Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου24 Δεκεμβρίου

Των Αγίων Ευγενίας και των συν αυτή κ.ά.

 Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Αγία ΕυγενίαΤω αυτώ μηνί ΚΔ’, μνήμη της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος Ευγενίας.

Στεφθείσα πρώτον τοις πόνοις Ευγενία (1),
Βαφήν εβάψω δευσοποιόν εκ ξίφους.

Τέτλαθι Ευγενίη ξίφος εικάδι αμφί τετάρτη.

Αύτη η Αγία Ευγενία εγεννήθη από γένος ευγενικόν, ωσάν ένας ευγενής κλάδος και μία δόξα του γένους της, καταγομένη από την παλαιάν Ρώμην κατά τους χρόνους του βασιλέως Κομμόδου, εν έτει σο’ [270], οι γονείς δε αυτής ωνομάζοντο Φίλιππος και Ευγενία. Οίτινες έλαβον από τον τότε βασιλέα, ως τιμήν και αξίωμα, το να υπάγουν εις την Αλεξάνδρειαν, και να κατοικήσουν εις αυτήν ομού με την θυγατέρα των ταύτην Ευγενίαν. Αύτη λοιπόν η μακαρία έφυγε κρυφίως από τους γονείς και όλους τους συγγενείς της. Και πέρνουσα δύω υπηρέτας, ευγήκε την νύκτα έξω από το οσπήτιον των γονέων της. Και πηγαίνουσα εις ένα Επίσκοπον με ανδρίκειον φόρεμα, έλαβε παρ’ εκείνου το Άγιον Βάπτισμα. Είτα κουρεύσασα τας τρίχας της κεφαλής, ωνομάσθη Ευγένιος. Όθεν επήγεν εις ένα Μοναστήριον κατά τον βαθύν όρθρον, και εκεί εμεταχειρίζετο η μακαρία κάθε αρετήν, με πόνους και μόχθους. Με ασκητικούς αγώνας και με στάσεις και αγρυπνίας ολονυκτίους. Τι να πολυλογώ; τόσον πολλά έλαμψε κατά τας αρετάς η Αγία αύτη, ως άλλος μέγας φωστήρ ήλιος, ώστε οπού, με την παρακάλεσιν όλων των αδελφών του Μοναστηρίου, εδέχθη την προστασίαν αυτών και ηγουμενίαν, αφ’ ου απέθανεν ο πρότερος Ηγούμενος. Και αγκαλά αύτη δεν ήθελε τούτο εις τας αρχάς, βιασθείσα όμως και δυσωπηθείσα από τους λόγους και από τον πόθον των αδελφών, εσυγκατένευσε και μη θέλουσα.

Με τοιούτον τρόπον έδειξεν εις όλους τον Ευγένιον τούτον μέγαν και λαμπρόν, όχι λόγος απλούς και φήμη ξηρά, αλλά πράξις και έργα μεγάλα και θαυμαστά. Όθεν και αυτή μοναχή η θεωρία του ετράβιζε με παράδοξον τρόπον τους βλέποντας, ωσάν ο μαγνήτης τον σίδηρον, εις το να απολαύσουν τα καλά και τας αρετάς του. Αλλ’ όμως μία μοναχή, Μελανθία ονομαζομένη, μέλαινα και μαύρη ούσα κατά την ψυχήν, ως δηλοί και το όνομά της, αύτη λέγω, βλέπουσα τον Ευγένιον τούτον, πως ήτον ωραίος φυσικά, εκυριεύθη με ένα δεινόν και σατανικόν έρωτα εκ της θεωρίας του. Όθεν ευρούσα πρόφασιν, ότι είχε μίαν μακράν ασθένειαν, παρεκάλει αυτόν δια να υπάγη να του την φανερώση κρυφίως και κατά μόνας. Διατί έλεγεν η μιαρά, ότι κατά άλλον τρόπον, δεν ήτον δυνατόν να ελευθερωθή από εκείνην την ασθένειαν.

Ο δε Ευγένιος συντριβόμενος και λυπούμενος κατά την καρδίαν, επείσθη από απλότητα εις τα δολερά λόγια της Μελανθίας, και εσυγκατάνευσε να υπάγη προς αυτήν, μη ηξεύρωντας τον κεκρυμμένον δόλον. Ο δε διαβολικός έρως της Μελανθίας, άναψε φλόγα εις την καρδίαν της προς τον Ευγένιον. Και καθώς αυτός είναι τυφλός, ως τον ονομάζουσιν οι σοφοί, έτζι ετύφλωσε και τα ψυχικά ομμάτια της Μελανθίας, και επροξένησεν εις αυτήν μίαν καύσιν πορνικού πάθους. Επειδή όμως δεν επέτυχε του διαβολικού σκοπού, οπού είχεν, αλλά απεστράφη παρά του Ευγενίου, δια τούτο από το κακόν της συνέρραψε την συκοφαντίαν ταύτην, λέγουσα δηλαδή, ότι ο Ηγούμενος του δείνος Μοναστηρίου Ευγένιος, απατών με τα λόγιά του τας σώφρονας και καθαράς γυναίκας, εζήτησε να απατήση και εμένα ο πόρνος και τολμητίας, αλλ’ όμως δεν το επέτυχε. Ταύτα ακούσας ο πατήρ της Ευγενίας και έπαρχος, ευθύς εθυμώθη. Όθεν πέμψας εις το Μοναστήριον, έφερεν ογλίγωρα τον Ηγούμενον Ευγένιον, και τους Μοναχούς του Μοναστηρίου δεδεμένους, ως ψευδολάτρας και κακοποιούς. Και επαράστησεν αυτούς εις το κριτήριον δια να απολογηθούν περί της υποθέσεως ταύτης. Όταν λοιπόν επαραστάθησαν και τα δύω μέρη, άρχισεν η συκοφάντρια Μελανθία να λέγη κατά του Ευγενίου, υβρίζουσα, περιγελούσα, λοιδορούσα, με θρασύτητα φωνάζουσα, και με το δάκτυλον δείχνουσα αυτόν εις τους παρεστώτας, ως εργάτην της αμαρτίας. Ομοίως και τους υποτασσομένους αυτώ Μοναχούς ονομάζουσα φθορείς. Έλεγε δε και ταύτα η πάντολμος εις επήκοον πάντων. Ακούσατε όλοι εσείς οι παρεστώτες τα λόγιά μου, τα οποία είναι αληθινά και βέβαια. Ω της ανοχής σου Δέσποτα Κύριε, με την οποίαν υπέμεινες την συκοφάντριαν, και δεν έσχισες την γην δια να την καταπίη!

Ταύτα η Ευγενία ακούσασα, ευθύς έσχισε το φόρεμά της, και έδειξεν εις τους παρόντας θέαμα φρικτόν και εξαίσιον. Και ακολούθως λέγει παρρησία εις τους περιεστώτας. Έπρεπεν ημείς οι Μοναχοί να υποφέρωμεν ύβρεις και περιγελάσματα, και δαρμούς του σώματος, και δι’ αυτά όλα να ευχαριστούμεν. Όμως δια να μη περιγελάται το σεμνόν και αγγελικόν σχήμα των Μοναχών, ακούσατε. Εγώ κατά την φύσιν είμαι γυναίκα, θυγάτηρ του φιλτάτου πατρός μου τούτου και κριτού, έμπροσθεν του οποίου κρίνομαι σήμερον. Μήτηρ μου δε είναι η τούτου σύζυγος, ούτοι δε οι παριστάμενοι αδελφοί, είναι δούλοι μου. Ταύτα τα λόγια της καλής Ευγενίας ακούσαντες, εξέστησαν άπαντες. Με ποίον δε τρόπον ετιμώρησεν η θεία δίκη την Μελανθίαν, βέβαια έχει να θαυμάση, όποιος ήθελε τον ακούση (2). Εκ της αιτίας λοιπόν ταύτης παρακινηθείς ο πατήρ της Αγίας Ευγενίας, αφήκε παρευθύς την δόξαν του κόσμου ομού και τον πλούτον, και όλην την του βίου φαντασίαν, και ανεγεννήθη δια του Αγίου Βαπτίσματος. Και ο πρώην λύκος γίνεται ποιμήν των εν τη πόλει Χριστιανών. Όθεν διαπεράσας καλώς την ζωήν του, εις όλον το ύστερον ετελείωσε με μαρτύριον. Καταπληγωθείς γαρ αυτός από τους απίστους δια την εις Χριστόν πίστιν, χαίρων ανέβη εις τας ουρανίους Μονάς. Η δε μήτηρ της Οσίας αφίνουσα την γην της Αλεξανδρείας, εγύρισεν εις την πατρίδα της Ρώμην, ομού με τας θυγατέρας της, και εκεί πάλιν κατοικεί κατά τον πόθον της. Επειδή δε τότε ευγήκε βασιλικός ορισμός, ή να θυσιάζουν οι Χριστιανοί εις τα είδωλα, ή να θανατόνωνται κακώς, τούτου χάριν η Αγία αύτη Ευγενία, αφ’ ου έλαμψεν εις όλους με τας αρετάς της, τέλος πάντων καταφλεγομένη από τον πνευματικόν έρωτα του Χριστού, επαρρησιάσθη και εκήρυξε την ευσέβειαν. Όθεν δεθείσα από ένα λίθον βαρύτατον, ερρίφθη εις την θάλασσαν. Επειδή όμως έμεινεν αβλαβής, δια τούτο απεκεφαλίσθη, και έτζι χαίρουσα απήλθεν η μακαρία προς ον επόθει νυμφίον Χριστόν. Ίνα μετ’ αυτού συμβασιλεύη αιώνια. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτής όρα εις τον Παράδεισον (3).)

(1) Σημείωσαι, ότι εν τη ημέρα ταύτη της παραμονής των Χριστού Γεννών λόγος λέγεται του Χρυσοστόμου, ου η αρχή· «Μέλλοντος αγαπητοί του κοινού Σωτήρος». Και ο του Αθανασίου, ου η αρχή· «Ώσπερ οι την χρυσίτιν γην μεταλλεύειν». (Σώζονται και οι δύω εν τη Μεγίστη Λαύρα, και εν τη του Διονυσίου.)

(2) Ο γαρ παντοδύναμος και δικαιοκρίτης Θεός, ο εν υψηλοίς κατοικών και τα ταπεινά εφορών, έρριψε πυρ από τον ουρανόν, και κατέκαυσε την Μελανθίαν και όλον τον οίκον της εκ θεμελίων. Όθεν πολλοί επίστευσαν τω Χριστώ, βλέποντες τοιούτον θαυμάσιον (εν τω κατά πλάτος Βίω αυτής).

(3) Σημείωσαι, ότι το Συναξάριον της Οσίας ταύτης Ευγενίας συνεγράφη δια στίχων ιαμβικών εξ ων και μετεφράσθη. Γράφει δε και ο Μεταφραστής τον Βίον αυτής, ου η αρχή· «Κομμόδου μετά Μάρκον». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη Μονή των Ιβήρων και εν άλλαις.)

*

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς Βασίλλα, η συμμαρτυρήσασα τη Αγία Ευγενία, ξίφει τελειούται.

Τις αν παραδράμη σε τμηθείσαν ξίφει,
Μάρτυς Βασίλλα πίστεως θείας βάσις;

*

Ο Άγιος Μάρτυς Φίλιππος, ο πατήρ της Αγίας Ευγενίας, μαχαίρα τελειούται.

Μάχαιραν όντως δίστομον κατά πλάνης,
Κτείνει Φίλιππον της μαχαίρας το στόμα.

*

Οι Άγιοι Πρωτάς και Υάκινθος, οι ευνούχοι και συνασκηταί της Αγίας Ευγενίας, ξίφει τελειούνται.

Τμηθέντες Υάκινθε και Πρωτά ξίφει,
Κληρούσθε πρώτα Μαρτύρων Θεού γέρα.

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Νικολάου του από στρατιωτών, και διήγησις ωφέλιμος.

Κανών πρόκειται σωφρονούσιν εν βίω,
Ο Νικολάου σωφρονέστατος βίος.

Ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Νικόλαος έγινε στρατιώτης κατά τους χρόνους Νικηφόρου του βασιλέως, του Πατρικίου και Σταυρακίου επικαλουμένου, εν έτει ωβ’ [802]. Και όταν εκείνος εσύναξε στρατεύματα δια να πολεμήση τους Βουλγάρους, τότε και αυτός ευγήκε μαζί με το στράτευμα. Και διαπερνώντας από ένα τόπον, επειδή ήτον βράδυ, έμεινεν εις ένα πανδοχείον, ήγουν χάνι. Και αφ’ ου εδείπνησε μαζί με τον πανδοχέα, έκαμε την προσευχήν του και επλαγίασε δια να κοιμηθή. Κατά δε τας εξ, ή και επτά ώρας της νυκτός, η θυγάτηρ του πανδοχέως τρωθείσα από σατανικόν έρωτα, επήγεν εκεί, οπού εκοιμάτο ο Όσιος, και τον εκέντησε, τραβίζουσα αυτόν εις αισχράν μίξιν. Ο δε Άγιος είπε προς αυτήν. Παύσαι, ω γύναι, από τον σατανικόν και άθεσμον έρωτα. Και μη θελήσης και εσύ να μολύνης την παρθενίαν σου, και εμένα τον ταλαίπωρον να καταβιβάσης εις του Άδου το πέταυρον. Εκείνη δε ανεχώρησε μεν προς ολίγον. Αλλά πάλιν μετά ολίγην ώραν, επήγε και ενώχλει τον δίκαιον. Ο δε Όσιος απέβαλεν αυτήν και το δεύτερον, ελέγξας και επιτιμήσας αυτήν δυνατά. Εκείνη δε πάλιν ανεχώρησε, και πάλιν εγύρισε, μεθυσμένη ούσα από τον έρωτα.

Τότε ο Άγιος λέγει προς αυτήν. Ταλαίπωρε και γεμάτη από κάθε αδιαντροπίαν, δεν βλέπεις πως οι δαίμονες σε ταράττουσιν, ίνα και την παρθενίαν σου φθείρωσι, και την ψυχήν σου κολάσωσι; και ακολούθως ποιήσωσί σε εις όλους τους ανθρώπους γέλωτα και όνειδος; Δεν βλέπεις, πως και εγώ ο ελάχιστος πηγαίνω εις έθνη βάρβαρα, και εις πόλεμον και αιματοχυσίαν, με του Θεού την βοήθειαν; Πώς λοιπόν να μολύνω την σάρκα μου, εις καιρόν οπού πηγαίνω εις πόλεμον; Ταύτα και άλλα όμοια επιπληκτικά λόγια ειπών ο δίκαιος προς την γυναίκα, και αποβαλών αυτήν, εσηκώθη επάνω. Και αφ’ ου έκαμε την προσευχήν του, επήγεν εις την προκειμένην υπηρεσίαν του. Την δε ερχομένην νύκτα, καθώς εκοιμήθη, βλέπει πως εστέκετο εις ένα υψηλόν και περίοπτον τόπον. Κοντά του δε, βλέπει πως εκάθητο ένας κριτής, όστις είχε το δεξιόν του ποδάρι βαλμένον επάνω εις το αριστερόν, και έλεγε προς αυτόν. Βλέπεις τα στρατεύματα του ενός μέρους των Ρωμαίων, και του άλλου μέρους των Βουλγάρων; Ο δε Νικόλαος απεκρίνατο. Ναι Κύριε, βλέπω, ότι οι Ρωμαίοι συγκόπτουσι και νικώσι τους Βουλγάρους. Τότε ο φαινόμενος λέγει προς τον δίκαιον. Βλέπε εις εμέ. Ο δε επιστρέψας τους οφθαλμούς του προς αυτόν, είδεν οπού, το μεν δεξιόν του ποδάρι, είχεν επάνω, εις την γην. Το δε αριστερόν, είχεν επάνω εις το δεξιόν. Έπειτα γυρίσας τους οφθαλμούς του εις τα στρατεύματα, βλέπει, πως οι εχθροί Βούλγαροι κατέκοπτον τους Ρωμαίους.

Αφ’ ου δε έπαυσεν η συγκοπή και ο πόλεμος, λέγει ο φαινόμενος κριτής προς τον δίκαιον. Στοχάσου καλά τους τόπους των φονευθέντων σωμάτων, και λέγε μοι τι βλέπεις. Ο δε Νικόλαος στοχασθείς καλώς, είδεν όλην την γην εκείνην γεμάτην από νεκρά σώματα των φονευθέντων Ρωμαίων. Αναμεταξύ δε αυτών, βλέπει και ένα τόπον πράσινον και ωραίον διάστημα έχοντα έως μιας κλίνης ενός ανθρώπου. Τότε ο φαινόμενος φοβερός είπεν εις τον στρατιώτην Νικόλαον. Και τίνος λογιάζεις να ήναι η μία κλίνη εκείνη; Ο δε Νικόλαος απεκρίθη. Ιδιώτης και αμαθής είμαι, αυθέντα μου, και δεν ηξεύρω. Λέγει προς αυτόν πάλιν εκείνος ο φοβερός. Η μία κλίνη οπού βλέπεις, είναι εδική σου. Και εις αυτήν έμελλες να πέσης και συ, μαζί με τους άλλους φονευθέντας συστρατιώτας σου. Επειδή δε κατά την περασμένην νύκτα, απετίναξας επιτηδείως, και ενίκησας τον τρίπλοκον όφιν, ήγουν την γυναίκα, οπού σε επολέμησε τρεις φοραίς, παρακινώντας σε εις αισχράν μίξιν, δια τούτο εσύ ο ίδιος ελύτρωσες τον εαυτόν σου από την συγκοπήν ταύτην και τον θάνατον, και έσωσας την ψυχήν σου μαζί και το σώμα σου. Λοιπόν ουδέ φυσικός θάνατος θέλει σε κυριεύσει, ανίσως με δουλεύσης γνησίως.

Ταύτα θεασάμενος ο δίκαιος, και γενόμενος έμφοβος, εξύπνισε. Και σηκωθείς από την κλίνην του, επροσευχήθη. Γυρίσας δε οπίσω μιας ημέρας τόπον, ανέβη εις ένα βουνόν, και εκεί επροσηύχετο μετά ησυχίας προς τον Θεόν, δια το Ρωμαϊκόν στράτευμα. Επειδή δε ο βασιλεύς επήγεν εις τας κλεισούρας της Βουλγαρίας, ανέβηκαν και οι Βούλγαροι εις το βουνόν, αφήσαντες εις φύλαξιν του τόπου, δεκαπέντε χιλιάδας στράτευμα, ή και περισσότερόν τι, ή και ολιγώτερον, τους οποίους οι Ρωμαίοι κατέσφαξαν. Όθεν υπερηφανευθέντες δια την νίκην αυτήν, αμέλησαν. Και λοιπόν εις ένα καιρόν, οπού όλοι οι Ρωμαίοι αμερίμνως και αφυλάκτως εκοιμώντο, ήλθον την νύκτα κατ’ επάνω των οι Βούλγαροι, και όλους σχεδόν, μαζί με τον βασιλέα Νικηφόρον, τους επέρασαν εν στόματι μαχαίρας. Τότε ο δίκαιος Νικόλαος ενθυμηθείς την οπτασίαν οπού είδεν, ευχαρίστησε τω Θεώ, και εγύρισεν οπίσω κλαίων και οδυρόμενος. Έπειτα πηγαίνωντας εις ένα Μοναστήριον, έλαβε το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών. Και δουλεύσας γνησίως εις τον Θεόν χρόνους αρκετούς, έγινε διακριτικώτατος και μέγας Πατήρ.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Αχαϊκός ξίφει τελειούται.

Παν Αχαϊκός εκβαλών ψυχής άχος,
Όλη χαρά δέδωκε την κάραν ξίφει.

*

Ο Όσιος Αντίοχος εν ειρήνη τελειούται (4).

Αντιόχω βδέλυγμα τύρβαι του βίου,
Και βίος άπας, ον παρήλθεν ηδέως.

(4) Ο Αντίοχος ούτος φαίνεται να ήναι ο χρηματίσας επί Ηρακλείου του βασιλέως εν έτει χι’ [610], όστις ήτον εκ Παλαιστίνης Μοναχός, και της Λαύρας του Αγίου Σάββα, διαβεβοημένος εν αρετή και αγιότητι. Όστις εθρήνησεν ως άλλος Ιερεμίας, δια την αιχμαλωτισθείσαν υπό Περσών Ιερουσαλήμ, και δια τον εμπρησμόν αυτής, και δια την του αγίου Σταυρού μετάστασιν εις Περσίαν, ως αυτός γράφει λόγω ρζ’. Ούτος έγραψε προς Ευστάθιον Ηγούμενον Μονής Ατταλίνης πόλεως Αγκύρας της Γαλατίας, επιστολήν περί των εκείσε Αγίων Πατέρων, κεφαλ. ρλ’, και προσευχήν εξομολογήσεως παντός επαίνου κρείττονα, άπερ ετυπώθησαν εις την Βιβλιοθήκην των Πατέρων (όρα σελ. 168, του β’ τόμου του Μελετίου)· ούτος ελέγετο Πάνδεκτος. Και έγραψε πολλάς ευχάς εις τον Κύριον. Μία από τας οποίας είναι και η επικοίτιος ευχή, το «Και δος ημίν Δέσποτα προς ύπνον απιούσιν». Σχεδόν τα αυτά γράφει και ο Δοσίθεος περί του Αντιόχου τούτου, προσθείς ότι είχεν αυτός και την επιστασίαν της Λαύρας του Αγίου Σάββα. Και ότι η βίβλος αυτού ονομάζεται Πανδέκτη (αφ’ ης ως φαίνεται ωνομάσθη και Πάνδεκτος) έχουσα κεφάλαια διάφορα εκατόν τριάκοντα. (Τα κεφάλαια ταύτα ευρίσκονται εν τω χειρογράφω Κουβαρά της του Διονυσίου.) Ούτος θρηνεί και οδύρεται δια τους Οσίους Πατέρας τους φονευθέντας υπό των Ισμαηλιτών εν τη Λαύρα του Αγίου Σάββα, τους εορταζομένους κατά την εικοστήν του Μαρτίου (σελίδι 535, της Δωδεκαβίβλου). Ούτος είπε και το αξιομνημόνευτον τούτο απόφθεγμα· «Υπερήφανος Μοναχός, δένδρον άκαρπον και άρριζον και ου μη ενέγκη προσβολήν ανέμου. Και ώσπερ πομφόλυξ ραγείσα, αφανίζεται, ούτω μνήμη υπερηφάνου μετά θάνατον όλλυται. Και ώσπερ η του ταπεινού προσευχή κάμπτει Θεόν, ούτως η του υπερηφάνου δέησις παροργίζει τον Ύψιστον» (σελ. 715, του Ευεργετινού).

*

Ο Όσιος Βιτιμίων εν ειρήνη τελειούται (5).

Τον φθαρτόν εκδύς θύλακον Βιτιμίων,
Άφθαρτον αυτόν εις ανάστασιν λάβοι.

(5) Ο Όσιος ούτος φαίνεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, ότι ονομάζεται Βιτίμιος. Εις τούτον έδωκαν μίαν φοράν μήλα δια να τα δώση εις τους εν τη Σκήτη γέροντας. Απελθών δε και κτυπήσας την πόρταν του κελλίου του Αββά Αχιλλά, ηθέλησε δια να δώση εις αυτόν από τα μήλα. Ο δε Αχιλλάς απεκρίθη αυτώ. Κατ’ αυτήν την ώραν δεν ήθελα, αδελφέ, να κτυπήσης εις την πόρταν μου, καν και ήθελες να μοι δώσης μάννα Ουράνιον. Όθεν ουδέ εις άλλου κελλίον μη υπάγης. Ο Βιτίμιος λοιπόν επήγε μεν τα μήλα εις την Εκκλησίαν, αυτός δε ανεχώρησεν εις το κελλίον του.

*

Ο Όσιος Αφροδίσιος εν ειρήνη τελειούται.

Ψυχήν Αφροδίσιος ωραίος σφόδρα,
Ως εκθανών άγευστος αφροδισίων.

*

Ο Άγιος Νεομάρτυς Άχμεδ, ο μαρτυρήσας εν Κωνσταντινουπόλει κατά το ͵αχπβ’ [1682] έτος, ξίφει τελειούται.

Πάντων μεγίστη πίστις Ιησού πέλει,
Άχμεδ βοήσας πάμμεγα στέφος δέχη (6).

(6) Όρα το Μαρτύριον αυτού εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

 Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Αγία ΕυγενίαΤ ατ μην ΚΔ΄, μνήμη τς γίας σιοπαρθενομάρτυρος Εγενίας.

Στεφθεσα πρτον τος πόνοις Εγενία (1),
Βαφν βάψω δευσοποιν κ ξίφους.

Τέτλαθι Εγενίη ξίφος εκάδι μφ τετάρτ.

Ατη γία Εγενία γεννήθη π γένος εγενικόν, σν νας εγενς κλάδος κα μία δόξα το γένους της, καταγομένη π τν παλαιν ώμην κατ τος χρόνους το βασιλέως Κομμόδου, ν τει σο΄ [270], ο γονες δ ατς νομάζοντο Φίλιππος κα Εγενία. Οτινες λαβον π τν τότε βασιλέα, ς τιμν κα ξίωμα, τ ν πάγουν ες τν λεξάνδρειαν, κα ν κατοικήσουν ες ατν μο μ τν θυγατέρα των ταύτην Εγενίαν. Ατη λοιπν μακαρία φυγε κρυφίως π τος γονες κα λους τος συγγενες της. Κα πέρνουσα δύω πηρέτας, εγκε τν νύκτα ξω π τ σπήτιον τν γονέων της. Κα πηγαίνουσα ες να πίσκοπον μ νδρίκειον φόρεμα, λαβε παρ’ κείνου τ γιον Βάπτισμα. Ετα κουρεύσασα τς τρίχας τς κεφαλς, νομάσθη Εγένιος. θεν πγεν ες να Μοναστήριον κατ τν βαθν ρθρον, κα κε μεταχειρίζετο μακαρία κάθε ρετήν, μ πόνους κα μόχθους. Μ σκητικος γνας κα μ στάσεις κα γρυπνίας λονυκτίους. Τί ν πολυλογ; τόσον πολλ λαμψε κατ τς ρετς γία ατη, ς λλος μέγας φωστρ λιος, στε πο, μ τν παρακάλεσιν λων τν δελφν το Μοναστηρίου, δέχθη τν προστασίαν ατν κα γουμενίαν, φ’ ο πέθανεν πρότερος γούμενος. Κα γκαλ ατη δν θελε τοτο ες τς ρχάς, βιασθεσα μως κα δυσωπηθεσα π τος λόγους κα π τν πόθον τν δελφν, συγκατένευσε κα μ θέλουσα.

Μ τοιοτον τρόπον δειξεν ες λους τν Εγένιον τοτον μέγαν κα λαμπρόν, χι λόγος πλος κα φήμη ξηρά, λλ πρξις κα ργα μεγάλα κα θαυμαστά. θεν κα ατ μοναχ θεωρία του τράβιζε μ παράδοξον τρόπον τος βλέποντας, σν μαγνήτης τν σίδηρον, ες τ ν πολαύσουν τ καλ κα τς ρετάς του. λλ’ μως μία μοναχή, Μελανθία νομαζομένη, μέλαινα κα μαύρη οσα κατ τν ψυχήν, ς δηλο κα τ νομά της, ατη λέγω, βλέπουσα τν Εγένιον τοτον, πς τον ραος φυσικά, κυριεύθη μ να δεινν κα σατανικν ρωτα κ τς θεωρίας του. θεν εροσα πρόφασιν, τι εχε μίαν μακρν σθένειαν, παρεκάλει ατν δι ν πάγ ν το τν φανερώσ κρυφίως κα κατ μόνας. Διατ λεγεν μιαρά, τι κατ λλον τρόπον, δν τον δυνατν ν λευθερωθ π κείνην τν σθένειαν.

δ Εγένιος συντριβόμενος κα λυπούμενος κατ τν καρδίαν, πείσθη π πλότητα ες τ δολερ λόγια τς Μελανθίας, κα συγκατάνευσε ν πάγ πρς ατήν, μ ξεύρωντας τν κεκρυμμένον δόλον. δ διαβολικς ρως τς Μελανθίας, ναψε φλόγα ες τν καρδίαν της πρς τν Εγένιον. Κα καθς ατς εναι τυφλός, ς τν νομάζουσιν ο σοφοί, τζι τύφλωσε κα τ ψυχικ μμάτια τς Μελανθίας, κα προξένησεν ες ατν μίαν κασιν πορνικο πάθους. πειδ μως δν πέτυχε το διαβολικο σκοπο, πο εχεν, λλ πεστράφη παρ το Εγενίου, δι τοτο π τ κακόν της συνέρραψε τν συκοφαντίαν ταύτην, λέγουσα δηλαδή, τι γούμενος το δενος Μοναστηρίου Εγένιος, πατν μ τ λόγιά του τς σώφρονας κα καθαρς γυνακας, ζήτησε ν πατήσ κα μένα πόρνος κα τολμητίας, λλ’ μως δν τ πέτυχε. Τατα κούσας πατρ τς Εγενίας κα παρχος, εθς θυμώθη. θεν πέμψας ες τ Μοναστήριον, φερεν γλίγωρα τν γούμενον Εγένιον, κα τος Μοναχος το Μοναστηρίου δεδεμένους, ς ψευδολάτρας κα κακοποιούς. Κα παράστησεν ατος ες τ κριτήριον δι ν πολογηθον περ τς ποθέσεως ταύτης. ταν λοιπν παραστάθησαν κα τ δύω μέρη, ρχισεν συκοφάντρια Μελανθία ν λέγ κατ το Εγενίου, βρίζουσα, περιγελοσα, λοιδοροσα, μ θρασύτητα φωνάζουσα, κα μ τ δάκτυλον δείχνουσα ατν ες τος παρεσττας, ς ργάτην τς μαρτίας. μοίως κα τος ποτασσομένους ατ Μοναχος νομάζουσα φθορες. λεγε δ κα τατα πάντολμος ες πήκοον πάντων. κούσατε λοι σες ο παρεσττες τ λόγιά μου, τ ποα εναι ληθιν κα βέβαια. τς νοχς σου Δέσποτα Κύριε, μ τν ποίαν πέμεινες τν συκοφάντριαν, κα δν σχισες τν γν δι ν τν καταπί!

Τατα Εγενία κούσασα, εθς σχισε τ φόρεμά της, κα δειξεν ες τος παρόντας θέαμα φρικτν κα ξαίσιον. Κα κολούθως λέγει παρρησί ες τος περιεσττας. πρεπεν μες ο Μοναχο ν ποφέρωμεν βρεις κα περιγελάσματα, κα δαρμος το σώματος, κα δι’ ατ λα ν εχαριστομεν. μως δι ν μ περιγελται τ σεμνν κα γγελικν σχμα τν Μοναχν, κούσατε. γ κατ τν φύσιν εμαι γυνακα, θυγάτηρ το φιλτάτου πατρός μου τούτου κα κριτο, μπροσθεν το ποίου κρίνομαι σήμερον. Μήτηρ μου δ εναι τούτου σύζυγος, οτοι δ ο παριστάμενοι δελφοί, εναι δολοί μου. Τατα τ λόγια τς καλς Εγενίας κούσαντες, ξέστησαν παντες. Μ ποον δ τρόπον τιμώρησεν θεία δίκη τν Μελανθίαν, βέβαια χει ν θαυμάσ, ποιος θελε τν κούσ (2). κ τς ατίας λοιπν ταύτης παρακινηθες πατρ τς γίας Εγενίας, φκε παρευθς τν δόξαν το κόσμου μο κα τν πλοτον, κα λην τν το βίου φαντασίαν, κα νεγεννήθη δι το γίου Βαπτίσματος. Κα πρην λύκος γίνεται ποιμν τν ν τ πόλει Χριστιανν. θεν διαπεράσας καλς τν ζωήν του, ες λον τ στερον τελείωσε μ μαρτύριον. Καταπληγωθες γρ ατς π τος πίστους δι τν ες Χριστν πίστιν, χαίρων νέβη ες τς ορανίους Μονάς. δ μήτηρ τς σίας φίνουσα τν γν τς λεξανδρείας, γύρισεν ες τν πατρίδα της ώμην, μο μ τς θυγατέρας της, κα κε πάλιν κατοικε κατ τν πόθον της. πειδ δ τότε εγκε βασιλικς ρισμός, ν θυσιάζουν ο Χριστιανο ες τ εδωλα, ν θανατόνωνται κακς, τούτου χάριν γία ατη Εγενία, φ’ ο λαμψεν ες λους μ τς ρετάς της, τέλος πάντων καταφλεγομένη π τν πνευματικν ρωτα το Χριστο, παρρησιάσθη κα κήρυξε τν εσέβειαν. θεν δεθεσα π να λίθον βαρύτατον, ρρίφθη ες τν θάλασσαν. πειδ μως μεινεν βλαβής, δι τοτο πεκεφαλίσθη, κα τζι χαίρουσα πλθεν μακαρία πρς ν πόθει νυμφίον Χριστόν. να μετ’ ατο συμβασιλεύ αώνια. (Τν κατ πλάτος Βίον ατς ρα ες τν Παράδεισον (3).)

(1) Σημείωσαι, ὅτι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ τῆς παραμονῆς τῶν Χριστοῦ Γεννῶν λόγος λέγεται τοῦ Χρυσοστόμου, οὗ ἡ ἀρχή· «Μέλλοντος ἀγαπητοὶ τοῦ κοινοῦ Σωτῆρος». Καὶ ὁ τοῦ Ἀθανασίου, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὥσπερ οἱ τὴν χρυσίτιν γῆν μεταλλεύειν». (Σῴζονται καὶ οἱ δύω ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ, καὶ ἐν τῇ τοῦ Διονυσίου.)

(2) Ὁ γὰρ παντοδύναμος καὶ δικαιοκρίτης Θεός, ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν, ἔρριψε πῦρ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, καὶ κατέκαυσε τὴν Μελανθίαν καὶ ὅλον τὸν οἶκόν της ἐκ θεμελίων. Ὅθεν πολλοὶ ἐπίστευσαν τῷ Χριστῷ, βλέποντες τοιοῦτον θαυμάσιον (ἐν τῷ κατὰ πλάτος Βίῳ αὐτῆς).

(3) Σημείωσαι, ὅτι τὸ Συναξάριον τῆς Ὁσίας ταύτης Εὐγενίας συνεγράφη διὰ στίχων ἰαμβικῶν ἐξ ὧν καὶ μετεφράσθη. Γράφει δὲ καὶ ὁ Μεταφραστὴς τὸν Βίον αὐτῆς, οὗ ἡ ἀρχή· «Κομμόδου μετὰ Μάρκον». (Σῴζεται ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ, ἐν τῇ Μονῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις.)

 *

Τ ατ μέρ γία Μάρτυς Βασίλλα, συμμαρτυρήσασα τ γί Εγενί, ξίφει τελειοται.

Τίς ν παραδράμ σε τμηθεσαν ξίφει,
Μάρτυς Βασίλλα πίστεως θείας βάσις;

*

γιος Μάρτυς Φίλιππος, πατρ τς γίας Εγενίας, μαχαίρ τελειοται.

Μάχαιραν ντως δίστομον κατ πλάνης,
Κτείνει Φίλιππον τς μαχαίρας τ στόμα.

*

Ο γιοι Πρωτς κα άκινθος, ο ενοχοι κα συνασκητα τς γίας Εγενίας, ξίφει τελειονται.

Τμηθέντες άκινθε κα Πρωτ ξίφει,
Κληροσθε πρτα Μαρτύρων Θεο γέρα.

*

Μνήμη το σίου Πατρς μν Νικολάου το π στρατιωτν, κα διήγησις φέλιμος.

Κανν πρόκειται σωφρονοσιν ν βί,
Νικολάου σωφρονέστατος βίος.

Οτος ν γίοις Πατρ μν Νικόλαος γινε στρατιώτης κατ τος χρόνους Νικηφόρου το βασιλέως, το Πατρικίου κα Σταυρακίου πικαλουμένου, ν τει ωβ΄ [802]. Κα ταν κενος σύναξε στρατεύματα δι ν πολεμήσ τος Βουλγάρους, τότε κα ατς εγκε μαζ μ τ στράτευμα. Κα διαπερνντας π να τόπον, πειδ τον βράδυ, μεινεν ες να πανδοχεον, γουν χάνι. Κα φ’ ο δείπνησε μαζ μ τν πανδοχέα, καμε τν προσευχήν του κα πλαγίασε δι ν κοιμηθ. Κατ δ τς ξ, κα πτ ρας τς νυκτός, θυγάτηρ το πανδοχέως τρωθεσα π σατανικν ρωτα, πγεν κε, πο κοιμτο σιος, κα τν κέντησε, τραβίζουσα ατν ες ασχρν μίξιν. δ γιος επε πρς ατήν. Πασαι, γύναι, π τν σατανικν κα θεσμον ρωτα. Κα μ θελήσς κα σ ν μολύνς τν παρθενίαν σου, κα μένα τν ταλαίπωρον ν καταβιβάσς ες το δου τ πέταυρον. κείνη δ νεχώρησε μν πρς λίγον. λλ πάλιν μετ λίγην ραν, πγε κα νώχλει τν δίκαιον. δ σιος πέβαλεν ατν κα τ δεύτερον, λέγξας κα πιτιμήσας ατν δυνατά. κείνη δ πάλιν νεχώρησε, κα πάλιν γύρισε, μεθυσμένη οσα π τν ρωτα.

Τότε γιος λέγει πρς ατήν. Ταλαίπωρε κα γεμάτη π κάθε διαντροπίαν, δν βλέπεις πς ο δαίμονες σ ταράττουσιν, να κα τν παρθενίαν σου φθείρωσι, κα τν ψυχήν σου κολάσωσι; κα κολούθως ποιήσωσί σε ες λους τος νθρώπους γέλωτα κα νειδος; Δν βλέπεις, πς κα γ λάχιστος πηγαίνω ες θνη βάρβαρα, κα ες πόλεμον κα αματοχυσίαν, μ το Θεο τν βοήθειαν; Πς λοιπν ν μολύνω τν σάρκα μου, ες καιρν πο πηγαίνω ες πόλεμον; Τατα κα λλα μοια πιπληκτικ λόγια επν δίκαιος πρς τν γυνακα, κα ποβαλν ατήν, σηκώθη πάνω. Κα φ’ ο καμε τν προσευχήν του, πγεν ες τν προκειμένην πηρεσίαν του. Τν δ ρχομένην νύκτα, καθς κοιμήθη, βλέπει πς στέκετο ες να ψηλν κα περίοπτον τόπον. Κοντά του δέ, βλέπει πς κάθητο νας κριτής, στις εχε τ δεξιόν του ποδάρι βαλμένον πάνω ες τ ριστερόν, κα λεγε πρς ατόν. Βλέπεις τ στρατεύματα το νς μέρους τν ωμαίων, κα το λλου μέρους τν Βουλγάρων; δ Νικόλαος πεκρίνατο. Να Κύριε, βλέπω, τι ο ωμαοι συγκόπτουσι κα νικσι τος Βουλγάρους. Τότε φαινόμενος λέγει πρς τν δίκαιον. Βλέπε ες μέ. δ πιστρέψας τος φθαλμούς του πρς ατόν, εδεν πο, τ μν δεξιόν του ποδάρι, εχεν πάνω, ες τν γν. Τ δ ριστερόν, εχεν πάνω ες τ δεξιόν. πειτα γυρίσας τος φθαλμούς του ες τ στρατεύματα, βλέπει, πς ο χθρο Βούλγαροι κατέκοπτον τος ωμαίους.

φ’ ο δ παυσεν συγκοπ κα πόλεμος, λέγει φαινόμενος κριτς πρς τν δίκαιον. Στοχάσου καλ τος τόπους τν φονευθέντων σωμάτων, κα λέγε μοι τί βλέπεις. δ Νικόλαος στοχασθες καλς, εδεν λην τν γν κείνην γεμάτην π νεκρ σώματα τν φονευθέντων ωμαίων. ναμεταξ δ ατν, βλέπει κα να τόπον πράσινον κα ραον διάστημα χοντα ως μις κλίνης νς νθρώπου. Τότε φαινόμενος φοβερς επεν ες τν στρατιώτην Νικόλαον. Κα τίνος λογιάζεις ν ναι μία κλίνη κείνη; δ Νικόλαος πεκρίθη. διώτης κα μαθς εμαι, αθέντα μου, κα δν ξεύρω. Λέγει πρς ατν πάλιν κενος φοβερός. μία κλίνη πο βλέπεις, εναι δική σου. Κα ες ατν μελλες ν πέσς κα σύ, μαζ μ τος λλους φονευθέντας συστρατιώτας σου. πειδ δ κατ τν περασμένην νύκτα, πετίναξας πιτηδείως, κα νίκησας τν τρίπλοκον φιν, γουν τν γυνακα, πο σ πολέμησε τρες φορας, παρακινντάς σε ες ασχρν μίξιν, δι τοτο σ διος λύτρωσες τν αυτόν σου π τν συγκοπν ταύτην κα τν θάνατον, κα σωσας τν ψυχήν σου μαζ κα τ σμά σου. Λοιπν οδ φυσικς θάνατος θέλει σ κυριεύσει, νίσως με δουλεύσς γνησίως.

Τατα θεασάμενος δίκαιος, κα γενόμενος μφοβος, ξύπνισε. Κα σηκωθες π τν κλίνην του, προσευχήθη. Γυρίσας δ πίσω μις μέρας τόπον, νέβη ες να βουνόν, κα κε προσηύχετο μετ συχίας πρς τν Θεόν, δι τ ωμαϊκν στράτευμα. πειδ δ βασιλες πγεν ες τς κλεισούρας τς Βουλγαρίας, νέβηκαν κα ο Βούλγαροι ες τ βουνόν, φήσαντες ες φύλαξιν το τόπου, δεκαπέντε χιλιάδας στράτευμα, κα περισσότερόν τι, κα λιγώτερον, τος ποίους ο ωμαοι κατέσφαξαν. θεν περηφανευθέντες δι τν νίκην ατήν, μέλησαν. Κα λοιπν ες να καιρόν, πο λοι ο ωμαοι μερίμνως κα φυλάκτως κοιμντο, λθον τν νύκτα κατ’ πάνω των ο Βούλγαροι, κα λους σχεδόν, μαζ μ τν βασιλέα Νικηφόρον, τος πέρασαν ν στόματι μαχαίρας. Τότε δίκαιος Νικόλαος νθυμηθες τν πτασίαν πο εδεν, εχαρίστησε τ Θε, κα γύρισεν πίσω κλαίων κα δυρόμενος. πειτα πηγαίνωντας ες να Μοναστήριον, λαβε τ γγελικν σχμα τν Μοναχν. Κα δουλεύσας γνησίως ες τν Θεν χρόνους ρκετούς, γινε διακριτικώτατος κα μέγας Πατήρ.

*

γιος Μάρτυς χαϊκς ξίφει τελειοται.

Πν χαϊκς κβαλν ψυχς χος,
λ χαρ δέδωκε τν κάραν ξίφει.

*

σιος ντίοχος ν ερήν τελειοται (4).

ντιόχ βδέλυγμα τύρβαι το βίου,
Κα βίος πας, ν παρλθεν δέως.

(4) Ὁ Ἀντίοχος οὗτος φαίνεται νὰ ᾖναι ὁ χρηματίσας ἐπὶ Ἡρακλείου τοῦ βασιλέως ἐν ἔτει χι΄ [610], ὅστις ἦτον ἐκ Παλαιστίνης Μοναχός, καὶ τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα, διαβεβοημένος ἐν ἀρετῇ καὶ ἁγιότητι. Ὅστις ἐθρήνησεν ὡς ἄλλος Ἱερεμίας, διὰ τὴν αἰχμαλωτισθεῖσαν ὑπὸ Περσῶν Ἱερουσαλήμ, καὶ διὰ τὸν ἐμπρησμὸν αὐτῆς, καὶ διὰ τὴν τοῦ ἁγίου Σταυροῦ μετάστασιν εἰς Περσίαν, ὡς αὐτὸς γράφει λόγῳ ρζ΄. Οὗτος ἔγραψε πρὸς Εὐστάθιον Ἡγούμενον Μονῆς Ἀτταλίνης πόλεως Ἀγκύρας τῆς Γαλατίας, ἐπιστολὴν περὶ τῶν ἐκεῖσε Ἁγίων Πατέρων, κεφαλ. ρλ΄, καὶ προσευχὴν ἐξομολογήσεως παντὸς ἐπαίνου κρείττονα, ἅπερ ἐτυπώθησαν εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῶν Πατέρων (ὅρα σελ. 168, τοῦ β΄ τόμου τοῦ Μελετίου)· οὗτος ἐλέγετο Πάνδεκτος. Καὶ ἔγραψε πολλὰς εὐχὰς εἰς τὸν Κύριον. Μία ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶναι καὶ ἡ ἐπικοίτιος εὐχή, τὸ «Καὶ δὸς ἡμῖν Δέσποτα πρὸς ὕπνον ἀπιοῦσιν». Σχεδὸν τὰ αὐτὰ γράφει καὶ ὁ Δοσίθεος περὶ τοῦ Ἀντιόχου τούτου, προσθεὶς ὅτι εἶχεν αὐτὸς καὶ τὴν ἐπιστασίαν τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα. Καὶ ὅτι ἡ βίβλος αὐτοῦ ὀνομάζεται Πανδέκτη (ἀφ’ ἧς ὡς φαίνεται ὠνομάσθη καὶ Πάνδεκτος) ἔχουσα κεφάλαια διάφορα ἑκατὸν τριάκοντα. (Τὰ κεφάλαια ταῦτα εὑρίσκονται ἐν τῷ χειρογράφῳ Κουβαρᾷ τῆς τοῦ Διονυσίου.) Οὗτος θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται διὰ τοὺς Ὁσίους Πατέρας τοὺς φονευθέντας ὑπὸ τῶν Ἰσμαηλιτῶν ἐν τῇ Λαύρᾳ τοῦ Ἁγίου Σάββα, τοὺς ἑορταζομένους κατὰ τὴν εἰκοστὴν τοῦ Μαρτίου (σελίδι 535, τῆς Δωδεκαβίβλου). Οὗτος εἶπε καὶ τὸ ἀξιομνημόνευτον τοῦτο ἀπόφθεγμα· «Ὑπερήφανος Μοναχός, δένδρον ἄκαρπον καὶ ἄρριζον καὶ οὐ μὴ ἐνέγκῃ προσβολὴν ἀνέμου. Καὶ ὥσπερ πομφόλυξ ῥαγεῖσα, ἀφανίζεται, οὕτω μνήμη ὑπερηφάνου μετὰ θάνατον ὄλλυται. Καὶ ὥσπερ ἡ τοῦ ταπεινοῦ προσευχὴ κάμπτει Θεόν, οὕτως ἡ τοῦ ὑπερηφάνου δέησις παροργίζει τὸν Ὕψιστον» (σελ. 715, τοῦ Εὐεργετινοῦ).

 *

σιος Βιτιμίων ν ερήν τελειοται (5).

Τν φθαρτν κδς θύλακον Βιτιμίων,
φθαρτον ατν ες νάστασιν λάβοι.

(5) Ὁ Ὅσιος οὗτος φαίνεται εἰς τὸν Παράδεισον τῶν Πατέρων, ὅτι ὀνομάζεται Βιτίμιος. Εἰς τοῦτον ἔδωκαν μίαν φορὰν μῆλα διὰ νὰ τὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐν τῇ Σκήτῃ γέροντας. Ἀπελθὼν δὲ καὶ κτυπήσας τὴν πόρταν τοῦ κελλίου τοῦ Ἀββᾶ Ἀχιλλᾶ, ἠθέλησε διὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὰ μῆλα. Ὁ δὲ Ἀχιλλᾶς ἀπεκρίθη αὐτῷ. Κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν ἤθελα, ἀδελφέ, νὰ κτυπήσῃς εἰς τὴν πόρταν μου, κᾂν καὶ ἤθελες νά μοι δώσῃς μάννα Οὐράνιον. Ὅθεν οὐδὲ εἰς ἄλλου κελλίον μὴ ὑπάγῃς. Ὁ Βιτίμιος λοιπὸν ἐπῆγε μὲν τὰ μῆλα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, αὐτὸς δὲ ἀνεχώρησεν εἰς τὸ κελλίον του.

 *

σιος φροδίσιος ν ερήν τελειοται.

Ψυχν φροδίσιος ραος σφόδρα,
ς κθανν γευστος φροδισίων.

*

γιος Νεομάρτυς χμεδ, μαρτυρήσας ν Κωνσταντινουπόλει κατ τ ͵αχπβ΄ [1682] τος, ξίφει τελειοται.

Πάντων μεγίστη πίστις ησο πέλει,
χμεδ βοήσας πάμμεγα στέφος δέχ (6).

(6) Ὅρα τὸ Μαρτύριον αὐτοῦ εἰς τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον.

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

  Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Ευγενίας και των συν αυτή κ.ά.

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.