Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου26 Φεβρουαρίου

Των Αγίων Πορφυρίου Επισκόπου Γάζης, Φωτεινής της Σαμαρείτιδος και των συν αυτή κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Όσιος Πορφύριος ΓάζηςΤω αυτώ μηνί Κς’, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Πορφυρίου Επισκόπου Γάζης.

Ω τις παρέλθοι; τις δε και παραδράμοι;
Τον Πορφύριον καν παρήλθεν εκ βίου;

Πορφυρίοιο νέκυν κρύψε χθων εικάδι έκτη.

Ούτος εκατάγετο από την πόλιν Θεσσαλονίκην, υιός γονέων ευγενών και πλουσίων, κατά τους χρόνους Αρκαδίου του βασιλέως εν έτει τϞς’ [396]. Αναχωρήσας δε από την πατρίδα του, επήγεν εις το Μισήρι, και από εκεί επήγεν εις μίαν σκήτιν και έγινε Μοναχός. Ύστερα δε από πέντε χρόνους πηγαίνει εις τα Ιεροσόλυμα, και πολλούς απίστους φωτίζει με τον λόγον της διδασκαλίας του. Δια τούτο και εχειροτονήθη Πρεσβύτερος από τον Πατριάρχην των Ιεροσολύμων Πραΰλιον. Ύστερον δε εχειροτονήθη Επίσκοπος Γάζης από τον Αρχιεπίσκοπον Καισαρείας της Παλαιστίνης Ιωάννην. Αφ’ ου λοιπόν έγινεν Επίσκοπος, πολλά θαυμάσια εποίησε, και πολλούς απίστους εις θεογνωσίαν επίστρεψεν. Έπειτα βλέπωντας τους επαρχιώτας του Χριστιανούς, πως αδικούνται από τους εξουσιαστάς της Γάζης, ειδωλολάτρας όντας και αιρετικούς, επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν προς βοήθειαν των αδικουμένων. Ανταμώσας δε τον μέγαν Ιωάννην τον Χρυσόστομον τον τότε Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως, εδιηγήθη εις αυτόν τας αδικίας των της Γάζης εξουσιαστών, δια τας οποίας και ανέβη εις Κωνσταντινούπολιν. Όθεν εσυστήθη ο Άγιος υπό του θείου Χρυσοστόμου προς τον κουβικουλάριον του βασιλέως, Αμάντιον ονόματι.

Από δε τον κουβικουλάριον μαθούσα η βασίλισσα Ευδοξία τας υποθέσεις του Αγίου, εδέχθη μεν αυτόν ευμενώς, ανέφερε δε τα περί αυτού εις τον βασιλέα, και την προφητείαν οπού έκαμεν ο Άγιος δια το αρσενικόν παιδίον, οπού έμελλον να γεννήσουν, ήγουν τον μικρόν Θεοδόσιον. Ο δε βασιλεύς μαθών τούτο, εχάρη και ευχαρίστησε τον Θεόν. Έπειτα γεννά η βασίλισσα τον νέον Θεοδόσιον, και προσκαλεσαμένη τον Άγιον Πορφύριον, ευλογήθη από αυτόν, και υπεσχέθη να τελειώση όλα τα αιτήματά του, δια τα οποία παρεκάλεσε και τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς, εδυσκολεύετο μεν εις τας αρχάς, λέγων, ότι δεν είναι δυνατόν να διωχθούν από την Γάζαν οι ειδωλολάτραι και αιρετικοί, δια την πολλήν χρησιμότητα αυτών και βοήθειαν. Η δε βασίλισσα απεκρίθη προς αυτόν, ότι βαρεία μεν είναι η αίτησις αύτη, ω δέσποτα, βαρυτέρα όμως είναι και η ταύτης παραίτησις. Δια τούτο έκλινε και ο βασιλεύς να λάβουν τέλος τα υπό του Αγίου ζητούμενα. Όθεν παρευθύς επέμφθησαν προσταγαί βασιλικαί, ότι να διωχθούν από την Γάζαν οι αιρετικοί και ειδωλολάτραι, οίτινες εξουσίαζον.

Τότε ο μακάριος Πορφύριος, πέρνωντας από την βασίλισσαν δύω κεντηνάρια χρυσίον, δια να κτίση Εκκλησίας, και διακόσια νομίσματα δια έξοδα, εγύρισεν εις την επαρχίαν του. Και τους μεν άλλους ναούς των ειδώλων, κατεκρήμνισε. Τους δε αιρετικούς, εδίωξε. Τον δε ναόν του θεού των Ελλήνων του ονομαζομένου Μαρνά, κατέκαυσε με την φωτίαν, και έκτισεν αυτόν Εκκλησίαν κατά το σχήμα, οπού εδιώρισεν η βασίλισσα Ευδοξία. Διαλάμψας λοιπόν εις την επαρχίαν του ο θείος ούτος Πατήρ, και ποιήσας θαύματα πάμπολλα εις εικοσιτέσσαρας χρόνους, και μήνας ένδεκα, και ημέρας οκτώ, προς Κύριον εξεδήμησεν. (Τον ελληνικόν τούτου Βίον συνέγραψεν ο Μεταφραστής εις πλάτος, ου η αρχή· «Των Αγίων ανδρών τους άθλους». Σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις.)

*

Αγία Φωτεινή η ΣαμαρείτιδαΤη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, η ωμίλησεν ο Χριστός εν τω φρέατι, και των συν αυτή, ήτοι των πέντε αυτής αδελφών, και των δύω αυτής υιών, και Σεβαστιανού του δουκός.

Ρίπτουσι την σην Σαμαρείτιν εις φρέαρ,
Την εις φρέαρ σοι, συλλαλήσασαν Λόγε.

Κατά τους χρόνους του βασιλέως Νέρωνος, εν έτει ξς’ [66], διωγμός μέγας εκινήθη κατά των Χριστιανών. Αφ’ ου γαρ εμαρτύρησαν επί του αυτού Νέρωνος οι δύω κορυφαίοι Απόστολοι ο Πέτρος και Παύλος, από τότε και ύστερον εζήτουν επιμελώς οι τύραννοι να θανατώσουν τους μαθητάς των Αποστόλων. Τότε λοιπόν και η Αγία αύτη Φωτεινή μαζί με τον υιόν της Ιωσήν, ευρισκομένη εις την Καρθαγένην πόλιν της Αφρικής, το νυν λεγόμενον Τούνεζι, εκήρυττε με παρρησίαν το Ευαγγέλιον του Χριστού. Βίκτωρ δε ο μεγαλίτερος υιός της Αγίας, έκαμεν ανδραγαθίαν και νίκην εις τον τότε γενόμενον πόλεμον κατά των Αβάρων, οι οποίοι εστράτευσαν εναντίον εις τους Ρωμαίους, και δια τούτο έγινε στρατηλάτης, ήτοι αρχιστράτηγος, από τον βασιλέα. Ο γαρ βασιλεύς μη ηξεύρωντας, ότι ήτον ο Βίκτωρ Χριστιανός, έπεμψεν αυτόν εις την Ιταλίαν, και τον επρόσταξε να τιμωρή τους εκείσε ευρισκομένους Χριστιανούς.

Τούτο δε ακούσας ο δουξ Σεβαστιανός, λέγει προς τον Βίκτορα, εγώ ηξεύρω καλά ω στρατηλάτα, ότι είσαι Χριστιανός, και ότι η μήτηρ σου ομού με τον αδελφόν σου Ιωσήν, είναι και αυτοί Χριστιανοί, επειδή ηκολούθησαν εις τον πρότερον μαρτυρήσαντα Απόστολον Πέτρον. Όθεν κάμε εξάπαντος εκείνο, οπού σε επρόσταξεν ο βασιλεύς, δια να μη κινδυνεύση η ζωή σου. Ο Βίκτωρ απεκρίθη, εγώ θέλω να κάμω το θέλημα του επουρανίου και αθανάτου Βασιλέως Χριστού, του δε επιγείου βασιλέως Νέρωνος την προσταγήν, η οποία εδόθη δια να τιμωρώ τους Χριστιανούς, ταύτην, λέγω, την προσταγήν ουδέ να ακούσω καταδέχομαι. Ο δε δούκας, εγώ, αδελφέ, του είπε, σε συμβουλεύω ως γνήσιον φίλον μου εκείνα οπού σοι συμφέρουν. Διατί αν εσύ καθίσης εις το κριτήριον, και θελήσης να κρίνης και να βασανίζης τους Χριστιανούς, ήξευρε ότι και εις τον βασιλέα θέλεις ευαρεστήσεις, και τα άσπρα των Χριστιανών θέλεις κερδήσεις. Αλλά και εις την μητέρα σου και αδελφόν σου γράψον, να μη διδάσκουν παρρησία τους Έλληνας να αρνούνται την πάτριον θρησκείαν, ίνα μη και συ κινδυνεύσης δι’ αυτούς, κρυφίως δε έχετε την πίστιν του Χριστού, καθώς θέλετε. Τότε ο Βίκτωρ απεκρίθη. Μη μοι γένοιτο να κάμω τούτο οπού λέγεις, ήτοι το να τιμωρήσω εγώ τους Χριστιανούς δια να κερδήσω τι από αυτούς, ή να συμβουλεύσω την μητέρα και αδελφόν μου να μη κηρύττουν ότι ο Χριστός είναι Θεός. Αλλά μάλιστα και εγώ κήρυξ είμαι, και θέλω είμαι, της θεότητος του Χριστού, καθώς και εκείνοι. Ο δε δούκας είπεν, εγώ μεν σε εσυμβούλευσα εκείνα, οπού σοι συμφέρουν, συ δε στοχάσου τι έχεις να κάμης.

Ταύτα ειπών ο δούκας, ευθύς ετυφλώθη, και πίπτωντας εις την γην, από τους υπερβολικούς πόνους των ομματίων του, έμεινεν άφωνος. Όθεν εσήκωσαν αυτόν οι παρεστώτες, και τον έβαλαν επάνω εις κλίνην, και εκεί έμεινε τρεις ημέρας χωρίς να λαλήση τελείως. Ύστερον δε από την τρίτην ημέραν, εφώναζε με μεγάλην φωνήν, λέγων, ένας είναι ο Θεός των Χριστιανών. Πηγαίνωντας δε ο Βίκτωρ εις αυτόν, τι τόσον ογλίγωρα, του είπεν, εμεταβάλθης; Ο δούκας απεκρίθη, ο Χριστός με προσκαλεί, γλυκύτατε Βίκτωρ. Όθεν ευθύς κατηχηθείς από τον Βίκτορα, εβαπτίσθη, και ευγαίνωντας από την αγίαν κολυμβήθραν, παρευθύς έλαβε το φως των ομματίων του, και εδόξαζε τον Θεόν. Βλέποντας δε τα πλήθη των Ελλήνων το παράδοξον τούτο θαύμα, εφοβήθησαν, μήπως και αυτοί πάθουν τα όμοια, και δια τούτο επρόστρεξαν εις τον Βίκτορα και εβαπτίσθησαν.

Μετά ταύτα έφθασεν εις τα αυτία του Νέρωνος η φήμη αύτη, ότι ο στρατηλάτης της Ιταλίας Βίκτωρ, και ο δούκας της αυτής Σεβαστιανός, κηρύττουσι το κήρυγμα Πέτρου και Παύλου, και όλους τους Έλληνας προσφέρουν εις τον Χριστόν δια της πίστεως. Και ότι η μήτηρ του στρατηλάτου Φωτεινή μαζί με τον υιόν της Ιωσήν, πηγαίνουσα εις την Καρθαγένην, κάμνει και εκείνη τα ίδια. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, άναψεν από τον θυμόν, και παρευθύς στέλλει στρατιώτας εις την Ιταλίαν, δια να φέρουν έμπροσθέν του τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς άνδρας τε και γυναίκας. Εφάνη δε προτίτερα εις εκείνους ο Κύριος λέγων. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Μη φοβείσθε, εγώ είμαι μαζί με εσάς, και ο Νέρων θέλει νικηθή ομού με τους συντρόφους του». Εφάνη δε και ξεχωριστά εις τον Βίκτορα και του είπεν. Από τώρα και ύστερα, θέλει είναι το όνομά σου Φωτεινός, επειδή πολλοί εφωτίσθησαν δια μέσου σου, και επροσφέρθησαν εις εμένα δια της πίστεως. Τον δε Σεβαστιανόν δυνάμωσον εις το μαρτύριον με τους λόγους σου, και μακάριος είναι όποιος έως τέλους αγωνισθή.

Ταύτα ειπών ο Κύριος, ανέβη εις τους Ουρανούς. Απεκαλύφθησαν δε εκ Θεού και εις την Αγίαν Φωτεινήν εκείνα, οπού έμελλον να της ακολουθήσουν. Όθεν αναχωρήσασα αύτη από την Καρθαγένην, ομού με πλήθος Χριστιανών, επήγεν εις την Ρώμην και εκήρυττε τον Χριστόν. Εσείσθη δε όλη η πόλις λέγουσα, ποία είναι αυτή, οπού ήλθεν εδώ με τόσον πλήθος; ποία είναι οπού κηρύττει τον Χριστόν με τόσην παρρησίαν; Τότε εφέρθη από τους στρατιώτας εις την Ρώμην και ο Φωτεινός ο υιός της Αγίας, ομοίως και ο δούκας Σεβαστιανός. Η δε Αγία Φωτεινή επρόλαβε και επήγεν εμπρός εις τον Νέρωνα ομού με τον υιόν της Ιωσήν και τους Χριστιανούς. Βλέπωντας δε αυτούς ο Νέρων, τους ερώτησε, δια ποίον αίτιον ήλθετε εις ημάς; Η Αγία απεκρίθη, δια να σε διδάξωμεν να πιστεύσης εις τον Χριστόν.

Οι δε παρεστώτες άρχοντες είπον εις τον βασιλέα, ο δούκας Σεβαστιανός και ο στρατηλάτης Βίκτωρ, οι οποίοι δεν πείθονται εις τους θεούς, αυτοί ήλθον από την Ιταλίαν. Ο βασιλεύς είπεν, ας έλθουν. Και όταν εκείνοι επαραστάθησαν έμπροσθέν του, τους λέγει, τι είναι αυτά οπού ήκουσα δια λόγου σας; Οι Άγιοι απεκρίθησαν. Όσα ήκουσας δια λόγου μας, ω βασιλεύ, αληθινά είναι. Ο δε βασιλεύς βλέπωντας τους Αγίους με άγριον όμμα, αρνείσθε, τους είπεν, εσείς τον Χριστόν, ή προτιμάτε να αποθάνετε με κακόν θάνατον; Οι δε Άγιοι σηκόνοντες τα ομμάτιά τους εις τον Ουρανόν, μη γένοιτο! απεκρίθησαν, μη γένοιτο εις ημάς Χριστέ Βασιλεύ να χωρισθούμεν από την πίστιν και την αγάπην σου! Έπειτα πάλιν ερώτησεν ο βασιλεύς τους Αγίους. Πώς ονομάζεστε εσείς; Η Αγία απεκρίθη. Εγώ μεν η πρώτη αδελφή, ωνομάσθηκα από τον Ιησούν Χριστόν τον Θεόν μου, Φωτεινή. Η δε δευτέρα μου αδελφή, ονομάζεται Ανατολή. Η τρίτη ονομάζεται Φωτώ. Η τετάρτη Φωτίς. Η πέμπτη, Παρασκευή, και η έκτη Κυριακή. Από τους υιούς μου δε, ο μεν πρώτος, ονομάζεται Βίκτωρ, από δε τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν μετωνομάσθη Φωτεινός. Ο δε δεύτερος, οπού είναι μαζί μου, ονομάζεται Ιωσής. Τότε ο Νέρων τους λέγει, όλοι εσείς εσυμφωνήσετε να τιμωρηθήτε και να αποθάνετε δια τον Ναζωραίον; Η Αγία απεκρίθη. Ναι όλοι ημείς δια την αυτού αγάπην χαίροντες και αγαλλιώμενοι αποθνήσκομεν. Τότε επρόσταξεν ο βασιλεύς να τζακισθούν με μπάλλας σιδηράς οι αρμοί των δακτύλων των χειρών τους. Και λοιπόν ευθύς οπού εφέρθη εκεί ένα αμώνι, έβαλαν οι Άγιοι τας χείρας των επάνω εις αυτό, και άρχισαν να τους κτυπούν οι υπηρέται από την τρίτην ώραν της ημέρας έως εις την έκτην. Και αυτοί μεν, αλλάχθησαν τρεις φοραίς, κτυπώντες τας χείρας των Αγίων. Οι δε Άγιοι δεν αισθάνοντο τελείως την βάσανον, ούτε αι χείρες των εσυντρίφθησαν.

Τούτο δε μαθών ο βασιλεύς, εταράχθη, και επρόσταξε να κόψουν τας χείρας των Αγίων. Παρευθύς δε οι υπηρέται έδεσαν τας χείρας των, και τας έβαλαν επάνω εις το αμώνι, και κατεβάσαντες επτά φοραίς τα μαχαίρια, τίποτε δεν εκατώρθωσαν, αλλά επαραλύθησαν και έπεσαν κάτω ωσάν νεκροί. Η δε Αγία αβλαβής διαφυλαχθείσα από την χάριν του Θεού, έλεγε χαίρουσα τα του Δαβίδ λόγια· «Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι, τι ποιήσει μοι άνθρωπος». Άρχισε λοιπόν ο βασιλεύς να απορή και να διαλογίζεται, με ποίους τρόπους και τέχνας να νικήση τους Αγίους. Και τους μεν άνδρας, επρόσταξε να βάλουν εις μίαν σκοτεινοτάτην φυλακήν. Την δε Αγίαν και τας αδελφάς της, επρόσταξε να τας υπάγουν μέσα εις το χρυσόν του κουβούκλιον, και εκεί να στρώσουν επτά κλίνας χρυσάς, και επτά χρυσούς θρόνους, και τράπεζαν, και να βάλουν έμπροσθέν των άσπρα πολλά, και στολίδια χρυσά, και φορέματα και ζώνας χρυσάς. Έπειτα επρόσταξε και την θυγατέρα του Δομνίναν, να υπάγη εκεί με τας δουλεύτρας της, και να συνομιλή με τας Αγίας. Βλέπουσα δε η Αγία Φωτεινή την Δομνίναν, είπεν εις αυτήν, χαίρε η του Χριστού νύμφη. Η Δομνίνα απεκρίθη, χαίροις και συ κυρία μου Φωτεινή η λαμπάδα του Χριστού. Ακούσασα δε η Αγία Φωτεινή το όνομα του Χριστού, ευχαρίστησεν εις τον Κύριον, και αγκαλισαμένη την Δομνίναν εφίλησεν αυτήν. Έπειτα την εκατήχησεν ομού με τας εκατόν δουλεύτρας της, και τας εβάπτισεν όλας. Και την μεν Δομνίναν, μετωνόμασεν Ανθούσαν, την δε μεγαλιτέραν δουλεύτραν της, ωνόμασε Στεφανίδα. Παρευθύς δε επρόσταξεν η Αγία Ανθούσα, και εμοίρασαν εις τους πτωχούς όλα τα άσπρα και στολίδια, οπού ήτον μέσα εις το κουβούκλιον.

Ταύτα δε μαθών ο βασιλεύς, εθυμώθη πολλά, και προστάζει να καύσουν επτά ημέρας ένα καμίνι, και μέσα εις αυτό να βάλουν την Αγίαν Φωτεινήν, και όλους τους συντρόφους της άνδρας τε και γυναίκας. Αφ’ ου δε τούτο έγινεν, έμειναν οι Άγιοι εις το μέσον της καμίνου ημέρας τρεις. Ο δε τύραννος νομίζωντας, ότι κατεκαύθησαν από την φωτίαν, επρόσταξε να ανοιχθή το καμίνι, και τα κόκκαλα των Αγίων να ριφθούν εις τον ποταμόν. Ανοίξαντες δε, ευρήκαν, ω του θαύματος! όλους τους Αγίους σώους και αβλαβείς, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Θεόν. Όθεν εξέστησαν άπαντες, επειδή τελείως δεν ήγγισεν εις αυτούς η φωτία. Τούτο το παράδοξον θαύμα, καθώς είδον και ήκουσαν οι εν τη Ρώμη ευρισκόμενοι, εξεπλάγησαν, και εδόξαζον και αυτοί τον Θεόν. Ο δε βασιλεύς τελείως ασύνετος ων, επρόσταξε να δοθή εις τους Αγίους μάρτυρας θανατηφόρον φαρμάκι. Εκαλέσθη δε ο μάγος, Λαμπάδιος ονομαζόμενος, δια να κατασκευάση το φαρμάκι, το οποίον επήρε πρώτον η Αγία Φωτεινή, λέγουσα προς τον μάγον, δεν έπρεπεν ολότελα να πιάσωμεν από τας χείρας σου το φαρμάκι και να το πίωμεν, επειδή και είσαι ακάθαρτος. Όμως δια να γνωρίσης εσύ ω βασιλεύ, και ο κατασκευάσας το φαρμάκι μάγος την δύναμιν του Χριστού και Θεού μου, ιδού εγώ πίνω αυτό προτίτερα από όλους εν τω ονόματι του Ιησού μου, έπειτα θέλουν πίουν αυτό και όλοι όσοι είναι μαζί μου.

Αφ’ ου δε τούτο έπιον όλοι και έμειναν αβλαβείς, βλέπων ο μάγος, εξεπλάγη. Είτα θεωρήσας την Αγίαν Φωτεινήν, έχω, είπε, και άλλο φαρμάκι πολλά δυνατώτερον, και αν εσείς πίετε τούτο και δεν βλαφθήτε, έχω και εγώ να πιστεύσω εις τον Χριστόν σας. Επειδή δε έπιον όλοι και από εκείνο, και δεν έπαθον κανένα κακόν, τούτου χάριν επήρεν ο μάγος τα μαγικά του βιβλία και τα έρριψεν εις την φωτίαν, και πιστεύσας εις τον Χριστόν, εβαπτίσθη και μετωνομάσθη Θεόκλητος. Τούτο μαθών ο βασιλεύς, επρόσταξε να αρπάσουν αυτόν από το μέσον των Αγίων και να υπάγουν να τον αποκεφαλίσουν έξω από το τείχος της πόλεως. Και έτζι προτίτερα από τους άλλους, ετελείωσε το μαρτύριον ο αοίδιμος Θεόκλητος, και έλαβε παρά Κυρίου τον άφθαρτον στέφανον. Των δε άλλων Αγίων ομού και της μεγαλομάρτυρος Φωτεινής, επρόσταξε να κόψουν τα νεύρα. Τούτου δε γενομένου, οι Άγιοι επερίπαιζον τον βασιλέα και τους θεούς του. Τότε ο αλιτήριος προστάζει να ποτίσουν μεν την Αγίαν Φωτεινήν μολύβι βρασμένον μαζί με τιάφι, να χύσουν δε τούτο και εις τα αυτία των άλλων Αγίων.

Επειδή δε όλοι έμειναν αβλαβείς από την βάσανον ταύτην, ευχαριστούμεν σοι Κύριε ο Θεός ημών, έλεγον, ότι δια μέσου του βρασμένου μολυβίου, εδρόσισας τας καρδίας μας, αι οποίαι εδιψούσαν, ωσάν από μεγάλην καύσιν. Τότε ο Νέρων θαυμάζων και εκπληττόμενος, επρόσταξε να κρεμασθούν οι Άγιοι, και ούτω να ξεσχίζωνται δυνατά εις όλον το σώμα, και να κατακαίωνται με αναμμένας λαμπάδας. Επειδή δε οι Άγιοι προσευχηθέντες, εδυναμώθησαν υπό της θείας χάριτος, δια τούτο θυμωθείς ο Νέρων, επρόσταξε να ενωθή στάκτη ομού με ξύδι, και έτζι να χυθή μέσα εις τας μύτας των Αγίων. Ταύτην δε την βάσανον λαμβάνοντες οι Άγιοι, το ξύδι σου, είπον, ω βασιλεύ, γλυκύτερον φαίνεται εις ημάς από το μέλι και το κηρίον.

Εκ τούτου λοιπόν θυμωθείς ο τύραννος περισσότερον, επρόσταξε να ευγάλουν τους οφθαλμούς των Αγίων, και να ρίψουν αυτούς εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, η οποία ήτον γεμάτη από φαρμακερά οφίδια και άλλα ζωΰφια. Και ω του θαύματος! τα μεν φαρμακερά εκείνα ζωΰφια, ενεκρώθησαν, η δε βρώμα οπού εύγαινεν από εκεί μετεβλήθη εις ευωδίαν, και το σκότος της φυλακής έγινε φως υπέρλαμπρον. Τότε γαρ ο Χριστός εφάνη ανάμεσα εις τους Αγίους, και λέγει εις αυτούς, ειρήνη υμίν. Και πιάσας την Αγίαν Φωτεινήν από το χέρι, εσήκωσεν αυτήν και είπεν, εγώ είμαι με εσάς πάντοτε, όθεν μη φοβείσθε, αλλά μάλλον πάντοτε χαίρετε. Και μαζί με τον λόγον του, ευθύς έπεσαν από τους οφθαλμούς των ωσάν λέπια, και έτζι οι Άγιοι έλαβον το φως των ομματίων τους, και είδον τον Κύριον, και επροσκύνησαν αυτόν. Ο δε Κύριος ευλογών αυτούς, είπεν. Ανδρειόνεσθε και δυναμόνεσθε. Και ούτως ανέβη εις τους Ουρανούς.

Ο δε ασεβής Νέρων άφησε τους Αγίους εις την φυλακήν χρόνους τρεις, ίνα από την κακοπάθειαν τελειώσωσι την ζωήν τους με πικρόν θάνατον. Αφ’ ου δε επέρασαν οι τρεις χρόνοι, είχεν ο βασιλεύς ένα δούλον κλεισμένον εις την φυλακήν και επρόσταξε να τον εκβάλουν. Πηγαίνοντες δε οι απεσταλμένοι δια να ευγάλουν τον δούλον, ευθύς οπού είδον τους Αγίους Μάρτυρας υγιείς και δυνατούς, εφανέρωσαν εις τον βασιλέα ότι οι τυφλωθέντες Γαλιλαίοι βλέπουσι και είναι υγιείς. Και ότι η φυλακή λάμπουσα από φως και από μύρα ευωδιάζουσα, μετεβλήθη εις οίκον Θεού, εις την οποίαν συντρέχοντες οι Έλληνες, βαπτίζονται από αυτούς, πιστεύοντες εις τον υπ’ αυτών κηρυττόμενον Χριστόν. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, εξεπλάγη. Και αποστείλας υπηρέτας, έφερε τους Αγίους έμπροσθέν του και λέγει τους. Δεν σας εδιωρίσαμεν με προσταγήν βασιλικήν, να μη κηρύττετε τον Χριστόν εις την πόλιν ταύτην των Ρωμαίων; Πώς λοιπόν εσείς εις την φυλακήν ευρισκόμενοι, κηρύττετε τον Χριστόν; Να ηξεύρετε, ότι δια τούτο θέλω σας βασανίσω με πολλάς και μεγάλας τιμωρίας. Οι δε Άγιοι απεκρίθησαν, εκείνο οπού θέλεις ποίησον. Διότι ημείς δεν θέλομεν παύσομεν από το να κηρύττωμεν τον Χριστόν, οπού είναι Θεός αληθινός και ποιητής του παντός. Τότε ο Νέρων θυμωθείς, επρόσταξε να σταυρώσουν τους Αγίους κατακέφαλα εις τρεις ημέρας, και να ξεσχίζουν τας σάρκας των με βούνευρα, έως οπού να διαλυθώσιν αι αρμονίαι αυτών. Αφ’ ου δε τούτο έγινεν, επρόσταξε να μείνουν κρεμασμένοι ακόμη τέσσαρας ημέρας. Την δε πέμπτην ημέραν πηγαίνοντες οι δήμιοι να ιδούν, αν ίσως και ζουν οι Άγιοι, καθώς είδον αυτούς κρεμασμένους, αυτοί μεν οι δήμιοι ετυφλώθησαν. Άγγελος δε Κυρίου καταβάς από τους Ουρανούς, έλυσε τους Αγίους. Είτα χαιρετίσας αυτούς, τους αφήκεν υγιείς.

Η δε Αγία Φωτεινή σπλαγχνισθείσα την τύφλωσιν των δημίων, επροσευχήθη, και ευθύς εκείνοι έλαβον το φως των οφθαλμών τους. Όθεν επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν. Ακούσας δε ταύτα ο Νέρων, εθυμώθη, και επρόσταξε να ευγάλουν το δέρμα της Αγίας Φωτεινής. Τούτου δε γενομένου, η Αγία έψαλλε λέγουσα· «Κύριε εδοκίμασάς με και έγνως με». Αφ’ ου δε εύγαλαν το δέρμα της, το έρριψαν εις τον ποταμόν, την δε Αγίαν έρριψαν εις ένα ξηροπήγαδον. Τον δε Άγιον Σεβαστιανόν και Φωτεινόν και Ιωσήν πιάσαντες, έκοψαν τα κρύφια αυτών μέλη και τα έρριψαν. Αυτούς δε εσφάλησαν μέσα εις ένα παλαιόν λουτρόν. Τας δε πέντε αδελφάς της Αγίας Φωτεινής παρέστησεν έμπροσθέν του ο Νέρων. Και πρώτον μεν, επρόσταξε να κόψουν τα βυζία των, έπειτα να ευγάλουν το δέρμα των. Όταν λοιπόν επήγαν οι δήμιοι δια να εκδάρουν την Αγίαν Φωτίδα, την τετάρτην αδελφήν, δεν εκαταδέχθη εκείνη να πιασθή από τινα, καθώς αι λοιπαί αδελφαί της, αλλά μόνη εστάθη ανδρείως, και έκδαραν το δέρμα της. Ώστε εθαύμασεν ο βασιλεύς την ανδρίαν και μεγαλοψυχίαν της.

Δια τούτο θυμωθείς δυνατά, ύστερα από την βάσανον ταύτην επενόησεν ο θηριώδης και άλλην κατά της Αγίας Φωτίδος, πολλά δεινήν και ολεθρίαν. Επρόσταξε γαρ να κλίνουν με βίαν τας κορυφάς δύω δένδρων, οπού ήτον εις το περιβόλιόν του, και εις αυτάς να δέσουν την Αγίαν. Έπειτα επρόσταξε να αφήσουν πάλιν τας κορυφάς να γυρίσουν εις το πρότερον σχήμα των. Όθεν υπό τούτων σχισθείσα η Αγία εις δύω μέρη, παρέδωκεν η μακαρία την ψυχήν της εις χείρας Θεού, και έλαβε τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. Τότε επρόσταξε να αποκεφαλίσουν μεν όλους τους Αγίους, μόνην δε την Αγίαν Φωτεινήν να εκβάλουν από το ξηροπήγαδον και να την βάλουν εις την φυλακήν. Όθεν αύτη ελυπείτο, διατί έμεινε μοναχή και δεν εστεφανώθη μαζί με τας λοιπάς της αδελφάς. Δια τούτο εδέετο του Θεού περί τούτου, ο οποίος εμφανισθείς εις αυτήν, και σφραγίζωντάς την με το σημείον του τιμίου Σταυρού τρεις φοραίς, και γεμίσας αυτήν από χαράν, την εκατάστησεν υγιή. Ύστερον δε από πολλάς ημέρας, υμνούσα και ευλογούσα τον Θεόν, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας αυτού (1).

(1) Τούτο το ίδιον Συναξάριον της Αγίας Φωτεινής ευρίσκεται μετεφρασμένον και εις το Νέον Εκλόγιον.

*

Η Αγία Ανατολή, η δευτέρα αδελφή της Αγίας Φωτεινής, ξίφει τελειούται.

Ανατολήν εύρηκε την νοουμένην,
Ανατολή τμηθείσα γενναιοφρόνως.

*

Η Αγία Φωτώ, η τρίτη αδελφή της Αγίας Φωτεινής, ξίφει τελειούται.

Φερνήν ταλάντων μυρίων ανταξίαν,
Φωτώ φέρει σοι την κάραν φώτων Πάτερ.

*

Η Αγία Φωτίς, η τετάρτη αδελφή της Αγίας Φωτεινής, εις δύω προσδεθείσα δένδρα και διαμερισθείσα, τελειούται.

Δώσεις έπαθλον δενδροάθλω Φωτίδι,
Δενδρώνα σεπτόν της Εδέμ Θεού Λόγε.

*

Η Αγία Παρασκευή, η πέμπτη αδελφή της Αγίας Φωτεινής, ξίφει τελειούται.

Η Παρασκευή προς ξίφος τον αυχένα,
Έτοιμον είχε και παρεσκευασμένον.

*

Η Αγία Κυριακή, η έκτη αδελφή της Αγίας Φωτεινής, ξίφει τελειούται.

Εκ Κυριακής ουδέ του ξίφους φόβος,
Του Κυρίου τον θείον εκβάλλει φόβον.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Φωτεινός, ο πρώτος υιός της Αγίας Φωτεινής, ξίφει τελειούται.

Τις ούτος ατμός εκ ζεόντων αιμάτων;
Φωτεινός άρτι Μάρτυς ετμήθη κάραν.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Ιωσής, ο δεύτερος υιός της Αγίας Φωτεινής, ξίφει τελειούται.

Τομεύς τραχήλων εξεγύμνου το ξίφος,
Ιωσή δε τράχηλος ου φρίττει ξίφος.

*

Ο Άγιος Σεβαστιανός ο δουξ, ξίφει τελειούται.

Σεβαστιανώ τούτον είπω τον λόγον,
Σεβάζομαί σε την κάραν τετμημένον.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Βίκτωρ, ξίφει τελειούται.

Βίκτωρ επ’ ώμοις την κεφαλήν ουκ έχων,
Κείται προ της γης εκταθείς μέγας μέγα.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Χριστόδουλος, ξίφει τελειούται.

Κλήσις διδάσκει τις συ, και δούλος τίνος,
Σπάθη δε Χριστόδουλε, ποίον σοι τέλος.

*

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης Κάλφας, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατά το έτος ͵αφοε’ [1575], ξίφει τελειούται.

Πληγάς αριθμείν μη Ιωάννη θέλε,
Σκηνάς δε μάλλον, ας έχει ένδον πόλος (2).

(2) Το Μαρτύριον τούτου όρα εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Όσιος Πορφύριος ΓάζηςΤῷ αὐτῷ μηνὶ Κς΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Πορφυρίου Ἐπισκόπου Γάζης.

Ὢ τίς παρέλθοι; τίς δὲ καὶ παραδράμοι;
Τὸν Πορφύριον κᾂν παρῆλθεν ἐκ βίου;

Πορφυρίοιο νέκυν κρύψε χθὼν εἰκάδι ἕκτῃ.

Οὗτος ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Θεσσαλονίκην, υἱὸς γονέων εὐγενῶν καὶ πλουσίων, κατὰ τοὺς χρόνους Ἀρκαδίου τοῦ βασιλέως ἐν ἔτει τϞς΄ [396]. Ἀναχωρήσας δὲ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἐπῆγεν εἰς τὸ Μισῆρι, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγεν εἰς μίαν σκῆτιν καὶ ἔγινε Μοναχός. Ὕστερα δὲ ἀπὸ πέντε χρόνους πηγαίνει εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ πολλοὺς ἀπίστους φωτίζει μὲ τὸν λόγον τῆς διδασκαλίας του. Διὰ τοῦτο καὶ ἐχειροτονήθη Πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Πατριάρχην τῶν Ἱεροσολύμων Πραΰλιον. Ὕστερον δὲ ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Γάζης ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης Ἰωάννην. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἔγινεν Ἐπίσκοπος, πολλὰ θαυμάσια ἐποίησε, καὶ πολλοὺς ἀπίστους εἰς θεογνωσίαν ἐπίστρεψεν. Ἔπειτα βλέπωντας τοὺς ἐπαρχιώτας του Χριστιανούς, πῶς ἀδικοῦνται ἀπὸ τοὺς ἐξουσιαστὰς τῆς Γάζης, εἰδωλολάτρας ὄντας καὶ αἱρετικούς, ἐπῆγεν εἰς Κωνσταντινούπολιν πρὸς βοήθειαν τῶν ἀδικουμένων. Ἀνταμώσας δὲ τὸν μέγαν Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον τὸν τότε Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐδιηγήθη εἰς αὐτὸν τὰς ἀδικίας τῶν τῆς Γάζης ἐξουσιαστῶν, διὰ τὰς ὁποίας καὶ ἀνέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ὅθεν ἐσυστήθη ὁ Ἅγιος ὑπὸ τοῦ θείου Χρυσοστόμου πρὸς τὸν κουβικουλάριον τοῦ βασιλέως, Ἀμάντιον ὀνόματι.

Ἀπὸ δὲ τὸν κουβικουλάριον μαθοῦσα ἡ βασίλισσα Εὐδοξία τὰς ὑποθέσεις τοῦ Ἁγίου, ἐδέχθη μὲν αὐτὸν εὐμενῶς, ἀνέφερε δὲ τὰ περὶ αὐτοῦ εἰς τὸν βασιλέα, καὶ τὴν προφητείαν ὁποῦ ἔκαμεν ὁ Ἅγιος διὰ τὸ ἀρσενικὸν παιδίον, ὁποῦ ἔμελλον νὰ γεννήσουν, ἤγουν τὸν μικρὸν Θεοδόσιον. Ὁ δὲ βασιλεὺς μαθὼν τοῦτο, ἐχάρη καὶ εὐχαρίστησε τὸν Θεόν. Ἔπειτα γεννᾷ ἡ βασίλισσα τὸν νέον Θεοδόσιον, καὶ προσκαλεσαμένη τὸν Ἅγιον Πορφύριον, εὐλογήθη ἀπὸ αὐτόν, καὶ ὑπεσχέθη νὰ τελειώσῃ ὅλα τὰ αἰτήματά του, διὰ τὰ ὁποῖα παρεκάλεσε καὶ τὸν βασιλέα. Ὁ δὲ βασιλεύς, ἐδυσκολεύετο μὲν εἰς τὰς ἀρχάς, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διωχθοῦν ἀπὸ τὴν Γάζαν οἱ εἰδωλολάτραι καὶ αἱρετικοί, διὰ τὴν πολλὴν χρησιμότητα αὐτῶν καὶ βοήθειαν. Ἡ δὲ βασίλισσα ἀπεκρίθη πρὸς αὐτόν, ὅτι βαρεῖα μὲν εἶναι ἡ αἴτησις αὕτη, ὦ δέσποτα, βαρυτέρα ὅμως εἶναι καὶ ἡ ταύτης παραίτησις. Διὰ τοῦτο ἔκλινε καὶ ὁ βασιλεὺς νὰ λάβουν τέλος τὰ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου ζητούμενα. Ὅθεν παρευθὺς ἐπέμφθησαν προσταγαὶ βασιλικαί, ὅτι νὰ διωχθοῦν ἀπὸ τὴν Γάζαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, οἵτινες ἐξουσίαζον.

Τότε ὁ μακάριος Πορφύριος, πέρνωντας ἀπὸ τὴν βασίλισσαν δύω κεντηνάρια χρυσίον, διὰ νὰ κτίσῃ Ἐκκλησίας, καὶ διακόσια νομίσματα διὰ ἔξοδα, ἐγύρισεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Καὶ τοὺς μὲν ἄλλους ναοὺς τῶν εἰδώλων, κατεκρήμνισε. Τοὺς δὲ αἱρετικούς, ἐδίωξε. Τὸν δὲ ναὸν τοῦ θεοῦ τῶν Ἑλλήνων τοῦ ὀνομαζομένου Μαρνᾶ, κατέκαυσε μὲ τὴν φωτίαν, καὶ ἔκτισεν αὐτὸν Ἐκκλησίαν κατὰ τὸ σχῆμα, ὁποῦ ἐδιώρισεν ἡ βασίλισσα Εὐδοξία. Διαλάμψας λοιπὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὁ θεῖος οὗτος Πατήρ, καὶ ποιήσας θαύματα πάμπολλα εἰς εἰκοσιτέσσαρας χρόνους, καὶ μῆνας ἕνδεκα, καὶ ἡμέρας ὀκτώ, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν. (Τὸν ἑλληνικὸν τούτου Βίον συνέγραψεν ὁ Μεταφραστὴς εἰς πλάτος, οὗ ἡ ἀρχή· «Τῶν Ἁγίων ἀνδρῶν τοὺς ἄθλους». Σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις.)

*

Αγία Φωτεινή η ΣαμαρείτιδαΤῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, ᾗ ὡμίλησεν ὁ Χριστὸς ἐν τῷ φρέατι, καὶ τῶν σὺν αὐτῇ, ἤτοι τῶν πέντε αὐτῆς ἀδελφῶν, καὶ τῶν δύω αὐτῆς υἱῶν, καὶ Σεβαστιανοῦ τοῦ δουκός.

Ῥίπτουσι τὴν σὴν Σαμαρεῖτιν εἰς φρέαρ,
Τὴν εἰς φρέαρ σοι, συλλαλήσασαν Λόγε.

Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Νέρωνος, ἐν ἔτει ξς΄ [66], διωγμὸς μέγας ἐκινήθη κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ἀφ’ οὗ γὰρ ἐμαρτύρησαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ Νέρωνος οἱ δύω κορυφαῖοι Ἀπόστολοι ὁ Πέτρος καὶ Παῦλος, ἀπὸ τότε καὶ ὕστερον ἐζήτουν ἐπιμελῶς οἱ τύραννοι νὰ θανατώσουν τοὺς μαθητὰς τῶν Ἀποστόλων. Τότε λοιπὸν καὶ ἡ Ἁγία αὕτη Φωτεινὴ μαζὶ μὲ τὸν υἱόν της Ἰωσῆν, εὑρισκομένη εἰς τὴν Καρθαγένην πόλιν τῆς Ἀφρικῆς, τὸ νῦν λεγόμενον Τούνεζι, ἐκήρυττε μὲ παρρησίαν τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Βίκτωρ δὲ ὁ μεγαλίτερος υἱὸς τῆς Ἁγίας, ἔκαμεν ἀνδραγαθίαν καὶ νίκην εἰς τὸν τότε γενόμενον πόλεμον κατὰ τῶν Ἀβάρων, οἱ ὁποῖοι ἐστράτευσαν ἐναντίον εἰς τοὺς Ῥωμαίους, καὶ διὰ τοῦτο ἔγινε στρατηλάτης, ἤτοι ἀρχιστράτηγος, ἀπὸ τὸν βασιλέα. Ὁ γὰρ βασιλεὺς μὴ ἠξεύρωντας, ὅτι ἦτον ὁ Βίκτωρ Χριστιανός, ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ τὸν ἐπρόσταξε νὰ τιμωρῇ τοὺς ἐκεῖσε εὑρισκομένους Χριστιανούς.

Τοῦτο δὲ ἀκούσας ὁ δοὺξ Σεβαστιανός, λέγει πρὸς τὸν Βίκτορα, ἐγὼ ἠξεύρω καλὰ ὦ στρατηλάτα, ὅτι εἶσαι Χριστιανός, καὶ ὅτι ἡ μήτηρ σου ὁμοῦ μὲ τὸν ἀδελφόν σου Ἰωσῆν, εἶναι καὶ αὐτοὶ Χριστιανοί, ἐπειδὴ ἠκολούθησαν εἰς τὸν πρότερον μαρτυρήσαντα Ἀπόστολον Πέτρον. Ὅθεν κάμε ἐξάπαντος ἐκεῖνο, ὁποῦ σὲ ἐπρόσταξεν ὁ βασιλεύς, διὰ νὰ μὴ κινδυνεύσῃ ἡ ζωή σου. Ὁ Βίκτωρ ἀπεκρίθη, ἐγὼ θέλω νὰ κάμω τὸ θέλημα τοῦ ἐπουρανίου καὶ ἀθανάτου Βασιλέως Χριστοῦ, τοῦ δὲ ἐπιγείου βασιλέως Νέρωνος τὴν προσταγήν, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ νὰ τιμωρῶ τοὺς Χριστιανούς, ταύτην, λέγω, τὴν προσταγὴν οὐδὲ νὰ ἀκούσω καταδέχομαι. Ὁ δὲ δούκας, ἐγώ, ἀδελφέ, τοῦ εἶπε, σὲ συμβουλεύω ὡς γνήσιον φίλον μου ἐκεῖνα ὁποῦ σοι συμφέρουν. Διατὶ ἂν ἐσὺ καθίσῃς εἰς τὸ κριτήριον, καὶ θελήσῃς νὰ κρίνῃς καὶ νὰ βασανίζῃς τοὺς Χριστιανούς, ἤξευρε ὅτι καὶ εἰς τὸν βασιλέα θέλεις εὐαρεστήσεις, καὶ τὰ ἄσπρα τῶν Χριστιανῶν θέλεις κερδήσεις. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μητέρα σου καὶ ἀδελφόν σου γράψον, νὰ μὴ διδάσκουν παρρησίᾳ τοὺς Ἕλληνας νὰ ἀρνοῦνται τὴν πάτριον θρῃσκείαν, ἵνα μὴ καὶ σὺ κινδυνεύσῃς δι’ αὐτούς, κρυφίως δὲ ἔχετε τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, καθὼς θέλετε. Τότε ὁ Βίκτωρ ἀπεκρίθη. Μή μοι γένοιτο νὰ κάμω τοῦτο ὁποῦ λέγεις, ἤτοι τὸ νὰ τιμωρήσω ἐγὼ τοὺς Χριστιανοὺς διὰ νὰ κερδήσω τι ἀπὸ αὐτούς, ἢ νὰ συμβουλεύσω τὴν μητέρα καὶ ἀδελφόν μου νὰ μὴ κηρύττουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός. Ἀλλὰ μάλιστα καὶ ἐγὼ κήρυξ εἶμαι, καὶ θέλω εἶμαι, τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι. Ὁ δὲ δούκας εἶπεν, ἐγὼ μὲν σὲ ἐσυμβούλευσα ἐκεῖνα, ὁποῦ σοι συμφέρουν, σὺ δὲ στοχάσου τί ἔχεις νὰ κάμῃς.

Ταῦτα εἰπὼν ὁ δούκας, εὐθὺς ἐτυφλώθη, καὶ πίπτωντας εἰς τὴν γῆν, ἀπὸ τοὺς ὑπερβολικοὺς πόνους τῶν ὀμματίων του, ἔμεινεν ἄφωνος. Ὅθεν ἐσήκωσαν αὐτὸν οἱ παρεστῶτες, καὶ τὸν ἔβαλαν ἐπάνω εἰς κλίνην, καὶ ἐκεῖ ἔμεινε τρεῖς ἡμέρας χωρὶς νὰ λαλήσῃ τελείως. Ὕστερον δὲ ἀπὸ τὴν τρίτην ἡμέραν, ἐφώναζε μὲ μεγάλην φωνήν, λέγων, ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν. Πηγαίνωντας δὲ ὁ Βίκτωρ εἰς αὐτόν, τί τόσον ὀγλίγωρα, τοῦ εἶπεν, ἐμεταβάλθης; Ὁ δούκας ἀπεκρίθη, ὁ Χριστὸς μὲ προσκαλεῖ, γλυκύτατε Βίκτωρ. Ὅθεν εὐθὺς κατηχηθεὶς ἀπὸ τὸν Βίκτορα, ἐβαπτίσθη, καὶ εὐγαίνωντας ἀπὸ τὴν ἁγίαν κολυμβήθραν, παρευθὺς ἔλαβε τὸ φῶς τῶν ὀμματίων του, καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν. Βλέποντας δὲ τὰ πλήθη τῶν Ἑλλήνων τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα, ἐφοβήθησαν, μήπως καὶ αὐτοὶ πάθουν τὰ ὅμοια, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρόστρεξαν εἰς τὸν Βίκτορα καὶ ἐβαπτίσθησαν.

Μετὰ ταῦτα ἔφθασεν εἰς τὰ αὐτία τοῦ Νέρωνος ἡ φήμη αὕτη, ὅτι ὁ στρατηλάτης τῆς Ἰταλίας Βίκτωρ, καὶ ὁ δούκας τῆς αὐτῆς Σεβαστιανός, κηρύττουσι τὸ κήρυγμα Πέτρου καὶ Παύλου, καὶ ὅλους τοὺς Ἕλληνας προσφέρουν εἰς τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως. Καὶ ὅτι ἡ μήτηρ τοῦ στρατηλάτου Φωτεινὴ μαζὶ μὲ τὸν υἱόν της Ἰωσῆν, πηγαίνουσα εἰς τὴν Καρθαγένην, κάμνει καὶ ἐκείνη τὰ ἴδια. Ταῦτα ἀκούσας ὁ βασιλεύς, ἄναψεν ἀπὸ τὸν θυμόν, καὶ παρευθὺς στέλλει στρατιώτας εἰς τὴν Ἰταλίαν, διὰ νὰ φέρουν ἔμπροσθέν του τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους Χριστιανοὺς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας. Ἐφάνη δὲ προτίτερα εἰς ἐκείνους ὁ Κύριος λέγων. «Δεῦτε πρός με πᾶντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κᾀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Μὴ φοβεῖσθε, ἐγὼ εἶμαι μαζὶ μὲ ἐσᾶς, καὶ ὁ Νέρων θέλει νικηθῇ ὁμοῦ μὲ τοὺς συντρόφους του». Ἐφάνη δὲ καὶ ξεχωριστὰ εἰς τὸν Βίκτορα καὶ τοῦ εἶπεν. Ἀπὸ τώρα καὶ ὕστερα, θέλει εἶναι τὸ ὄνομά σου Φωτεινός, ἐπειδὴ πολλοὶ ἐφωτίσθησαν διὰ μέσου σου, καὶ ἐπροσφέρθησαν εἰς ἐμένα διὰ τῆς πίστεως. Τὸν δὲ Σεβαστιανὸν δυνάμωσον εἰς τὸ μαρτύριον μὲ τοὺς λόγους σου, καὶ μακάριος εἶναι ὅποιος ἕως τέλους ἀγωνισθῇ.

Ταῦτα εἰπὼν ὁ Κύριος, ἀνέβη εἰς τοὺς Οὐρανούς. Ἀπεκαλύφθησαν δὲ ἐκ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Φωτεινὴν ἐκεῖνα, ὁποῦ ἔμελλον νὰ τῆς ἀκολουθήσουν. Ὅθεν ἀναχωρήσασα αὕτη ἀπὸ τὴν Καρθαγένην, ὁμοῦ μὲ πλῆθος Χριστιανῶν, ἐπῆγεν εἰς τὴν Ῥώμην καὶ ἐκήρυττε τὸν Χριστόν. Ἐσείσθη δὲ ὅλη ἡ πόλις λέγουσα, ποία εἶναι αὐτή, ὁποῦ ἦλθεν ἐδῶ μὲ τόσον πλῆθος; ποία εἶναι ὁποῦ κηρύττει τὸν Χριστὸν μὲ τόσην παρρησίαν; Τότε ἐφέρθη ἀπὸ τοὺς στρατιώτας εἰς τὴν Ῥώμην καὶ ὁ Φωτεινὸς ὁ υἱὸς τῆς Ἁγίας, ὁμοίως καὶ ὁ δούκας Σεβαστιανός. Ἡ δὲ Ἁγία Φωτεινὴ ἐπρόλαβε καὶ ἐπῆγεν ἐμπρὸς εἰς τὸν Νέρωνα ὁμοῦ μὲ τὸν υἱόν της Ἰωσῆν καὶ τοὺς Χριστιανούς. Βλέπωντας δὲ αὐτοὺς ὁ Νέρων, τοὺς ἐρώτησε, διὰ ποῖον αἴτιον ἤλθετε εἰς ἡμᾶς; Ἡ Ἁγία ἀπεκρίθη, διὰ νὰ σὲ διδάξωμεν νὰ πιστεύσῃς εἰς τὸν Χριστόν.

Οἱ δὲ παρεστῶτες ἄρχοντες εἶπον εἰς τὸν βασιλέα, ὁ δούκας Σεβαστιανὸς καὶ ὁ στρατηλάτης Βίκτωρ, οἱ ὁποῖοι δὲν πείθονται εἰς τοὺς θεούς, αὐτοὶ ἦλθον ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν. Ὁ βασιλεὺς εἶπεν, ἂς ἔλθουν. Καὶ ὅταν ἐκεῖνοι ἐπαραστάθησαν ἔμπροσθέν του, τοὺς λέγει, τί εἶναι αὐτὰ ὁποῦ ἤκουσα διὰ λόγου σας; Οἱ Ἅγιοι ἀπεκρίθησαν. Ὅσα ἤκουσας διὰ λόγου μας, ὦ βασιλεῦ, ἀληθινὰ εἶναι. Ὁ δὲ βασιλεὺς βλέπωντας τοὺς Ἁγίους μὲ ἄγριον ὄμμα, ἀρνεῖσθε, τοὺς εἶπεν, ἐσεῖς τὸν Χριστόν, ἢ προτιμᾶτε νὰ ἀποθάνετε μὲ κακὸν θάνατον; Οἱ δὲ Ἅγιοι σηκόνοντες τὰ ὀμμάτιά τους εἰς τὸν Οὐρανόν, μὴ γένοιτο! ἀπεκρίθησαν, μὴ γένοιτο εἰς ἡμᾶς Χριστὲ Βασιλεῦ νὰ χωρισθοῦμεν ἀπὸ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην σου! Ἔπειτα πάλιν ἐρώτησεν ὁ βασιλεὺς τοὺς Ἁγίους. Πῶς ὀνομάζεστε ἐσεῖς; Ἡ Ἁγία ἀπεκρίθη. Ἐγὼ μὲν ἡ πρώτη ἀδελφή, ὠνομάσθηκα ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Θεόν μου, Φωτεινή. Ἡ δὲ δευτέρα μου ἀδελφή, ὀνομάζεται Ἀνατολή. Ἡ τρίτη ὀνομάζεται Φωτώ. Ἡ τετάρτη Φωτίς. Ἡ πέμπτη, Παρασκευή, καὶ ἡ ἕκτη Κυριακή. Ἀπὸ τοὺς υἱούς μου δέ, ὁ μὲν πρῶτος, ὀνομάζεται Βίκτωρ, ἀπὸ δὲ τὸν Κύριόν μου Ἰησοῦν Χριστὸν μετωνομάσθη Φωτεινός. Ὁ δὲ δεύτερος, ὁποῦ εἶναι μαζί μου, ὀνομάζεται Ἰωσῆς. Τότε ὁ Νέρων τοὺς λέγει, ὅλοι ἐσεῖς ἐσυμφωνήσετε νὰ τιμωρηθῆτε καὶ νὰ ἀποθάνετε διὰ τὸν Ναζωραῖον; Ἡ Ἁγία ἀπεκρίθη. Ναὶ ὅλοι ἡμεῖς διὰ τὴν αὐτοῦ ἀγάπην χαίροντες καὶ ἀγαλλιώμενοι ἀποθνήσκομεν. Τότε ἐπρόσταξεν ὁ βασιλεὺς νὰ τζακισθοῦν μὲ μπάλλας σιδηρᾶς οἱ ἁρμοὶ τῶν δακτύλων τῶν χειρῶν τους. Καὶ λοιπὸν εὐθὺς ὁποῦ ἐφέρθη ἐκεῖ ἕνα ἀμῶνι, ἔβαλαν οἱ Ἅγιοι τὰς χεῖράς των ἐπάνω εἰς αὐτό, καὶ ἄρχισαν νὰ τοὺς κτυποῦν οἱ ὑπηρέται ἀπὸ τὴν τρίτην ὥραν τῆς ἡμέρας ἕως εἰς τὴν ἕκτην. Καὶ αὐτοὶ μέν, ἀλλάχθησαν τρεῖς φοραῖς, κτυπῶντες τὰς χεῖρας τῶν Ἁγίων. Οἱ δὲ Ἅγιοι δὲν αἰσθάνοντο τελείως τὴν βάσανον, οὔτε αἱ χεῖρές των ἐσυντρίφθησαν.

Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ βασιλεύς, ἐταράχθη, καὶ ἐπρόσταξε νὰ κόψουν τὰς χεῖρας τῶν Ἁγίων. Παρευθὺς δὲ οἱ ὑπηρέται ἔδεσαν τὰς χεῖράς των, καὶ τὰς ἔβαλαν ἐπάνω εἰς τὸ ἀμῶνι, καὶ κατεβάσαντες ἑπτὰ φοραῖς τὰ μαχαίρια, τίποτε δὲν ἐκατώρθωσαν, ἀλλὰ ἐπαραλύθησαν καὶ ἔπεσαν κάτω ὡσὰν νεκροί. Ἡ δὲ Ἁγία ἀβλαβὴς διαφυλαχθεῖσα ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἔλεγε χαίρουσα τὰ τοῦ Δαβὶδ λόγια· «Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι, τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος». Ἄρχισε λοιπὸν ὁ βασιλεὺς νὰ ἀπορῇ καὶ νὰ διαλογίζεται, μὲ ποίους τρόπους καὶ τέχνας νὰ νικήσῃ τοὺς Ἁγίους. Καὶ τοὺς μὲν ἄνδρας, ἐπρόσταξε νὰ βάλουν εἰς μίαν σκοτεινοτάτην φυλακήν. Τὴν δὲ Ἁγίαν καὶ τὰς ἀδελφάς της, ἐπρόσταξε νὰ τὰς ὑπάγουν μέσα εἰς τὸ χρυσόν του κουβούκλιον, καὶ ἐκεῖ νὰ στρώσουν ἑπτὰ κλίνας χρυσᾶς, καὶ ἑπτὰ χρυσοῦς θρόνους, καὶ τράπεζαν, καὶ νὰ βάλουν ἔμπροσθέν των ἄσπρα πολλά, καὶ στολίδια χρυσᾶ, καὶ φορέματα καὶ ζώνας χρυσᾶς. Ἔπειτα ἐπρόσταξε καὶ τὴν θυγατέρα του Δομνίναν, νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ μὲ τὰς δουλεύτρας της, καὶ νὰ συνομιλῇ μὲ τὰς Ἁγίας. Βλέπουσα δὲ ἡ Ἁγία Φωτεινὴ τὴν Δομνίναν, εἶπεν εἰς αὐτήν, χαῖρε ἡ τοῦ Χριστοῦ νύμφη. Ἡ Δομνίνα ἀπεκρίθη, χαίροις καὶ σὺ κυρία μου Φωτεινὴ ἡ λαμπάδα τοῦ Χριστοῦ. Ἀκούσασα δὲ ἡ Ἁγία Φωτεινὴ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εὐχαρίστησεν εἰς τὸν Κύριον, καὶ ἀγκαλισαμένη τὴν Δομνίναν ἐφίλησεν αὐτήν. Ἔπειτα τὴν ἐκατήχησεν ὁμοῦ μὲ τὰς ἑκατὸν δουλεύτρας της, καὶ τὰς ἐβάπτισεν ὅλας. Καὶ τὴν μὲν Δομνίναν, μετωνόμασεν Ἀνθοῦσαν, τὴν δὲ μεγαλιτέραν δουλεύτραν της, ὠνόμασε Στεφανίδα. Παρευθὺς δὲ ἐπρόσταξεν ἡ Ἁγία Ἀνθοῦσα, καὶ ἐμοίρασαν εἰς τοὺς πτωχοὺς ὅλα τὰ ἄσπρα καὶ στολίδια, ὁποῦ ἦτον μέσα εἰς τὸ κουβούκλιον.

Ταῦτα δὲ μαθὼν ὁ βασιλεύς, ἐθυμώθη πολλά, καὶ προστάζει νὰ καύσουν ἑπτὰ ἡμέρας ἕνα καμίνι, καὶ μέσα εἰς αὐτὸ νὰ βάλουν τὴν Ἁγίαν Φωτεινήν, καὶ ὅλους τοὺς συντρόφους της ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας. Ἀφ’ οὗ δὲ τοῦτο ἔγινεν, ἔμειναν οἱ Ἅγιοι εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου ἡμέρας τρεῖς. Ὁ δὲ τύραννος νομίζωντας, ὅτι κατεκαύθησαν ἀπὸ τὴν φωτίαν, ἐπρόσταξε νὰ ἀνοιχθῇ τὸ καμίνι, καὶ τὰ κόκκαλα τῶν Ἁγίων νὰ ῥιφθοῦν εἰς τὸν ποταμόν. Ἀνοίξαντες δέ, εὑρῆκαν, ὢ τοῦ θαύματος! ὅλους τοὺς Ἁγίους σῴους καὶ ἀβλαβεῖς, δοξάζοντας καὶ εὐλογοῦντας τὸν Θεόν. Ὅθεν ἐξέστησαν ἅπαντες, ἐπειδὴ τελείως δὲν ἤγγισεν εἰς αὐτοὺς ἡ φωτία. Τοῦτο τὸ παράδοξον θαῦμα, καθὼς εἶδον καὶ ἤκουσαν οἱ ἐν τῇ Ῥώμῃ εὑρισκόμενοι, ἐξεπλάγησαν, καὶ ἐδόξαζον καὶ αὐτοὶ τὸν Θεόν. Ὁ δὲ βασιλεὺς τελείως ἀσύνετος ὤν, ἐπρόσταξε νὰ δοθῇ εἰς τοὺς Ἁγίους μάρτυρας θανατηφόρον φαρμάκι. Ἐκαλέσθη δὲ ὁ μάγος, Λαμπάδιος ὀνομαζόμενος, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τὸ φαρμάκι, τὸ ὁποῖον ἐπῆρε πρῶτον ἡ Ἁγία Φωτεινή, λέγουσα πρὸς τὸν μάγον, δὲν ἔπρεπεν ὁλότελα νὰ πιάσωμεν ἀπὸ τὰς χεῖράς σου τὸ φαρμάκι καὶ νὰ τὸ πίωμεν, ἐπειδὴ καὶ εἶσαι ἀκάθαρτος. Ὅμως διὰ νὰ γνωρίσῃς ἐσὺ ὦ βασιλεῦ, καὶ ὁ κατασκευάσας τὸ φαρμάκι μάγος τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μου, ἰδοὺ ἐγὼ πίνω αὐτὸ προτίτερα ἀπὸ ὅλους ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ μου, ἔπειτα θέλουν πίουν αὐτὸ καὶ ὅλοι ὅσοι εἶναι μαζί μου.

Ἀφ’ οὗ δὲ τοῦτο ἔπιον ὅλοι καὶ ἔμειναν ἀβλαβεῖς, βλέπων ὁ μάγος, ἐξεπλάγη. Εἶτα θεωρήσας τὴν Ἁγίαν Φωτεινήν, ἔχω, εἶπε, καὶ ἄλλο φαρμάκι πολλὰ δυνατώτερον, καὶ ἂν ἐσεῖς πίετε τοῦτο καὶ δὲν βλαφθῆτε, ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ πιστεύσω εἰς τὸν Χριστόν σας. Ἐπειδὴ δὲ ἔπιον ὅλοι καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο, καὶ δὲν ἔπαθον κᾀνένα κακόν, τούτου χάριν ἐπῆρεν ὁ μάγος τὰ μαγικά του βιβλία καὶ τὰ ἔρριψεν εἰς τὴν φωτίαν, καὶ πιστεύσας εἰς τὸν Χριστόν, ἐβαπτίσθη καὶ μετωνομάσθη Θεόκλητος. Τοῦτο μαθὼν ὁ βασιλεύς, ἐπρόσταξε νὰ ἁρπάσουν αὐτὸν ἀπὸ τὸ μέσον τῶν Ἁγίων καὶ νὰ ὑπάγουν νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν ἔξω ἀπὸ τὸ τεῖχος τῆς πόλεως. Καὶ ἔτζι προτίτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐτελείωσε τὸ μαρτύριον ὁ ἀοίδιμος Θεόκλητος, καὶ ἔλαβε παρὰ Κυρίου τὸν ἄφθαρτον στέφανον. Τῶν δὲ ἄλλων Ἁγίων ὁμοῦ καὶ τῆς μεγαλομάρτυρος Φωτεινῆς, ἐπρόσταξε νὰ κόψουν τὰ νεῦρα. Τούτου δὲ γενομένου, οἱ Ἅγιοι ἐπερίπαιζον τὸν βασιλέα καὶ τοὺς θεούς του. Τότε ὁ ἀλιτήριος προστάζει νὰ ποτίσουν μὲν τὴν Ἁγίαν Φωτεινὴν μολύβι βρασμένον μαζὶ μὲ τιάφι, νὰ χύσουν δὲ τοῦτο καὶ εἰς τὰ αὐτία τῶν ἄλλων Ἁγίων.

Ἐπειδὴ δὲ ὅλοι ἔμειναν ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὴν βάσανον ταύτην, εὐχαριστοῦμέν σοι Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἔλεγον, ὅτι διὰ μέσου τοῦ βρασμένου μολυβίου, ἐδρόσισας τὰς καρδίας μας, αἱ ὁποῖαι ἐδιψοῦσαν, ὡσὰν ἀπὸ μεγάλην καῦσιν. Τότε ὁ Νέρων θαυμάζων καὶ ἐκπληττόμενος, ἐπρόσταξε νὰ κρεμασθοῦν οἱ Ἅγιοι, καὶ οὕτω νὰ ξεσχίζωνται δυνατὰ εἰς ὅλον τὸ σῶμα, καὶ νὰ κατακαίωνται μὲ ἀναμμένας λαμπάδας. Ἐπειδὴ δὲ οἱ Ἅγιοι προσευχηθέντες, ἐδυναμώθησαν ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, διὰ τοῦτο θυμωθεὶς ὁ Νέρων, ἐπρόσταξε νὰ ἑνωθῇ στάκτη ὁμοῦ μὲ ξύδι, καὶ ἔτζι νὰ χυθῇ μέσα εἰς τὰς μύτας τῶν Ἁγίων. Ταύτην δὲ τὴν βάσανον λαμβάνοντες οἱ Ἅγιοι, τὸ ξύδι σου, εἶπον, ὦ βασιλεῦ, γλυκύτερον φαίνεται εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τὸ μέλι καὶ τὸ κηρίον.

Ἐκ τούτου λοιπὸν θυμωθεὶς ὁ τύραννος περισσότερον, ἐπρόσταξε νὰ εὐγάλουν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν Ἁγίων, καὶ νὰ ῥίψουν αὐτοὺς εἰς μίαν σκοτεινὴν φυλακήν, ἡ ὁποία ἦτον γεμάτη ἀπὸ φαρμακερὰ ὀφίδια καὶ ἄλλα ζωΰφια. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! τὰ μὲν φαρμακερὰ ἐκεῖνα ζωΰφια, ἐνεκρώθησαν, ἡ δὲ βρῶμα ὁποῦ εὔγαινεν ἀπὸ ἐκεῖ μετεβλήθη εἰς εὐωδίαν, καὶ τὸ σκότος τῆς φυλακῆς ἔγινε φῶς ὑπέρλαμπρον. Τότε γὰρ ὁ Χριστὸς ἐφάνη ἀνάμεσα εἰς τοὺς Ἁγίους, καὶ λέγει εἰς αὐτούς, εἰρήνη ὑμῖν. Καὶ πιάσας τὴν Ἁγίαν Φωτεινὴν ἀπὸ τὸ χέρι, ἐσήκωσεν αὐτὴν καὶ εἶπεν, ἐγὼ εἶμαι μὲ ἐσᾶς πάντοτε, ὅθεν μὴ φοβεῖσθε, ἀλλὰ μᾶλλον πάντοτε χαίρετε. Καὶ μαζὶ μὲ τὸν λόγον του, εὐθὺς ἔπεσαν ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των ὡσὰν λέπια, καὶ ἔτζι οἱ Ἅγιοι ἔλαβον τὸ φῶς τῶν ὀμματίων τους, καὶ εἶδον τὸν Κύριον, καὶ ἐπροσκύνησαν αὐτόν. Ὁ δὲ Κύριος εὐλογῶν αὐτούς, εἶπεν. Ἀνδρειόνεσθε καὶ δυναμόνεσθε. Καὶ οὕτως ἀνέβη εἰς τοὺς Οὐρανούς.

Ὁ δὲ ἀσεβὴς Νέρων ἄφησε τοὺς Ἁγίους εἰς τὴν φυλακὴν χρόνους τρεῖς, ἵνα ἀπὸ τὴν κακοπάθειαν τελειώσωσι τὴν ζωήν τους μὲ πικρὸν θάνατον. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασαν οἱ τρεῖς χρόνοι, εἶχεν ὁ βασιλεὺς ἕνα δοῦλον κλεισμένον εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ἐπρόσταξε νὰ τὸν ἐκβάλουν. Πηγαίνοντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι διὰ νὰ εὐγάλουν τὸν δοῦλον, εὐθὺς ὁποῦ εἶδον τοὺς Ἁγίους Μάρτυρας ὑγιεῖς καὶ δυνατούς, ἐφανέρωσαν εἰς τὸν βασιλέα ὅτι οἱ τυφλωθέντες Γαλιλαῖοι βλέπουσι καὶ εἶναι ὑγιεῖς. Καὶ ὅτι ἡ φυλακὴ λάμπουσα ἀπὸ φῶς καὶ ἀπὸ μῦρα εὐωδιάζουσα, μετεβλήθη εἰς οἶκον Θεοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν συντρέχοντες οἱ Ἕλληνες, βαπτίζονται ἀπὸ αὐτούς, πιστεύοντες εἰς τὸν ὑπ’ αὐτῶν κηρυττόμενον Χριστόν. Ταῦτα ἀκούσας ὁ βασιλεύς, ἐξεπλάγη. Καὶ ἀποστείλας ὑπηρέτας, ἔφερε τοὺς Ἁγίους ἔμπροσθέν του καὶ λέγει τους. Δὲν σᾶς ἐδιωρίσαμεν μὲ προσταγὴν βασιλικήν, νὰ μὴ κηρύττετε τὸν Χριστὸν εἰς τὴν πόλιν ταύτην τῶν Ῥωμαίων; Πῶς λοιπὸν ἐσεῖς εἰς τὴν φυλακὴν εὑρισκόμενοι, κηρύττετε τὸν Χριστόν; Νὰ ἠξεύρετε, ὅτι διὰ τοῦτο θέλω σᾶς βασανίσω μὲ πολλὰς καὶ μεγάλας τιμωρίας. Οἱ δὲ Ἅγιοι ἀπεκρίθησαν, ἐκεῖνο ὁποῦ θέλεις ποίησον. Διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν παύσομεν ἀπὸ τὸ νὰ κηρύττωμεν τὸν Χριστόν, ὁποῦ εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς καὶ ποιητὴς τοῦ παντός. Τότε ὁ Νέρων θυμωθείς, ἐπρόσταξε νὰ σταυρώσουν τοὺς Ἁγίους κατακέφαλα εἰς τρεῖς ἡμέρας, καὶ νὰ ξεσχίζουν τὰς σάρκας των μὲ βούνευρα, ἕως ὁποῦ νὰ διαλυθῶσιν αἱ ἁρμονίαι αὐτῶν. Ἀφ’ οὗ δὲ τοῦτο ἔγινεν, ἐπρόσταξε νὰ μείνουν κρεμασμένοι ἀκόμη τέσσαρας ἡμέρας. Τὴν δὲ πέμπτην ἡμέραν πηγαίνοντες οἱ δήμιοι νὰ ἰδοῦν, ἂν ἴσως καὶ ζοῦν οἱ Ἅγιοι, καθὼς εἶδον αὐτοὺς κρεμασμένους, αὐτοὶ μὲν οἱ δήμιοι ἐτυφλώθησαν. Ἄγγελος δὲ Κυρίου καταβὰς ἀπὸ τοὺς Οὐρανούς, ἔλυσε τοὺς Ἁγίους. Εἶτα χαιρετίσας αὐτούς, τοὺς ἀφῆκεν ὑγιεῖς.

Ἡ δὲ Ἁγία Φωτεινὴ σπλαγχνισθεῖσα τὴν τύφλωσιν τῶν δημίων, ἐπροσευχήθη, καὶ εὐθὺς ἐκεῖνοι ἔλαβον τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν τους. Ὅθεν ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐβαπτίσθησαν. Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Νέρων, ἐθυμώθη, καὶ ἐπρόσταξε νὰ εὐγάλουν τὸ δέρμα τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Τούτου δὲ γενομένου, ἡ Ἁγία ἔψαλλε λέγουσα· «Κύριε ἐδοκίμασάς με καὶ ἔγνως με». Ἀφ’ οὗ δὲ εὔγαλαν τὸ δέρμα της, τὸ ἔρριψαν εἰς τὸν ποταμόν, τὴν δὲ Ἁγίαν ἔρριψαν εἰς ἕνα ξηροπήγαδον. Τὸν δὲ Ἅγιον Σεβαστιανὸν καὶ Φωτεινὸν καὶ Ἰωσῆν πιάσαντες, ἔκοψαν τὰ κρύφια αὐτῶν μέλη καὶ τὰ ἔρριψαν. Αὐτοὺς δὲ ἐσφάλησαν μέσα εἰς ἕνα παλαιὸν λουτρόν. Τὰς δὲ πέντε ἀδελφὰς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς παρέστησεν ἔμπροσθέν του ὁ Νέρων. Καὶ πρῶτον μέν, ἐπρόσταξε νὰ κόψουν τὰ βυζία των, ἔπειτα νὰ εὐγάλουν τὸ δέρμα των. Ὅταν λοιπὸν ἐπῆγαν οἱ δήμιοι διὰ νὰ ἐκδάρουν τὴν Ἁγίαν Φωτίδα, τὴν τετάρτην ἀδελφήν, δὲν ἐκαταδέχθη ἐκείνη νὰ πιασθῇ ἀπό τινα, καθὼς αἱ λοιπαὶ ἀδελφαί της, ἀλλὰ μόνη ἐστάθη ἀνδρείως, καὶ ἔκδαραν τὸ δέρμα της. Ὥστε ἐθαύμασεν ὁ βασιλεὺς τὴν ἀνδρίαν καὶ μεγαλοψυχίαν της.

Διὰ τοῦτο θυμωθεὶς δυνατά, ὕστερα ἀπὸ τὴν βάσανον ταύτην ἐπενόησεν ὁ θηριώδης καὶ ἄλλην κατὰ τῆς Ἁγίας Φωτίδος, πολλὰ δεινὴν καὶ ὀλεθρίαν. Ἐπρόσταξε γὰρ νὰ κλίνουν μὲ βίαν τὰς κορυφὰς δύω δένδρων, ὁποῦ ἦτον εἰς τὸ περιβόλιόν του, καὶ εἰς αὐτὰς νὰ δέσουν τὴν Ἁγίαν. Ἔπειτα ἐπρόσταξε νὰ ἀφήσουν πάλιν τὰς κορυφὰς νὰ γυρίσουν εἰς τὸ πρότερον σχῆμά των. Ὅθεν ὑπὸ τούτων σχισθεῖσα ἡ Ἁγία εἰς δύω μέρη, παρέδωκεν ἡ μακαρία τὴν ψυχήν της εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ ἔλαβε τὸν τοῦ μαρτυρίου ἀμάραντον στέφανον. Τότε ἐπρόσταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν μὲν ὅλους τοὺς Ἁγίους, μόνην δὲ τὴν Ἁγίαν Φωτεινὴν νὰ ἐκβάλουν ἀπὸ τὸ ξηροπήγαδον καὶ νὰ τὴν βάλουν εἰς τὴν φυλακήν. Ὅθεν αὕτη ἐλυπεῖτο, διατὶ ἔμεινε μοναχὴ καὶ δὲν ἐστεφανώθη μαζὶ μὲ τὰς λοιπάς της ἀδελφάς. Διὰ τοῦτο ἐδέετο τοῦ Θεοῦ περὶ τούτου, ὁ ὁποῖος ἐμφανισθεὶς εἰς αὐτήν, καὶ σφραγίζωντάς την μὲ τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ τρεῖς φοραῖς, καὶ γεμίσας αὐτὴν ἀπὸ χαράν, τὴν ἐκατάστησεν ὑγιῆ. Ὕστερον δὲ ἀπὸ πολλὰς ἡμέρας, ὑμνοῦσα καὶ εὐλογοῦσα τὸν Θεόν, παρέδωκε τὴν ψυχήν της εἰς χεῖρας αὐτοῦ (1).

(1) Τοῦτο τὸ ἴδιον Συναξάριον τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς εὑρίσκεται μετεφρασμένον καὶ εἰς τὸ Νέον Ἐκλόγιον.

*

Ἡ Ἁγία Ἀνατολή, ἡ δευτέρα ἀδελφὴ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ξίφει τελειοῦται.

Ἀνατολὴν εὕρηκε τὴν νοουμένην,
Ἀνατολὴ τμηθεῖσα γενναιοφρόνως.

*

Ἡ Ἁγία Φωτώ, ἡ τρίτη ἀδελφὴ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ξίφει τελειοῦται.

Φερνὴν ταλάντων μυρίων ἀνταξίαν,
Φωτὼ φέρει σοι τὴν κάραν φώτων Πάτερ.

*

Ἡ Ἁγία Φωτίς, ἡ τετάρτη ἀδελφὴ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, εἰς δύω προσδεθεῖσα δένδρα καὶ διαμερισθεῖσα, τελειοῦται.

Δώσεις ἔπαθλον δενδροάθλῳ Φωτίδι,
Δενδρῶνα σεπτὸν τῆς Ἐδὲμ Θεοῦ Λόγε.

*

Ἡ Ἁγία Παρασκευή, ἡ πέμπτη ἀδελφὴ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ξίφει τελειοῦται.

Ἡ Παρασκευὴ πρὸς ξίφος τὸν αὐχένα,
Ἕτοιμον εἶχε καὶ παρεσκευασμένον.

*

Ἡ Ἁγία Κυριακή, ἡ ἕκτη ἀδελφὴ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ξίφει τελειοῦται.

Ἐκ Κυριακῆς οὐδὲ τοῦ ξίφους φόβος,
Τοῦ Κυρίου τὸν θεῖον ἐκβάλλει φόβον.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φωτεινός, ὁ πρῶτος υἱὸς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ξίφει τελειοῦται.

Τίς οὗτος ἀτμὸς ἐκ ζεόντων αἱμάτων;
Φωτεινὸς ἄρτι Μάρτυς ἐτμήθη κάραν.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰωσῆς, ὁ δεύτερος υἱὸς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ξίφει τελειοῦται.

Τομεὺς τραχήλων ἐξεγύμνου τὸ ξίφος,
Ἰωσῆ δὲ τράχηλος οὐ φρίττει ξίφος.

*

Ὁ Ἅγιος Σεβαστιανὸς ὁ δούξ, ξίφει τελειοῦται.

Σεβαστιανῷ τοῦτον εἴπω τὸν λόγον,
Σεβάζομαί σε τὴν κάραν τετμημένον.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Βίκτωρ, ξίφει τελειοῦται.

Βίκτωρ ἐπ’ ὤμοις τὴν κεφαλὴν οὐκ ἔχων,
Κεῖται πρὸ τῆς γῆς ἐκταθεὶς μέγας μέγα.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Χριστόδουλος, ξίφει τελειοῦται.

Κλῆσις διδάσκει τίς σύ, καὶ δοῦλος τίνος,
Σπάθη δὲ Χριστόδουλε, ποῖόν σοι τέλος.

*

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης Κάλφας, ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας κατὰ τὸ ἔτος ͵αφοε΄ [1575], ξίφει τελειοῦται.

Πληγὰς ἀριθμεῖν μὴ Ἰωάννη θέλε,
Σκηνὰς δὲ μᾶλλον, ἃς ἔχει ἔνδον πόλος (2).

(2) Τὸ Μαρτύριον τούτου ὅρα εἰς τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

Των Αγίων Πορφυρίου Επισκόπου Γάζης, Φωτεινής της Σαμαρείτιδος και των συν αυτή κ.ά.

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.