Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου23 Νοεμβρίου

Των Αγίων Αμφιλοχίου επισκόπου Ικονίου, Γρηγορίου επισκόπου της Ακραγαντίνων Εκκλησίας, Σισινίου κ.α.

 Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος ΑμφιλόχιοςΤω αυτώ μηνί ΚΓ’, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Αμφιλοχίου Επισκόπου Ικονίου.

Σταλείς Αμφιλόχιε νεκρών αμφίοις,
Λόχους σκεδάζεις και νεκρός νοουμένους.

Εικάδι εν τριτάτη θάνατος λάβεν Αμφιλόχιον.

Ούτος ο Άγιος, αφ’ ου επέρασε κάθε βαθμόν εκκλησιαστικόν, και έλαμψε με άσκησιν και θείαν γνώσιν, επροχειρίσθη Επίσκοπος Ικονίου με την ψήφον του Θεού και του κοινού λαού, κατά τους χρόνους Ουαλεντινιανού και Ουάλεντος. Έφθασε δε και έως εις τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των υιών αυτού εν έτει τοδ’ [374]. Διδάσκαλος λοιπόν της ορθοδόξου πίστεως γενόμενος, γενναίος αντιστάθη ο αοίδιμος κατά της αιρέσεως του Αρείου και Μακεδονίου και Ευνομίου. Και εκ της αιτίας ταύτης, πολλούς διωγμούς και θλίψεις από τους ασεβείς υπέμεινεν. Ούτος έγινε και συναγωνιστής των εκατόν πεντήκοντα Πατέρων, των εν τη Δευτέρα Οικουμενική Συνόδω συναθροισθέντων κατά Μακεδονίου του Πνευματομάχου, εις εξ αυτών υπάρχων, εν έτει τπα’ [381]. Αφ’ ου δε ο Μέγας Θεοδόσιος παρέδωκε την εξουσίαν των δυτικών μερών της Ευρώπης εις τον νέον Ουαλεντινιανόν, και καταστρέψας τον τύραννον Μάξιμον, επανεγύρισεν εις την Κωνσταντινούπολιν, τότε ο μέγας ούτος Αμφιλόχιος, εισελθών εις τον βασιλέα παρεκάλει αυτόν να διώξη τους Αρειανούς. Επειδή δε αυτός παρητείτο από τούτο, τούτου χάριν ευρήκε μίαν μηχανήν ο θαυμαστός ούτος Πατήρ, δια μέσου της οποίας εδυνήθη να καταπείση τον βασιλέα.

Πηγαίνωντας γαρ εις τα βασίλεια, τον μεν Θεοδόσιον ως βασιλέα, εχαιρέτισε, τον δε υιόν του Αρκάδιον, τον τότε νεωστί χειροτονηθέντα βασιλέα, με κατώτερον τρόπον εχαιρέτισεν (1). Όθεν ο Θεοδόσιος οργισθείς δια τούτο, ωνόμαζεν εδικήν του ατιμίαν την ατιμίαν του υιού του. Τότε ο Άγιος σοφώτατα φανερόνοι το δράμα και λέγει. Βλέπεις ω βασιλεύ, πως δεν υποφέρεις την ατιμίαν του υιού σου, αλλά οργίζεσαι; Πίστευε λοιπόν, ότι και ο Θεός και Πατήρ, παρομοίως αποστρέφεται και μισεί εκείνους, οπού βλασφημούν εις τον Υιόν του, και λέγουσιν, ότι αυτός είναι κατώτερος του Πατρός. Τότε νοήσας το πράγμα ο βασιλεύς, έγραψε παρευθύς νόμον να διώκωνται οι αιρετικοί μακράν από τους Ορθοδόξους. Ούτος λοιπόν ο αοίδιμος Αμφιλόχιος, εις πολλούς χρόνους ποιμάνας το ποίμνιον του Χριστού, και συντάξας λόγους ορθοδόξους και φθάσας εις βαθύ γήρας, ανεπαύθη εν ειρήνη. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις το Εκλόγιον. Συνέγραψε δε τούτον ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Και τι των καλών έσται». Σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

(1) Σημείωσαι, ότι ο μεν Θεοδώρητος, βιβλίω ε’, κεφ. ις’, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, λέγει, ότι ο θείος Αμφιλόχιος δεν εχαιρέτισε τον Αρκάδιον. Ο δε Σωζόμενος, βιβλίω ζ’, κεφ. ς’, της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, λέγει, ότι είπε ταύτα εις τον Αρκάδιον, ως εις νήπιον· «Χαίρε τέκνον, τω δακτύλω σαίνων». Προς τούτον τον μέγαν Αμφιλόχιον ερωτήσαντα απέστειλεν ο Μέγας Βασίλειος τα είκοσι επτά κεφάλαια τα περί του Αγίου Πνεύματος. Γράφει δε ο θείος Ιερώνυμος εν τω καταλόγω των Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, ότι ο Άγιος ούτος Αμφιλόχιος έφθασεν εις τόσην αγιότητα και παιδείαν εξωτερικήν και εσωτερικήν, ώστε οπού συγκρίνεται με τον Μέγαν Βασίλειον και Γρηγόριον τον Θεολόγον. Μαζί με τους οποίους επήγε και εις την ερημικήν διαγωγήν. Και φίλος ήτον με αυτούς. Δια δε τα βιβλία του Αγίου τούτου, γεμάτα όντα από γνώμας φιλοσοφικάς, είπε τα λόγια ταύτα ο ρηθείς Ιερώνυμος· «Ουκ οίδας τι πρώτον εν αυτοίς οφείλεις θαυμάσαι, την παιδείαν του αιώνος τούτου! ή την επιστήμην των θείων Γραφών!» (παρά τω α’ τόμω του Μελετίου, σελ. 418).

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Επισκόπου της Ακραγαντίνων Εκκλησίας.

Εξ Ακραγάντων προς Θεόν χωρείς Λόγον,
Τον άκρα γης κρίνοντα παμμάκαρ πάτερ.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού του δευτέρου, του και ρινοτμήτου καλουμένου, εν έτει χπε’ [685]. Εκατάγετο δε από την πόλιν Ακράγαντα, την ευρισκομένην εις την νήσον της Σικελίας, υιός ων γονέων ονομαζομένων Χαρίτωνος και Θεοδότης, ανθρώπων ευσεβών, στολισμένων με όλας τας αρετάς και ζώντων με αυτάρκη αγαθά. Όταν δε ο Άγιος ήτον οκτώ χρόνων, εδόθη υπό των γονέων εις το να μανθάνη τα ιερά γράμματα. Και τόσον σπουδαίος και άοκνος έγινεν εις αυτά, ώστε οπού εθαυμάζετο από όλους. Φθάσας δε εις τους δεκαοκτώ χρόνους, εσφραγίσθη κληρικός. Ήτοι έγινεν Αναγνώστης από τον Άγιον Ποταμίωνα, με το να ήτον επιτήδειος εις την ανάγνωσιν δια την καλοφωνίαν οπού είχε. Μίαν δε νύκτα εις καιρόν οπού εκοιμάτο ο Άγιος ούτος έμπροσθεν της κλίνης του Αρχιδιακόνου Δαμιανού, ακούει φωνήν θείου Αγγέλου, εκ τρίτου καλούσαν αυτόν, ως και τον Προφήτην Σαμουήλ, και λέγουσαν· «Γρηγόριε, εισηκούσθη η δέησίς σου. Λοιπόν, τάχυνον και πορεύθητι». Ο δε Άγιος χωρίς να αργοπορήση, ευγήκε και επήγεν εις την Καρθαγένην, το νυν καλούμενον Τούνεζι. Και ευρών εκεί τον μοναχόν Μάρκον τον πνευματοφόρον, όστις επέμφθη παρά Θεού εις αυτόν, έμεινε κοντά του τέσσαρας χρόνους. Και από εκεί επήγε μαζί με τον ίδιον Μάρκον εις την Αντιόχειαν, και μεγάλως εκεί εθαυμαστώθη. Είτα παρακινηθείς από μίαν θεϊκήν οπτασίαν οπού είδεν, επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα, και εκεί γίνεται Διάκονος από τον Επίσκοπον των Ιεροσολύμων Μακάριον. Έπειτα από εκεί επήγεν εις την Κωνσταντινούπολιν, και ενεφανίσθη εις τον τότε Πατριάρχην Γεώργιον (2). Επειδή δε τότε συνεκροτήθη εκεί Σύνοδος κατά Σεργίου και Πύρρου και Παύλου, των Μονοθελητών, επιάσθη με αυτούς ο θείος Γρηγόριος, και ικανώς ήλεγξε την αυτών φρενοβλάβειαν. Και τόσον πολλά εφημίσθη ο Άγιος, ώστε οπού η φήμη του έφθασεν έως και εις τα αυτία του βασιλέως. Από την Κωνσταντινούπολιν δε εγύρισεν εις την Ρώμην. Και εκεί χειροτονείται Επίσκοπος της πατρίδος του Ακραγάντων, μεγάλως διαλάμψας εν τη Εκκλησία εκείνη, και θαύματα τελέσας, και το της αρχιερωσύνης στολίσας αξίωμα. Όθεν ο Σεβίνος και Κρησκεντίνος και οι σύντροφοι αυτών, φθονήσαντες τον Άγιον, μυρίους πειρασμούς εσήκωσαν κατ’ επάνω του και εγκλήματα πλάσαντες κατ’ αυτού, εκατηγόρουν αυτόν εις τον Πάπαν της Ρώμης. Ο οποίος απατηθείς από τα ψευδή εκείνων λόγια, έκλεισε τον Άγιον εις την φυλακήν δύω ήμισυ χρόνους.

Έπειτα κατά προσταγήν βασιλικήν, ευγαίνει ο Άγιος από την φυλακήν δια να κριθή με τους κατηγόρους του. Τότε δε έγιναν τα παράδοξα εκείνα σημεία των ξύλων και των καρβούνων, δοξάζοντος του Θεού τον εδικόν του θεράποντα. Διότι τα πρόσωπα των μιαρών εκείνων και ανοσίων κατηγόρων του Αγίου, εσκεπάσθησαν με μαύρον σύνεφον, και κατεμαύρισαν. Ώστε οπού και έως της σήμερον φαίνονται κατά γενεάν τα πρόσωπα εκείνων σεσημειωμένα και μεμελανωμένα. Αλλά και η κόρη εκείνη, η οποία ηπατήθη από αυτούς, αφ’ ου αρκετά επαιδεύθη από ένα ολέθριον δαιμόνιον, εις όλον το ύστερον ιατρεύθη από τον Άγιον έμπροσθεν εις τον λαόν. Ο δε Άγιος εγύρισε πάλιν εις την πατρίδα και επαρχίαν του μεγαλοπρεπώς ποιών σημεία και θαύματα μεγαλίτερα από τα πρώτα. Ούτω λοιπόν ζήσας χρόνους πολλούς ο θείος Πατήρ, και εις βαθύτατον γήρας φθάσας, προς Κύριον εξεδήμησε. (Τον κατά πλάτος Βίον τούτου όρα εις το Εκλόγιον. Συνέγραψε δε τούτον ελληνιστί Συμεών ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Κάλλιστόν τι χρήμα η αρετή». Σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις. Εν δε τη Λαύρα σώζεται διήγησις εις τον Βίον τούτου και τα θαύματα, Λεοντίου Μοναχού και Πρεσβυτέρου της Μονής του Αγίου Σάββα της Ρωμαίων πόλεως, ου η αρχή· «Φοβερόν και ακατάληπτον θαύμα, και τη οικουμένη ωφέλιμον».)

(2) Ούτος φαίνεται, ότι είναι ο εορταζόμενος κατά την δεκάτην ογδόην του Αυγούστου μετά Ιωάννου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

*

Μνήμη του Οσίου και Ομολογητού Σισινίου.

Πολλάς υποστάς εν βίω πρώτον βίας,
Μετήλθε Σισίνιος εκ βίας βίου.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει τ’ [300], και ηγεμόνος Αλεξάνδρου, καταγόμενος από την πόλιν της Κυζίκου. Διαβαλθείς δε εις τον Αλέξανδρον ως Χριστιανός, εδέθη από άγρια άλογα, και αναγκάζεται να τρέχη. Έπειτα δέρνεται άσπλαγχνα, και εις την μύτην δέχεται ξύδι δριμύ. Και άλλα βάσανα υπομείνας, και θαύματα εκτελέσας, ερρίφθη εις την φυλακήν. Εν δε τη κατά του Αρείου Πρώτη Οικουμενική Συνόδω, τη εν έτει τκε’ [325] συναθροισθείση, παραστάς, απέπνιξε τον Άρειον με τα νεύρα των ορθών δογμάτων του, ομοούσιον ανακηρύξας τον Υιόν τω Πατρί. Και ούτω καλώς και θεοφιλώς πολιτευσάμενος, προς Κύριον εξεδήμησεν.

*

Ο Άγιος Επίσκοπος Ισχυρίων εν ειρήνη τελειούται.

Ζων Ισχυρίων ισχύς ην Εκκλησίας,
Ήνπερ νοητώς και θανών ενισχύει.

*

Ο Άγιος Έλενος Επίσκοπος Ταρσού, εν ειρήνη τελειούται.

Ταρσού πρόεδρος Έλενος θυηπόλος,
Ταρσοίς άνεισι ψυχικοίς έως πόλου.

*

Διήγησις οπτασίας Ιωάννου τινός, πάνυ ωφέλιμος.

Φοβού Κριτήν οφθέντα ψυχή κατ’ όναρ,
Φοβού δε μάλλον, ηνίκ’ έλθη καθ’ ύπαρ.

Ένας άνθρωπος εχρημάτησε, κατά τους χρόνους του βασιλέως Κωνσταντίνου του Μεγάλου, εν έτει τλ’ [330], ονομαζόμενος Ιωάννης, όστις ήτον εις τον βασιλέα γνωστός δια μέσου της τέχνης οπού εργάζετο. Ούτος λοιπόν επέρνα πρότερον την ζωήν του κακώς και ασέμνως, χωρίς να βάλη ποτέ εις τον νουν του ότι είναι κόλασις. Αλλά ο Θεός, οπού πάντα καλώς οικονομεί προς το συμφέρον ημών, αυτός φανείς και εις την οπτασίαν τούτου, εδιώρθωσε την πολιτείαν του. Ούτος γαρ μίαν φοράν βλέπει εις το όνειρόν του, ότι επρόσφερεν εις τον βασιλέα Κωνσταντίνον ένα έργον της τέχνης του. Και εκ τούτου θαρρών, ωμίλει με τον βασιλέα μετά παρρησίας και εσυνέχαιρεν.

Έπειτα βλέπει τον βασιλέα, οπού εξεγύμνωσεν ένα σπαθί. Και συμμαζώξας τα μαλλία του, εσπούδαζε να κόψη την κεφαλήν του χωρίς έλεος. Ο δε Ιωάννης έκλινε συνεχώς τον λαιμόν του, νομίζωντας ότι παίζει τάχα με τον βασιλέα. Εις καιρόν δε οπού τούτο εποίει, ακούει οπού ο βασιλεύς είπε με σοβαρότητα εις αυτόν. Όταν το σπαθί καταφάγη τας τρίχας σου, τότε ο τράχηλός σου θέλει γεμίσει από το αίμα σου. Εφάνη λοιπόν εις αυτόν, ότι εκόπη ο τράχηλός του, και όταν το σπαθί ήλθεν εις το στήθος, αγωνιών ο Ιωάννης και φοβούμενος, εζήτει να λάβη από κανένα βοήθειαν. Από δε τον φόβον και τον φρικτόν εκείνον αγώνα εξύπνησε και ελθών εις τον εαυτόν του, όλος εστέκετο έκθαμβος. Ποιήσας δε το σημείον του Σταυρού εις το σώμα του, ευχαριστώ σοι όνειρον, έλεγεν, ότι τον φοβερόν τούτον αγώνα, κατά φαντασίαν μόνον μοι έδειξας, πραγματικώς δε, ουκ είδον αυτόν και κατά αλήθειαν. Όθεν έμεινε πάλιν ο αυτός αμετανόητος και αδιόρθωτος.

Αφ’ ου δε επέρασε μερικός καιρός, πίπτει εις βαρείαν ασθένειαν, και επικαλείτο την εκ Θεού βοήθειαν. Τότε λοιπόν βλέπει πάλιν, όχι εις το όνειρόν του, αλλά εις έκστασιν γενόμενος, ότι επαραστέκετο εις ένα βήμα σεκρετικόν και δικαστικόν. Έβλεπε δε και ένα φοβερώτατον Βασιλέα καθεζόμενον εις θρόνον, και ενδεδυμένον βασιλικήν ομού και αρχιερατικήν στολήν. Από δε τα δεξιά και αριστερά του μέρη, εκάθοντο μερικοί άνδρες ιεροπρεπείς και σεβάσμιοι. Αυτός δε έβλεπε, πως εστέκετο κάτωθεν από εκείνους. Και προς μεν τα δεξιά του Βασιλέως, έβλεπε πως εστέκοντο ευνούχοι τινές νέοι και εύμορφοι, από δε τα αριστερά του, έβλεπεν, οπού εστέκετο ένας ταπεινότερος και καταδεκτικώτερος. Από δε το όπισθεν μέρος του Βασιλέως, έβλεπεν ένα λάκκον σκοτεινότατον ομού και βαθύτατον, ο οποίος και από μόνην την θεωρίαν του, επροξένει φόβον άρρητον και οδύνην μεγάλην. Εις καιρόν λοιπόν οπού αυτός εστέκετο με φόβον και τρόμον, λέγει προς αυτόν ο καθήμενος Βασιλεύς. Άράγε, ω νεανία, ηξεύρεις ποίος είμαι εγώ; Ο δε Ιωάννης απεκρίθη. Ηξεύρω, Δέσποτα, ότι συ είσαι ο σαρκωθείς Υιός του Θεού και Θεός, καθώς αι θείαι Γραφαί ημών περιέχουσι. Ο δε Βασιλεύς λέγει προς αυτόν. Και ανίσως εσύ από τας Γραφάς με γνωρίζης, γνωρίζης δε και τους μετ’ εμού συγκαθεζομένους, πώς αλησμόνησες τον φοβερισμόν εκείνον, οπού έκαμεν εις εσένα προ χρόνων ο βασιλεύς Κωνσταντίνος; ή δεν νοείς αυτό οπού σοι λέγω; Ο Ιωάννης, νοώ τούτο Δέσποτα, απεκρίθη. Και ακόμη τα λείψανα και απομεινάρια του φόβου εκείνου έχω εις την ψυχήν μου. Και αν, είπεν ο Βασιλεύς, τα εναπομεινάρια του φόβου εκείνου φέρης εις την ψυχήν σου, πώς επιμένεις εις τα κακά; Το λοιπόν μάθε δια της δοκιμής, ότι εγώ ήμην, οπού και πρότερον έφερον εις εσένα την φοβεράν εκείνην βάσανον, και όχι ο Κωνσταντίνος.

Και ταύτα ειπών, εφάνη, ότι με νεύμα μόνον επρόσταζεν ο Βασιλεύς τους παρεστώτας, να ρίψουν τον Ιωάννην εις τον όπισθεν φαινόμενον λάκκον. Καθώς λοιπόν άρχισαν οι ευνούχοι να σπρώχνουν χωρίς έλεος τον Ιωάννην εις τον λάκκον, ευθύς εκείνος επεκαλείτο την βοήθειαν της Θεοτόκου. Όθεν εφάνη εις αυτόν, ότι είδε την Θεοτόκον εκεί εις το μέσον. Και μετά ταύτα ήκουσε του Βασιλέως να λέγη. Αφήτε αυτόν να υπάγη δια την παρακάλεσιν της Μητρός μου. Έως εδώ είναι η οπτασία οπού είδεν ο Ιωάννης. Αυτός δε σύντρομος γενόμενος, και ελθών εις τον εαυτόν του, επήγεν εις ένα ευλαβή Μοναχόν και εδιηγήθη αυτήν. Ο δε Μοναχός είπεν αυτώ. Δος δόξαν τω Θεώ, αδελφέ, ότι ηξιώθης να λάβης τοιαύτην διδασκαλίαν. Και λοιπόν εξύπνησον, αγαπητέ, μήπως και συ πάθης τα όμοια εκείνου, περί του οποίου θέλω σοι διηγηθώ.

Μίαν παρομοίαν οπτασίαν ωσάν την εδικήν σου, είδεν ένας άνθρωπος. Ήγουν είδε τον πρώτον όντα εις τα βασιλικά σεκρέτα και δικαστήρια, Γεώργιον ονομαζόμενον, ο οποίος με βίαν φερόμενος δέσμιος δια να ριφθή μέσα εις ένα φοβερόν χάσμα, ήτον όλος φοβισμένος. Ένας δε από τους εκεί παρεστώτας, έχωντας παρρησίαν εις τον βασιλέα, εκράτησεν εκείνους οπού τον έφερον εις το χάσμα, και παρεκάλει να αφήσουν αυτόν, δίδωντας εγγύησιν εις αυτούς, ότι εις είκοσιν ημέρας έχει να διορθωθή. Αφ’ ου δε ο Γεώργιος ελευθερώθη με την τοιαύτην εγγύησιν και βοήθειαν, επήγεν εκείνος οπού είδε την οπτασίαν, και εκατάλαβε τι δηλοί, και εφανέρωσεν αυτήν εις τον Γεώργιον εκείνον, οπού ετραβίζετο εις το χάσμα. Φίλος γαρ ήτον εις αυτόν και γνωστός. Ο δε Γεώργιος ταύτα ακούσας, ελογίασεν αυτά ωσάν ένα ουδέν. Όθεν έμεινεν ο δυστυχής αδιόρθωτος. Αφ’ ου δε επέρασαν αι είκοσιν ημέραι, αρπάχθη φευ! από την ζωήν ταύτην, και επήγε δια να πληρώση το χρέος οπού υπεσχέθη. Ταύτα εν μέρει προσθήκης εδιηγήθη ο Μοναχός εκείνος προς τον Ιωάννην. Ο δε Ιωάννης ακούσας ταύτα, και έχωντας εις τον νουν του ακόμη ζωντανά εκείνα τα φοβερά οπού είδεν, εξωμολογήθη χωρίς εντροπήν όλα του τα αμαρτήματα. Και αλλάξας την ζωήν του εις το καλλίτερον, διεπέρασε χρόνους πολλούς θεαρέστως πολιτευόμενος. Και ούτως αποθανών, απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος ΑμφιλόχιοςΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΚΓ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀμφιλοχίου Ἐπισκόπου Ἰκονίου.

Σταλεὶς Ἀμφιλόχιε νεκρῶν ἀμφίοις,
Λόχους σκεδάζεις καὶ νεκρὸς νοουμένους.

Εἰκάδι ἐν τριτάτῃ θάνατος λάβεν Ἀμφιλόχιον.

Οὗτος ὁ Ἅγιος, ἀφ’ οὗ ἐπέρασε κάθε βαθμὸν ἐκκλησιαστικόν, καὶ ἔλαμψε μὲ ἄσκησιν καὶ θείαν γνῶσιν, ἐπροχειρίσθη Ἐπίσκοπος Ἰκονίου μὲ τὴν ψῆφον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κοινοῦ λαοῦ, κατὰ τοὺς χρόνους Οὐαλεντινιανοῦ καὶ Οὐάλεντος. Ἔφθασε δὲ καὶ ἕως εἰς τοὺς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ ἐν ἔτει τοδ΄ [374]. Διδάσκαλος λοιπὸν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως γενόμενος, γενναῖος ἀντιστάθη ὁ ἀοίδιμος κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου καὶ Μακεδονίου καὶ Εὐνομίου. Καὶ ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης, πολλοὺς διωγμοὺς καὶ θλίψεις ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς ὑπέμεινεν. Οὗτος ἔγινε καὶ συναγωνιστὴς τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα Πατέρων, τῶν ἐν τῇ Δευτέρᾳ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ συναθροισθέντων κατὰ Μακεδονίου τοῦ Πνευματομάχου, εἷς ἐξ αὐτῶν ὑπάρχων, ἐν ἔτει τπα΄ [381]. Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ Μέγας Θεοδόσιος παρέδωκε τὴν ἐξουσίαν τῶν δυτικῶν μερῶν τῆς Εὐρώπης εἰς τὸν νέον Οὐαλεντινιανόν, καὶ καταστρέψας τὸν τύραννον Μάξιμον, ἐπανεγύρισεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τότε ὁ μέγας οὗτος Ἀμφιλόχιος, εἰσελθὼν εἰς τὸν βασιλέα παρεκάλει αὐτὸν νὰ διώξῃ τοὺς Ἀρειανούς. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς παρῃτεῖτο ἀπὸ τοῦτο, τούτου χάριν εὑρῆκε μίαν μηχανὴν ὁ θαυμαστὸς οὗτος Πατήρ, διὰ μέσου τῆς ὁποίας ἐδυνήθη νὰ καταπείσῃ τὸν βασιλέα.

Πηγαίνωντας γὰρ εἰς τὰ βασίλεια, τὸν μὲν Θεοδόσιον ὡς βασιλέα, ἐχαιρέτισε, τὸν δὲ υἱόν του Ἀρκάδιον, τὸν τότε νεωστὶ χειροτονηθέντα βασιλέα, μὲ κατώτερον τρόπον ἐχαιρέτισεν (1). Ὅθεν ὁ Θεοδόσιος ὀργισθεὶς διὰ τοῦτο, ὠνόμαζεν ἐδικήν του ἀτιμίαν τὴν ἀτιμίαν τοῦ υἱοῦ του. Τότε ὁ Ἅγιος σοφώτατα φανερόνοι τὸ δρᾶμα καὶ λέγει. Βλέπεις ὦ βασιλεῦ, πῶς δὲν ὑποφέρεις τὴν ἀτιμίαν τοῦ υἱοῦ σου, ἀλλὰ ὀργίζεσαι; Πίστευε λοιπόν, ὅτι καὶ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, παρομοίως ἀποστρέφεται καὶ μισεῖ ἐκείνους, ὁποῦ βλασφημοῦν εἰς τὸν Υἱόν του, καὶ λέγουσιν, ὅτι αὐτὸς εἶναι κατώτερος τοῦ Πατρός. Τότε νοήσας τὸ πρᾶγμα ὁ βασιλεύς, ἔγραψε παρευθὺς νόμον νὰ διώκωνται οἱ αἱρετικοὶ μακρὰν ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους. Οὗτος λοιπὸν ὁ ἀοίδιμος Ἀμφιλόχιος, εἰς πολλοὺς χρόνους ποιμάνας τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ, καὶ συντάξας λόγους ὀρθοδόξους καὶ φθάσας εἰς βαθὺ γῆρας, ἀνεπαύθη ἐν εἰρήνῃ. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Ἐκλόγιον. Συνέγραψε δὲ τοῦτον ἑλληνιστὶ ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Καὶ τί τῶν καλῶν ἔσται». Σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις, καὶ πρὸ τούτων ἐν τῇ Λαύρᾳ.)

(1) Σημείωσαι, ὅτι ὁ μὲν Θεοδώρητος, βιβλίῳ ε΄, κεφ. ις΄, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, λέγει, ὅτι ὁ θεῖος Ἀμφιλόχιος δὲν ἐχαιρέτισε τὸν Ἀρκάδιον. Ὁ δὲ Σωζόμενος, βιβλίῳ ζ΄, κεφ. ς΄, τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, λέγει, ὅτι εἶπε ταῦτα εἰς τὸν Ἀρκάδιον, ὡς εἰς νήπιον· «Χαῖρε τέκνον, τῷ δακτύλῳ σαίνων». Πρὸς τοῦτον τὸν μέγαν Ἀμφιλόχιον ἐρωτήσαντα ἀπέστειλεν ὁ Μέγας Βασίλειος τὰ εἴκοσι ἑπτὰ κεφάλαια τὰ περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γράφει δὲ ὁ θεῖος Ἱερώνυμος ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, ὅτι ὁ Ἅγιος οὗτος Ἀμφιλόχιος ἔφθασεν εἰς τόσην ἁγιότητα καὶ παιδείαν ἐξωτερικὴν καὶ ἐσωτερικήν, ὥστε ὁποῦ συγκρίνεται μὲ τὸν Μέγαν Βασίλειον καὶ Γρηγόριον τὸν Θεολόγον. Μαζὶ μὲ τοὺς ὁποίους ἐπῆγε καὶ εἰς τὴν ἐρημικὴν διαγωγήν. Καὶ φίλος ἦτον μὲ αὐτούς. Διὰ δὲ τὰ βιβλία τοῦ Ἁγίου τούτου, γεμάτα ὄντα ἀπὸ γνώμας φιλοσοφικάς, εἶπε τὰ λόγια ταῦτα ὁ ῥηθεὶς Ἱερώνυμος· «Οὐκ οἶδας τί πρῶτον ἐν αὐτοῖς ὀφείλεις θαυμάσαι, τὴν παιδείαν τοῦ αἰῶνος τούτου! ἢ τὴν ἐπιστήμην τῶν θείων Γραφῶν!» (παρὰ τῷ α΄ τόμῳ τοῦ Μελετίου, σελ. 418).

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἐπισκόπου τῆς Ἀκραγαντίνων Ἐκκλησίας.

Ἐξ Ἀκραγάντων πρὸς Θεὸν χωρεῖς Λόγον,
Τὸν ἄκρα γῆς κρίνοντα παμμάκαρ πάτερ.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Ἰουστινιανοῦ τοῦ δευτέρου, τοῦ καὶ ῥινοτμήτου καλουμένου, ἐν ἔτει χπε΄ [685]. Ἐκατάγετο δὲ ἀπὸ τὴν πόλιν Ἀκράγαντα, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὴν νῆσον τῆς Σικελίας, υἱὸς ὢν γονέων ὀνομαζομένων Χαρίτωνος καὶ Θεοδότης, ἀνθρώπων εὐσεβῶν, στολισμένων μὲ ὅλας τὰς ἀρετὰς καὶ ζώντων μὲ αὐτάρκη ἀγαθά. Ὅταν δὲ ὁ Ἅγιος ἦτον ὀκτὼ χρόνων, ἐδόθη ὑπὸ τῶν γονέων εἰς τὸ νὰ μανθάνῃ τὰ ἱερὰ γράμματα. Καὶ τόσον σπουδαῖος καὶ ἄοκνος ἔγινεν εἰς αὐτά, ὥστε ὁποῦ ἐθαυμάζετο ἀπὸ ὅλους. Φθάσας δὲ εἰς τοὺς δεκαοκτὼ χρόνους, ἐσφραγίσθη κληρικός. Ἤτοι ἔγινεν Ἀναγνώστης ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ποταμίωνα, μὲ τὸ νὰ ἦτον ἐπιτήδειος εἰς τὴν ἀνάγνωσιν διὰ τὴν καλοφωνίαν ὁποῦ εἶχε. Μίαν δὲ νύκτα εἰς καιρὸν ὁποῦ ἐκοιμᾶτο ὁ Ἅγιος οὗτος ἔμπροσθεν τῆς κλίνης τοῦ Ἀρχιδιακόνου Δαμιανοῦ, ἀκούει φωνὴν θείου Ἀγγέλου, ἐκ τρίτου καλοῦσαν αὐτόν, ὡς καὶ τὸν Προφήτην Σαμουήλ, καὶ λέγουσαν· «Γρηγόριε, εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου. Λοιπόν, τάχυνον καὶ πορεύθητι». Ὁ δὲ Ἅγιος χωρὶς νὰ ἀργοπορήσῃ, εὐγῆκε καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Καρθαγένην, τὸ νῦν καλούμενον Τούνεζι. Καὶ εὑρὼν ἐκεῖ τὸν μοναχὸν Μάρκον τὸν πνευματοφόρον, ὅστις ἐπέμφθη παρὰ Θεοῦ εἰς αὐτόν, ἔμεινε κοντά του τέσσαρας χρόνους. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγε μαζὶ μὲ τὸν ἴδιον Μάρκον εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ μεγάλως ἐκεῖ ἐθαυμαστώθη. Εἶτα παρακινηθεὶς ἀπὸ μίαν θεϊκὴν ὀπτασίαν ὁποῦ εἶδεν, ἐπῆγεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ ἐκεῖ γίνεται Διάκονος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον τῶν Ἱεροσολύμων Μακάριον. Ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐνεφανίσθη εἰς τὸν τότε Πατριάρχην Γεώργιον (2). Ἐπειδὴ δὲ τότε συνεκροτήθη ἐκεῖ Σύνοδος κατὰ Σεργίου καὶ Πύρρου καὶ Παύλου, τῶν Μονοθελητῶν, ἐπιάσθη μὲ αὐτοὺς ὁ θεῖος Γρηγόριος, καὶ ἱκανῶς ἤλεγξε τὴν αὐτῶν φρενοβλάβειαν. Καὶ τόσον πολλὰ ἐφημίσθη ὁ Ἅγιος, ὥστε ὁποῦ ἡ φήμη του ἔφθασεν ἕως καὶ εἰς τὰ αὐτία τοῦ βασιλέως. Ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν δὲ ἐγύρισεν εἰς τὴν Ῥώμην. Καὶ ἐκεῖ χειροτονεῖται Ἐπίσκοπος τῆς πατρίδος του Ἀκραγάντων, μεγάλως διαλάμψας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκείνῃ, καὶ θαύματα τελέσας, καὶ τὸ τῆς ἀρχιερωσύνης στολίσας ἀξίωμα. Ὅθεν ὁ Σεβῖνος καὶ Κρησκεντῖνος καὶ οἱ σύντροφοι αὐτῶν, φθονήσαντες τὸν Ἅγιον, μυρίους πειρασμοὺς ἐσήκωσαν κατ’ ἐπάνω του καὶ ἐγκλήματα πλάσαντες κατ’ αὐτοῦ, ἐκατηγόρουν αὐτὸν εἰς τὸν Πάπαν τῆς Ῥώμης. Ὁ ὁποῖος ἀπατηθεὶς ἀπὸ τὰ ψευδῆ ἐκείνων λόγια, ἔκλεισε τὸν Ἅγιον εἰς τὴν φυλακὴν δύω ἥμισυ χρόνους.

Ἔπειτα κατὰ προσταγὴν βασιλικήν, εὐγαίνει ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν φυλακὴν διὰ νὰ κριθῇ μὲ τοὺς κατηγόρους του. Τότε δὲ ἔγιναν τὰ παράδοξα ἐκεῖνα σημεῖα τῶν ξύλων καὶ τῶν καρβούνων, δοξάζοντος τοῦ Θεοῦ τὸν ἐδικόν του θεράποντα. Διότι τὰ πρόσωπα τῶν μιαρῶν ἐκείνων καὶ ἀνοσίων κατηγόρων τοῦ Ἁγίου, ἐσκεπάσθησαν μὲ μαῦρον σύνεφον, καὶ κατεμαύρισαν. Ὥστε ὁποῦ καὶ ἕως τῆς σήμερον φαίνονται κατὰ γενεὰν τὰ πρόσωπα ἐκείνων σεσημειωμένα καὶ μεμελανωμένα. Ἀλλὰ καὶ ἡ κόρη ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠπατήθη ἀπὸ αὐτούς, ἀφ’ οὗ ἀρκετὰ ἐπαιδεύθη ἀπὸ ἕνα ὀλέθριον δαιμόνιον, εἰς ὅλον τὸ ὕστερον ἰατρεύθη ἀπὸ τὸν Ἅγιον ἔμπροσθεν εἰς τὸν λαόν. Ὁ δὲ Ἅγιος ἐγύρισε πάλιν εἰς τὴν πατρίδα καὶ ἐπαρχίαν του μεγαλοπρεπῶς ποιῶν σημεῖα καὶ θαύματα μεγαλίτερα ἀπὸ τὰ πρῶτα. Οὕτω λοιπὸν ζήσας χρόνους πολλοὺς ὁ θεῖος Πατήρ, καὶ εἰς βαθύτατον γῆρας φθάσας, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησε. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον τούτου ὅρα εἰς τὸ Ἐκλόγιον. Συνέγραψε δὲ τοῦτον ἑλληνιστὶ Συμεὼν ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Κάλλιστόν τι χρῆμα ἡ ἀρετή». Σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις. Ἐν δὲ τῇ Λαύρᾳ σῴζεται διήγησις εἰς τὸν Βίον τούτου καὶ τὰ θαύματα, Λεοντίου Μοναχοῦ καὶ Πρεσβυτέρου τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα τῆς Ῥωμαίων πόλεως, οὗ ἡ ἀρχή· «Φοβερὸν καὶ ἀκατάληπτον θαῦμα, καὶ τῇ οἰκουμένῃ ὠφέλιμον».)

(2) Οὗτος φαίνεται, ὅτι εἶναι ὁ ἑορταζόμενος κατὰ τὴν δεκάτην ὀγδόην τοῦ Αὐγούστου μετὰ Ἰωάννου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

*

Μνήμη τοῦ Ὁσίου καὶ Ὁμολογητοῦ Σισινίου.

Πολλὰς ὑποστὰς ἐν βίῳ πρῶτον βίας,
Μετῆλθε Σισίνιος ἐκ βίας βίου.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ ἐν ἔτει τ΄ [300], καὶ ἡγεμόνος Ἀλεξάνδρου, καταγόμενος ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Κυζίκου. Διαβαλθεὶς δὲ εἰς τὸν Ἀλέξανδρον ὡς Χριστιανός, ἐδέθη ἀπὸ ἄγρια ἄλογα, καὶ ἀναγκάζεται νὰ τρέχῃ. Ἔπειτα δέρνεται ἄσπλαγχνα, καὶ εἰς τὴν μύτην δέχεται ξύδι δριμύ. Καὶ ἄλλα βάσανα ὑπομείνας, καὶ θαύματα ἐκτελέσας, ἐρρίφθη εἰς τὴν φυλακήν. Ἐν δὲ τῇ κατὰ τοῦ Ἀρείου Πρώτῃ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ, τῇ ἐν ἔτει τκε΄ [325] συναθροισθείσῃ, παραστάς, ἀπέπνιξε τὸν Ἄρειον μὲ τὰ νεῦρα τῶν ὀρθῶν δογμάτων του, ὁμοούσιον ἀνακηρύξας τὸν Υἱὸν τῷ Πατρί. Καὶ οὕτω καλῶς καὶ θεοφιλῶς πολιτευσάμενος, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν.

*

Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος Ἰσχυρίων ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ζῶν Ἰσχυρίων ἰσχὺς ἦν Ἐκκλησίας,
Ἥνπερ νοητῶς καὶ θανὼν ἐνισχύει.

*

Ὁ Ἅγιος Ἕλενος Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ταρσοῦ πρόεδρος Ἕλενος θυηπόλος,
Ταρσοῖς ἄνεισι ψυχικοῖς ἕως πόλου.

*

Διήγησις ὀπτασίας Ἰωάννου τινός, πάνυ ὠφέλιμος.

Φοβοῦ Κριτὴν ὀφθέντα ψυχὴ κατ’ ὄναρ,
Φοβοῦ δὲ μᾶλλον, ἡνίκ’ ἔλθῃ καθ’ ὕπαρ.

Ἕνας ἄνθρωπος ἐχρημάτησε, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, ἐν ἔτει τλ΄ [330], ὀνομαζόμενος Ἰωάννης, ὅστις ἦτον εἰς τὸν βασιλέα γνωστὸς διὰ μέσου τῆς τέχνης ὁποῦ ἐργάζετο. Οὗτος λοιπὸν ἐπέρνα πρότερον τὴν ζωήν του κακῶς καὶ ἀσέμνως, χωρὶς νὰ βάλῃ ποτὲ εἰς τὸν νοῦν του ὅτι εἶναι κόλασις. Ἀλλὰ ὁ Θεός, ὁποῦ πάντα καλῶς οἰκονομεῖ πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν, αὐτὸς φανεὶς καὶ εἰς τὴν ὀπτασίαν τούτου, ἐδιώρθωσε τὴν πολιτείαν του. Οὗτος γὰρ μίαν φορὰν βλέπει εἰς τὸ ὄνειρόν του, ὅτι ἐπρόσφερεν εἰς τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ἕνα ἔργον τῆς τέχνης του. Καὶ ἐκ τούτου θαρρῶν, ὡμίλει μὲ τὸν βασιλέα μετὰ παρρησίας καὶ ἐσυνέχαιρεν.

Ἔπειτα βλέπει τὸν βασιλέα, ὁποῦ ἐξεγύμνωσεν ἕνα σπαθί. Καὶ συμμαζώξας τὰ μαλλία του, ἐσπούδαζε νὰ κόψῃ τὴν κεφαλήν του χωρὶς ἔλεος. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἔκλινε συνεχῶς τὸν λαιμόν του, νομίζωντας ὅτι παίζει τάχα μὲ τὸν βασιλέα. Εἰς καιρὸν δὲ ὁποῦ τοῦτο ἐποίει, ἀκούει ὁποῦ ὁ βασιλεὺς εἶπε μὲ σοβαρότητα εἰς αὐτόν. Ὅταν τὸ σπαθὶ καταφάγῃ τὰς τρίχας σου, τότε ὁ τράχηλός σου θέλει γεμίσει ἀπὸ τὸ αἷμά σου. Ἐφάνη λοιπὸν εἰς αὐτόν, ὅτι ἐκόπη ὁ τράχηλός του, καὶ ὅταν τὸ σπαθὶ ἦλθεν εἰς τὸ στῆθος, ἀγωνιῶν ὁ Ἰωάννης καὶ φοβούμενος, ἐζήτει νὰ λάβῃ ἀπὸ κᾀνένα βοήθειαν. Ἀπὸ δὲ τὸν φόβον καὶ τὸν φρικτὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα ἐξύπνησε καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὅλος ἐστέκετο ἔκθαμβος. Ποιήσας δὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τὸ σῶμά του, εὐχαριστῶ σοι ὄνειρον, ἔλεγεν, ὅτι τὸν φοβερὸν τοῦτον ἀγῶνα, κατὰ φαντασίαν μόνον μοὶ ἔδειξας, πραγματικῶς δέ, οὐκ εἶδον αὐτὸν καὶ κατὰ ἀλήθειαν. Ὅθεν ἔμεινε πάλιν ὁ αὐτὸς ἀμετανόητος καὶ ἀδιόρθωτος.

Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασε μερικὸς καιρός, πίπτει εἰς βαρεῖαν ἀσθένειαν, καὶ ἐπικαλεῖτο τὴν ἐκ Θεοῦ βοήθειαν. Τότε λοιπὸν βλέπει πάλιν, ὄχι εἰς τὸ ὄνειρόν του, ἀλλὰ εἰς ἔκστασιν γενόμενος, ὅτι ἐπαραστέκετο εἰς ἕνα βῆμα σεκρετικὸν καὶ δικαστικόν. Ἔβλεπε δὲ καὶ ἕνα φοβερώτατον Βασιλέα καθεζόμενον εἰς θρόνον, καὶ ἐνδεδυμένον βασιλικὴν ὁμοῦ καὶ ἀρχιερατικὴν στολήν. Ἀπὸ δὲ τὰ δεξιὰ καὶ ἀριστερά του μέρη, ἐκάθοντο μερικοὶ ἄνδρες ἱεροπρεπεῖς καὶ σεβάσμιοι. Αὐτὸς δὲ ἔβλεπε, πῶς ἐστέκετο κάτωθεν ἀπὸ ἐκείνους. Καὶ πρὸς μὲν τὰ δεξιὰ τοῦ Βασιλέως, ἔβλεπε πῶς ἐστέκοντο εὐνοῦχοί τινες νέοι καὶ εὔμορφοι, ἀπὸ δὲ τὰ ἀριστερά του, ἔβλεπεν, ὁποῦ ἐστέκετο ἕνας ταπεινότερος καὶ καταδεκτικώτερος. Ἀπὸ δὲ τὸ ὄπισθεν μέρος τοῦ Βασιλέως, ἔβλεπεν ἕνα λάκκον σκοτεινότατον ὁμοῦ καὶ βαθύτατον, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ μόνην τὴν θεωρίαν του, ἐπροξένει φόβον ἄρρητον καὶ ὀδύνην μεγάλην. Εἰς καιρὸν λοιπὸν ὁποῦ αὐτὸς ἐστέκετο μὲ φόβον καὶ τρόμον, λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ καθήμενος Βασιλεύς. Ἆράγε, ὦ νεανία, ἠξεύρεις ποῖος εἶμαι ἐγώ; Ὁ δὲ Ἰωάννης ἀπεκρίθη. Ἠξεύρω, Δέσποτα, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ σαρκωθεὶς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, καθὼς αἱ θεῖαι Γραφαὶ ἡμῶν περιέχουσι. Ὁ δὲ Βασιλεὺς λέγει πρὸς αὐτόν. Καὶ ἀνίσως ἐσὺ ἀπὸ τὰς Γραφὰς μὲ γνωρίζῃς, γνωρίζῃς δὲ καὶ τοὺς μετ’ ἐμοῦ συγκαθεζομένους, πῶς ἀλησμόνησες τὸν φοβερισμὸν ἐκεῖνον, ὁποῦ ἔκαμεν εἰς ἐσένα πρὸ χρόνων ὁ βασιλεὺς Κωνσταντῖνος; ἢ δὲν νοεῖς αὐτὸ ὁποῦ σοὶ λέγω; Ὁ Ἰωάννης, νοῶ τοῦτο Δέσποτα, ἀπεκρίθη. Καὶ ἀκόμη τὰ λείψανα καὶ ἀπομεινάρια τοῦ φόβου ἐκείνου ἔχω εἰς τὴν ψυχήν μου. Καὶ ἄν, εἶπεν ὁ Βασιλεύς, τὰ ἐναπομεινάρια τοῦ φόβου ἐκείνου φέρῃς εἰς τὴν ψυχήν σου, πῶς ἐπιμένεις εἰς τὰ κακά; Τὸ λοιπὸν μάθε διὰ τῆς δοκιμῆς, ὅτι ἐγὼ ἤμην, ὁποῦ καὶ πρότερον ἔφερον εἰς ἐσένα τὴν φοβερὰν ἐκείνην βάσανον, καὶ ὄχι ὁ Κωνσταντῖνος.

Καὶ ταῦτα εἰπών, ἐφάνη, ὅτι μὲ νεῦμα μόνον ἐπρόσταζεν ὁ Βασιλεὺς τοὺς παρεστῶτας, νὰ ῥίψουν τὸν Ἰωάννην εἰς τὸν ὄπισθεν φαινόμενον λάκκον. Καθὼς λοιπὸν ἄρχισαν οἱ εὐνοῦχοι νὰ σπρώχνουν χωρὶς ἔλεος τὸν Ἰωάννην εἰς τὸν λάκκον, εὐθὺς ἐκεῖνος ἐπεκαλεῖτο τὴν βοήθειαν τῆς Θεοτόκου. Ὅθεν ἐφάνη εἰς αὐτόν, ὅτι εἶδε τὴν Θεοτόκον ἐκεῖ εἰς τὸ μέσον. Καὶ μετὰ ταῦτα ἤκουσε τοῦ Βασιλέως νὰ λέγῃ. Ἀφῆτε αὐτὸν νὰ ὑπάγῃ διὰ τὴν παρακάλεσιν τῆς Μητρός μου. Ἕως ἐδῶ εἶναι ἡ ὀπτασία ὁποῦ εἶδεν ὁ Ἰωάννης. Αὐτὸς δὲ σύντρομος γενόμενος, καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἐπῆγεν εἰς ἕνα εὐλαβῆ Μοναχὸν καὶ ἐδιηγήθη αὐτήν. Ὁ δὲ Μοναχὸς εἶπεν αὐτῷ. Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ, ἀδελφέ, ὅτι ἠξιώθης νὰ λάβῃς τοιαύτην διδασκαλίαν. Καὶ λοιπὸν ἐξύπνησον, ἀγαπητέ, μήπως καὶ σὺ πάθῃς τὰ ὅμοια ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου θέλω σοι διηγηθῶ.

Μίαν παρομοίαν ὀπτασίαν ὡσὰν τὴν ἐδικήν σου, εἶδεν ἕνας ἄνθρωπος. Ἤγουν εἶδε τὸν πρῶτον ὄντα εἰς τὰ βασιλικὰ σεκρέτα καὶ δικαστήρια, Γεώργιον ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος μὲ βίαν φερόμενος δέσμιος διὰ νὰ ῥιφθῇ μέσα εἰς ἕνα φοβερὸν χάσμα, ἦτον ὅλος φοβισμένος. Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ παρεστῶτας, ἔχωντας παρρησίαν εἰς τὸν βασιλέα, ἐκράτησεν ἐκείνους ὁποῦ τὸν ἔφερον εἰς τὸ χάσμα, καὶ παρεκάλει νὰ ἀφήσουν αὐτόν, δίδωντας ἐγγύησιν εἰς αὐτούς, ὅτι εἰς εἴκοσιν ἡμέρας ἔχει νὰ διορθωθῇ. Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ Γεώργιος ἐλευθερώθη μὲ τὴν τοιαύτην ἐγγύησιν καὶ βοήθειαν, ἐπῆγεν ἐκεῖνος ὁποῦ εἶδε τὴν ὀπτασίαν, καὶ ἐκατάλαβε τί δηλοῖ, καὶ ἐφανέρωσεν αὐτὴν εἰς τὸν Γεώργιον ἐκεῖνον, ὁποῦ ἐτραβίζετο εἰς τὸ χάσμα. Φίλος γὰρ ἦτον εἰς αὐτὸν καὶ γνωστός. Ὁ δὲ Γεώργιος ταῦτα ἀκούσας, ἐλογίασεν αὐτὰ ὡσὰν ἕνα οὐδέν. Ὅθεν ἔμεινεν ὁ δυστυχὴς ἀδιόρθωτος. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασαν αἱ εἴκοσιν ἡμέραι, ἁρπάχθη φεῦ! ἀπὸ τὴν ζωὴν ταύτην, καὶ ἐπῆγε διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος ὁποῦ ὑπεσχέθη. Ταῦτα ἐν μέρει προσθήκης ἐδιηγήθη ὁ Μοναχὸς ἐκεῖνος πρὸς τὸν Ἰωάννην. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἀκούσας ταῦτα, καὶ ἔχωντας εἰς τὸν νοῦν του ἀκόμη ζωντανὰ ἐκεῖνα τὰ φοβερὰ ὁποῦ εἶδεν, ἐξωμολογήθη χωρὶς ἐντροπὴν ὅλα του τὰ ἁμαρτήματα. Καὶ ἀλλάξας τὴν ζωήν του εἰς τὸ καλλίτερον, διεπέρασε χρόνους πολλοὺς θεαρέστως πολιτευόμενος. Καὶ οὕτως ἀποθανών, ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονάς.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

 

Των Αγίων Αμφιλοχίου επισκόπου Ικονίου, Γρηγορίου επισκόπου της Ακραγαντίνων Εκκλησίας, Σισινίου κ.α.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.