Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου20 Αυγούστου

Των Αγίων Σαμουήλ του Προφήτου, Σεβήρου, Μέμνωνος Κεντυρίωνος, Φωτεινής, Λουκίου, Ηλιοδώρου, Δοσά

 Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

20-8 (1)Τω αυτώ μηνί Κ’, μνήμη του Αγίου ενδόξου Προφήτου Σαμουήλ.

Μύσας τελευτή και Σαμουήλ ο βλέπων,
Το ζων αεί φως και τελευτήσας βλέπει.

Βήδ’ ωρόων μέλλοντα Σαμουήλ εικάδι ένθεν.

Ούτος εκατάγετο από την Αρμαθαίμ Σιφά, εκ του βουνού του Εφραίμ, υιός Ελκανά και Άννης της Προφήτιδος. Ο δε Ελκανά είχε δύω γυναίκας, από τας οποίας η μεν μία, ωνομάζετο Άννα, η δε άλλη, Φενάνα. Και η μεν Φενάνα είχε παιδίον, η δε Άννα δεν είχεν. Ανέβη δε ο Ελκανά μαζί με την γυναίκα του Άνναν εις τον τόπον Σηλώμ, οπού ήτον τότε η Σκηνή και η Κιβωτός. Εκεί δε ήτον και ο ιερεύς Ηλεί, και οι δύω υιοί του, ο Οφνεί και ο Φινεές. Ο δε Κύριος απέκλεισε την μήτραν της Άννας, και δεν εγέννα παιδίον. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην ελυπούσεν αυτήν η αντίζηλός της Φενάνα. Η δε Άννα επροσευχήθη εις τον Θεόν μετά πόνου καρδίας, και δια τούτο ενθυμήθη αυτήν ο Θεός, και εγέννησεν υιόν τον μέγαν τούτον Προφήτην Σαμουήλ, (το οποίον ερμηνεύεται Θεαίτητος) αφιέρωσε δε αυτόν εις τον Θεόν η μητέρα του. Όθεν όταν αυξήνθη κατά την ηλικίαν, ελειτούργει εις τον Θεόν, και έγινε Προφήτης μεγάλος. Ο δε Ηλεί και οι υιοί του, εσυντρίφθησαν από την οργήν του Κυρίου και ηφανίσθησαν, διατί επαρώργιζον τον Θεόν. Έκρινε δε Σαμουήλ τον λαόν του Ισραήλ εις όλας τας ημέρας της ζωής του, και δώρα από κανένα δεν επήρεν. Ούτος έχρισε τον Σαούλ βασιλέα, ομοίως και τον Προφήτην Δαβίδ. Ελθών δε εις γήρας βαθύ, και πλήρης ημερών γενόμενος, απέθανεν. Επρόλαβε δε την σάρκωσιν του Χριστού χιλίους τριανταπέντε χρόνους, και επροφήτευσε χρόνους τεσσαράκοντα (1).

(1) Σημείωσαι, ότι ο Προφήτης ούτος Σαμουήλ συνέγραψε την πρώτην και δευτέραν των Βασιλειών. Όθεν και από τους Εβραίους τα δύω ταύτα βιβλία ως εν αριθμούμενα, Σαμουήλ ονομάζονται. Το δε κέρατον του Σαμουήλ, εν ω το έλαιον του χρίσματος, με το οποίον έχρισε τον βασιλέα Δαβίδ ευρίσκετο εν Κωνσταντινουπόλει, εις την Μονήν την καλουμένην Μυριοκέρατον, και όρα σελ. 1152 της Δωδεκαβίβλου.

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων τριανταεπτά Μαρτύρων, των εν Βιζύη της Θράκης μαρτυρησάντων.

Τρεις ενδέουσι προς το τους κεκαυμένους,
Χάριν Τριας σου τετράκις τελείν δέκα.

Από τους Αγίους Μάρτυρας τούτους, άλλοι μεν, ήτον από το Βυζάντιον· άλλοι δε, από την Φιλιππούπολιν. Πιασθέντες δε εις την Βιζύην της Θράκης από τον κατάρατον Απελλιανόν, όστις ήτον τότε ηγεμών, εβασανίσθησαν με διάφορα βάσανα, επειδή και ωμολόγουν παρρησία τον Χριστόν. Τελευταίον δε, ανάφθη ένα καμίνι από κάτω από την γην, και αφ’ ου πρώτον έκοψαν των Αγίων τα χέρια και τα ποδάρια, έρριψαν αυτούς μέσα εις την κάμινον, και έτζι παρέδωκαν τας ψυχάς των εις τον Θεόν, από τον οποίον έλαβον τους αφθάρτους στεφάνους του μαρτυρίου.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Σεβήρου και Μέμνωνος Κεντυρίωνος.

Εις τον Σεβήρον.

Ξίφει παθών Σεβήρος εύρεν αξίως,
Έπαθλα λαμπρά του δια ξίφους πάθους.

Εις τον Μέμνωνα.

Έχει το πυρ σε προς βραχύν Μέμνον χρόνον,
Μένει δε σε στέφανος εισαεί μένων.

Σεβήρος ο αήττητος του Χριστού αθλητής, ήτον από την Σίδην της Παμφυλίας, υιός ενός Θρακός, Πετρωνίου ονομαζομένου, μητρός δε, Μυγδονίας. Ούτος λοιπόν πηγαίνωντας εις την Φιλιππούπολιν, είδε τους ανωτέρω τριανταεπτά Αγίους Μάρτυρας, αγωνιζομένους δια τον Χριστόν. Όθεν παρρησία και αυτός ωμολόγησε τον Χριστόν. Δια τούτο εξεσχίσθη δυνατά, και δακτυλίδια σιδηρά πεπυρωμένα εδέχθη εις τα δάκτυλα των χειρών του. Είτα τανυσθείς επάνω εις τέσσαρα ξύλα, επριονίσθη, και ύστερον εζώσθη με μίαν σιδηράν ζώνην πεπυρωμένην, και έτζι απεκεφαλίσθη ο αοίδιμος, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. Ο δε Άγιος Μέμνων, ο και Κεντυρίων επονομαζόμενος, ετεντώθη πρότερον επάνω εις δύω κολόνας, και έτζι του εύγαλαν τρία λωρία από την κεφαλήν έως εις τα ποδάρια. Έπειτα έκοψαν τους πόδας του, και ούτως έρριψαν αυτόν εις καμίνι, και εκεί παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, από τον οποίον έλαβεν ο αοίδιμος τον αμαράντινον στέφανον της αθλήσεως.

*

Μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Φωτεινής, έξω της πόρτας των Βλαχερνών.

Ήδη βλέπεις φως άδυτον του Κυρίου,
Θανούσα Μάρτυς αγάπης αυτού χάριν.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λουκίου του Βουλευτού.

Βουλάς όλας παρήλθε τας Αχιτόφελ,
Βουλή μια Λουκιος αθλήσας ξίφει.

Ούτος ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού εν έτει σϞθ’ [299], καταγόμενος από την πόλιν Κυρήνην, την εν Λιβύα ευρισκομένην. Υπήρχε δε πρώτος της εν τη πόλει Βουλής, και υπερείχεν όλους τους συνομηλίκους του κατά το μέγεθος του σώματος. Ούτος λοιπόν πρότερον μεν ήτον προσκολλημένος εις την θρησκείαν και πλάνην των ειδώλων. Αφ’ ου δε ανδρείως ηγωνίσθη ο Άγιος Ιερομάρτυς Θεόδωρος, ο της ρηθείσης Κυρήνης Επίσκοπος, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον (2), τότε και ο Λούκιος ούτος κατανυχθείς από την χάριν του Χριστού, επίστευσεν εις τον Χριστόν, και έλαβε το Άγιον Βάπτισμα. Όθεν έπεισε και τον ηγεμόνα Διγνιανόν και επίστευσεν εις τον Χριστόν, τον οποίον πέρνωντας μαζί του, επήγεν εις την Κύπρον. Βλέπωντας δε, πως επιάνοντο εκεί οι Χριστιανοί και εθανατόνοντο, παρέδωκε τον εαυτόν του εις τους βασανιστάς, κρυφίως από τον Διγνιανόν. Επειδή δε κτυπήσας με το ποδάρι του, εκρήμνισε κάτω τον βωμόν, και εσκόρπισε τας θυσίας, οπού ήτον επάνω εις αυτόν, τούτου χάριν επρόσταξεν ο ηγεμών, και απεκεφάλισαν τον Άγιον, και έτζι ανέβη η ψυχή του νικηφόρος εις τα Ουράνια.

(2) Ούτος εορτάζεται κατά την τετάρτην του Ιουλίου.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ηλιοδώρου και Δοσά (ή Δοσαί) (3).

Ηλιόδωρος και Δοσάς, οι γεννάδαι,
Ήθλησαν άμφω ανδρικώς Χριστού χάριν.

Εις τον πεντηκοστόν τρίτον χρόνον της βασιλείας του, Σαβώριος ο βασιλεύς των Περσών, ευγήκε με πολλά στρατεύματα εις ένα κάστρον των Ρωμαίων, και άρχισε να κρημνίζη τας Εκκλησίας των Χριστιανών, να τζακίζη τας ιεράς και αγίας εικόνας, και να κατακαίη με την φωτίαν τα λείψανα των Αγίων. Τότε λοιπόν ο Άγιος ούτος Ηλιόδωρος, και ο Άγιος Δοσάς επαρρησιάσθησαν ενώπιον του βασιλέως, και ελέγξαντες την ασέβειάν του, ανεκήρυξαν την αληθή πίστιν του Χριστού, (ήτον δε τότε ο Άγιος Ηλιόδωρος χρόνων εννενηνταπέντε) όθεν υπέμειναν οι μακάριοι πολλάς και διαφόρους βασάνους, και τελευταίον, έκοψαν τας μύτας των, και έκαυσαν τας κεφαλάς των. Όθεν οι Άγιοι ευχαριστούντες τω Θεώ, παρέδωκαν τας ψυχάς των και ανήλθον στεφανηφόροι εις τα Ουράνια (4).

(3) Εν δε τω Συναξαριστή της του Διονυσίου Μονής Σοδάς ούτος γράφεται.

(4) Περιττώς δε γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις η εορτή του Αγίου Παύλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του νέου. Ούτος γαρ εορτάζεται κατά την τριακοστήν του παρόντος Αυγούστου, μετά Αλεξάνδρου και Ιωάννου των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

20-8 (1)Τῷ αὐτῷ μηνὶ Κ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Σαμουήλ.

Μύσας τελευτῇ καὶ Σαμουὴλ ὁ βλέπων,
Τὸ ζῶν ᾀεὶ φῶς καὶ τελευτήσας βλέπει.

Βῆδ’ ὡρόων μέλλοντα Σαμουὴλ εἰκάδι ἔνθεν.

Οὗτος ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν Ἀρμαθαὶμ Σιφᾶ, ἐκ τοῦ βουνοῦ τοῦ Ἐφραίμ, υἱὸς Ἐλκανὰ καὶ Ἄννης τῆς Προφήτιδος. Ὁ δὲ Ἐλκανὰ εἶχε δύω γυναῖκας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἡ μὲν μία, ὠνομάζετο Ἄννα, ἡ δὲ ἄλλη, Φενάνα. Καὶ ἡ μὲν Φενάνα εἶχε παιδίον, ἡ δὲ Ἄννα δὲν εἶχεν. Ἀνέβη δὲ ὁ Ἐλκανὰ μαζὶ μὲ τὴν γυναῖκά του Ἄνναν εἰς τὸν τόπον Σηλώμ, ὁποῦ ἦτον τότε ἡ Σκηνὴ καὶ ἡ Κιβωτός. Ἐκεῖ δὲ ἦτον καὶ ὁ ἱερεὺς Ἠλεί, καὶ οἱ δύω υἱοί του, ὁ Ὀφνεὶ καὶ ὁ Φινεές. Ὁ δὲ Κύριος ἀπέκλεισε τὴν μήτραν τῆς Ἄννας, καὶ δὲν ἐγέννα παιδίον. Ὅθεν διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην ἐλυποῦσεν αὐτὴν ἡ ἀντίζηλός της Φενάνα. Ἡ δὲ Ἄννα ἐπροσευχήθη εἰς τὸν Θεὸν μετὰ πόνου καρδίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐνθυμήθη αὐτὴν ὁ Θεός, καὶ ἐγέννησεν υἱὸν τὸν μέγαν τοῦτον Προφήτην Σαμουήλ, (τὸ ὁποῖον ἑρμηνεύεται Θεαίτητος) ἀφιέρωσε δὲ αὐτὸν εἰς τὸν Θεὸν ἡ μητέρα του. Ὅθεν ὅταν αὐξήνθη κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἐλειτούργει εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἔγινε Προφήτης μεγάλος. Ὁ δὲ Ἠλεὶ καὶ οἱ υἱοί του, ἐσυντρίφθησαν ἀπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ Κυρίου καὶ ἠφανίσθησαν, διατὶ ἐπαρώργιζον τὸν Θεόν. Ἔκρινε δὲ Σαμουὴλ τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραὴλ εἰς ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς του, καὶ δῶρα ἀπὸ κᾀνένα δὲν ἐπῆρεν. Οὗτος ἔχρισε τὸν Σαοὺλ βασιλέα, ὁμοίως καὶ τὸν Προφήτην Δαβίδ. Ἐλθὼν δὲ εἰς γῆρας βαθύ, καὶ πλήρης ἡμερῶν γενόμενος, ἀπέθανεν. Ἐπρόλαβε δὲ τὴν σάρκωσιν τοῦ Χριστοῦ χιλίους τριανταπέντε χρόνους, καὶ ἐπροφήτευσε χρόνους τεσσαράκοντα (1).

(1) Σημείωσαι, ὅτι ὁ Προφήτης οὗτος Σαμουὴλ συνέγραψε τὴν πρώτην καὶ δευτέραν τῶν Βασιλειῶν. Ὅθεν καὶ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους τὰ δύω ταῦτα βιβλία ὡς ἓν ἀριθμούμενα, Σαμουὴλ ὀνομάζονται. Τὸ δὲ κέρατον τοῦ Σαμουήλ, ἐν ᾧ τὸ ἔλαιον τοῦ χρίσματος, μὲ τὸ ὁποῖον ἔχρισε τὸν βασιλέα Δαβὶδ εὑρίσκετο ἐν Κωνσταντινουπόλει, εἰς τὴν Μονὴν τὴν καλουμένην Μυριοκέρατον, καὶ ὅρα σελ. 1152 τῆς Δωδεκαβίβλου.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων τριανταεπτὰ Μαρτύρων, τῶν ἐν Βιζύῃ τῆς Θρᾴκης μαρτυρησάντων.

Τρεῖς ἐνδέουσι πρὸς τὸ τοὺς κεκαυμένους,
Χάριν Τριὰς σοῦ τετράκις τελεῖν δέκα.

Ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Μάρτυρας τούτους, ἄλλοι μέν, ἦτον ἀπὸ τὸ Βυζάντιον· ἄλλοι δέ, ἀπὸ τὴν Φιλιππούπολιν. Πιασθέντες δὲ εἰς τὴν Βιζύην τῆς Θρᾴκης ἀπὸ τὸν κατάρατον Ἀπελλιανόν, ὅστις ἦτον τότε ἡγεμών, ἐβασανίσθησαν μὲ διάφορα βάσανα, ἐπειδὴ καὶ ὡμολόγουν παρρησίᾳ τὸν Χριστόν. Τελευταῖον δέ, ἀνάφθη ἕνα καμίνι ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὴν γῆν, καὶ ἀφ’ οὗ πρῶτον ἔκοψαν τῶν Ἁγίων τὰ χέρια καὶ τὰ ποδάρια, ἔρριψαν αὐτοὺς μέσα εἰς τὴν κάμινον, καὶ ἔτζι παρέδωκαν τὰς ψυχάς των εἰς τὸν Θεόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔλαβον τοὺς ἀφθάρτους στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.

*

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Σεβήρου καὶ Μέμνωνος Κεντυρίωνος.

Εἰς τὸν Σεβῆρον.

Ξίφει παθὼν Σεβῆρος εὗρεν ἀξίως,
Ἔπαθλα λαμπρὰ τοῦ διὰ ξίφους πάθους.

Εἰς τὸν Μέμνωνα.

Ἔχει τὸ πῦρ σε πρὸς βραχὺν Μέμνον χρόνον,
Μένει δέ σε στέφανος εἰσαεὶ μένων.

Σεβῆρος ὁ ἀήττητος τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής, ἦτον ἀπὸ τὴν Σίδην τῆς Παμφυλίας, υἱὸς ἑνὸς Θρᾳκός, Πετρωνίου ὀνομαζομένου, μητρὸς δέ, Μυγδονίας. Οὗτος λοιπὸν πηγαίνωντας εἰς τὴν Φιλιππούπολιν, εἶδε τοὺς ἀνωτέρω τριανταεπτὰ Ἁγίους Μάρτυρας, ἀγωνιζομένους διὰ τὸν Χριστόν. Ὅθεν παρρησίᾳ καὶ αὐτὸς ὡμολόγησε τὸν Χριστόν. Διὰ τοῦτο ἐξεσχίσθη δυνατά, καὶ δακτυλίδια σιδηρᾶ πεπυρωμένα ἐδέχθη εἰς τὰ δάκτυλα τῶν χειρῶν του. Εἶτα τανυσθεὶς ἐπάνω εἰς τέσσαρα ξύλα, ἐπριονίσθη, καὶ ὕστερον ἐζώσθη μὲ μίαν σιδηρᾶν ζώνην πεπυρωμένην, καὶ ἔτζι ἀπεκεφαλίσθη ὁ ἀοίδιμος, καὶ ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον. Ὁ δὲ Ἅγιος Μέμνων, ὁ καὶ Κεντυρίων ἐπονομαζόμενος, ἐτεντώθη πρότερον ἐπάνω εἰς δύω κολόνας, καὶ ἔτζι τοῦ εὔγαλαν τρία λωρία ἀπὸ τὴν κεφαλὴν ἕως εἰς τὰ ποδάρια. Ἔπειτα ἔκοψαν τοὺς πόδας του, καὶ οὕτως ἔρριψαν αὐτὸν εἰς καμίνι, καὶ ἐκεῖ παρέδωκε τὴν ἁγίαν του ψυχὴν εἰς χεῖρας Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ὁ ἀοίδιμος τὸν ἀμαράντινον στέφανον τῆς ἀθλήσεως.

*

Μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Φωτεινῆς, ἔξω τῆς πόρτας τῶν Βλαχερνῶν.

Ἤδη βλέπεις φῶς ἄδυτον τοῦ Κυρίου,
Θανοῦσα Μάρτυς ἀγάπης αὐτοῦ χάριν.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λουκίου τοῦ Βουλευτοῦ.

Βουλὰς ὅλας παρῆλθε τὰς Ἀχιτόφελ,
Βουλῇ μιᾷ Λουκιος ἀθλήσας ξίφει.

Οὗτος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Διοκλητιανοῦ ἐν ἔτει σϞθ΄ [299], καταγόμενος ἀπὸ τὴν πόλιν Κυρήνην, τὴν ἐν Λιβύᾳ εὑρισκομένην. Ὑπῆρχε δὲ πρῶτος τῆς ἐν τῇ πόλει Βουλῆς, καὶ ὑπερεῖχεν ὅλους τοὺς συνομηλίκους του κατὰ τὸ μέγεθος τοῦ σώματος. Οὗτος λοιπὸν πρότερον μὲν ἦτον προσκολλημένος εἰς τὴν θρῃσκείαν καὶ πλάνην τῶν εἰδώλων. Ἀφ’ οὗ δὲ ἀνδρείως ἠγωνίσθη ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Θεόδωρος, ὁ τῆς ῥηθείσης Κυρήνης Ἐπίσκοπος, καὶ ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον (2), τότε καὶ ὁ Λούκιος οὗτος κατανυχθεὶς ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ, ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστόν, καὶ ἔλαβε τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Ὅθεν ἔπεισε καὶ τὸν ἡγεμόνα Διγνιανὸν καὶ ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστόν, τὸν ὁποῖον πέρνωντας μαζί του, ἐπῆγεν εἰς τὴν Κύπρον. Βλέπωντας δέ, πῶς ἐπιάνοντο ἐκεῖ οἱ Χριστιανοὶ καὶ ἐθανατόνοντο, παρέδωκε τὸν ἑαυτόν του εἰς τοὺς βασανιστάς, κρυφίως ἀπὸ τὸν Διγνιανόν. Ἐπειδὴ δὲ κτυπήσας μὲ τὸ ποδάρι του, ἐκρήμνισε κάτω τὸν βωμόν, καὶ ἐσκόρπισε τὰς θυσίας, ὁποῦ ἦτον ἐπάνω εἰς αὐτόν, τούτου χάριν ἐπρόσταξεν ὁ ἡγεμών, καὶ ἀπεκεφάλισαν τὸν Ἅγιον, καὶ ἔτζι ἀνέβη ἡ ψυχή του νικηφόρος εἰς τὰ Οὐράνια.

(2) Οὗτος ἑορτάζεται κατὰ τὴν τετάρτην τοῦ Ἰουλίου.

*

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἡλιοδώρου καὶ Δοσᾶ (ἢ Δοσαῖ) (3).

Ἡλιόδωρος καὶ Δοσᾶς, οἱ γεννάδαι,
Ἤθλησαν ἄμφω ἀνδρικῶς Χριστοῦ χάριν.

Εἰς τὸν πεντηκοστὸν τρίτον χρόνον τῆς βασιλείας του, Σαβώριος ὁ βασιλεὺς τῶν Περσῶν, εὐγῆκε μὲ πολλὰ στρατεύματα εἰς ἕνα κάστρον τῶν Ῥωμαίων, καὶ ἄρχισε νὰ κρημνίζῃ τὰς Ἐκκλησίας τῶν Χριστιανῶν, νὰ τζακίζῃ τὰς ἱερὰς καὶ ἁγίας εἰκόνας, καὶ νὰ κατακαίῃ μὲ τὴν φωτίαν τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων. Τότε λοιπὸν ὁ Ἅγιος οὗτος Ἡλιόδωρος, καὶ ὁ Ἅγιος Δοσᾶς ἐπαρρησιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, καὶ ἐλέγξαντες τὴν ἀσέβειάν του, ἀνεκήρυξαν τὴν ἀληθῆ πίστιν τοῦ Χριστοῦ, (ἦτον δὲ τότε ὁ Ἅγιος Ἡλιόδωρος χρόνων ἐννενηνταπέντε) ὅθεν ὑπέμειναν οἱ μακάριοι πολλὰς καὶ διαφόρους βασάνους, καὶ τελευταῖον, ἔκοψαν τὰς μύτας των, καὶ ἔκαυσαν τὰς κεφαλάς των. Ὅθεν οἱ Ἅγιοι εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ, παρέδωκαν τὰς ψυχάς των καὶ ἀνῆλθον στεφανηφόροι εἰς τὰ Οὐράνια (4).

(3) Ἐν δὲ τῷ Συναξαριστῇ τῆς τοῦ Διονυσίου Μονῆς Σοδᾶς οὗτος γράφεται.

(4) Περιττῶς δὲ γράφεται ἐδῶ παρὰ τοῖς Μηναίοις ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ νέου. Οὗτος γὰρ ἑορτάζεται κατὰ τὴν τριακοστὴν τοῦ παρόντος Αὐγούστου, μετὰ Ἀλεξάνδρου καὶ Ἰωάννου τῶν Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Σαμουήλ του Προφήτου, Σεβήρου, Μέμνωνος Κεντυρίωνος, Φωτεινής, Λουκίου, Ηλιοδώρου, Δοσά

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.