Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου2 Μαΐου

Των Αγίων Αθανασίου του Μεγάλου, Εσπέρου, Ζωής, Κυριακού, Θεοδούλου, Ιορδάνου

 Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Μέγας ΑθανάσιοςΤω αυτώ μηνί Β’, μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του εν Αγίοις πατρός ημών Αθανασίου του Μεγάλου, Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας.

Αθανάσιε πού κομίζη; μη πάλιν
Και νεκρόν εξόριστον εκπέμπουσί σε;

Δευτερίη νέκυς Αθανασίου εξέδυ τύμβου.

Ούτος ο Μέγας πατήρ ημών Αθανάσιος αγγελικήν ζωήν επέρασεν εις την γην. Τους δε αγώνας, οπού εδοκίμασεν ο αξιομακάριστος δια την Ορθόδοξον πίστιν, και τους πολέμους και αντιστάσεις, οπού έκαμε κατά των αιρετικών, και τας συχνάς και αδίκους εξορίας, οπού υπέμεινεν, και τας συκοφαντίας και ματαίας κατηγορίας, οπού έλαβε παρά των κακοδόξων, ταύτα, λέγω, πάντα, διηγούνται μεν και άλλαι ιστορίαι, πλατύτερον όμως αναφέρει ο Θεολόγος Γρηγόριος. Όθεν ημείς, επειδή δεν δυνάμεθα να διηγηθώμεν εδώ όλα, όσα οι ιστορικοί αναφέρουσι περί αυτού, δια τούτο ως εν συντόμω θέλομεν ειπούμεν ολίγα τινά προς ενθύμησιν. Ο μέγας ούτος της αθανασίας επώνυμος Αθανάσιος, πατρίδα μεν, είχε την Αίγυπτον, ήτοι το Μισήρι. Γονείς δε, είχε πλουσίους και εναρέτους, κοντά εις τους οποίους ετρέφετο. Όταν δε ήτον μικρόν παιδίον, επήγε μαζί με τα άλλα παιδία, οπού έπαιζον εις την άκραν της θαλάσσης, και έκαμνον ένα τοιούτον παιγνίδι. Από τα παιδία εκείνα, άλλα μεν έγιναν Ιερείς, άλλα δε, Διάκονοι, τον δε Άγιον Αθανάσιον εχειροτόνησαν Αρχιερέα. Όθεν επροσφέρθησαν εις αυτόν μερικά παιδία, τα οποία ήτον ακόμη αβάπτιστα, ο δε Αθανάσιος εβάπτισεν αυτά με το νερόν της θαλάσσης. Τούτο δε ιδών κατά τύχην Αλέξανδρος ο της Αλεξανδρείας Αρχιεπίσκοπος, εθαύμασε μεν το πράγμα πολλά, προγνωρίσας δε δια του Αγίου Πνεύματος, ότι η χειροτονία αύτη του Αθανασίου, ήτον προμήνυμα των πραγμάτων και της χειροτονίας, οπού έμελλε να λάβη ύστερον, τούτου ένεκεν, τα μεν παιδία, δεν εβάπτισε δεύτερον (1), έχρισε δε μόνον αυτά με το άγιον Μύρον και τα ετελείωσε. Τον δε Αθανάσιον παρέδωκεν εις ένα διδάσκαλον παιδαγωγόν, δια να μανθάνη τα ιερά γράμματα. Όταν δε έφθασεν εις ηλικίαν ο Άγιος, τότε εχειροτόνησεν αυτόν Διάκονον ο Αλέξανδρος. Και όταν η αγία και Οικουμενική Πρώτη Σύνοδος εν Νικαία συνεκροτήθη, εν έτει τκε’ [325], επί της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τότε επήρεν αυτόν μαζί του εις Κωνσταντινούπολιν ο Αλέξανδρος, δια συνεργόν και βοηθόν του, και μαζί με αυτόν απεκήρυξε τους φρονούντας τα του Αρείου δυσσεβή και βλάσφημα φρονήματα. Δεν επέρασε πολύς καιρός, και απέθανεν ο Αλέξανδρος. Όθεν γίνεται Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας ο Μέγας ούτος Αθανάσιος, ένα χρόνον ύστερα από την Α’ Σύνοδον, ήτοι εν έτει τκς’ [326]. Οι δε σύντροφοι του Αρειανού Ευσεβίου, δεν υπόφερον με πραότητα τον προβιβασμόν του θείου Αθανασίου. Όθεν με τους δολερούς λόγους των, έπεισαν τον Μέγαν Κωνσταντίνον να διώξη από τον θρόνον του τον Αθανάσιον. Αφ’ ου δε εξώρισεν αυτόν εις την Φράντζαν ο Μέγας Κωνσταντίνος, ετελεύτησεν (2). Όθεν ο Αθανάσιος πηγαίνωντας εις την Ρώμην, συνωμίλησε με τον Κωνσταντίνον, τον πρώτον υιόν του Μεγάλου Κωνσταντίνου (3), και λαβών γράμματα από αυτόν, επήγεν εις την επαρχίαν του Αλεξάνδρειαν. Τούτο δε μαθών ο Ευσέβιος και οι ομόφρονές του, δεν εδύναντο να ησυχάσουν. Δια τούτο πλάσαντες και συρράψαντες κάθε είδος συκοφαντίας, πείθουσι τον Κωνστάντιον, τον δεύτερον υιόν του Μεγάλου Κωνσταντίνου, να συναθροίση σύνοδον εις την Τύρον, και εις αυτήν να κριθή ο Αθανάσιος. Πολλά δε ήτον τα εγκλήματα, οπού επρόβαλον κατ’ αυτού οι Αρειανοί, από τα οποία ένα μόνον να αναφέρω εδώ.

Επήραν οι Αρειανοί ένα χέρι ενός νεκρού, και ξηράναντες αυτό, το έβαλαν μέσα εις μίαν θήκην. Έπειτα επαράστησαν αυτό εις την Σύνοδον λέγοντες, ότι το χέρι αυτό είναι κάποιου Αρσενίου, τον οποίον, έλεγον, ότι εθανάτωσεν ο Αθανάσιος με τρόπον μαγικόν. Κατά δε θείαν Πρόνοιαν ήλθεν εις την Τύρον κατ’ εκείνας τας ημέρας ο Αρσένιος, εκρύπτετο γαρ αυτός από τους Αρειανούς, διατί εκείνοι εφοβούντο, μήπως η κατά του Αθανασίου συκοφαντία των φανερωθή. Μαθών δε ο Μέγας Αθανάσιος, ότι είναι εκεί ο παρά των Αρειανών θρυλλούμενος νεκρός Αρσένιος, αντάμωσεν αυτόν. Και όταν ήλθεν η ημέρα δια να παρασταθή και να κριθή ο Αθανάσιος εις την Σύνοδον, τότε επήρε μαζί του και τον Αρσένιον, σκεπασμένον με άλλα φορέματα. Κρινόμενος λοιπόν ο Αθανάσιος και κατηγορούμενος, ότι εφόνευσε τον Αρσένιον, ερώτησε τους παρόντας εις την σύνοδον, εάν ηξεύρη τινάς από αυτούς τον Αρσένιον. Όταν δε είπον πολλοί, ότι τον ηξεύρουν, τότε εξεσκέπασεν αυτόν έμπροσθεν της Συνόδου, και ερώτα αν αυτός ήναι ο Αρσένιος, οι δε απεκρίθησαν, ότι ναι αυτός είναι. Είτα έδειξε το δεξιόν του χέρι και το αριστερόν, και είπε. Ιδού το δεξιόν χέρι, ιδού και το αριστερόν, τα οποία δύω χέρια ελάβομεν παρά του Δημιουργού Θεού όλοι ημείς οι εκ του Αδάμ γεννηθέντες άνθρωποι. Όθεν ας μη ζητή τινάς τρίτον χέρι του Αρσενίου. Οι δε Αρειανοί εις τούτο εντροπιασθέντες πολλά, ευγήκαν από την Σύνοδον, και παροξύνουσι τον λαόν να κινηθή κατά του Αθανασίου. Δια τούτο ο μακάριος Αθανάσιος κρυφίως ευγαίνει από την πόλιν της Τύρου, και καταβαίνει μέσα εις ένα ξηροπήγαδον σκοτεινόν και άνυδρον, και εκεί εκρύφθη εξ χρόνους ολοκλήρους.

Έπειτα ευγαίνωντας από το ξηροπήγαδον, επήγεν εις την Δύσιν, της οποίας την εξουσίαν είχεν ο Κώνστας, ο τρίτος υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όθεν ανταμώσας τον βασιλέα, και τον τότε Πάπαν Ιούλιον τον πρώτον (4) εδιηγείτο δεινοπαθώς τα κατ’ αυτόν. Εκείνοι δε συστήσαντες τον Άγιον με γράμματα, απέστειλαν αυτόν εις την Αλεξάνδρειαν. Τούτο δε μαθών ο της Ανατολής βασιλεύς Κωνστάντιος, όστις απατηθείς, εφρόνει τα των Αρειανών, προστάζει ένα άρχοντα, Συριανόν ονόματι, να υπάγη εις την Αλεξάνδρειαν και να θανατώση μεν τον Άγιον, να αναβιβάση δε εις τον θρόνον της Αλεξανδρείας, κάποιον Γρηγόριον. Ο δε Αθανάσιος γλυτώσας από τας χείρας του Συριανού, πάλιν επήγεν εις Ρώμην προς τον Κώνσταντα. Όθεν ο Κώνστας γράφει φοβεριστικώς προς τον αδελφόν του Κωνστάντιον, ότι να αποκαταστήση εις τον θρόνον του τον Αθανάσιον. Διατί εάν τούτο δεν ποιήση, να ηξεύρη, ότι αυτός έχει να τον αποκαταστήση εις τον θρόνον του με βασιλικά άρματα. Ταύτα τα γράμματα λαβών ο Κωνστάντιος, εφοβήθη, όθεν απεκατέστησε και χωρίς να θέλη, τον Αθανάσιον εις την Αλεξάνδρειαν. Επειδή δε μετά ολίγον απέθανεν ο Κώνστας, και ο Κωνστάντιος εκηρύχθη αυτοκράτωρ, δια τούτο απέστειλεν ανθρώπους να πιάσουν τον Αθανάσιον. Το οποίον μαθών ο Άγιος προτίτερα, ευγήκε κρυφίως από το πατριαρχείον, και κατέφυγεν εις μίαν γυναίκα στολισμένην με παρθενίαν και με άλλας αρετάς (5), η οποία μανθάνουσα την αιτίαν της φυγής του, εδέχθη αυτόν με χαράν και τον υπηρέτει, και κάθε άλλην περιποίησιν έδειχνεν εις τον Άγιον, εις διάστημα χρόνων ολοκλήρων εξ. Όταν δε ο Κωνστάντιος ετελεύτησε, και έγινε βασιλεύς ο παραβάτης Ιουλιανός, τότε ευθύς ευγήκεν ο Άγιος από το σπήτι της παρθένου κατά το μεσονύκτιον, και ευρέθηκεν εις το μέσον της Εκκλησίας. Πόσον δε εχάρηκαν όλοι οι Αλεξανδρείς, όταν είδον τον Άγιον, και πόσον έτρεχον και ευχαρίστουν τον Θεόν, δεν είναι του παρόντος καιρού να το ειπώ.

Ο δε Ιουλιανός αυτοκράτωρ γενόμενος εν έτει τξα’ [361], όλα μεν τα άλλα ενόμισε δεύτερα, τούτο δε μόνον εστοχάσθη προηγούμενον κατόρθωμα, το να ευγάλη τον Άγιον από τον θρόνον του, προς τούτοις δε και το να ευγάλη αυτόν από την ζωήν ταύτην. Και λοιπόν έστειλεν ανθρώπους δια να τον θανατώσουν. Ο δε Άγιος φυγών, έμεινεν απίαστος, διότι ευγαίνωντας την νύκτα, και πηγαίνωντας εις τον ποταμόν Νείλον, ευρήκε καΐκι, και εμβαίνωντας εις αυτό, επήγεν εις την Θηβαΐδα. Επειδή δε έφθασαν κοντά οι κυνηγούντες αυτόν, αυτός απατήσας αυτούς, γυρίζει οπίσω, και καταβαίνει εις την Αλεξάνδρειαν, και εκεί εκρύπτετο έως οπού εζούσεν ο Ιουλιανός. Αφ’ ου δε και αυτός, κακώς ο κακός σφαγείς, ετελεύτησεν, έγινε βασιλεύς ο Ιοβιανός εν έτει τξγ’ [363], αλλά και ούτος, επειδή ογλίγωρα ετελεύτησεν (εβασίλευσε γαρ μόνον μήνας επτά, και ημέρας είκοσι δύω) έγινε βασιλεύς ο Ουαλεντινιανός, ο οποίος έκαμε συγκοινωνόν της βασιλείας και τον αδελφόν του Ουάλεντα, εν έτει τξδ’ [364]. Και ο μεν Ουαλεντινιανός, εβασίλευεν εις την Δύσιν, ο δε Ουάλης, εις την Ανατολήν. Ο οποίος Ουάλης, επειδή και έπιε χορταστικά από τα θολερά νάματα του Αρείου, όλους μεν τους υπερασπιστάς των ορθών δογμάτων με διαφόρους τιμωρίας επαίδευε. Τον δε Αθανάσιον μάλιστα, έβαλε θερμήν σπουδήν και προθυμίαν δια να τον πιάση. Μέλλωντας λοιπόν να πιασθή ο Άγιος, εμβήκε μέσα εις τάφον πατρικόν του, και έτζι εγλύτωσεν από τας χείρας των φονευτών. Επειδή δε ο Ουάλης ήκουσεν, ότι ο λαός των Αλεξανδρέων ωργίζετο κατ’ αυτού εξ αιτίας του Αθανασίου, δια τούτο και μη θέλωντας, αφήκε τον Αθανάσιον να έχη την προστασίαν της Αλεξανδρείας. Και έτζι λοιπόν ο μακάριος Αθανάσιος ύστερα από πολλά άθλα και εξορίας, και ύστερα από πολλούς διωγμούς, τους οποίους υπέμεινε σαρανταδύω ολοκλήρους χρόνους, εις γήρας καλόν ετελείωσε την ζωήν του και απήλθε προς Κύριον. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Νέον Θησαυρόν (6).)

(1) Τούτο αγκαλά και ούτως εποίησεν ο Αλέξανδρος, ως σπανιώτατον όμως, μάλλον δε ως άπαξ γενόμενον, ημείς δεν πρέπει να μιμούμεθα, επειδή κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον· «Ου νόμος Εκκλησίας το σπάνιον γίνεται, ουδέ το παρά κανόνας έλκεται εις υπόδειγμα κατά τους νομικούς». Η γαρ Εκκλησία του Χριστού πάντας τους υπό λαϊκών φθάσαντας βαπτισθήναι, πάλιν βαπτίζει υπό ιερωμένων. Και όρα τας υποσημειώσεις του μζ’ Αποστολικού Κανόνος, και του κδ’ του Νηστευτού εν τω ημετέρω Πηδαλίω.

(2) Δίκαιον εκρίναμεν να σημειώσωμεν εδώ την απολογίαν, οπού ποιεί ο Κύρου Θεοδώρητος υπέρ του Μεγάλου και Αγίου βασιλέως Κωνσταντίνου, ίνα μη σκανδαλίζωνταί τινες κατ’ αυτού, ακούοντες ότι εξώρισε τον Μέγαν Αθανάσιον τούτον, και τον Αντιοχείας Ευστάθιον, άνδρας αγίους και θαυμαστούς. Έχει δε η απολογία του Θεοδωρήτου επί λέξεως ταύτα· «Θαυμαζέτω δε μηδείς, ει τηλικούτους άνδρας εξαπατηθείς, εξωστράκισεν (ο Μέγας Κωνσταντίνος δηλαδή). Αρχιερεύσι γαρ, κρύπτουσι μεν την αλήθειαν, την δε άλλην έχουσι περιφάνειαν, εξαπατώσιν επίστευσεν. Ίσασι δε οι τα θεία πεπαιδευμένοι, ως αληθώς εξηπατήθη Δαβίδ ο Προφήτης. Εξηπάτησε δε αυτόν ουκ Αρχιερεύς, αλλ’ οικέτης οικότριψ και μαστιγίας. Τον Σιβά λέγω, τον κατά του Μεμφιβοσθέ τα ψευδή τον βασιλέα διδάξαντα, και το εκείνου χωρίον σφετερισάμενον. Και ταύτα λέγω, ου του Προφήτου κατηγορών, αλλ’ υπέρ τούδε του βασιλέως την απολογίαν προσφέρων, και της ανθρωπίνης φύσεως επιδεικνύς την ασθένειαν, και διδάσκων, ως ου χρη μόνοις τοις κατηγορούσι πιστεύειν, καν άγαν ώσιν αξιόχρεοι. Αλλά θατέραν των ακοών τω κατηγορουμένω φυλάττειν» (Εκκλ. Ιστορ., βιβλ. α’, κεφ. λγ’.)

(3) Μετά τον θάνατον του Μεγάλου Κωνσταντίνου εν έτει τλζ’ [337], διεμοίρασαν την βασιλείαν του οι τρεις του υιοί. Και ο μεν Κωνσταντίνος ο πρώτος υιός, έλαβε την Ισπανίαν, Γαλλίαν, και Βρετανίαν, ήτοι Εγγλιτέραν. Ο δε Κωνστάντιος ο δεύτερος υιός, έλαβε την Ανατολήν. Ο δε Κώνστας ο τρίτος υιός, έλαβε την τούτων μέσην, την Ιταλίαν δηλαδή, την Αφρικήν, τας νήσους, και την Σλαβονίαν. Τα δε γράμματα, οπού έστειλεν ο Κωνσταντίνος εις τους Αλεξανδρείς υπέρ του Αθανασίου, ευρίσκονται εις τον Σωκράτην, και Θεοδώρητον, και Σωζόμενον.

(4) Εσφαλμένως δε ούτος γράφεται εν τοις Μηναίοις Ιουλιανός.

(5) Τινές λέγουν, ότι η παρθένος αύτη ήτον η Αγία Συγκλητική, της οποίας τον Βίον συνέγραψεν ο ίδιος Μέγας Αθανάσιος, και όρα τούτον εις το Νέον Εκλόγιον. Εορτάζεται δε αύτη κατά την πέμπτην του Ιαννουαρίου.

(6) Την μεν ζωήν του ετελείωσεν ο Άγιος Αθανάσιος εν έτει 371 ή 373. Εις δε την επισκοπήν εποίησε χρόνους σαρανταέξ, ουχί σαρανταδύω, κατά τον Μελέτιον και κατά τον Σωκράτη (βιβλ. δ’, κεφ. 2). Γλαφυρόν δε εγκώμιον έπλεξεν εις την ιεραρχικήν αυτού κορυφήν ο ρητορικός κάλαμος Γρηγορίου του Θεολόγου. Ανεπλήρωσε δε και η εμή αναξιότης την Ακολουθίαν της ανακομιδής του λειψάνου του Αγίου τούτου, και τον του Ιωάννου Ευχαΐτων Κανόνα, ον προς τον θείον Χρυσόστομον εφιλοπόνησεν, εγώ μετεκέντρισα εις τον Μέγαν τούτον Αθανάσιον.

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Εσπέρου και Ζωής, και των τέκνων αυτών, Κυριακού και Θεοδούλου.

Εις τον Έσπερον και Ζωήν.

Ζωής στερεί πυρ Έσπερον Ζωήν άμα,
Ζωήν ποθούντας την ανέσπερον μόνην.

Εις τον Κυριακόν και Θεόδουλον.

Ζέοντας άρτους συγγόνους δέχου δύω,
Άρτι κλιβάνου Σώτερ εκβεβλημένους.

Ούτοι οι Άγιοι Έσπερος και Ζωή, ήτον κατά τους χρόνους Αδριανού του βασιλέως, εν έτει ρκε’ [125]. Και αγκαλά ήτον δούλοι κατά τα σώματα Κατάλλου τινός και Τετραδίας της γυναικός του, οι οποίοι μετοικισμένοι όντες από την Ρώμην, αγόρασαν αυτούς δούλους από την Παμφυλίαν, αγκαλά λέγω και οι Άγιοι ούτοι ήτον δούλοι κατά τα σώματα, κατά τας ψυχάς όμως, ήτον ελεύθεροι. Δια τούτο δεν υπέφερον να είναι δούλοι πολύν καιρόν εις αυθέντας ασεβείς και ειδωλολάτρας, και αντί να προσκυνούν τον Ποιητήν και πάντων Δημιουργόν, να προσκυνούν άψυχα είδωλα. Όθεν μίαν φοράν ο Κυριακός και ο Θεόδουλος, οι δύω υιοί των Αγίων τούτων, ενθύμισαν αυτούς και τους εσυμβούλευσαν, ότι δεν πρέπει να συγκατοικούν εις το εξής με τους ασεβείς, αλλά να χωρισθούν από αυτούς, ίνα μη με αυτούς και συναπολεσθούν. Η δε μήτηρ αυτών είπεν, τι να κάμωμεν, ω τέκνα, οπού είναι αυθένται μας; Οι υιοί τη απεκρίθησαν, ημείς, ω γονείς, ελευθερώθημεν με το αίμα του Ιησού Χριστού, και δούλοι ανθρώπων δεν είμεθα. Τότε και η μήτηρ εσυμφώνησεν εις τα λόγια των τέκνων της.

Όθεν δυναμωθέντες ένας από τον άλλον, επήγαν εις τον αυθέντην τους Κάταλλον, και τον μεν Κύριον Ιησούν Χριστόν ωμολόγησαν, ότι είναι αυθέντης των ψυχών τους, τον δε Κάταλλον ωμολόγησαν, ότι κατά τύχην τινά έχει μόνην την εξουσίαν των σωμάτων τους. Προτιμοτέρα δε είναι η εξουσία των ψυχών τους, την οποίαν έχει ο Δεσπότης Χριστός, πάρεξ η εξουσία των σωμάτων τους, την οποίαν έχει αυτός, επειδή, «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον, ή ανθρώποις», ως είπον οι θείοι Απόστολοι (Πραξ. ε’, 29). Ο Κάταλλος λοιπόν εξεπλάγη, ακούωντας ταύτα. Και κατά μεν το παρόν, εστάλθησαν οι υιοί της προς τον πατέρα των Έσπερον, ευρισκόμενον εις τόπον λεγόμενον Τριτώνιον. Ύστερον δε, κάμνωντας ο Κάταλλος εορτήν δια τα γενέθλια ενός υιού, οπού εγέννησεν, απεφάσισε να στείλη εις αυτούς κρασί και κρέατα από εκείνα, οπού είχεν ετοιμασμένα δια τα ανόσια γενέθλια του υιού του, με σκοπόν δια να δοκιμάση, εάν φάγουν από τα ειδωλόθυτα. Ο δε Κυριακός και Θεόδουλος συμβουλευθέντες με την μητέρα των, αντί να φάγουν αυτά, τα έρριψαν εις τους σκύλους και τα έφαγον.

Τούτο δε μαθών ο Κάταλλος, πρώτον μεν, επρόσταξε να κρεμασθούν τα παιδία και να ξεσχίζωνται με σιδηρά ονύχια. Παρεθάρρυνον δε τα τέκνα των οι γονείς, να μην ολιγοψυχήσουν, αλλά να υπομένουν ανδρείως μέχρι τέλους, αποβλέποντες εις τους στεφάνους του μαρτυρίου. Έπειτα δε, επρόσταξεν ο αυτός Κάταλλος να κατεβάσουν αυτούς και να τους δέρνουν δυνατά ομού με την μητέρα των. Μετά ταύτα επρόσταξε να καή ένας φούρνος, και μέσα εις αυτόν να βαλθούν τα τέκνα, ομού και ο πατήρ και η μήτηρ των. Όθεν τούτου γενομένου, παρέδωκαν οι Άγιοι τας ψυχάς των εις τον Κύριον, και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους αφθάρτους στεφάνους του μαρτυρίου. Τω πρωί δε, ακούοντο φωναί, ωσάν να έψαλλόν τινες. Ανοίξαντες δε τον φούρνον, δεν ευρήκαν κανένα άλλον, πάρεξ μόνους τους Αγίους σώους και αβλαβείς από την φωτίαν, οίτινες ήτον σχηματισμένοι ωσάν να εκοιμώντο, και γυρισμένοι κατά ανατολάς. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εν τω αγιωτάτω αυτών Ναώ, τω ευρισκομένω εις τόπον καλούμενον Δεύτερον.

*

Ο Όσιος Ιορδάνης ο Θαυματουργός εν ειρήνη τελειούται.

Καν εις μυχόν γης ερρύης Ιορδάνη,
Εκχείς εκείθεν θαυμάτων Ιορδάνην.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Μέγας ΑθανάσιοςΤῷ αὐτῷ μηνὶ Β΄, μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας.

Ἀθανάσιε ποῦ κομίζῃ; μὴ πάλιν
Καὶ νεκρὸν ἐξόριστον ἐκπέμπουσί σε;

Δευτερίῃ νέκυς Ἀθανασίου ἐξέδυ τύμβου.

Οὗτος ὁ Μέγας πατὴρ ἡμῶν Ἀθανάσιος ἀγγελικὴν ζωὴν ἐπέρασεν εἰς τὴν γῆν. Τοὺς δὲ ἀγῶνας, ὁποῦ ἐδοκίμασεν ὁ ἀξιομακάριστος διὰ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, καὶ τοὺς πολέμους καὶ ἀντιστάσεις, ὁποῦ ἔκαμε κατὰ τῶν αἱρετικῶν, καὶ τὰς συχνὰς καὶ ἀδίκους ἐξορίας, ὁποῦ ὑπέμεινεν, καὶ τὰς συκοφαντίας καὶ ματαίας κατηγορίας, ὁποῦ ἔλαβε παρὰ τῶν κακοδόξων, ταῦτα, λέγω, πᾶντα, διηγοῦνται μὲν καὶ ἄλλαι ἱστορίαι, πλατύτερον ὅμως ἀναφέρει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. Ὅθεν ἡμεῖς, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ διηγηθῶμεν ἐδῶ ὅλα, ὅσα οἱ ἱστορικοὶ ἀναφέρουσι περὶ αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ὡς ἐν συντόμῳ θέλομεν εἰποῦμεν ὀλίγα τινὰ πρὸς ἐνθύμησιν. Ὁ μέγας οὗτος τῆς ἀθανασίας ἐπώνυμος Ἀθανάσιος, πατρίδα μέν, εἶχε τὴν Αἴγυπτον, ἤτοι τὸ Μισῆρι. Γονεῖς δέ, εἶχε πλουσίους καὶ ἐναρέτους, κοντὰ εἰς τοὺς ὁποίους ἐτρέφετο. Ὅταν δὲ ἦτον μικρὸν παιδίον, ἐπῆγε μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα παιδία, ὁποῦ ἔπαιζον εἰς τὴν ἄκραν τῆς θαλάσσης, καὶ ἔκαμνον ἕνα τοιοῦτον παιγνίδι. Ἀπὸ τὰ παιδία ἐκεῖνα, ἄλλα μὲν ἔγιναν Ἱερεῖς, ἄλλα δέ, Διάκονοι, τὸν δὲ Ἅγιον Ἀθανάσιον ἐχειροτόνησαν Ἀρχιερέα. Ὅθεν ἐπροσφέρθησαν εἰς αὐτὸν μερικὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ἦτον ἀκόμη ἀβάπτιστα, ὁ δὲ Ἀθανάσιος ἐβάπτισεν αὐτὰ μὲ τὸ νερὸν τῆς θαλάσσης. Τοῦτο δὲ ἰδὼν κατὰ τύχην Ἀλέξανδρος ὁ τῆς Ἀλεξανδρείας Ἀρχιεπίσκοπος, ἐθαύμασε μὲν τὸ πρᾶγμα πολλά, προγνωρίσας δὲ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι ἡ χειροτονία αὕτη τοῦ Ἀθανασίου, ἦτον προμήνυμα τῶν πραγμάτων καὶ τῆς χειροτονίας, ὁποῦ ἔμελλε νὰ λάβῃ ὕστερον, τούτου ἕνεκεν, τὰ μὲν παιδία, δὲν ἐβάπτισε δεύτερον (1), ἔχρισε δὲ μόνον αὐτὰ μὲ τὸ ἅγιον Μῦρον καὶ τὰ ἐτελείωσε. Τὸν δὲ Ἀθανάσιον παρέδωκεν εἰς ἕνα διδάσκαλον παιδαγωγόν, διὰ νὰ μανθάνῃ τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν ὁ Ἅγιος, τότε ἐχειροτόνησεν αὐτὸν Διάκονον ὁ Ἀλέξανδρος. Καὶ ὅταν ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Πρώτη Σύνοδος ἐν Νικαίᾳ συνεκροτήθη, ἐν ἔτει τκε΄ [325], ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τότε ἐπῆρεν αὐτὸν μαζί του εἰς Κωνσταντινούπολιν ὁ Ἀλέξανδρος, διὰ συνεργὸν καὶ βοηθόν του, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ἀπεκήρυξε τοὺς φρονοῦντας τὰ τοῦ Ἀρείου δυσσεβῆ καὶ βλάσφημα φρονήματα. Δὲν ἐπέρασε πολὺς καιρός, καὶ ἀπέθανεν ὁ Ἀλέξανδρος. Ὅθεν γίνεται Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ὁ Μέγας οὗτος Ἀθανάσιος, ἕνα χρόνον ὕστερα ἀπὸ τὴν Α΄ Σύνοδον, ἤτοι ἐν ἔτει τκς΄ [326]. Οἱ δὲ σύντροφοι τοῦ Ἀρειανοῦ Εὐσεβίου, δὲν ὑπόφερον μὲ πρᾳότητα τὸν προβιβασμὸν τοῦ θείου Ἀθανασίου. Ὅθεν μὲ τοὺς δολεροὺς λόγους των, ἔπεισαν τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον νὰ διώξῃ ἀπὸ τὸν θρόνον του τὸν Ἀθανάσιον. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐξώρισεν αὐτὸν εἰς τὴν Φράντζαν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἐτελεύτησεν (2). Ὅθεν ὁ Ἀθανάσιος πηγαίνωντας εἰς τὴν Ῥώμην, συνωμίλησε μὲ τὸν Κωνσταντῖνον, τὸν πρῶτον υἱὸν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (3), καὶ λαβὼν γράμματα ἀπὸ αὐτόν, ἐπῆγεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του Ἀλεξάνδρειαν. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ Εὐσέβιος καὶ οἱ ὁμόφρονές του, δὲν ἐδύναντο νὰ ἡσυχάσουν. Διὰ τοῦτο πλάσαντες καὶ συρράψαντες κάθε εἶδος συκοφαντίας, πείθουσι τὸν Κωνστάντιον, τὸν δεύτερον υἱὸν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, νὰ συναθροίσῃ σύνοδον εἰς τὴν Τύρον, καὶ εἰς αὐτὴν νὰ κριθῇ ὁ Ἀθανάσιος. Πολλὰ δὲ ἦτον τὰ ἐγκλήματα, ὁποῦ ἐπρόβαλον κατ’ αὐτοῦ οἱ Ἀρειανοί, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἕνα μόνον νὰ ἀναφέρω ἐδῶ.

Ἐπῆραν οἱ Ἀρειανοὶ ἕνα χέρι ἑνὸς νεκροῦ, καὶ ξηράναντες αὐτό, τὸ ἔβαλαν μέσα εἰς μίαν θήκην. Ἔπειτα ἐπαράστησαν αὐτὸ εἰς τὴν Σύνοδον λέγοντες, ὅτι τὸ χέρι αὐτὸ εἶναι κᾄποιου Ἀρσενίου, τὸν ὁποῖον, ἔλεγον, ὅτι ἐθανάτωσεν ὁ Ἀθανάσιος μὲ τρόπον μαγικόν. Κατὰ δὲ θείαν Πρόνοιαν ἦλθεν εἰς τὴν Τύρον κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ὁ Ἀρσένιος, ἐκρύπτετο γὰρ αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀρειανούς, διατὶ ἐκεῖνοι ἐφοβοῦντο, μήπως ἡ κατὰ τοῦ Ἀθανασίου συκοφαντία των φανερωθῇ. Μαθὼν δὲ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὅτι εἶναι ἐκεῖ ὁ παρὰ τῶν Ἀρειανῶν θρυλλούμενος νεκρὸς Ἀρσένιος, ἀντάμωσεν αὐτόν. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ἡμέρα διὰ νὰ παρασταθῇ καὶ νὰ κριθῇ ὁ Ἀθανάσιος εἰς τὴν Σύνοδον, τότε ἐπῆρε μαζί του καὶ τὸν Ἀρσένιον, σκεπασμένον μὲ ἄλλα φορέματα. Κρινόμενος λοιπὸν ὁ Ἀθανάσιος καὶ κατηγορούμενος, ὅτι ἐφόνευσε τὸν Ἀρσένιον, ἐρώτησε τοὺς παρόντας εἰς τὴν σύνοδον, ἐὰν ἠξεύρῃ τινὰς ἀπὸ αὐτοὺς τὸν Ἀρσένιον. Ὅταν δὲ εἶπον πολλοί, ὅτι τὸν ἠξεύρουν, τότε ἐξεσκέπασεν αὐτὸν ἔμπροσθεν τῆς Συνόδου, καὶ ἐρώτα ἂν αὐτὸς ᾖναι ὁ Ἀρσένιος, οἱ δὲ ἀπεκρίθησαν, ὅτι ναὶ αὐτὸς εἶναι. Εἶτα ἔδειξε τὸ δεξιόν του χέρι καὶ τὸ ἀριστερόν, καὶ εἶπε. Ἰδοὺ τὸ δεξιὸν χέρι, ἰδοὺ καὶ τὸ ἀριστερόν, τὰ ὁποῖα δύω χέρια ἐλάβομεν παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ ὅλοι ἡμεῖς οἱ ἐκ τοῦ Ἀδὰμ γεννηθέντες ἄνθρωποι. Ὅθεν ἂς μὴ ζητῇ τινὰς τρίτον χέρι τοῦ Ἀρσενίου. Οἱ δὲ Ἀρειανοὶ εἰς τοῦτο ἐντροπιασθέντες πολλά, εὐγῆκαν ἀπὸ τὴν Σύνοδον, καὶ παροξύνουσι τὸν λαὸν νὰ κινηθῇ κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Διὰ τοῦτο ὁ μακάριος Ἀθανάσιος κρυφίως εὐγαίνει ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Τύρου, καὶ καταβαίνει μέσα εἰς ἕνα ξηροπήγαδον σκοτεινὸν καὶ ἄνυδρον, καὶ ἐκεῖ ἐκρύφθη ἓξ χρόνους ὁλοκλήρους.

Ἔπειτα εὐγαίνωντας ἀπὸ τὸ ξηροπήγαδον, ἐπῆγεν εἰς τὴν Δύσιν, τῆς ὁποίας τὴν ἐξουσίαν εἶχεν ὁ Κώνστας, ὁ τρίτος υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ὅθεν ἀνταμώσας τὸν βασιλέα, καὶ τὸν τότε Πάπαν Ἰούλιον τὸν πρῶτον (4) ἐδιηγεῖτο δεινοπαθῶς τὰ κατ’ αὐτόν. Ἐκεῖνοι δὲ συστήσαντες τὸν Ἅγιον μὲ γράμματα, ἀπέστειλαν αὐτὸν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ τῆς Ἀνατολῆς βασιλεὺς Κωνστάντιος, ὅστις ἀπατηθείς, ἐφρόνει τὰ τῶν Ἀρειανῶν, προστάζει ἕνα ἄρχοντα, Συριανὸν ὀνόματι, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ νὰ θανατώσῃ μὲν τὸν Ἅγιον, νὰ ἀναβιβάσῃ δὲ εἰς τὸν θρόνον τῆς Ἀλεξανδρείας, κᾄποιον Γρηγόριον. Ὁ δὲ Ἀθανάσιος γλυτώσας ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Συριανοῦ, πάλιν ἐπῆγεν εἰς Ῥώμην πρὸς τὸν Κώνσταντα. Ὅθεν ὁ Κώνστας γράφει φοβεριστικῶς πρὸς τὸν ἀδελφόν του Κωνστάντιον, ὅτι νὰ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὸν θρόνον του τὸν Ἀθανάσιον. Διατὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ποιήσῃ, νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι αὐτὸς ἔχει νὰ τὸν ἀποκαταστήσῃ εἰς τὸν θρόνον του μὲ βασιλικὰ ἅρματα. Ταῦτα τὰ γράμματα λαβὼν ὁ Κωνστάντιος, ἐφοβήθη, ὅθεν ἀπεκατέστησε καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ, τὸν Ἀθανάσιον εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν. Ἐπειδὴ δὲ μετὰ ὀλίγον ἀπέθανεν ὁ Κώνστας, καὶ ὁ Κωνστάντιος ἐκηρύχθη αὐτοκράτωρ, διὰ τοῦτο ἀπέστειλεν ἀνθρώπους νὰ πιάσουν τὸν Ἀθανάσιον. Τὸ ὁποῖον μαθὼν ὁ Ἅγιος προτίτερα, εὐγῆκε κρυφίως ἀπὸ τὸ πατριαρχεῖον, καὶ κατέφυγεν εἰς μίαν γυναῖκα στολισμένην μὲ παρθενίαν καὶ μὲ ἄλλας ἀρετάς (5), ἡ ὁποία μανθάνουσα τὴν αἰτίαν τῆς φυγῆς του, ἐδέχθη αὐτὸν μὲ χαρὰν καὶ τὸν ὑπηρέτει, καὶ κάθε ἄλλην περιποίησιν ἔδειχνεν εἰς τὸν Ἅγιον, εἰς διάστημα χρόνων ὁλοκλήρων ἕξ. Ὅταν δὲ ὁ Κωνστάντιος ἐτελεύτησε, καὶ ἔγινε βασιλεὺς ὁ παραβάτης Ἰουλιανός, τότε εὐθὺς εὐγῆκεν ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὸ σπῆτι τῆς παρθένου κατὰ τὸ μεσονύκτιον, καὶ εὑρέθηκεν εἰς τὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας. Πόσον δὲ ἐχάρηκαν ὅλοι οἱ Ἀλεξανδρεῖς, ὅταν εἶδον τὸν Ἅγιον, καὶ πόσον ἔτρεχον καὶ εὐχαρίστουν τὸν Θεόν, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ τὸ εἰπῶ.

Ὁ δὲ Ἰουλιανὸς αὐτοκράτωρ γενόμενος ἐν ἔτει τξα΄ [361], ὅλα μὲν τὰ ἄλλα ἐνόμισε δεύτερα, τοῦτο δὲ μόνον ἐστοχάσθη προηγούμενον κατόρθωμα, τὸ νὰ εὐγάλῃ τὸν Ἅγιον ἀπὸ τὸν θρόνον του, πρὸς τούτοις δὲ καὶ τὸ νὰ εὐγάλῃ αὐτὸν ἀπὸ τὴν ζωὴν ταύτην. Καὶ λοιπὸν ἔστειλεν ἀνθρώπους διὰ νὰ τὸν θανατώσουν. Ὁ δὲ Ἅγιος φυγών, ἔμεινεν ἀπίαστος, διότι εὐγαίνωντας τὴν νύκτα, καὶ πηγαίνωντας εἰς τὸν ποταμὸν Νεῖλον, εὑρῆκε καΐκι, καὶ ἐμβαίνωντας εἰς αὐτό, ἐπῆγεν εἰς τὴν Θηβαΐδα. Ἐπειδὴ δὲ ἔφθασαν κοντὰ οἱ κυνηγοῦντες αὐτόν, αὐτὸς ἀπατήσας αὐτούς, γυρίζει ὀπίσω, καὶ καταβαίνει εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, καὶ ἐκεῖ ἐκρύπτετο ἕως ὁποῦ ἐζοῦσεν ὁ Ἰουλιανός. Ἀφ’ οὗ δὲ καὶ αὐτός, κακῶς ὁ κακὸς σφαγείς, ἐτελεύτησεν, ἔγινε βασιλεὺς ὁ Ἰοβιανὸς ἐν ἔτει τξγ΄ [363], ἀλλὰ καὶ οὗτος, ἐπειδὴ ὀγλίγωρα ἐτελεύτησεν (ἐβασίλευσε γὰρ μόνον μῆνας ἑπτά, καὶ ἡμέρας εἴκοσι δύω) ἔγινε βασιλεὺς ὁ Οὐαλεντινιανός, ὁ ὁποῖος ἔκαμε συγκοινωνὸν τῆς βασιλείας καὶ τὸν ἀδελφόν του Οὐάλεντα, ἐν ἔτει τξδ΄ [364]. Καὶ ὁ μὲν Οὐαλεντινιανός, ἐβασίλευεν εἰς τὴν Δύσιν, ὁ δὲ Οὐάλης, εἰς τὴν Ἀνατολήν. Ὁ ὁποῖος Οὐάλης, ἐπειδὴ καὶ ἔπιε χορταστικὰ ἀπὸ τὰ θολερὰ νάματα τοῦ Ἀρείου, ὅλους μὲν τοὺς ὑπερασπιστὰς τῶν ὀρθῶν δογμάτων μὲ διαφόρους τιμωρίας ἐπαίδευε. Τὸν δὲ Ἀθανάσιον μάλιστα, ἔβαλε θερμὴν σπουδὴν καὶ προθυμίαν διὰ νὰ τὸν πιάσῃ. Μέλλωντας λοιπὸν νὰ πιασθῇ ὁ Ἅγιος, ἐμβῆκε μέσα εἰς τάφον πατρικόν του, καὶ ἔτζι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν φονευτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Οὐάλης ἤκουσεν, ὅτι ὁ λαὸς τῶν Ἀλεξανδρέων ὠργίζετο κατ’ αὐτοῦ ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀθανασίου, διὰ τοῦτο καὶ μὴ θέλωντας, ἀφῆκε τὸν Ἀθανάσιον νὰ ἔχῃ τὴν προστασίαν τῆς Ἀλεξανδρείας. Καὶ ἔτζι λοιπὸν ὁ μακάριος Ἀθανάσιος ὕστερα ἀπὸ πολλὰ ἆθλα καὶ ἐξορίας, καὶ ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς διωγμούς, τοὺς ὁποίους ὑπέμεινε σαρανταδύω ὁλοκλήρους χρόνους, εἰς γῆρας καλὸν ἐτελείωσε τὴν ζωήν του καὶ ἀπῆλθε πρὸς Κύριον. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸν Νέον Θησαυρόν (6).)

(1) Τοῦτο ἀγκαλὰ καὶ οὕτως ἐποίησεν ὁ Ἀλέξανδρος, ὡς σπανιώτατον ὅμως, μᾶλλον δὲ ὡς ἅπαξ γενόμενον, ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ μιμούμεθα, ἐπειδὴ κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον· «Οὐ νόμος Ἐκκλησίας τὸ σπάνιον γίνεται, οὐδὲ τὸ παρὰ κανόνας ἕλκεται εἰς ὑπόδειγμα κατὰ τοὺς νομικούς». Ἡ γὰρ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πᾶντας τοὺς ὑπὸ λαϊκῶν φθάσαντας βαπτισθῆναι, πάλιν βαπτίζει ὑπὸ ἱερωμένων. Καὶ ὅρα τὰς ὑποσημειώσεις τοῦ μζ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνος, καὶ τοῦ κδ΄ τοῦ Νηστευτοῦ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πηδαλίῳ.

(2) Δίκαιον ἐκρίναμεν νὰ σημειώσωμεν ἐδῶ τὴν ἀπολογίαν, ὁποῦ ποιεῖ ὁ Κύρου Θεοδώρητος ὑπὲρ τοῦ Μεγάλου καὶ Ἁγίου βασιλέως Κωνσταντίνου, ἵνα μὴ σκανδαλίζωνταί τινες κατ’ αὐτοῦ, ἀκούοντες ὅτι ἐξώρισε τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον τοῦτον, καὶ τὸν Ἀντιοχείας Εὐστάθιον, ἄνδρας ἁγίους καὶ θαυμαστούς. Ἔχει δὲ ἡ ἀπολογία τοῦ Θεοδωρήτου ἐπὶ λέξεως ταῦτα· «Θαυμαζέτω δὲ μηδείς, εἰ τηλικούτους ἄνδρας ἐξαπατηθείς, ἐξωστράκισεν (ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δηλαδή). Ἀρχιερεῦσι γάρ, κρύπτουσι μὲν τὴν ἀλήθειαν, τὴν δὲ ἄλλην ἔχουσι περιφάνειαν, ἐξαπατῶσιν ἐπίστευσεν. Ἴσασι δὲ οἱ τὰ θεῖα πεπαιδευμένοι, ὡς ἀληθῶς ἐξηπατήθη Δαβὶδ ὁ Προφήτης. Ἐξηπάτησε δὲ αὐτὸν οὐκ Ἀρχιερεύς, ἀλλ’ οἰκέτης οἰκότριψ καὶ μαστιγίας. Τὸν Σιβᾶ λέγω, τὸν κατὰ τοῦ Μεμφιβοσθὲ τὰ ψευδῆ τὸν βασιλέα διδάξαντα, καὶ τὸ ἐκείνου χωρίον σφετερισάμενον. Καὶ ταῦτα λέγω, οὐ τοῦ Προφήτου κατηγορῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦδε τοῦ βασιλέως τὴν ἀπολογίαν προσφέρων, καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐπιδεικνὺς τὴν ἀσθένειαν, καὶ διδάσκων, ὡς οὐ χρὴ μόνοις τοῖς κατηγοροῦσι πιστεύειν, κᾂν ἄγαν ὦσιν ἀξιόχρεοι. Ἀλλὰ θατέραν τῶν ἀκοῶν τῷ κατηγορουμένῳ φυλάττειν» (Ἐκκλ. Ἱστορ., βιβλ. α΄, κεφ. λγ΄.)

(3) Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἐν ἔτει τλζ΄ [337], διεμοίρασαν τὴν βασιλείαν του οἱ τρεῖς του υἱοί. Καὶ ὁ μὲν Κωνσταντῖνος ὁ πρῶτος υἱός, ἔλαβε τὴν Ἱσπανίαν, Γαλλίαν, καὶ Βρετανίαν, ἤτοι Ἐγγλιτέραν. Ὁ δὲ Κωνστάντιος ὁ δεύτερος υἱός, ἔλαβε τὴν Ἀνατολήν. Ὁ δὲ Κώνστας ὁ τρίτος υἱός, ἔλαβε τὴν τούτων μέσην, τὴν Ἰταλίαν δηλαδή, τὴν Ἀφρικήν, τὰς νήσους, καὶ τὴν Σλαβονίαν. Τὰ δὲ γράμματα, ὁποῦ ἔστειλεν ὁ Κωνσταντῖνος εἰς τοὺς Ἀλεξανδρεῖς ὑπὲρ τοῦ Ἀθανασίου, εὑρίσκονται εἰς τὸν Σωκράτην, καὶ Θεοδώρητον, καὶ Σωζόμενον.

(4) Ἐσφαλμένως δὲ οὗτος γράφεται ἐν τοῖς Μηναίοις Ἰουλιανός.

(5) Τινὲς λέγουν, ὅτι ἡ παρθένος αὕτη ἦτον ἡ Ἁγία Συγκλητική, τῆς ὁποίας τὸν Βίον συνέγραψεν ὁ ἴδιος Μέγας Ἀθανάσιος, καὶ ὅρα τοῦτον εἰς τὸ Νέον Ἐκλόγιον. Ἑορτάζεται δὲ αὕτη κατὰ τὴν πέμπτην τοῦ Ἰαννουαρίου.

(6) Τὴν μὲν ζωήν του ἐτελείωσεν ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἐν ἔτει 371 ἢ 373. Εἰς δὲ τὴν ἐπισκοπὴν ἐποίησε χρόνους σαρανταέξ, οὐχὶ σαρανταδύω, κατὰ τὸν Μελέτιον καὶ κατὰ τὸν Σωκράτη (βιβλ. δ΄, κεφ. 2). Γλαφυρὸν δὲ ἐγκώμιον ἔπλεξεν εἰς τὴν ἱεραρχικὴν αὐτοῦ κορυφὴν ὁ ῥητορικὸς κάλαμος Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ἀνεπλήρωσε δὲ καὶ ἡ ἐμὴ ἀναξιότης τὴν Ἀκολουθίαν τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου τούτου, καὶ τὸν τοῦ Ἰωάννου Εὐχαΐτων Κανόνα, ὃν πρὸς τὸν θεῖον Χρυσόστομον ἐφιλοπόνησεν, ἐγὼ μετεκέντρισα εἰς τὸν Μέγαν τοῦτον Ἀθανάσιον.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἑσπέρου καὶ Ζωῆς, καὶ τῶν τέκνων αὐτῶν, Κυριακοῦ καὶ Θεοδούλου.

Εἰς τὸν Ἕσπερον καὶ Ζωήν.

Ζωῆς στερεῖ πῦρ Ἕσπερον Ζωὴν ἅμα,
Ζωὴν ποθοῦντας τὴν ἀνέσπερον μόνην.

Εἰς τὸν Κυριακὸν καὶ Θεόδουλον.

Ζέοντας ἄρτους συγγόνους δέχου δύω,
Ἄρτι κλιβάνου Σῶτερ ἐκβεβλημένους.

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος καὶ Ζωή, ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους Ἀδριανοῦ τοῦ βασιλέως, ἐν ἔτει ρκε΄ [125]. Καὶ ἀγκαλὰ ἦτον δοῦλοι κατὰ τὰ σώματα Κατάλλου τινὸς καὶ Τετραδίας τῆς γυναικός του, οἱ ὁποῖοι μετοικισμένοι ὄντες ἀπὸ τὴν Ῥώμην, ἀγόρασαν αὐτοὺς δούλους ἀπὸ τὴν Παμφυλίαν, ἀγκαλὰ λέγω καὶ οἱ Ἅγιοι οὗτοι ἦτον δοῦλοι κατὰ τὰ σώματα, κατὰ τὰς ψυχὰς ὅμως, ἦτον ἐλεύθεροι. Διὰ τοῦτο δὲν ὑπέφερον νὰ εἶναι δοῦλοι πολὺν καιρὸν εἰς αὐθέντας ἀσεβεῖς καὶ εἰδωλολάτρας, καὶ ἀντὶ νὰ προσκυνοῦν τὸν Ποιητὴν καὶ πάντων Δημιουργόν, νὰ προσκυνοῦν ἄψυχα εἴδωλα. Ὅθεν μίαν φορὰν ὁ Κυριακὸς καὶ ὁ Θεόδουλος, οἱ δύω υἱοὶ τῶν Ἁγίων τούτων, ἐνθύμισαν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐσυμβούλευσαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκατοικοῦν εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τοὺς ἀσεβεῖς, ἀλλὰ νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ αὐτούς, ἵνα μὴ μὲ αὐτοὺς καὶ συναπολεσθοῦν. Ἡ δὲ μήτηρ αὐτῶν εἶπεν, τί νὰ κάμωμεν, ὦ τέκνα, ὁποῦ εἶναι αὐθένται μας; Οἱ υἱοὶ τῇ ἀπεκρίθησαν, ἡμεῖς, ὦ γονεῖς, ἐλευθερώθημεν μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ δοῦλοι ἀνθρώπων δὲν εἴμεθα. Τότε καὶ ἡ μήτηρ ἐσυμφώνησεν εἰς τὰ λόγια τῶν τέκνων της.

Ὅθεν δυναμωθέντες ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἐπῆγαν εἰς τὸν αὐθέντην τους Κάταλλον, καὶ τὸν μὲν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν ὡμολόγησαν, ὅτι εἶναι αὐθέντης τῶν ψυχῶν τους, τὸν δὲ Κάταλλον ὡμολόγησαν, ὅτι κατὰ τύχην τινὰ ἔχει μόνην τὴν ἐξουσίαν τῶν σωμάτων τους. Προτιμοτέρα δὲ εἶναι ἡ ἐξουσία τῶν ψυχῶν τους, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Δεσπότης Χριστός, πάρεξ ἡ ἐξουσία τῶν σωμάτων τους, τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτός, ἐπειδή, «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον, ἢ ἀνθρώποις», ὡς εἶπον οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι (Πράξ. ε΄, 29). Ὁ Κάταλλος λοιπὸν ἐξεπλάγη, ἀκούωντας ταῦτα. Καὶ κατὰ μὲν τὸ παρόν, ἐστάλθησαν οἱ υἱοί της πρὸς τὸν πατέρα των Ἕσπερον, εὑρισκόμενον εἰς τόπον λεγόμενον Τριτώνιον. Ὕστερον δέ, κάμνωντας ὁ Κάταλλος ἑορτὴν διὰ τὰ γενέθλια ἑνὸς υἱοῦ, ὁποῦ ἐγέννησεν, ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ εἰς αὐτοὺς κρασὶ καὶ κρέατα ἀπὸ ἐκεῖνα, ὁποῦ εἶχεν ἑτοιμασμένα διὰ τὰ ἀνόσια γενέθλια τοῦ υἱοῦ του, μὲ σκοπὸν διὰ νὰ δοκιμάσῃ, ἐὰν φάγουν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα. Ὁ δὲ Κυριακὸς καὶ Θεόδουλος συμβουλευθέντες μὲ τὴν μητέρα των, ἀντὶ νὰ φάγουν αὐτά, τὰ ἔρριψαν εἰς τοὺς σκύλους καὶ τὰ ἔφαγον.

Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ Κάταλλος, πρῶτον μέν, ἐπρόσταξε νὰ κρεμασθοῦν τὰ παιδία καὶ νὰ ξεσχίζωνται μὲ σιδηρᾶ ὀνύχια. Παρεθάρρυνον δὲ τὰ τέκνα των οἱ γονεῖς, νὰ μὴν ὀλιγοψυχήσουν, ἀλλὰ νὰ ὑπομένουν ἀνδρείως μέχρι τέλους, ἀποβλέποντες εἰς τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Ἔπειτα δέ, ἐπρόσταξεν ὁ αὐτὸς Κάταλλος νὰ κατεβάσουν αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς δέρνουν δυνατὰ ὁμοῦ μὲ τὴν μητέρα των. Μετὰ ταῦτα ἐπρόσταξε νὰ καῇ ἕνας φοῦρνος, καὶ μέσα εἰς αὐτὸν νὰ βαλθοῦν τὰ τέκνα, ὁμοῦ καὶ ὁ πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ των. Ὅθεν τούτου γενομένου, παρέδωκαν οἱ Ἅγιοι τὰς ψυχάς των εἰς τὸν Κύριον, καὶ οὕτως ἔλαβον οἱ μακάριοι τοὺς ἀφθάρτους στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Τῷ πρωῒ δέ, ἀκούοντο φωναί, ὡσὰν νὰ ἔψαλλόν τινες. Ἀνοίξαντες δὲ τὸν φοῦρνον, δὲν εὑρῆκαν κᾀνένα ἄλλον, πάρεξ μόνους τοὺς Ἁγίους σῴους καὶ ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὴν φωτίαν, οἵτινες ἦτον σχηματισμένοι ὡσὰν νὰ ἐκοιμῶντο, καὶ γυρισμένοι κατὰ ἀνατολάς. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῶν Σύναξις ἐν τῷ ἁγιωτάτῳ αὐτῶν Ναῷ, τῷ εὑρισκομένῳ εἰς τόπον καλούμενον Δεύτερον.

*

Ὁ Ὅσιος Ἰορδάνης ὁ Θαυματουργὸς ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Κᾂν εἰς μυχὸν γῆς ἐρρύης Ἰορδάνη,
Ἐκχεῖς ἐκεῖθεν θαυμάτων Ἰορδάνην.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Γ’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

 

Των Αγίων Αθανασίου του Μεγάλου, Εσπέρου, Ζωής, Κυριακού, Θεοδούλου, Ιορδάνου

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.