ πρόσωπον τοῦ πνιγμένου πατρὸς τοῦ νέου. Καὶ ἐξέστησαν ἅπαντες. Εἶτα λέγει πρὸς τὸν νέον, οὗτος εἶναι ὁ πατήρ σου; Ὁ νέος ἀπεκρίθη. Ναὶ κύριε. Καὶ οὕτως ἐπροσκύνησαν ὅλοι τὸν Κύνωπα, καὶ ἐζήτουν νὰ θανατώσουν τὸν Ἰωάννην. Ὁ δὲ Κύνωψ δὲν ἀφῆκε νὰ τὸν θανατώσουν, λέγωντας. Ὅταν ἰδῆτε θαυμάσια μεγαλίτερα ἀπὸ τοῦτα, τότε θέλει τιμωρηθῆ, καθὼς τοῦ πρέπει.

Ὅθεν προσκαλεσάμενος πάλιν ἄλλον ἄνθρωπον, εἶπεν αὐτῷ, εἶχες υἱόν; Ὁ δὲ ἄνθρωπος ἀπεκρίθη. Ναὶ κύριε, εἶχον, καὶ φθονήσας αὐτὸν ἕνας, τὸν ἐθανάτωσεν. Εἶπε δὲ ὁ Κύνωψ, θέλει ἀναστηθῇ ὁ υἱός σου. Καὶ εὐθὺς φωνάξας, ἐκάλει ἀπὸ τὸ ὄνομά του καὶ τὸν φονεύσαντα, καὶ τὸν φονευθέντα. Τότε καὶ οἱ δύω ὁμοῦ ἐπαραστάθηκαν ἔμπροσθεν. Καὶ εἶπεν ὁ Κύνωψ πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Οὗτος εἶναι ὁ υἱός σου; καὶ οὗτος εἶναι ἐκεῖνος ὁποῦ τὸν ἐφόνευσε; Ὁ ἄνθρωπος ἀπεκρίθη, ναὶ κύριε. Τότε ὁ Κύνωψ καυχώμενος λέγει πρὸς Ἰωάννην. Τί θαυμάζεις ὦ Ἰωάννη; Ὁ δὲ Ἀπόστολος ἀπεκρίθη. Ἐγὼ εἰς αὐτὰ δὲν θαυμάζω. Τότε λέγει ὁ Κύνωψ, ὅταν θέλῃς ἰδῇς μεγαλίτερα σημεῖα ἀπὸ ταῦτα, τότε θέλεις θαυμάσεις. Ὁ δὲ Ἰωάννης εἶπε. Τὰ σημεῖά σου ὀγλίγωρα θέλουν διαλυθοῦν. Τοῦτον δὲ τὸν λόγον ἀκούσας ὁ ὄχλος, διεσπάραξεν εὐθὺς τὸν Ἰωάννην, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ τὸν κάμῃ νεκρόν. Νομίσας δὲ ὁ Κύνωψ, πῶς ἀπέθανεν ὁ Ἰωάννης, εἶπε πρὸς τὸν λαόν. Ἄφετε αὐτὸν ἄταφον διὰ νὰ τὸν φάγουν τὰ ὄρνεα. Πληροφορηθέντες λοιπὸν ὅλοι, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Ἰωάννης, ἀνεχώρησαν ἀπ’ ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸν Κύνωπα, χαίροντες καὶ ἐπαινοῦντες αὐτόν.

Μετὰ ταῦτα δὲ ἀκούσας ὁ Κύνωψ, ὅτι ὁ Ἰωάννης ζῇ καὶ διδάσκει τὸν λαὸν εἰς ἕνα τόπον ὀνομαζόμενον Λίθου βολή, ἐπροσκάλεσε τὸν δαίμονα ἐκεῖνον, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου ἔκαμνε τὰς νεκρομαντείας. Καὶ πορευθεὶς εἰς τὸν Ἰωάννην λέγει αὐτῷ. Ἐγὼ θέλωντας νά σοι προξενήσω περισσοτέραν ἐντροπὴν καὶ καταδίκην, διὰ τοῦτο ἕως τώρα σὲ ἄφησα νὰ ζῇς. Ἀλλὰ ἔλα νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ ἐκεῖ θέλεις ἰδῇς τὴν δύναμίν μου, καὶ νὰ ἐντραπῇς. Ἠκολούθουν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ τρεῖς δαίμονες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνομίσθησαν ὅτι ἀνεστήθησαν ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Καὶ λοιπὸν κτυπήσας τὰς χεῖράς του, καὶ κρότον μεγάλον ποιήσας, ἔγινεν ἄφαντος ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων, βουτίξας αἰφνιδίως μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, οἱ δὲ ὄχλοι πάλιν ἐφώναζον, μέγας εἶσαι Κύνωψ, καὶ ἄλλος δὲν εἶναι ὡσὰν ἐσένα. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἐπρόσταξε τοὺς δαίμονας, ὁποῦ ἐστέκοντο μαζὶ μὲ τὸν Κύνωπα εἰς σχῆμα ἀνθρώπων, νὰ μὴ μετασαλεύσουν ἀπὸ τὸν τόπον τους. Καὶ εὐθὺς ἐπροσευχήθη εἰς τὸν Θεόν, ἄλλην φορὰν νὰ μὴ φανῇ ζωντανὸς ὁ Κύνωψ. Καὶ λοιπὸν παρευθὺς ὁποῦ ἐβούτιξεν ὁ Κύνωψ, ἦχος μεγάλος ἔγινεν εἰς τὴν θάλασσαν. Τὸ δὲ νερὸν τῆς θαλάσσης ἐγύρισεν εἰς τὸν τόπον ὁποῦ ὁ Κύνωψ ἐβούτιξε, καὶ πλέον δὲν ἐδυνήθη ὁ ἄθλιος νὰ εὔγῃ ἀπὸ τὴν θάλασσαν. Οἱ δὲ δαίμονες οἱ ἐν σχήματι ὄντες τῶν ἀναστηθέντων ἀνθρώπων ἐδιώχθησαν παρὰ τοῦ Ἰωάννου ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μακρὰν ἀπὸ τὴν Πάτμον, καὶ ἄφαντοι ἔγιναν.

Ἐπειδὴ δὲ ὁ λαὸς ἐστάθησαν τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας προσμένοντες νὰ εὔγῃ ὁ Κύνωψ ἀπὸ τὴν θάλασσαν, διὰ τοῦτο ἀπὸ τὴν νηστείαν, καὶ ἀπὸ τὰς φωνὰς ὁποῦ ἔκαναν, καὶ ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἡλίου, ἐκείτοντο εἰς τὴν γῆν ἄφωνοι οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτούς, ὥστε ὁποῦ καὶ τρία παιδία ἀπέθανον. Ὅθεν ὁ μέγας Ἰωάννης σπλαγχνισθεὶς αὐτοὺς ὅλους, τὰ μὲν ἀποθανόντα παιδία, ἀνέστησε. Τοὺς δὲ ἐκλελυμένους ἀνθρώπους, ἐνεδυνάμωσε. Καὶ πολλὰ εἰπὼν εἰς αὐτοὺς περὶ πίστεως, τοὺς ἐκατάπεισεν ὅλους νὰ πιστεύσουν τῷ Χριστῷ, καὶ νὰ βαπτισθοῦν: ἀφ’ οὗ δηλαδὴ ὁ ἄθλιος Κύνωψ κατεποντίσθη ὡς ὁ πάλαι Φαραὼ εἰς τὴν θάλασσαν.

Μία γυναῖκα, Προκλιανὴ καλουμένη, συνέλαβεν ἔρωτα πονηρὸν εἰς τὸν υἱὸν αὑτῆς, ὀνόματι Σωσίπατρον (φεῦ! ἕως ποῦ φθάνει ἡ κακία τοῦ σαρκικοῦ ἔρωτος!), μὴ ἐπιτυχοῦσα δὲ τὴν ἀσελγεστάτην ἐπιθυμίαν της, ἐκατηγόρησε τὸν υἱόν της εἰς τὸν τῆς νήσου ἄρχοντα (4) ὅτι τὴν ἐβίασε. Καὶ λοιπὸν εἰς καιρὸν ὁποῦ ὁ Σωσίπατρος ἔμελλε νὰ τιμωρηθῇ ἀδίκως ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, ἐβοήθησεν αὐτὸν ὁ Ἰωάννης, ὡς ἀναίτιον. Ὅθεν ἐξηράνθησαν παρευθὺς τὰ δεξιὰ χέρια, τόσον τοῦ ἄρχοντος, ὅσον καὶ τῆς ἀσελγεστάτης Προκλιανῆς, ἀφ’ οὗ πρότερον ἐσείσθη ἡ γῆ μὲ ἕνα μεγάλον ἦχον καὶ βρυγμόν. Ὅθεν τὴν τοσαύτην θεϊκὴν τιμωρίαν παθόντες, ἐπίστευσαν καὶ οἱ δύω εἰς τὸν Χριστόν, καὶ ἐβαπτίσθησαν. Καὶ οὕτω τὰ χέριά των ἰατρεύθησαν, καὶ ἡ γῆ ἐστάθη ἀπὸ τὸν κλόνον.

Ἐκεῖ δὲ εἰς τὴν Πάτμον εὑρισκομένου τοῦ μεγάλου Ἰωάννου, στέλλει πρὸς αὐτὸν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας ὁ μακάριος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὢν τότε ἐννενήκοντα χρόνων γέρωντας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγκωμιάζει τὸν μέγαν τοῦτον Ἀπόστολον, λέγων· «Προσαγορεύω σε τὴν ἱερὰν ψυχὴν ἠγαπημένε. Καὶ ἔστι μοι τοῦτο πρός σε παρὰ τοὺς πολλοὺς ἰδιαίτερον. Χαῖρε ἀληθῶς ἠγαπημένε, τῷ ὄντως ἐραστῷ καὶ ἐφετῷ καὶ ἀγαπητῷ λίαν ἠγαπημένε. Τί θαυμαστὸν εἰ Χριστὸς ἀληθεύει, καὶ τοὺς μαθητὰς οἱ ἄδικοι τῶν πόλεων ἐξελαύνουσιν, αὐτοὶ τὰ κατ’ ἀξίαν ἑαυτοῖς ἀπονέμοντες, καὶ τῶν Ἁγίων οἱ ἐναγεῖς ἀποδιαστελλόμενοι καὶ ἀποφοιτῶντες;» Προσθέττωντας δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ἐγκώμια, καὶ ἥλιον ὀνομάζων τοῦ Εὐαγγελίου τὸν μέγαν Θεολόγον, προφητεύει εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι ἔχει νὰ λυτρωθῇ ἀπὸ τὴν ἐξορίαν, καὶ νὰ γυρίσῃ πάλιν εἰς τὸν τόπον τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Καὶ ὅτι ἐκεῖ μέλλει νὰ παραδώσῃ πολλὰ ἀγαθά. Λέγει γὰρ αὐτολεξεί· «Ἀξιόπιστος δὲ πάντως εἰμὶ τὰ προεγνωσμένα σοι, καὶ μαθὼν ἐκ Θεοῦ καὶ λέγων, ὅτι καὶ τῆς ἐν Πάτμῳ φυλακῆς ἀφεθήσῃ, καὶ εἰς τὴν Ἀσιάτιδα γῆν ἐπανήξεις, καὶ δράσεις ἐκεῖ τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ μιμήματα, καὶ τοῖς μετὰ σὲ παραδώσεις».

Κατὰ τὴν πρόρρησιν λοιπὸν ταύτην τοῦ θείου Διονυσίου, ὅταν ὁ βασιλεὺς Τραϊανὸς ἐβασίλευσεν ὕστερα ἀπὸ τὸν Νερούαν ἐν ἔτει Ϟη΄ [98], ἐστάλθησαν γράμματα βασιλικὰ εἰς τὴν Πάτμον, τὰ ὁποῖα ἀνεκάλουν τὸν μέγαν Ἰωάννην ἀπὸ τὴν ἐξορίαν. Ὅθεν ὁ μὲν Ἰωάννης, ἤθελε νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Πάτμον, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς Ἔφεσον. Οἱ δὲ ἐν τῇ Πάτμῳ Χριστιανοί, ἐθρήνουν καὶ ὠδύροντο διὰ τὸν ἀποχωρισμόν του. Καὶ ποίαν μηχανὴν δὲν ἐμεταχειρίζοντο διὰ νὰ μὴν ὑστερηθοῦν τοιούτου καλοῦ ποιμένος; Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐδύνοντο νὰ ἐμποδίσουν αὐτόν, διὰ τοῦτο προσφέρουσιν ἕνα ζήτημα δεύτερον πρὸς τὸν μέγαν Ἀπόστολον: δηλαδή, τὸ νὰ ἀφήσῃ εἰς αὐτοὺς ἀντὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, τοὺς ἐδικούς του λόγους, καὶ τὸ νὰ γραφῇ εἰς βιβλίον τὸ μυστήριον ὅλης τῆς καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ οἰκονομίας.

Ὁ δὲ μέγας Ἰωάννης, τοῦτο μέν, ὑπακούσας εἰς τὴν δικαίαν αὐτῶν αἴτησιν· τοῦτο δέ, καὶ ὑπὸ τῆς ἄνωθεν βέβαια κινούμενος θείας Προνοίας, πρῶτον μέν, νηστεύει τρεῖς ἡμέρας, ἔχων καὶ τοὺς ἄλλους Χριστιανοὺς νηστεύοντας καὶ συμβοηθοῦντας αὐτῷ διὰ τῆς προσευχῆς. Δεύτερον δέ, ἀναβαίνει εἰς τὸ ἐκεῖ βουνὸν μαζὶ μὲ τὸν μαθητήν του Πρόχορον, καὶ ὅλον τὸν νοῦν του ἀναβιβάζει πρὸς τὸν Θεόν. Καί, ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς γίνονται βρονταὶ καὶ ἀστραπαὶ φοβεραί, καὶ τὸ βουνὸν σαλεύεται ὅλον, εἰς τρόπον ὅτι, ὁ μαθητής του Πρόχορος ἔπεσεν ἀπὸ τὸν φόβον του πρηνὴς εἰς τὴν γῆν, καὶ ἔγινεν ὡσὰν νεκρός.

Ὁ Ἰωάννης ὅμως δὲν φοβεῖται, ἀλλὰ στέκεται ἀκλινής. Ἐπειδὴ ἡ τελεία ἀγάπη, ὁποῦ εἶχεν εἰς τὸν Θεόν, ἐδίωκε τὸν φόβον ἔξω τῆς καρδίας του, καθὼς πάλιν αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶπεν· «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α΄ Ἰω. δ΄, 18). Διὰ τοῦτο καὶ ἀκούει μίαν βροντῶσαν φωνήν, ἡ ὁποία ἔλεγε ταῦτα· «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ λόγος» (Ἰω. α΄, 1). Ταύτην δὲ τὴν φωνὴν πάλιν ὁ Ἰωάννης φανερόνοι εἰς τὸν μαθητήν του Πρόχορον, ἀφ’ οὗ πρότερον ἐσήκωσεν αὐτὸν ἀπὸ τὴν χεῖρά του, καὶ ἐδίωξεν ἀπὸ αὐτὸν ὀλίγον τὸν φόβον. Ὅθεν τελειώσας ὅλον τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον, καὶ γράψας αὐτὸ διὰ χειρὸς τοῦ Προχόρου, παρέδωκεν αὐτὸ εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ὁποῦ τὸ ἐζήτησαν. Καθὼς καὶ ὁ Μωϋσῆς παρέδωκε τὰς θεοχαράκτους πλάκας εἰς τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ. Ἀπ’ ἐκεῖ δὲ διεδόθη εἰς ὅλα τοῦ κόσμου τὰ πέρατα (5).

Ἀναχωρήσας δὲ ἀπὸ τὴν νῆσον Πάτμον ὁ μέγας Ἀπόστολος, ἐπῆγεν εἴς τινα τόπον, Ἀγροικίαν ὀνομαζόμενον. Καὶ ἐκεῖ ἰατρεύσας ἕνα τυφλόν, ἐπορεύθη εἰς μίαν γειτονεύουσαν πόλιν. Ὅπου εὑρὼν ἕνα νέον εὐγενῆ κατὰ τὴν ψυχήν, καὶ κατὰ τὴν ὄψιν ὡραῖον, ἐπρόσφερε τοῦτον εἰς τὸν Χριστόν. Εἶτα παρακινήσας αὐτὸν εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς, καὶ παραδώσας αὐτὸν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον τῆς πόλεως, ὡς ἐνώπιον μάρτυρος τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ προνοῆται αὐτόν, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Ἔφεσον (6). Ἀφ’ οὗ λοιπὸν τὰ ἐκεῖ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα καλῶς οἰκονόμησε, καὶ ὅλον τὸ ἐκεῖ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς διδασκαλίας του ἐκατάρτισε· καὶ ἀφ’ οὗ ἐπεσκέφθη τὰς ἄλλας πλησιοχώρους πόλεις, καὶ ἐχειροτόνησεν εἰς αὐτοὺς Ἐπισκόπους· τότε πάλιν ἐγύρισεν εἰς τὴν πόλιν, ὁποῦ ἀνωτέρω εἴπομεν.

Ζητήσας δὲ τὸν νέον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον παρέδωκεν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, καὶ μαθὼν ὅτι ἔγινεν ἀρχηγὸς τῶν κλεπτῶν, μὲ τὸ νὰ διεφθάρη ἀπὸ τὰ ξεφαντώματα καὶ τὰς κακὰς συναναστροφὰς τῶν συνομηλίκων του νέων. Εὔκολος γὰρ καὶ καταφορικὴ εἶναι ἡ στράτα τῆς κακίας. Τοῦτο, λέγω, μαθὼν ὁ τοῦ Κυρίου Ἀπόστολος, πολλὰ ἐλυπήθη. Ὅθεν καβαλικεύσας ἐπάνω εἰς ἄλογον, καὶ πηγαίνωντας μόνος του εἰς τὸν τόπον τῶν κλεπτῶν, παρεδόθη εἰς αὐτοὺς θεληματικῶς, καὶ διὰ μέσου αὐτῶν ὡδηγήθη καὶ εὗρε τὸν νέον. Ἀνταμώσας δὲ αὐτὸν ζητοῦντα διὰ νὰ φύγῃ (ἐνόησε γὰρ ὅτι εἶναι ὁ εὐεργέτης του Ἰωάννης), τὸν ἐτράβιξεν ὁ Ἀπόστολος εἰς τὸν ἑαυτόν του μὲ τοὺς γλυκεῖς καὶ ἑλκυστικοὺς λόγους. Ὅθεν καὶ πέρνωντας αὐτόν, ἐγύρισεν εἰς τὴν πόλιν. Καὶ τόσον τὸν ἔκαμε νὰ προκόψῃ εἰς τὴν ἀρετὴν μὲ τὰς μελισταγεῖς συμβουλὰς καὶ ἱερὰς νουθεσίας του, ὥστε ὁποῦ ἔγινε παράδειγμα τῆς ἀρετῆς καὶ μετανοίας καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπίστευσεν ὁλοψύχως εἰς τὸν Χριστὸν ἕνας Ἑβραῖος. Αἰτία δὲ τῆς πίστεώς του ἐστάθη, μὲ τὸ νὰ εἶδεν ἕνα Χριστιανὸν ὁποῦ διὰ τὰ πολλὰ χρέη ὁποῦ εἶχε, καὶ διὰ τὴν ἐσχάτην πτωχείαν του, ἀγόρασε μὲν δύω φοραῖς φαρμάκι θανατηφόρον, καὶ ἔπιε διὰ νὰ θανατωθῇ. Ἔκαμε δὲ τὸν τύπον τοῦ Σταυροῦ ὅταν τὸ ἔπιε, καὶ διὰ τοῦτο μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Σταυροῦ δὲν ἔπαθε κᾀμμίαν βλάβην. Οὗτος λοιπὸν ὁ Ἑβραῖος ἐπρόστρεξεν εἰς τὸν μέγαν Ἰωάννην. Ὁ δὲ Ἀπόστολος ἐδέχθη αὐτόν, καὶ μὲ χαρὰν ἐβάπτισεν. Ἀλλὰ καὶ τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον Χριστιανόν, ὁποῦ ἐστάθη αἰτία διὰ νὰ πιστεύσῃ ὁ Ἑβραῖος, ἐπαρηγόρησεν ὁ τοῦ ἐλεήμονος Χριστοῦ μαθητής, τόσον μὲ τὰ παρηγορητικά του λόγια, ὅσον καὶ μὲ χρυσίον ἀρκετόν. Τὸ ὁποῖον, ἦτον μὲν πρότερον χόρτος. Ἀπὸ χόρτον δέ, παραδόξως μετέβαλεν αὐτὸ εἰς χρυσὸν ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Ἐπαναγυρίσας δὲ πάλιν εἰς Ἔφεσον ὁ τοῦ Χριστοῦ ἐπιστήθιος, ἐκεῖ διεπέρασε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του. Ἦτον δὲ οὗτος πεντήκοντα ἓξ χρόνων ὅταν εὐγῆκεν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα εἰς τὸ κήρυγμα. Ἐπέρασε δὲ χρόνους ἐννέα κηρύττων, ἕως οὗ ἐξωρίσθη. Ἐν δὲ τῇ κατὰ Πάτμον ἐξορίᾳ, ἐπέρασε χρόνους δεκαπέντε. Μετὰ δὲ τὴν ἐξορίαν, ἔζησε χρόνους εἰκοσιέξ. Ὥστε ὁποῦ, ὅλοι οἱ χρόνοι τῆς ζωῆς του ἐστάθησαν ἑκατὸν πέντε, καὶ μῆνες ἑπτά.

Μὲ τοιοῦτον λοιπὸν τρόπον ζήσας ὁ τοῦ Κυρίου Ἀπόστολος, καὶ ἀγωνισάμενος ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας μέχρις αἵματος, καὶ πάμπολλα θαύματα ποιήσας, καὶ ἄμετρα πλήθη ἀπίστων ἐκ διαφόρων γενεῶν εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν ἐπιστρέψας, εἰς ὅλον τὸ ὕστερον διατρίβωντας εἰς τὸ ὁσπήτιον τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἀναστηθέντος Δόμνου μὲ τοὺς ἑπτὰ μαθητάς του, εὐγῆκεν ὁμοῦ μὲ αὐτοὺς ἔξω ἀπὸ τὸ ὁσπήτιον. Καὶ φθάσας εἰς ἕνα τόπον, εἰς μὲν τοὺς μαθητάς του παρήγγειλε νὰ καθίσουν ἐκεῖ. Αὐτὸς δὲ ὑπάγωντας παρεμπρὸς ἕως λίθου βολὴν, ἐπροσευχήθη. Ἦτον δὲ ὁ καιρὸς πρὸς τὸν ὄρθρον. Ἔπειτα γυρίσας, προστάζει τοὺς μαθητάς του νὰ σκάψουν τὴν γῆν σταυροειδῶς, τόσον μόνον, ὅσον ἦτον τὸ μέτρον τοῦ σώματός του. Ὅθεν ἁπλωθεὶς μέσα εἰς ἐκεῖνον τὸν ἐσκαμμένον τόπον, ἀπεχαιρέτισε τοὺς μαθητάς του δεινοπαθῶς κλαίοντας, καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς. Τραβίξατε τὸ χῶμα τῆς γῆς, τῆς ἐδικῆς μου μητρός, καὶ μὲ αὐτὸ σκεπάσατέ με. Οἱ δὲ ἀσπασάμενοι καὶ ἀποχαιρετίσαντες αὐτόν, ἐσκέπασαν τὸ σῶμά του ἕως εἰς τὰ γόνατα. Ἔπειτα πάλιν αὐτὸν ἀσπασάμενοι, ἐσκέπασαν αὐτὸν ἕως εἰς τὸν λαιμόν. Καὶ πάλιν τρίτον ἀσπασάμενοι αὐτόν, ἔβαλον ἐπάνω εἰς τὸ ἱερόν του πρόσωπον ἕνα μανδύλιον. Καὶ ἔτζι κλαίοντες πικρῶς, ἐσκέπασαν ὅλον τὸ σῶμά του. Τότε καὶ ὁ ἥλιος ἀνέτειλε, καὶ αὐτὸς παρέδωκε τὸ πνεῦμά του (7).

Ἀφ’ οὗ δὲ ἐθρήνησαν οἱ μαθηταὶ τὸν ἀπορφανισμὸν τοῦ διδασκάλου των, ἐγύρισαν εἰς τὴν πόλιν διηγούμενοι τὰ περὶ τοῦ Ἀποστόλου. Οἱ δὲ ἀδελφοὶ ἀκούσαντες, ἐπῆγαν εἰς τὸν τάφον, καὶ ἀνασκάψαντες οὐδὲν εὗρον. Τότε ὑπέστρεψαν κλαίοντες θερμῶς διὰ τὴν στέρησιν τοιούτου ποιμένος. Ὁ δὲ Πρόχορος ἐπῆγεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα διὰ νὰ τελειώσῃ ἐκεῖ τὴν ζωήν του, καθὼς ἐπροστάχθη παρὰ τοῦ διδασκάλου του Ἰωάννου. Καὶ ταῦτα μὲν ὄντως ἔγιναν. Ὅτι δὲ βέβαια ἀπέθανεν ὁ Ἰωάννης, δυνάμεθα νὰ μάθωμεν τοῦτο ἀπὸ πολλὰς μαρτυρίας. Ὁ μὲν γὰρ Πολυκράτης, ὁ τῆς Ἐφέσου Ἐπίσκοπος, γράφων πρὸς τὸν Βίκτωρα Ῥώμης οὕτω λέγει αὐτολεξεί· «Καὶ γὰρ κατὰ τὴν Ἀσίαν (τὴν μικρὰν δηλαδή) μεγάλον στοιχεῖον ἐκοιμήθη. Τὸ ὁποῖον καὶ θέλει ἀναστηθῇ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. Ἰωάννης, λέγω, ὁ ἐπιστήθιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ὁποῖος ἐφόρει εἰς τὸ μέτωπον ὡς Ἀρχιερεύς, καὶ τὸ πέταλον τοῦ παλαιοῦ νομικοῦ ἀρχιερέως (ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἦτον γεγραμμένον τὸ τετραγράμματον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τὸ καλούμενον Ἰεχωβά, ὅπερ δηλοῖ, Κύριος, κατὰ τοὺς Ἑβδομήκοντα) ὁ ὁποῖος Ἰωάννης ἔγινε διδάσκαλος εἰς τὴν Ἔφεσον».

Ὁ δὲ Ἱππόλυτος ὁ ἱερὸς Πάπας τῆς Ῥώμης, διηγούμενος διὰ τὸ κήρυγμα, καὶ διὰ τὴν τελείωσιν τῶν Ἀποστόλων, λέγει καὶ περὶ τοῦ θείου τούτου Ἀποστόλου· «Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἰακώβου (τοῦ μεγάλου δηλαδή, τοῦ ὄντος ἐκ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων) κηρύττωντας εἰς τὴν μικρὰν Ἀσίαν τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου, ἐξωρίσθη κατὰ τὴν νῆσον Πάτμον. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πάλιν ἀνακαλεῖται ὑπὸ Νερούα τοῦ αὐτοκράτορος, τοῦ βασιλεύσαντος ἐν ἔτει Ϟς΄ [96]. Καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Ἔφεσον, καὶ ἐκεῖ τελευτᾷ. Τοῦ ὁποίου τὸ λείψανον ζητηθὲν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Ἐφέσου, δὲν εὑρέθη». Ἀλλὰ καὶ ὁ τοῦ μεγάλου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἀδελφὸς ὁ Καισάριος, ἐρωτηθεὶς περὶ τούτου ἐπὶ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σηκρέτου, ταῦτα ἀπεκρίθη. Ὁ μέγας οὗτος Ἰωάννης εἰς τὸ τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του γράφει ταῦτα. «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ὁ Ἰησοῦς, λέγει αὐτῷ (τῷ Πέτρῳ δηλαδή) ἀκολούθει μοι. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητήν, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀκολουθοῦντα, καὶ λέγει αὐτῷ. Κύριε, οὗτος δὲ τί; Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς. Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς, ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει» (Ἰω. κα΄, 19-23).

Τοῦτο λέγω τὸ ῥητὸν πρόφασιν λαβόντες μερικοί, εἶπον, ὅτι τὸ, ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, ἐρρέθη ἀπὸ τὸν Κύριον περὶ τῆς Δευτέρας του Παρουσίας. Ὅθεν καὶ νομίζουν, ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀκόμη δὲν ἐδοκίμασε θάνατον. Ἀλλὰ μετετέθη ζωντανὸς ὡσὰν ὁ Ἐνὼχ καὶ Ἠλίας. Πλὴν δὲν ἔχει οὕτως ἡ ἀλήθεια. Διότι δὲν εἶπεν ὁ Χριστὸς τὸ, ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν αἰνιγματωδῶς, τάχα πῶς ἔχει νὰ ζῇ ὁ Ἰωάννης. Ἀλλ’ εἶπεν αὐτὸ ἁπλῶς καὶ αἰσθητῶς καὶ ἁρμοδίως εἰς τὴν τότε ἐργασίαν τῶν μαθητῶν.

Ἐπειδὴ γὰρ εὗρεν αὐτοὺς ὁ Κύριος ψαρεύοντας ἐπὶ τῆς Τιβεριάδος, διὰ τοῦτο, ἀφ’ οὗ συνέφαγε καὶ ἐδιαλέχθη μὲ ὅλους τοὺς ἐκεῖ εὑρεθέντας Ἀποστόλους, τότε ὁ Πέτρος θέλωντας νὰ ἔχῃ συνακόλουθον καὶ τὸν Ἰωάννην, διὰ τὴν ἀγάπην ὁποῦ εἶχε εἰς αὐτόν, διὰ τοῦτο εἶπε πρὸς τὸν διδάσκαλον Χριστόν· «Οὗτος δὲ τί;» Ἐφανέρωσε δὲ ὁ Κύριος τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε νὰ συνακολουθήσῃ καὶ ὁ Ἰωάννης, ἀπολογησάμενος καὶ εἰπών· «Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι τί πρὸς σέ;» Τοὐτέστιν, ἀνίσως θέλω νὰ μένῃ ἐπὶ τοῦ ψαρεύματος ὁ Ἰωάννης, καὶ νὰ ψαρεύῃ ἕως οὗ ἐγὼ νὰ γυρίσω ἐδῶ, τί πρὸς σέ; Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Χριστὸς εἰς κᾀνένα ἄλλο μέρος δὲν ἐφανέρωσεν ὅτι δὲν θέλει ἀποθάνῃ ὁ Ἰωάννης, διὰ τοῦτο φανερὸν εἶναι, ὅτι καὶ αὐτὸς παρομοίως μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους ἀπέθανε. Μαρτυρεῖ δὲ τὸν θάνατόν του καὶ ὁ τάφος του. Ἀπὸ τὸν ὁποῖον εὐγαίνει καὶ κόνις λεπτὴ εἰς ἰατρείαν πολλῶν ἀσθενειῶν. Καὶ ὁ μὲν Καισάριος ταῦτα ἀπεκρίθη εἰς ἐκείνους ὁποῦ τὸν ἠρώτησαν.

Ὁ δὲ τὴν γλῶτταν χρυσοῦς Ἰωάννης εἰς πολλὰ μέρη τῶν γλυκυτάτων λόγων του ἀποδείχνει, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Ἰωάννης. Πρῶτον μὲν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ περὶ τούτου διερμηνεύων καὶ λέγων, ὅτι τὸ μὲν νὰ μένῃ ὁ Ἰωάννης, δὲν εἶπεν ὁ Κύριος διὰ νὰ μὴν ἀποθάνῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴν ᾖναι ἑνωμένος ὁ Ἰωάννης μὲ τὸν Πέτρον εἰς τὸν καιρὸν τοῦ κηρύγματος. Ἀλλὰ νὰ μένῃ κηρύττων χωριστὰ εἰς τοὺς τόπους, ὁποῦ εἶναι γύρωθεν τῆς Γαλιλαίας. Ἐπειδὴ γὰρ ὁ Χριστὸς εἶδε τὸν Πέτρον ὁποῦ ἐφρόντιζε πολλὰ περὶ τοῦ Ἰωάννου, καὶ δὲν ἤθελε νὰ χωρισθῇ ἀπὸ αὐτόν, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμε καὶ τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐρώτησιν, εἰπὼν οὗτος δὲ τί; τοὐτέστι, διατί δὲν θέλει πορευθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν αὐτὴν στράταν τοῦ κηρύγματος, καθὼς καὶ ἐγώ; Διατί δὲν θέλει γένῃ καὶ αὐτὸς συγκοινωνὸς μὲ ἡμᾶς τῆς ἐπιστασίας τῶν προβάτων; Διατί δὲν θέλει προχειρισθῇ καὶ αὐτὸς οἰκονόμος τῶν λογικῶν ψυχῶν; Ταῦτα, λέγω, εἰπόντος τοῦ Πέτρου, εἶπεν ὁ Κύριος· «Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ;» Εἶπε δὲ ταῦτα, ἕνα μέν, διὰ νὰ χωρίσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἄκαιρον προσπάθειαν αὐτὴν καὶ ἕνωσιν. Καὶ ἄλλο δέ, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ὅσον καὶ ἂν ἀγαπήσῃ ὁ Πέτρος τὸν Ἰωάννην, ἀλλ’ ὅμως δὲν φθάνει ποτὲ τὴν ἀγάπην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν. Καὶ τρίτον, διδάσκει τὸν Πέτρον μὲ τὰ λόγια ταῦτα ὁ Κύριος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πολυπραγμονῇ καὶ νὰ προπηδᾷ εἰς τὰς ἐρωτήσεις.

Καὶ κατὰ ἄλλον δὲ λόγον, δὲν ἔπρεπεν εἰς τοὺς Ἀποστόλους ὁποῦ ἐδέχθησαν τὴν ἐπιστασίαν τῆς οἰκουμένης, νὰ ᾖναι πάντοτε ἑνωμένοι ἀναμεταξύ των. Ἀλλὰ ὁ ἕνας μὲν Ἀπόστολος, νὰ πηγαίνῃ εἰς ἕνα τόπον διὰ νὰ κηρύξῃ. Ὁ ἄλλος δέ, εἰς ἄλλον τόπον. Διὰ τοῦτο λέγει πρὸς τὸν Πέτρον· «Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι». Ὡσὰν νὰ ἔλεγε σχεδὸν τοῦτο: Ἔργον ἐπιστεύθης, ὦ Πέτρε. Τοῦτο λοιπὸν ἐργάζου καὶ τελείονε. Καὶ ἀκολούθει εἰς ἐμένα, ὁποῦ σὲ στέλνω εἰς τὸ κήρυγμα, καὶ σοῦ ἐγχειρίζω ὅλην τὴν Οἰκουμένην. Τοῦτον δὲ τὸν Ἰωάννην ἐὰν θέλω νὰ μένῃ ἐδῶ γύρωθεν εἰς τοὺς τόπους τῆς Γαλιλαίας, καὶ νὰ μὴ τὸν στείλω μαζὶ μὲ ἐσένα, τί πρὸς σέ; ἤγουν, τί φροντίζεις σὺ περὶ τούτου; Τὸ δέ, ἕως ἔρχομαι, τοῦτο δηλοῖ, ἀντὶ τοῦ, ἕως θελήσω νὰ ἐκβάλω αὐτὸν εἰς τὸ κήρυγμα. Διότι, ἐσένα μὲν ὦ Πέτρε, τώρα σὲ ἐκβάλλω εἰς αὐτό, καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς Οἰκουμένης. Διὸ καὶ ἀκολούθει μοι, ἤγουν πείθου εἰς τὰ λόγιά μου. Ὁ δὲ Ἰωάννης, ἂς μένῃ ἐδῶ ἕως οὗ πάλιν νὰ ἔλθω νὰ ἐκβάλω καὶ αὐτόν, καθὼς καὶ ἐσένα (8). Ἔτζι μὲν ἑρμηνεύων ὁ Χρυσόστομος ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τὸ ἀνωτέρω ῥητόν, δείχνει φανερά, ὅτι ὁ Θεολόγος Ἰωάννης ἀπέθανεν.

Ἐν δὲ τῇ ὑποθέσει τῆς πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς τοῦ μεγάλου Παύλου, αὐτολεξεὶ τοῦτο φανερόνοι, λέγων· «Καὶ ὁ μακάριος δὲ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, πολλὰ ἐκεῖ (ἐν τῇ Ἐφέσῳ δηλαδή) διέτριψε. Καὶ γὰρ ἐκεῖ ἐτελεύτησεν». Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ εἰκοστῷ δευτέρῳ λόγῳ, καὶ εἰκοστῷ ἕκτῳ τῆς πρὸς Ἑβραίους ἑρμηνείας, καὶ ἐν τῷ ἑβδομηκοστῷ ἕκτῳ λόγῳ τῆς ἑρμηνείας τοῦ κατὰ Ματθαῖον, περὶ τούτου διαλαμβάνων, φανερόνοι ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀπέθανεν. Ἐπειδὴ λοιπὸν φανερὰ λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, καὶ οἱ ἀνωτέρω ῥηθέντες ἀξιόπιστοι καὶ ἅγιοι ἄνδρες, ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀπέθανε, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁποῦ δὲν θέλει συμφωνήσει μὲ αὐτούς; Ἢ ποῖος θέλει νομίσει περὶ τούτου κατὰ ἄλλον τρόπον;

(1) Ὅρα περὶ τούτων καὶ εἰς τὸ Συναξάριον τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου κατὰ τὴν εἰκοστὴν τρίτην τοῦ Ὀκτωβρίου.

(2) Τί δὲ δηλοῦσιν οἱ λαχνοὶ οὗτοι, ὅρα εἰς τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ Συναξαρίου τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Κορνηλίου, κατὰ τὴν δεκάτην τρίτην τοῦ παρόντος μηνός.

(3) Ὁ θεῖος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς συμπεραίνει, ὅτι ὁ μέγας Ἰωάννης οὗτος ἐξωρίσθη εἰς Πάτμον κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Δομετιανοῦ: ἤτοι κατὰ τὸ δέκατον πέμπτον ἔτος αὐτοῦ. Τοσαῦτα γὰρ ἔτη ἐβασίλευσεν: ἤτοι κατὰ τὸ ἐννενηκοστὸν πέμπτον ἔτος ἀπὸ Χριστοῦ, ὡς χρονολογεῖ ὁ Μελέτιος. Μέμνηται δὲ τῆς ἐπὶ τοῦ Δομετιανοῦ ἐξορίας τοῦ ἁγιωτάτου Ἰωάννου καὶ ὁ θεῖος Εἰρηναῖος ἐν τρίτῳ καὶ πέμπτῳ τῶν κατὰ αἱρέσεων. Ἔνθα καὶ τὸν χρόνον ἐσημειώσατο. Καὶ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν τῷ λόγῳ, περὶ τοῦ, τίς ὁ σῳζόμενος πλούσιος. Ὁ δὲ Ἀδριχώμιος εἰς τὸν Βίον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ λέγει ὅτι ὁ Ἀπόστολος οὗτος ἐπέμφθη δεδεμένος ἀπὸ τὴν Ἔφεσον εἰς τὴν Ῥώμην. Ὅπου πλησίον τῆς πύλης τῆς λεγομένης Λατίνας ἐποτίσθη φαρμάκι θανατηφόρον καὶ δὲν ἐβλάβη. Εἶτα ἐρρίφθη μέσα εἰς ἕνα πιθάρι γεμάτον ἀπὸ βραστὸν ἔλαιον κατὰ τὴν ἕκτην Μαΐου ἡμέρᾳ Κυριακῇ. Μείνας δὲ καὶ ἐκ τούτου ἀβλαβὴς ἐξωρίσθη εἰς Πάτμον ὑπὸ Δομετιανοῦ (τόμ. α΄, σελ. 164, τῆς Ἐκκλ. Ἱστορ. τοῦ Μελετίου). Τὴν τοῦ δηλητηρίου πόσιν σημειοῖ, καὶ ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος ἐν τῷ κβ΄ κεφ. τῶν Μονολογίων, λέγων· «Ὑπὲρ τοῦ γεύσασθαι ταύτης (τῆς γλυκύτητος τοῦ Θεοῦ) δηλητηρίου ποτήριον Ἰωάννης ἀτρόμως ἐξέπιεν».

(4) Ὁ ἄρχων οὗτος ὀνομάζεται παρὰ τῷ χειρογράφῳ καὶ τετυπωμένῳ Συναξαριστῇ, ἀνθύπατος. Τὸ ὁποῖον ὄνομα οὕτως ἑρμηνεύεται: ὕπατος θέλει νὰ εἰπῇ, ὁ ἀνώτερος μὲν ὢν πάντων τῶν ἄλλων συγκλητικῶν καὶ ἀξιωματικῶν τοῦ βασιλέως, δεύτερος δὲ ὢν ἀπὸ τὸν βασιλέα. Ὁποῖος καὶ τώρα εἶναι ὁ καλούμενος τουρκιστὶ βεζύρης. Ἀνθύπατος δὲ εἶναι ὁ ἀντὶ τοῦ ὑπάτου ὤν, καὶ ἀναπληρῶν τὸν τόπον τοῦ ὑπάτου, ὅταν ἐκεῖνος λείπῃ. Ὁποῖος καὶ τώρα εἶναι ὁ τουρκιστὶ καλούμενος καϊμακάμης. Ὥσπερ γὰρ ὁ βεζύρης ἐπίτροπος τοῦ βασιλέως ἐστίν, οὕτω καὶ ὁ καϊμακάμης πάλιν εἶναι τοῦ βεζύρη ἐπίτροπος. Πῶς δὲ ἕνας τοιοῦτος μέγας ἀξιωματικὸς εὑρίσκετο ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ τῆς Πάτμου; Ἀπορῶ. Ἀλλ’ ἴσως τὸ, ἀνθύπατος καὶ πλατυτέρως λαμβάνεται, ἀντὶ ἡγεμόνος καὶ ἄρχοντος. Ὁποῖον σημαινόμενον ἔχει καὶ τώρα ἐδῶ.

(5) Ὁ δὲ Δοσίθεος, σελίδι 13 τῆς Δωδεκαβίβλου, λέγει, ὅτι συνέγραψε τὸ Εὐαγγέλιον ὁ Ἰωάννης ἀπὸ δεήσεως τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἀσίας, καὶ οὐχὶ τῶν Πατμίων, ὡς γράφεται ἐδῶ. Συμμαρτυρεῖ δὲ καὶ ὁ Μελέτιος ἐν τῷ πρώτῳ τόμῳ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας λέγων, ὅτι ἐν Ἐφέσῳ συνέγραψεν ὁ Ἰωάννης τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὰς Ἐπιστολάς του. Συμβιβάζει ὅμως καὶ θεραπεύει τὴν διαφωνίαν ταύτην ὁ αὐτὸς Μελέτιος λέγων, ὅτι προέγραψε μὲν ὁ Ἰωάννης τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὰς Ἐπιστολὰς ἐν τῇ Πάτμῳ, ἐξέδωκε δὲ καὶ ἐδημοσίευσε ταῦτα εἰς Ἔφεσον. Ἔγραψε δὲ τὸ Εὐαγγέλιον κατὰ τὸν Δοσίθεον ἐν τῷ ἑξηκοστῷ τετάρτῳ ἔτει, ἀπὸ τῆς ταφῆς, ἢ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου. Ἢ κατὰ ἄλλους, μετὰ τριάκοντα ἓξ χρόνους τῆς Ἀναλήψεως, ὕστερον ἀπὸ δύω χρόνους τῆς συγγραφῆς τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἡ ὁποία εἶναι τὸ δυσκολώτερον βιβλίον πάντων τῶν τοῦ κόσμου βιβλίων, κατὰ τὸν Ἱερώνυμον. Καὶ ἡ σκοτεινοτάτη καὶ δυσκολωτάτη βίβλος κατὰ τὸν Μελέτιον. Ἄρχισε δὲ ἀπὸ τῆς προαιωνίου Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, καὶ ἀφῆκε τὴν ὑστέραν οἰκονομικῶς, διὰ τοὺς αἱρετικοὺς τοῦ καιροῦ ἐκείνου, Ἐβίωνά τε καὶ Κήρινθον. Οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ εἰς στερέωσιν μὲν τῶν εὐσεβῶν, ἀντίρρησιν δὲ τῶν Γνωστικῶν λεγομένων αἱρετικῶν, καὶ αὐτῶν τῶν Νικολαϊτῶν, ὡς λέγει ὁ Εἰρηναῖος καὶ Ἱερώνυμος, καὶ Ἐπιφάνιος. Ἔγραψε δὲ τὴν Ἀποκάλυψιν πρὸ χρόνων τεσσάρων τῆς κοιμήσεώς του, κατὰ τὸν Μελέτιον.

Σημείωσαι, ὅτι ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἀλεξανδρείας, ὁ ἐν τῷ τέλει τοῦ δευτέρου αἰῶνος ἀκμάσας, λέγει ἐν τῷ Χρονικῷ, τῷ τοῖς βιβλίοις τῆς Βυζαντίδος συνεκδοθέντι, ὅτι τὸ ἰδιόχειρον Εὐαγγέλιον τοῦ θείου τούτου Ἰωάννου μέχρι νῦν φυλάττεται χάριτι Θεοῦ ἐν τῇ Ἐφεσίων ἁγιωτάτῃ Ἐκκλησίᾳ, καὶ ὑπὸ τῶν πιστῶν ἐκεῖ προσκυνεῖται. Τὸ ὁποῖον καὶ περιέχει ὅτι τρίτῃ ὥρᾳ ἦν, ὅταν ὁ Χριστὸς ἐσταυρώθη, καθὼς καὶ τὰ ἀκριβῆ χειρόγραφα περιέχει. Ὅρα σημειώσει 20 Νικηφόρου τοῦ Θεοτόκη εἰς τὴν μετάφρασιν Κλήμεντος τοῦ Κανονίκου ἐν τῇ ἀνασκευῇ τῆς τελευταῖον διερμηνευθείσης Διαθήκης. Ὅρα καὶ εἰς τὴν εἰκοστὴν τοῦ Δεκεμβρίου ἐν τῇ ὑποσημειώσει τοῦ Συναξαρίου τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου. Παρὰ δὲ τῇ νεοτυπώτῳ Ἑκατονταετηρίδι γράφεται, ὅτι ἐπὶ Δομετιανοῦ, ἐν ἔτει Ϟς΄ [96], ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης δέσμιος ἐξ Ἀσίας εἰς Ῥώμην ὑπὸ τοῦ ἀνθυπάτου ἐπέμφθη. Ὅπου ἐβάλθη μέσα εἰς καζάνι γεμάτον ἀπὸ λάδι βραστόν, καὶ ἀβλαβὴς ἐφυλάχθη, ὡς γράφει ὁ Ἱερώνυμος, βιβλ. α΄. Ἔπειτα ἐξωρίσθη ἐκεῖ εἰς Πάτμον, καὶ συνέγραψε τὴν θείαν Ἀποκάλυψιν, ἐν ἔτει τῆς τοῦ Δομετιανοῦ βασιλείας κατὰ Εἰρηναῖον καὶ Ἱερώνυμον. Τὰ λόγια δὲ ἐκεῖνα ὁποῦ γράφει ὁ Ἰωάννης εἰς τὴν Καθολικὴν πρώτην Ἐπιστολήν του, ἤτοι, τὸ «Τρεῖς εἰσὶν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι. Καὶ τρεῖς εἰσὶν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῇ γῇ, τὸ Πνεῦμα, τὸ Ὕδωρ, καὶ τὸ Αἷμα, καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ ἕν εἰσι» (κεφ. ε΄, 7)· ταῦτα, λέγω, τὰ λόγια, ἄλλοι οὐκ ὀρθῶς τὰ λέγουσιν ὡς νόθα, ἐπειδὴ εἰς πολλὰ ἀρχαῖα χειρόγραφα δὲν ἐμφέρονται. Πλὴν αὐτὰ εὑρίσκονται εἰς πάμπολλα ἀντίγραφα. Ὅθεν καὶ ὁ νεώτερος Σιμώνιος ὁμολογεῖ ὅτι εὗρε τὰ τοιαῦτα λόγια εἰς διακόσια ἀντίγραφα ἀρχαιότατα. Ὅσα δὲ ἀντίγραφα εὗρε, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχουν τὰ λόγια αὐτά, δὲν ἦτον ὑπὲρ τοὺς ἑξακοσίους χρόνους. Ἀναφέρονται δὲ τὰ λόγια ταῦτα καὶ παρὰ τῷ Τερτυλλιανῷ ἐν τῷ κατὰ Πραξέου βιβλίῳ πρώτῳ, κεφαλαίῳ εἰκοστῷ πέμπτῳ. Καὶ παρὰ τῷ Κυπριανῷ ἐπιστολῇ πρὸς Ἰωβινιανὸν ἐν τῷ περὶ μονάδος. Καὶ οἱ τῆς Ἀφρικῆς δὲ Πατέρες, τετρακόσιοι τόσοι Ἐπίσκοποι, ἐκτιθέμενοι τὴν ἑαυτῶν πίστιν Οὐνερίκῳ τῷ βασιλεῖ τῶν Ἀρειανῶν Οὐανδάλλων, ἐν ἔτει 484, τὰ αὐτὰ λόγια ἀναφέρουσιν ἐπὶ λέξεως. Ἀλλὰ καὶ ὁ νεώτερος Καλμέτος προβάλλεται τοὺς ὑπὲρ τῆς αὐθεντίας τῶν λογίων ἐκείνων κατὰ τῶν ἀντιλεγόντων συγγραψαμένους. Εἴπομεν δὲ καὶ ἡμεῖς μερικὰ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν Καθολικῶν Ἐπιστολῶν.

(6) Σημείωσαι, ὅτι σφαλερῶς γράφεται ἐν τῷ τετυπωμένῳ Συναξαριστῇ, ὅτι πρὶν νὰ ἐξορισθῇ εἰς τὴν Πάτμον ὁ Ἰωάννης, παρέδωκε τὸν νέον τοῦτον εἰς τὸν Ἐπίσκοπον. Διηγεῖται γὰρ ὁ Στρωματεὺς Κλήμης ἐν τῷ λόγῳ «Τίς ὁ σῳζόμενος πλούσιος», ὅτι μετὰ τὴν ἐξορίαν παρέδωκεν αὐτὸν τῷ Ἐπισκόπῳ, ὡς καὶ ἐν τῷ χειρογράφῳ Συναξαριστῇ γράφεται.

(7) Σημείωσαι, ὅτι τὸ, ὁ ἥλιος ἀνέτειλε, καὶ αὐτὸς τὸ πνεῦμα παρέδωκεν, οὐ γράφεται ἐν τῷ χειρογράφῳ Συναξαριστῇ, ἀλλὰ ἐν τῷ τετυπωμένῳ. Καθὼς καὶ τὸ ἄνωθεν λόγιον, ἤγουν τὸ, ἦτον δὲ ὁ καιρὸς πρὸς ὄρθρον. Ἐκοιμήθη δὲ ὁ θεῖος Ἰωάννης ἐν τῷ ἑξηκοστῷ ὀγδόῳ ἔτει ἀπὸ τοῦ πάθους, ἢ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸν τρίτον χρόνον τῆς τοῦ Τραϊανοῦ αὐτοκρατορίας.

(8) Ὁ δὲ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας τὸ, ἕως ἔρχομαι, ἐνόησεν ἀντὶ τοῦ, ἕως οὗ νὰ ἔλθω εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων. Ἔλευσις γὰρ πολλάκις ἡ τιμωρία καὶ ἐκδίκησις λέγεται. Ἄλλοι δὲ λέγουσιν, ὅτι ἕως τότε θέλω νὰ μένῃ ὁ Ἰωάννης εἰς Ἱεροσόλυμα, ἕως οὗ νὰ ἔλθω: ἤγουν ἕως οὗ νὰ ἔλθω ἐν τῇ κοιμήσει τῆς μητρός μου διὰ νὰ παραλάβω τὴν ἁγίαν αὐτῆς ψυχήν. Ἕως τότε γὰρ ὁ Ἰωάννης ἔμεινεν ἐν Ἱεροσολύμοις, προνοῶν καὶ κηδόμενος τῆς Θεοτόκου. Παρέλαβε γὰρ αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐκοιμήθη ἐκείνη, τότε αὐτὸς ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ ἐπῆγεν εἰς Ἔφεσον, κηρύττων τὸ Εὐαγγέλιον, ὡς εἴρηται ἀνωτέρω ἐν τῷ παρόντι Συναξαρίῳ. Ὁ δὲ Νικηφόρος ὁ Βλεμμίδης ἐν τῷ πρὸς τὸν Θεολόγον τοῦτον ἐγκωμίῳ, οὗ ἡ ἀρχή· «Εὐαγγελιστῇ θεολόγῳ», λέγει, ὅτι αὐτὸς οὐ μόνον μετέστη, ἀλλὰ καὶ ἀνέστη. Κοιμηθεὶς μὲν καὶ ἀποθανών, εἶτα ὡς ἐν ῥιπῇ ἀλλαγείς, καὶ τὴν φθορὰν ἀποτινάξας, καὶ ἀφθαρτισθείς. Ἐλεύσεται δέ φησιν, ἐν ἀφθάρτῳ σώματι διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ἀντίχριστον. Τοῦτο συμμαρτυρεῖ καὶ Ἰωάννης ὁ Εὐγενικός, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἐφέσου καὶ Εὐγενικοῦ, λέγων, εἰς τοὺς οἴκους ὁποῦ ἐφιλοπόνησεν εἰς τὸν Θεολόγον, ταῦτα:

«Χαῖρε, ὅτι μεταστάσεως συμμετέσχες ὡς υἱός.

Χαῖρε, ὅτι ἀναστάσεως, οἷα Λόγου ἀδελφός».

Σημειοῦμεν ἐδῶ ὅτι εἰς τὸν μέγαν τοῦτον Θεολόγον ἐγκώμιον ἔχει ὁ Στουδίτης Θεόδωρος, οὗ ἡ ἀρχή· «Οὐρανοῦ προκειμένου», ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἑορτὴν ἄγομεν σήμερον» (ἐν τῷ Πρωτάτῳ), ὁ Φιλαδελφείας Μακάριος ὁ Χρυσοκέφαλος, ὁ ῥηθεὶς Βλεμμίδης (ὅπερ εὑρίσκεται ἐν τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ Παντοκράτορος), ὁ Χρυσόστομος δύω. Ὅπου ἐν τῷ δευτέρῳ λέγει, ὅτι ὁ Θεολόγος οὗτος ἀνέστησεν ἕνα Ἱερέα ὑπὸ κίονος φονευθέντα, καὶ προσφερθέντα νεκρὸν εἰς τὴν θύραν τοῦ θείου ναοῦ του. Ἐγκώμιον δὲ ἁπλοῦν καὶ γλαφυρὸν τούτου εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἱερὰν Σάλπιγγα τοῦ Μακαρίου. Κανόνας δὲ ὀκτωήχους ἔχει εἰς αὐτὸν ὁ ὑμνογράφος Ἰωσήφ. Ἐφιλοπόνησε δὲ εἰς αὐτὸν καὶ ἡ ἐμὴ ἀδυναμία δύω Κανόνας, οἵτινες ὁμοῦ ἐτυπώθησαν ὅλοι. Ἀλλὰ καὶ Νικήτας ὁ Ῥήτωρ ἐγκώμιον ἔπλεξεν εἰς τοῦτον, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὁ τὸν μέγαν τῆς βροντῆς γόνον». (Σῴζεται ἐν τῇ Λαύρᾳ, ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ τῇ τοῦ Διονυσίου.) Ἔχει δὲ καὶ λόγον εἰς τὸν Θεολόγον ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὅτι μὴ πολὺ τῶν Ἀγγέλων». (Σώζεται ἐν τῇ Λαύρᾳ, καὶ ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῶν Ἰβήρων.) Ὅρα καὶ εἰς τὴν ὀγδόην τοῦ Μαΐου.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων πέντε Παρθένων καὶ Μοναστριῶν, αἵτινες ὑπὸ Παύλου τοῦ πατρὸς αὐτῶν ἀνῃρέθησαν.

Χριστὸν ποθούσας πέντε Παρθένους μόνον,
Ἀνεῖλε πατὴρ φιλοχρήματος πάνυ (9).

(9) Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ πέντε Παρθένοι αὗται, εἶναι αἱ ἴδιαι ἐκεῖναι, περὶ τῶν ὁποίων γράφεται ἐν τῷ Συναξαρίῳ κατὰ τὴν ἐνάτην τοῦ Ἰουνίου. Πρῶτον, διατὶ καὶ αὗται καὶ ἐκεῖναι, πέντε γράφονται. Δεύτερον, διατὶ καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ Παῦλος γράφεται ὁ ταύτας φονεύσας. Καὶ τρίτον, διατὶ καὶ ἐδῶ φιλοχρήματος γράφεται ὁ ταύτας φονεύσας, καὶ ἐκεῖ. Εἰ δὲ καὶ ἐδῶ μὲν πατὴρ αὐτῶν καλεῖται, ἐκεῖ δὲ πρεσβύτερος αὐτῶν, ἴσως πνευματικὸς πατὴρ αὐτῶν ὀνομάζεται καὶ οὐχὶ σαρκικός.

*

Μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Χήρας ἐν μαχαίρᾳ τελειωθείσης.

Σφαγεῖσα Χήρα σοὶ νενύμφευται Λόγε,
Γράψασα συμβόλαιον ἐκ τῶν αἱμάτων.

*

Μνήμη τοῦ δικαίου Γεδεών, ὃς τὸν τοῦ Χριστοῦ τόκον διὰ τῆς ἐν τῷ πόκῳ δρόσου προεῖδε.

Κᾂν οὐ κατεῖδε Γεδεὼν τὸν σὸν τόκον,
Προεῖδε Χριστὲ τοῦ τόκου σου τὸν τύπον.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

Η μετάστασις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου· Χήρας, δικαίου Γεδεών κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.