Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου17 Νοεμβρίου

Των Αγίων Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, Λαζάρου του Ζωγράφου, Ζαχαρίου και Ιωάννου κ.α.

    Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος Γρηγόριος ΝεοκαισαρείαςΤω αυτώ μηνί ΙΖ’, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του Θαυματουργού.

Ο Γρηγόριος θαυματουργών και πάλαι,
Θεώ παραστάς θαυματουργεί τι πλέον.

Εβδομάτη δεκάτη τε μέγας θάνε θαυματοεργός.

Ούτος ο Άγιος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Αυρηλιανού, υιός γονέων Ελλήνων, εν έτει σοε’ [275]. Ευθύς δε εκ νεαράς ηλικίας ηγάπησεν ο αοίδιμος την μερίδα των καλών και ωφελίμων πραγμάτων. Όθεν εγνώρισε και την εις Χριστόν πίστιν. Και όσον η ηλικία ηύξανε, τόσον συνηύξανε με αυτόν και η ευσέβεια. Θαυματουργός δε επωνομάσθη, δια τα πολλά και μεγάλα θαύματα οπού ενήργησεν. Εις καιρόν γαρ οπού ακόμη ευρίσκετο εις το σχολείον της Αλεξανδρείας και εσπούδαζε τα μαθήματα της φιλοσοφίας, επήγεν εις αυτόν μία πόρνη, την οποίαν παρεκίνησαν οι συμμαθηταί του να συκοφαντήση τον Άγιον. Όθεν η αθλία ενεργηθείσα από δαιμόνιον δια την κατά του Αγίου συκοφαντίαν, εσπαράττετο εις την γην. Ταύτην δε ο Άγιος ελεήσας, ιάτρευσεν. Ούτος μίαν φοράν είδεν έξυπνος την υπεραγίαν Θεοτόκον ομού με τον θεολόγον Ιωάννην, οίτινες εδίδαξαν αυτόν το της Αγίας Τριάδος μυστήριον (1). Αφ’ ου δε ο Άγιος έγινεν Επίσκοπος Νεοκαισαρείας, από τον Φαίδιμον τον Αμασείας πρόεδρον: ήτοι Επίσκοπον, τότε και όταν επήγαινεν εις την επαρχίαν του, και αφ’ ου επήγε, λέγεται, ότι εποίησε θαύματα μεγάλα και ακοής ανώτερα. Πέτραν γαρ μεγάλην παρομοίαν με βουνόν, δια προσευχής του εκίνησε, και εις άλλον τόπον μετέφερε. Εμβαίνωντας δε κατά την οδόν μέσα εις ένα ναόν των ειδώλων, εδίωξεν από εκεί τα δαιμόνια. Τα οποία εζήτησαν να έμβουν πάλιν εις τον ναόν, αλλά δεν εδυνήθησαν. Τούτο δε μαθών ο προσμονάριος του ναού εκείνου, εθυμώθη εναντίον του Αγίου. Ο δε Άγιος έγραψεν εις χαρτίον. Εγώ ο Γρηγόριος λέγω εις εσένα τον Σατανάν, έμβα πάλιν εις τον ναόν. Το χαρτίον δε τούτο ευθύς οπού έβαλεν ο νεωκόρος εις τον ναόν, εμβήκαν πάλιν οι δαίμονες εις αυτόν. Όθεν εκείνος καταπλαγείς εις το τοιούτον θαύμα, αντί να ήναι λατρευτής των δαιμόνων, έγινε μαθητής του Χριστού, και επρόστρεξεν εις τον θείον Γρηγόριον.

Ούτος ο Άγιος σταθείς μίαν νύκτα εις προσευχήν, εξήρανε μίαν λίμνην μεγάλην, ήτις έκαμνε κύματα παρόμοια με την θάλασσαν. Και μαζί με την λίμνην, εξήρανε και τον θυμόν και την μνησικακίαν των δύω αδελφών, οίτινες πολεμούντες, ποίος από τους δύω να πάρη την λίμνην εκείνην, είχον αναμεταξύ των αφιλίωτον μίσος. Ούτος εκράτησε και τον ποταμόν να μη τρέχη εις τα έμπροσθεν, με το να παρεκάλεσαν αυτόν οι πλησίον του ποταμού κατοικούντες Χριστιανοί. Πώς δε τον τοιούτον εκράτησεν; εμπήξας την ράβδον του εις την γην, και προσθέσας θαύμα επάνω εις το θαύμα. Διότι και το ρείθρον του ποταμού φαίνεται ότι εμποδίζεται, και τρόπον τινά φοβείται να πλησιάση εις την ράβδον του Αγίου. Και αύτη δε η ράβδος, και μόλον οπού ήτον ξηρά και άμοιρος από κάθε φυσικήν υγρότητα, εβλάστησεν όμως και δένδρον έγινε ευθαλέστατον. Αλλ’ ουδέ η τόση πολυκαιρία έβλαψε το τοιούτον θαύμα. Λέγουσι γαρ ότι και έως της σήμερον και ο ποταμός συστέλλεται και δεν τρέχει εις τα έμπροσθεν, και το δένδρον (ήτοι η ράβδος του Αγίου) διαμένει εις τόσους χρόνους. Και εκ των δύω ομού κηρύττεται η του Χριστού δύναμις δια του δούλου του Γρηγορίου.

Ούτος ο Άγιος απέδειξε τη αληθεία και δια του έργου νεκρόν, τον Εβραίον εκείνον, ο οποίος υπεκρίθη πως είναι νεκρός, δια να περιγελάση τον Άγιον. Ούτος ιστάμενος εις το βουνόν και προσευχόμενος, εφάνη εις τους τούτον ζητούντας, ότι ήτον δένδρον. Ούτος και πείναν έφερεν εις τους απίστους. Αφ’ ου δε αυτοί επίστευσαν εις τον Χριστόν, ηλευθέρωσεν αυτούς από την πείναν και θάνατον. Όταν δε έμελλε να απέλθη προς Κύριον, πολλά ευχαρίστησε τον Θεόν, διατί, την πόλιν αυτού Νεοκαισάρειαν πολυάνθρωπον ούσαν και γεμάτην από ασεβείς και απίστους, αφήκεν αυτήν ολιγάνθρωπον. Όσους γαρ ολίγους Χριστιανούς ευρήκεν εις αυτήν, όταν έγινεν Αρχιερεύς, τόσους εκ του εναντίου ολίγους ασεβείς αφήκεν εις αυτήν, όταν ετελεύτησεν. (Τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου όρα εις τον Παράδεισον (2).)

(1) Έχει δε η διδασκαλία αύτη επί λέξεως ταύτα, καθώς τα αναφέρει ο θείος Νύσσης Γρηγόριος εις τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου· «Εις Θεός Πατήρ Λόγου ζώντος, Σοφίας υφεστώσης και Δυνάμεως, και χαρακτήρος αϊδίου. Τέλειος τελείου Γεννήτωρ. Πατήρ υιού Μονογενούς. Εις Κύριος, μόνος εκ μόνου, Θεός εκ Θεού, χαρακτήρ και Εικών της Θεότητος. Λόγος εναργής. Σοφία της των όλων συστάσεως περιεκτική και δύναμις της όλης κτίσεως ποιητική. Υιός αληθινός αληθινού Πατρός. Αόρατος, αοράτου. Άφθαρτος, αφθάρτου. Αθάνατος, αθανάτου. Αΐδιος, αϊδίου. Εν Πνεύμα Άγιον εκ Θεού την ύπαρξιν έχον, και δι’ Υιού πεφηνός, δηλαδή τοις ανθρώποις. Εικών του Υιού τελείου τελεία. Ζωή ζώντων αιτία. Πηγή αγία αγιότητος, αγιασμού χορηγός. Εν ω φανερούται Θεός ο Πατήρ ο επί πάντων και εν πάσι. Και Θεός ο Υιός ο δια πάντων. Τριας τελεία, δόξη, αϊδιότητι και βασιλεία μη μεριζομένη μηδέ απαλλοτριουμένη. Ούτε ουν κτιστόν τι, ή δούλον εν τη Τριάδι, ούτε επείσακτον, ως πρότερον μεν ουχ’ υπάρχον, ύστερον δε επεισελθόν. Ούτε ουν ενέλιπέν ποτε Υιός Πατρί, ούτε Υιώ το Πνεύμα. Ούτε ηυξήθη Μονάς εις δυάδα, και δυάς εις Τριάδα. Αλλ’ άτρεπτος και αναλλοίωτος η αυτή Τριας αεί».

(2) Σημείωσαι, ότι τον κατά πλάτος Βίον του Αγίου τούτου, συνέγραψε μεν ελληνιστί ο θείος Νύσσης Γρηγόριος, ου η αρχή· «Ο μεν σκοπός εις εστι του τε ημετέρου λόγου», μετέφρασε δε εις το απλούν ο μακαρίτης Αγάπιος. Και τούτο δε σημείωσαι, ότι ο Άγιος ούτος ήτον σύγχρονος με τον Άγιον Διονύσιον τον Αλεξανδρείας, ει και ολίγον ύστερον εκείνου. Εχρημάτισε δε και μαθητής του Ωριγένους κατά τον Νύσσης Γρηγόριον. Ήτον δε παρών και εις την εν Αντιοχεία κατά Παύλου του Σαμοσατέως συγκροτηθείσαν Σύνοδον μετά Φιρμιλιανού του Καισαρείας, ως λέγει ο Ευσέβιος, βιβλ. ζ’, κεφ. κη’, και ο Ζωναράς και Βαλσαμών. Ο δε Μέγας Βασίλειος, λέγει περί αυτού εν τη προς κληρικούς Νεοκαισαρείας επιστολή, ότι ο Γρηγόριος ούτος, δεν εσκέπαζε την κεφαλήν του όταν επροσηύχετο, γνήσιος μαθητής υπάρχων Παύλου του Αποστόλου. Ότι έφευγε τους όρκους, αρκούμενος εις το, ναι και το, ου. Ότι κανένα δεν ωνόμαζε μωρόν, ότι λοιδορίαν εμίσει. Και άλλα πολλά λέγει εκείσε περί αυτού. Εν δε τω κεφ. των περί του Αγίου Πνεύματος λέγει δι’ αυτόν· «Γρηγόριον δε και τας εκείνου φωνάς πού θήσομεν; άρ’ ουχί μετά των Αποστόλων και Προφητών; άνδρα τω αυτώ Πνεύματι εκείνοις περιπατήσαντα; και τοις των Αγίων ίχνεσι δια παντός του βίου στοιχήσαντα; και της ευαγγελικής πολιτείας το ακριβές δια πάσης αυτού της ζωής κατορθώσαντα; ος τη υπερβολή των εν αυτώ χαρισμάτων, των ενεργουμένων υπό του Πνεύματος εν πάση δυνάμει και σημείοις και τέρασι, δεύτερος Μωσής παρ’ αυτών των εχθρών της αληθείας προσηγόρευτο». Εις τούτον αποδίδεται και η εις τον Εκκλησιαστήν ερμηνεία. Και ουχί εις τον θεολόγον Γρηγόριον. Όρα και τους δώδεκα Κανόνας τούτου εν τω ημετέρω Πηδαλίω.

*

Όσιος Λάζαρος ο ΖωγράφοςΤη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Λαζάρου του Ζωγράφου.

Ου ζωγραφεί σε Λάζαρος και νυν Λόγε,
Αλλά βλέπει σε ζώντα μη ληπτόν χρόαις.

Ούτος ο Άγιος από μικρόν παιδίον έγινε Μοναχός και την ζωγραφικήν τέχνην έμαθε. Και κοντά εις την σκληραγωγίαν και εγκράτειαν οπού εμεταχειρίζετο, επιμελείτο ο αοίδιμος ακόμη και την ελεημοσύνην, δια τούτο και της Ιερωσύνης εδέχθη το χάρισμα. Αφ’ ου δε έγινεν Ιερεύς, εστάθη εις πόλεμον εναντίον όλων των αιρέσεων. Και τόσας πολλάς θλίψεις υπέμεινεν, όχι μόνον από τους Νεστοριανούς και Ευτυχιανιστάς και Διοσκορίτας, αλλά και από τους Εικονομάχους, όσας δεν ημπορεί τινας να ειπή δια λόγου. Αλλά και εις την παλαιάν Ρώμην εστάλθη, με σκοπόν δια να βοηθήση εις τα πατρικά και αποστολικά δόγματα, οπού επολεμούντο από τους Εικονομάχους. Επιστρέψας δε από την Ρώμην εις την Κωνσταντινούπολιν μεγαλοπρεπώς, πάλιν απεστάλθη εις Ρώμην δια τας αυτάς υποθέσεις. Πηγαίνωντας δε δεύτερον εις την Ρώμην, κατά το μέσον της στράτας ασθενεί από τας ανωμαλίας του καιρού. Και ούτω παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Το δε τίμιον αυτού σώμα ανακομισθέν ύστερον, κατετέθη εις το Μοναστήριον το καλούμενον του Ευάνδρου (3).

(3) Περί του Λαζάρου τούτου γράφεται εις τα Πρακτικά της αγίας και Οικουμενικής Εβδόμης Συνόδου, ότι ιστόρησεν εις τον τοίχον τας εικόνας των Αγίων Αναργύρων. Μία δε γυνή έχουσα στρόφους εις την κοιλίαν, έξυσεν από τον τοίχον εκείνον, και έπιε με το νερόν. Και ούτως ιατρεύθη από την ασθένειαν.

*

Μνήμη του Αγίου Ζαχαρίου του Σκυτοτόμου και Ιωάννου, και διήγησις πάνυ ωφέλιμος.

Ο Ζαχαρίας και Ιωάννης άμα,
Χερουβικόν νουν έσχον εξ αγρυπνίας.

Ένας άνθρωπος ένδοξος και περιφανής εις τα του κόσμου πράγματα, ονόματι Ιωάννης, καταφρονήσας όλα τα του βίου ηδονικά, εμεταχειρίζετο μίαν ζωήν ταπεινήν και μοναχικήν. Και σχολάζων εις τα του Θεού πράγματα, εσπούδαζε να αρέση εις μόνον τον Θεόν. Καταγινόμενος μεν πάντοτε εις προσευχάς και δεήσεις, εκτεινόμενος δε και προκόπτων εις τα έμπροσθεν και μεγαλίτερα κατορθώματα. Επειδή δε κοντά εις τα άλλα του κατορθώματα, είχεν απαραίτητον έργον και το να πηγαίνη να αγρυπνή όλην την νύκτα εις τους ναούς του Κυρίου, δια τούτο μίαν νύκτα επήγεν εις τον εν Κωνσταντινουπόλει μέγαν Ναόν της του Θεού Λόγου Αγίας Σοφίας. Και ευρών κλεισμένας τας πόρτας, εκάθισεν εις ένα σκαμνίον, οπού ήτον εκεί κοντά, με το να ήτον αποκαμωμένος. Εκεί δε καθήμενος, ανεγίνωσκε με σιγανήν φωνήν την ακολουθίαν του.

Και ιδού βλέπει μίαν λάμψιν φωτός, η οποία ήρχετο από έξω. Θεωρήσας δε προσεκτικώτερον, εστοχάζετο ένα άνδρα σεμνόν, ακολουθούντα εις το φως εκείνο. Όθεν χαροποιηθείς δια την θεωρίαν ταύτην, επρόσεχε καλλίτερα, θέλωντας να μάθη, τι έχει να κάμη ο άνθρωπος εκείνος. Όταν δε ο φαινόμενος έφθασεν εις τας κεκλεισμένας πόρτας του Ναού της Αγίας Σοφίας, έκλινε τα γόνατα εις το κατώφλιον της πόρτας, και αρκετά επροσευχήθη. Έπειτα εσήκωσεν υψηλά τα χέρια του, και ποιήσας το σημείον του Σταυρού εις τας πόρτας, ω του θαύματος! παρευθύς αι πόρται ανοίχθησαν από λόγου των, και μαζί με το φως εμβήκε μέσα και ο θαυμάσιος εκείνος. Αφ’ ου δε εμβήκε, πάλιν έκλινε γόνυ εις το έδαφος, όπου άνωθεν ήτον ζωγραφημένη η εικών της υπεραγίας Θεοτόκου, σηκωθείς δε, άνοιξε και εκεί τας πόρτας. Και ελθών εις τας αργυράς και ωραίας πόρτας του Ναού τας εν τω νάρθηκι, αρκετά εκεί επροσευχήθη. Έπειτα άνοιξε και ταύτας με το σημείον του Σταυρού, και έτζι εμβήκεν εις τον Ναόν φωτοειδής όλος ων.

Πηγαίνωντας δε εις το μέσον του Ναού, εσήκωσε τας χείρας του υψηλά, εξιλεόνωντας τον Θεόν. Όταν δε ετελείωσε την προσευχήν του, πάλιν εγύρισεν οπίσω, και πηγαίνει εις το προαύλιον του Ναού. Αι δε πόρται εκλείοντο υπό θείας ενεργείας, καθώς εκείνος εύγαινεν έξω. Εστέκετο λοιπόν ο ιερός άνθρωπος Ιωάννης, και έβλεπε προσεκτικώς, πού θέλει υπάγη ο θείος εκείνος ανήρ, αφ’ ου ευγήκεν από τον Ναόν. Επειδή δε εκείνος επεριπάτει την ίσην στράταν, δεν αμέλησεν ο Αβραμιαίος Ιωάννης να ακολουθήση αυτόν, δια να μάθη, πού κρύπτεται ο τοιούτος πολύτιμος του Θεού μαργαρίτης. Κλίνας δε ο φαινόμενος ολίγον από την ίσην στράταν, επήγαινεν εις τον κατήφορον κατά την σκάλαν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού. Πλησιάσας δε εις ένα μικρότατον οσπήτιον, και κτυπήσας την πόρταν με το χέρι, είπε με σιγανήν φωνήν το όνομα της ένδον ούσης γυναικός, Μαρία, και ούτως εμβήκε μέσα. Τότε το φως οπού τον εφώτιζεν εις τον δρόμον, εσηκώθη από το μέσον. Και ούτως έγινεν αναμεταξύ εις τους δύω νύκτα σκοτεινή.

Η δε γυνή του θείου εκείνου ανδρός, άναψε τον λύχνον από την κανδήλαν και έφερεν εις τον άνδρα της. Εκείνος δε, δεν επλαγίασεν εις κλίνην, μήτε κατά άλλον τρόπον ανέπαυσε το σώμα του, αλλά άρχισε να δουλεύη. Τζαγγάρης γαρ ήτον και των δερμάτων ράπτης. Τότε και ο ακολουθών οπίσω του αξιομνημόνευτος Ιωάννης, χωρίς εντροπήν επήγεν εις το οσπήτιον εκείνου. Και πεσών εις τους πόδας του, έβρεχεν αυτούς με τα δάκρυα και παρακαλών αυτόν, μη αποκρύψης από λόγου μου, έλεγε, ποίος είσαι, και ποία είναι η υψηλή πολιτεία σου, δια μέσου της οποίας ποιείς εξαίσια θαύματα, τα οποία είδον εγώ με τους οφθαλμούς μου. Ο δε ταπεινόφρων εκείνος, συγχώρησον, έλεγε, γέρων δια τον Κύριον. Εγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος, και δεν έχω κανένα έργον καλόν εις τον εαυτόν μου. Ποίος γαρ είμαι ο ιδιώτης εγώ; ή πόθεν έμαθον καμμίαν υψηλήν πολιτείαν, ως αυτός λέγεις, εις καιρόν οπού είμαι πτωχός και εργάτης μιας τέχνης ευτελεστάτης; Επλανήθης ω άνθρωπε, επλανήθης, και φάντασμα μάλλον είδες, παρά αλήθειαν.

Τότε ο γέρων επρόσθεσε δάκρυα επάνω εις τα δάκρυα, και δεν έπαυεν ορκίζων αυτόν εις τον Θεόν, δια να του φανερώση την μεγαλιτέραν αυτού αρετήν. Αν γαρ δεν ήτον, έλεγεν, έργον της θείας Προνοίας δια να φανερωθή η εδική σου πολιτεία, βέβαια δεν ήθελα αξιωθώ εγώ ο ελάχιστος να γένω θεωρός τοιούτων μυστηρίων. Στενοχωρούμενος λοιπόν από τους όρκους ο θαυμάσιος εκείνος ανήρ, εσηκώθη επάνω, και ποιήσας πρώτον μετάνοιαν εις τον γέροντα, άρχισε έτζι να λέγη.

Ήξευρε καλά, αδελφέ μου, ότι κανένα κατόρθωμα επί της γης δεν απόκτησα, πάρεξ το να συμφύρωμαι και να μολύνωμαι με τας αμαρτίας. Και το να προτιμώ της σαρκός μου την καλοπάθειαν. Μετά ταύτα δε, εκ της αγαθότητος του Θεού μου, λαβών εις νουν τον φόβον της κολάσεως (4), αφ’ ου ταύτην, οπού βλέπεις, έλαβον εις γυναίκα μου, δεν εμόλυνα την καθαρότητα της σαρκός. Αλλά και οι δύω φυλάττομεν παρθενίαν με συμφωνίαν και κρύπτομεν τούτο λέγοντες, ότι αύτη είναι στείρα. Και έως τώρα με την βοήθειαν του Θεού, φυλάττεται βεβαία από ημάς η καθαρότης της ψυχής και του σώματος, δια τον πόθον και την αγάπην του πλάστου μας. Θέλω προσθέσω δε και άλλο ένα δια την ασφάλειαν του όρκου. Ο εδικός μου πλούτος όλος, δεν είναι περισσότερος από ένα τριμίσιον (5). Με τούτο δε αγοράζωντας δέρματα, εργάζομαι την τέχνην των υποδημάτων. Και ο,τι μισθόν ευγάλω από αυτήν, μοιράζω αυτόν εις δύω ίσα μερίδια. Και το μεν ένα μερίδιον το πρώτον και κυριώτερον, το αφιερόνω εις τον Χριστόν, δίδωντας αυτό εις τους πτωχούς τους του Χριστού αδελφούς, το δε άλλο, εξοδεύω εις τα εδικά μας χρειαζόμενα. Και έτζι πάντοτε πολιτευόμενος, φαντάζομαι καθ’ εκάστην τον φοβερόν Κριτήν, οπού μέλλει να έλθη. Και ενθυμούμαι την εξέτασιν, οπού έχουν να κάμουν εις εμέ οι φορολόγοι δαίμονες.

Ταύτην την διήγησιν ακούσας ο Ιωάννης και εκπλαγείς, δια την καθαράν και μακαρίαν ζωήν του αοιδίμου Ζαχαρίου (έτζι γαρ ωνομάζετο) υπερεπαίνεσεν αυτόν. Είτα αποχαιρετήσας τον θαυμαστόν άνδρα, ευγήκεν από το οσπήτιόν του χαίρων και αγαλλόμενος. Και ο μεν Ιωάννης, επήγεν εις τον οίκον, όπου εξενοδοχείτο, και ευχαρίστει τον Θεόν δια τα θαυμαστά μεγαλεία οπού είδεν. Ο δε μακάριος Ζαχαρίας και αληθώς ανυπερήφανος, θέλωντας να φύγη της ανθρωπίνης δόξης το δόλωμα, αφήκε το οσπήτιόν του εκείνο και έφυγεν, άγνωστος τελείως εις όλους γενόμενος.

(4) Δια τούτο είπε και ο χρυσόγλωττος Ιωάννης· «Συνεχώς τοίνυν, αγαπητοί, στρέφωμεν τους περί κολάσεως και γεέννης λόγους, και εν διανοία και επί γλώττης. Ου γαρ αφίησιν εμπεσείν εις γέενναν, το μεμνήσθαι γεέννης. Ουκ ακούεις Παύλου λέγοντος· Οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου Κυρίου;» (Β’ Θεσσαλ. α’, 9). Λόγω εις την Δευτέραν Παρουσίαν, τομ. ε’, της εν Ετόνη εκδόσεως.

(5) Τούτο φαίνεται ότι είναι μία ποσότης νομισμάτων.

*

Ο Όσιος Λογγίνος εν ειρήνη τελειούται (6).

Έχεις αθλητήν Χριστέ Λογγίνον μέγαν,
Έχεις δε και Λογγίνον ασκητήν μέγαν.

(6) Ο Όσιος ούτος Λογγίνος αφήκεν ημίν το απόφθεγμα τούτο· «Ώσπερ ο νεκρός ουκ αισθάνεταί τινος, ουδέ κρίνει τινά, ούτω και ο ταπεινόφρων ου δύναται κρίναι άνθρωπον, καν ίδη αυτόν προσκυνούντα τοις ειδώλοις» (σελ. 280 του Ευεργετινού). Ο ίδιος ούτος ερώτησε τον αββάν Λούκιον ούτω· «Θέλω ξενιτεύσαι». Και απεκρίθη εκείνος· «Εάν μη κρατήσης της γλώσσης σου ουκ ει ξένος, όπου αν απέλθης. Και ώδε ουν κράτησον της γλώσσης σου, και ξένος ει». Ερώτησε και δεύτερον· «Θέλω νηστεύσαι». Και απεκρίθη εκείνος· «Είπεν Ησαΐας ο προφήτης. Εάν κάμψης ως κρίκον τον τράχηλόν σου, ουδ’ ούτως κληθήσεται νηστεία δεκτή. Αλλά μάλλον κράτησον των πονηρών λογισμών». Ερώτησε και τρίτον· «Θέλω φυγείν τους ανθρώπους». Και απεκρίθη εκείνος· «Εάν μη πρότερον κατορθώσης την αρετήν μετά των ανθρώπων, ουδέ κατά μόνας δύνασαι κατορθώσαι» (σελ. 723 του αυτού).

Ούτος ο Όσιος ερωτήθη μίαν φοράν, ποία αρετή είναι μεγαλιτέρα από όλας, και είπεν. Ότι καθώς η υπερηφανία είναι μεγαλιτέρα από όλας τας κακίας και τα πάθη, ώστε οπού εδυνήθη να ρίψη και τους Αγγέλους από τον Ουρανόν, έτζι εκ του εναντίου η ταπεινοφροσύνη είναι μεγαλιτέρα από όλας τας αρετάς. Επειδή αυτή δύναται να αναβιβάση από τας αβύσσους τον άνθρωπον, καν και ήναι ωσάν τον δαίμονα αμαρτωλός. Δια τούτο και ο Κύριος προτίτερα από όλους μακαρίζει τους πτωχούς τω πνεύματι: ήτοι τους ταπεινούς (σελ. 275 του Ευεργετινού). Γράφεται δε περί τούτου και εν τω χειρογράφω Παραδείσω των Πατέρων, ότι είπε ταύτα τα ψυχοσωτήρια λόγια. «Η νηστεία ταπεινοί το σώμα, η αγρυπνία καθαρίζει τον νουν. Η ησυχία φέρει το πένθος. Το πένθος βαπτίζει τον άνθρωπον, και ποιεί αυτόν αναμάρτητον». Είχε δε ούτος κατάνυξιν πολλήν εν τη ευχή και εν τη ψαλμωδία αυτού. Λέγει ουν εν μια ημέρα ο μαθητής αυτού. Αββά, ούτος εστίν ο κανών ο πνευματικός, το να κλαίη ο μοναχός εν τη προσευχή αυτού; Και απεκρίθη ο Γέρων. Ναι τέκνον, αυτός είναι ο κανών. Τον οποίον ζητεί ο Θεός. Διατί ο Θεός δεν έκαμε τον άνθρωπον δια να κλαίη, αλλά δια να χαίρη και να ευφραίνεται. Ίνα δοξάζη αυτόν καθαρώς και αναμαρτήτως, ως οι Άγγελοι. Αφ’ ου δε ο άνθρωπος έπεσεν εις την αμαρτίαν, εχρειάσθη να κλαίη. Όπου γαρ αμαρτία δεν είναι, εκεί δεν είναι χρεία ούτε κλαυθμού.

*

Μνήμη των εν Αγίοις Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Γενναδίου και Μαξίμου.

Εις τον Γεννάδιον.

Ο Γεννάδιος εύρε την Εδέμ στέφος,
Φανείς νοητήν προς παλαίστραν γεννάδας (7).

(7) Ο θείος ούτος Γεννάδιος ήτον πρώτον Πρεσβύτερος της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας εν έτει 458. Όταν δε ο Πατριάρχης Ανατόλιος απήλθε προς Κύριον, τότε ανεβιβάσθη εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτός κατέστησεν οικονόμον και τον Άγιον Μαρκιανόν, όστις πρότερον ήτον Ναυατιανός, ύστερον δε προσήλθεν εις την του Χριστού Εκκλησίαν. Καταστήσας δε αυτόν οικονόμον, διετάξατο και ετύπωσεν, ίνα πέρνωσιν οι κατά τόπον κληρικοί τα προσφερόμενα εις κάθε Εκκλησίαν. Τα οποία όλα έπερνε πρότερον η μεγάλη Εκκλησία. Ούτος ο Άγιος κανένα δεν εχειροτόνει, ανίσως πρότερον δεν ήξευρεν από στήθους το Ψαλτήριον. Εν έτει δε 459 συνέγραψε την κατά των Σιμωνιακών εγκύκλιον επιστολήν συν τη περί αυτόν Συνόδω των πα’ [81] Επισκόπων, την οποίαν όρα ερμηνευομένην εις το ημέτερον Πηδάλιον.

Ούτος ο Άγιος επλούτει και το χάρισμα της θαυματουργίας. Αυτός γαρ εξήρανε το χέρι του ζωγράφου εκείνου, οπού ετόλμησε να ζωγραφήση τον Σωτήρα Χριστόν, κατά το σχήμα του Διος: ήτοι με πολλά μαλλία και γένεια, καθώς λέγει Θεόδωρος ο Αναγνώστης, και Νικηφόρος ο Κάλλιστος (βιβλ. 25, κεφ. 23), οίτινες και ταύτα προσθέττουσιν, ότι επί του Σωτήρος, το ούλον μάλλον και ολιγότριχον, αληθέστερόν εστιν, ως εκ των ιστορούντων διέγνωμεν. Ήγουν ότι ο Κύριος δεν είχε πολλά μαλλία και γένεια, αλλά ολίγα, και σκαντζουρά. Τον ζωγράφον όμως εκείνον, οπού εζωγράφησε τον Κύριον ωσάν τον Δία, με πολλά μαλλία και γένεια, ιάτρευσε πάλιν ο Άγιος δια προσευχής του. Ούτος ο Άγιος έγραψε και εις τον Άγιον Μάρτυρα Ελευθέριον, κατηγορώντας ένα κληρικόν της Εκκλησίας του, ταύτα· «Άγιε μάρτυς του Θεού Ελευθέριε. Ο σος στρατιώτης ατάκτως διανύει το ζην. Ή διορθούν αυτόν, ή εκκόπτειν σε δει». Ήγουν ο εδικός σου κληρικός άτακτα περνά την ζωήν του. Λοιπόν πρέπει ή να τον διορθώσης, ή να κόψης την ζωήν του. Όθεν ο κληρικός ευθύς απέθανεν. Ούτος ο Άγιος επήγε να προσευχηθή την νύκτα εις το άγιον Βήμα και εκεί είδε ένα φάντασμα δαιμονικόν, το οποίον επετίμησε μεν ο Άγιος, ήκουσε δε να του ειπή, ότι έως μεν οπού αυτός ζη, εμποδίζεται και δεν δύναται να κάμη τίποτε. Ύστερον δε μετά τον θάνατόν του, θέλει ταράξει την Εκκλησίαν. Ταύτα δε ακούσας, εφοβήθη ο Άγιος, και πολλά παρακαλέσας τον Θεόν, μετά ολίγον εκοιμήθη εν έτει 471, πατριαρχεύσας χρόνους οκτώ, και αφήσας διάδοχόν του Ακάκιον τον Πρεσβύτερον. (Όρα σελ. 404, της Δωδεκαβίβλου.)

Εις τον Μάξιμον.

Μάξιμος ωδίνησε και τεκών τέκνα,
Πράξεις αγνάς άπεισιν αγνός εκ βίου (8).

(8) Δύω Μάξιμοι φέρονται παρά τω τρίτω τόμω της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Μελετίου, Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως. Εις μεν, επί Θεοδώρου Λασκάρεως εν έτει 1206, όστις Μοναχός ων πρότερον, έγινε Πατριάρχης ύστερον, και έζησε μόνον μήνας εξ. Εις δε, επί του Μεχμέτη του Β’, εν έτει 1450, όστις ήτον περιβόητος εις την αρετήν, και εποίμανε το ποίμνιόν του εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, διδάσκων επ’ Εκκλησίας κάθε Κυριακήν. Του οποίου η φήμη έφθασεν εις τα ώτα του βασιλέως, όστις παρεκάλεσεν αυτόν και εξήγησε τουρκιστί το ιερόν της πίστεως σύμβολον. Ποίος δε είναι ούτος από τους δύω, άδηλόν εστιν.

*

Ο Όσιος Γεννάδιος ο εν τη Μονή του Βατοπαιδίου ασκήσας και δοχειάρης αυτής ων, ο αξιωθείς ιδείν πίθον κενόν βλύζοντα έλαιον, δια θαύματος της Θεοτόκου, εν ειρήνη τελειούται (9).

Ο Γεννάδιος είδε θαύμα τι ξένον,
Πίθον κενόν βλύζοντα. Αγνής η χάρις.

(9) Όρα εις την Ακολουθίαν των αγιορειτών Πατέρων.

*

Ο Όσιος Ιουστίνος εν ειρήνη τελειούται.

Ασκητικώς άγρυπνος οφθαλμός μύει,
Ιουστίνος το θαύμα των ησκηκότων.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος Γρηγόριος ΝεοκαισαρείαςΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΙΖ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ Θαυματουργοῦ.

Ὁ Γρηγόριος θαυματουργῶν καὶ πάλαι,
Θεῷ παραστὰς θαυματουργεῖ τι πλέον.

Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ τε μέγας θάνε θαυματοεργός.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Αὐρηλιανοῦ, υἱὸς γονέων Ἑλλήνων, ἐν ἔτει σοε΄ [275]. Εὐθὺς δὲ ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας ἠγάπησεν ὁ ἀοίδιμος τὴν μερίδα τῶν καλῶν καὶ ὠφελίμων πραγμάτων. Ὅθεν ἐγνώρισε καὶ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν. Καὶ ὅσον ἡ ἡλικία ηὔξανε, τόσον συνηύξανε μὲ αὐτὸν καὶ ἡ εὐσέβεια. Θαυματουργὸς δὲ ἐπωνομάσθη, διὰ τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα θαύματα ὁποῦ ἐνήργησεν. Εἰς καιρὸν γὰρ ὁποῦ ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τὸ σχολεῖον τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ ἐσπούδαζε τὰ μαθήματα τῆς φιλοσοφίας, ἐπῆγεν εἰς αὐτὸν μία πόρνη, τὴν ὁποίαν παρεκίνησαν οἱ συμμαθηταί του νὰ συκοφαντήσῃ τὸν Ἅγιον. Ὅθεν ἡ ἀθλία ἐνεργηθεῖσα ἀπὸ δαιμόνιον διὰ τὴν κατὰ τοῦ Ἁγίου συκοφαντίαν, ἐσπαράττετο εἰς τὴν γῆν. Ταύτην δὲ ὁ Ἅγιος ἐλεήσας, ἰάτρευσεν. Οὗτος μίαν φορὰν εἶδεν ἔξυπνος τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον ὁμοῦ μὲ τὸν θεολόγον Ἰωάννην, οἵτινες ἐδίδαξαν αὐτὸν τὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος μυστήριον (1). Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ Ἅγιος ἔγινεν Ἐπίσκοπος Νεοκαισαρείας, ἀπὸ τὸν Φαίδιμον τὸν Ἀμασείας πρόεδρον: ἤτοι Ἐπίσκοπον, τότε καὶ ὅταν ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ ἀφ’ οὗ ἐπῆγε, λέγεται, ὅτι ἐποίησε θαύματα μεγάλα καὶ ἀκοῆς ἀνώτερα. Πέτραν γὰρ μεγάλην παρομοίαν μὲ βουνόν, διὰ προσευχῆς του ἐκίνησε, καὶ εἰς ἄλλον τόπον μετέφερε. Ἐμβαίνωντας δὲ κατὰ τὴν ὁδὸν μέσα εἰς ἕνα ναὸν τῶν εἰδώλων, ἐδίωξεν ἀπὸ ἐκεῖ τὰ δαιμόνια. Τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν νὰ ἔμβουν πάλιν εἰς τὸν ναόν, ἀλλὰ δὲν ἐδυνήθησαν. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ προσμονάριος τοῦ ναοῦ ἐκείνου, ἐθυμώθη ἐναντίον τοῦ Ἁγίου. Ὁ δὲ Ἅγιος ἔγραψεν εἰς χαρτίον. Ἐγὼ ὁ Γρηγόριος λέγω εἰς ἐσένα τὸν Σατανᾶν, ἔμβα πάλιν εἰς τὸν ναόν. Τὸ χαρτίον δὲ τοῦτο εὐθὺς ὁποῦ ἔβαλεν ὁ νεωκόρος εἰς τὸν ναόν, ἐμβῆκαν πάλιν οἱ δαίμονες εἰς αὐτόν. Ὅθεν ἐκεῖνος καταπλαγεὶς εἰς τὸ τοιοῦτον θαῦμα, ἀντὶ νὰ ᾖναι λατρευτὴς τῶν δαιμόνων, ἔγινε μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐπρόστρεξεν εἰς τὸν θεῖον Γρηγόριον.

Οὗτος ὁ Ἅγιος σταθεὶς μίαν νύκτα εἰς προσευχήν, ἐξήρανε μίαν λίμνην μεγάλην, ἥτις ἔκαμνε κύματα παρόμοια μὲ τὴν θάλασσαν. Καὶ μαζὶ μὲ τὴν λίμνην, ἐξήρανε καὶ τὸν θυμὸν καὶ τὴν μνησικακίαν τῶν δύω ἀδελφῶν, οἵτινες πολεμοῦντες, ποῖος ἀπὸ τοὺς δύω νὰ πάρῃ τὴν λίμνην ἐκείνην, εἶχον ἀναμεταξύ των ἀφιλίωτον μῖσος. Οὗτος ἐκράτησε καὶ τὸν ποταμὸν νὰ μὴ τρέχῃ εἰς τὰ ἔμπροσθεν, μὲ τὸ νὰ παρεκάλεσαν αὐτὸν οἱ πλησίον τοῦ ποταμοῦ κατοικοῦντες Χριστιανοί. Πῶς δὲ τὸν τοιοῦτον ἐκράτησεν; ἐμπήξας τὴν ῥάβδον του εἰς τὴν γῆν, καὶ προσθέσας θαῦμα ἐπάνω εἰς τὸ θαῦμα. Διότι καὶ τὸ ῥεῖθρον τοῦ ποταμοῦ φαίνεται ὅτι ἐμποδίζεται, καὶ τρόπον τινα φοβεῖται νὰ πλησιάσῃ εἰς τὴν ῥάβδον τοῦ Ἁγίου. Καὶ αὕτη δὲ ἡ ῥάβδος, καὶ μὅλον ὁποῦ ἦτον ξηρὰ καὶ ἄμοιρος ἀπὸ κάθε φυσικὴν ὑγρότητα, ἐβλάστησεν ὅμως καὶ δένδρον ἔγινε εὐθαλέστατον. Ἀλλ’ οὐδὲ ἡ τόση πολυκαιρία ἔβλαψε τὸ τοιοῦτον θαῦμα. Λέγουσι γὰρ ὅτι καὶ ἕως τῆς σήμερον καὶ ὁ ποταμὸς συστέλλεται καὶ δὲν τρέχει εἰς τὰ ἔμπροσθεν, καὶ τὸ δένδρον (ἤτοι ἡ ῥάβδος τοῦ Ἁγίου) διαμένει εἰς τόσους χρόνους. Καὶ ἐκ τῶν δύω ὁμοῦ κηρύττεται ἡ τοῦ Χριστοῦ δύναμις διὰ τοῦ δούλου του Γρηγορίου.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἀπέδειξε τῇ ἀληθείᾳ καὶ διὰ τοῦ ἔργου νεκρόν, τὸν Ἑβραῖον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπεκρίθη πῶς εἶναι νεκρός, διὰ νὰ περιγελάσῃ τὸν Ἅγιον. Οὗτος ἱστάμενος εἰς τὸ βουνὸν καὶ προσευχόμενος, ἐφάνη εἰς τοὺς τοῦτον ζητοῦντας, ὅτι ἦτον δένδρον. Οὗτος καὶ πεῖναν ἔφερεν εἰς τοὺς ἀπίστους. Ἀφ’ οὗ δὲ αὐτοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστόν, ἠλευθέρωσεν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ θάνατον. Ὅταν δὲ ἔμελλε νὰ ἀπέλθῃ πρὸς Κύριον, πολλὰ εὐχαρίστησε τὸν Θεόν, διατὶ, τὴν πόλιν αὑτοῦ Νεοκαισάρειαν πολυάνθρωπον οὖσαν καὶ γεμάτην ἀπὸ ἀσεβεῖς καὶ ἀπίστους, ἀφῆκεν αὐτὴν ὀλιγάνθρωπον. Ὅσους γὰρ ὀλίγους Χριστιανοὺς εὑρῆκεν εἰς αὐτήν, ὅταν ἔγινεν Ἀρχιερεύς, τόσους ἐκ τοῦ ἐναντίου ὀλίγους ἀσεβεῖς ἀφῆκεν εἰς αὐτήν, ὅταν ἐτελεύτησεν. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον τοῦ Ἁγίου ὅρα εἰς τὸν Παράδεισον (2).)

(1) Ἔχει δὲ ἡ διδασκαλία αὕτη ἐπὶ λέξεως ταῦτα, καθὼς τὰ ἀναφέρει ὁ θεῖος Νύσσης Γρηγόριος εἰς τὸν κατὰ πλάτος Βίον τοῦ Ἁγίου· «Εἷς Θεὸς Πατὴρ Λόγου ζῶντος, Σοφίας ὑφεστώσης καὶ Δυνάμεως, καὶ χαρακτῆρος ἀϊδίου. Τέλειος τελείου Γεννήτωρ. Πατὴρ υἱοῦ Μονογενοῦς. Εἷς Κύριος, μόνος ἐκ μόνου, Θεὸς ἐκ Θεοῦ, χαρακτὴρ καὶ Εἰκὼν τῆς Θεότητος. Λόγος ἐναργής. Σοφία τῆς τῶν ὅλων συστάσεως περιεκτικὴ καὶ δύναμις τῆς ὅλης κτίσεως ποιητική. Υἱὸς ἀληθινὸς ἀληθινοῦ Πατρός. Ἀόρατος, ἀοράτου. Ἄφθαρτος, ἀφθάρτου. Ἀθάνατος, ἀθανάτου. Ἀΐδιος, ἀϊδίου. Ἓν Πνεῦμα Ἅγιον ἐκ Θεοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον, καὶ δι’ Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδὴ τοῖς ἀνθρώποις. Εἰκὼν τοῦ Υἱοῦ τελείου τελεία. Ζωὴ ζώντων αἰτία. Πηγὴ ἁγία ἁγιότητος, ἁγιασμοῦ χορηγός. Ἐν ᾧ φανεροῦται Θεὸς ὁ Πατὴρ ὁ ἐπὶ πάντων καὶ ἐν πᾶσι. Καὶ Θεὸς ὁ Υἱὸς ὁ διὰ πάντων. Τριὰς τελεία, δόξῃ, ἀϊδιότητι καὶ βασιλείᾳ μὴ μεριζομένη μηδὲ ἀπαλλοτριουμένη. Οὔτε οὖν κτιστόν τι, ἢ δοῦλον ἐν τῇ Τριάδι, οὔτε ἐπείσακτον, ὡς πρότερον μὲν οὐχ’ ὑπάρχον, ὕστερον δὲ ἐπεισελθόν. Οὔτε οὖν ἐνέλιπέν ποτε Υἱὸς Πατρί, οὔτε Υἱῷ τὸ Πνεῦμα. Οὔτε ηὐξήθη Μονὰς εἰς δυάδα, καὶ δυὰς εἰς Τριάδα. Ἀλλ’ ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος ἡ αὐτὴ Τριὰς ᾀεί».

(2) Σημείωσαι, ὅτι τὸν κατὰ πλάτος Βίον τοῦ Ἁγίου τούτου, συνέγραψε μὲν ἑλληνιστὶ ὁ θεῖος Νύσσης Γρηγόριος, οὗ ἡ ἀρχή· «Ὁ μὲν σκοπὸς εἷς ἐστι τοῦ τε ἡμετέρου λόγου», μετέφρασε δὲ εἰς τὸ ἁπλοῦν ὁ μακαρίτης Ἀγάπιος. Καὶ τοῦτο δὲ σημείωσαι, ὅτι ὁ Ἅγιος οὗτος ἦτον σύγχρονος μὲ τὸν Ἅγιον Διονύσιον τὸν Ἀλεξανδρείας, εἰ καὶ ὀλίγον ὕστερον ἐκείνου. Ἐχρημάτισε δὲ καὶ μαθητὴς τοῦ Ὠριγένους κατὰ τὸν Νύσσης Γρηγόριον. Ἦτον δὲ παρὼν καὶ εἰς τὴν ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ Παύλου τοῦ Σαμοσατέως συγκροτηθεῖσαν Σύνοδον μετὰ Φιρμιλιανοῦ τοῦ Καισαρείας, ὡς λέγει ὁ Εὐσέβιος, βιβλ. ζ΄, κεφ. κη΄, καὶ ὁ Ζωναρᾶς καὶ Βαλσαμών. Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος, λέγει περὶ αὐτοῦ ἐν τῇ πρὸς κληρικοὺς Νεοκαισαρείας ἐπιστολῇ, ὅτι ὁ Γρηγόριος οὗτος, δὲν ἐσκέπαζε τὴν κεφαλήν του ὅταν ἐπροσηύχετο, γνήσιος μαθητὴς ὑπάρχων Παύλου τοῦ Ἀποστόλου. Ὅτι ἔφευγε τοὺς ὅρκους, ἀρκούμενος εἰς τὸ, ναὶ καὶ τὸ, οὐ. Ὅτι κᾀνένα δὲν ὠνόμαζε μωρόν, ὅτι λοιδορίαν ἐμίσει. Καὶ ἄλλα πολλὰ λέγει ἐκεῖσε περὶ αὐτοῦ. Ἐν δὲ τῷ κεφ. τῶν περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λέγει δι’ αὐτόν· «Γρηγόριον δὲ καὶ τὰς ἐκείνου φωνὰς ποῦ θήσομεν; ἆρ’ οὐχὶ μετὰ τῶν Ἀποστόλων καὶ Προφητῶν; ἄνδρα τῷ αὐτῷ Πνεύματι ἐκείνοις περιπατήσαντα; καὶ τοῖς τῶν Ἁγίων ἴχνεσι διὰ παντὸς τοῦ βίου στοιχήσαντα; καὶ τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας τὸ ἀκριβὲς διὰ πάσης αὐτοῦ τῆς ζωῆς κατορθώσαντα; ὃς τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἐν αὐτῷ χαρισμάτων, τῶν ἐνεργουμένων ὑπὸ τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ σημείοις καὶ τέρασι, δεύτερος Μωσῆς παρ’ αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας προσηγόρευτο». Εἰς τοῦτον ἀποδίδεται καὶ ἡ εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν ἑρμηνεία. Καὶ οὐχὶ εἰς τὸν θεολόγον Γρηγόριον. Ὅρα καὶ τοὺς δώδεκα Κανόνας τούτου ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πηδαλίῳ.

*

Όσιος Λάζαρος ο ΖωγράφοςΤῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Λαζάρου τοῦ Ζωγράφου.

Οὐ ζωγραφεῖ σε Λάζαρος καὶ νῦν Λόγε,
Ἀλλὰ βλέπει σε ζῶντα μὴ ληπτὸν χρόαις.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἀπὸ μικρὸν παιδίον ἔγινε Μοναχὸς καὶ τὴν ζωγραφικὴν τέχνην ἔμαθε. Καὶ κοντὰ εἰς τὴν σκληραγωγίαν καὶ ἐγκράτειαν ὁποῦ ἐμεταχειρίζετο, ἐπιμελεῖτο ὁ ἀοίδιμος ἀκόμη καὶ τὴν ἐλεημοσύνην, διὰ τοῦτο καὶ τῆς Ἱερωσύνης ἐδέχθη τὸ χάρισμα. Ἀφ’ οὗ δὲ ἔγινεν Ἱερεύς, ἐστάθη εἰς πόλεμον ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων. Καὶ τόσας πολλὰς θλίψεις ὑπέμεινεν, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς Νεστοριανοὺς καὶ Εὐτυχιανιστὰς καὶ Διοσκορίτας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Εἰκονομάχους, ὅσας δὲν ἠμπορεῖ τινας νὰ εἰπῇ διὰ λόγου. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παλαιὰν Ῥώμην ἐστάλθη, μὲ σκοπὸν διὰ νὰ βοηθήσῃ εἰς τὰ πατρικὰ καὶ ἀποστολικὰ δόγματα, ὁποῦ ἐπολεμοῦντο ἀπὸ τοὺς Εἰκονομάχους. Ἐπιστρέψας δὲ ἀπὸ τὴν Ῥώμην εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν μεγαλοπρεπῶς, πάλιν ἀπεστάλθη εἰς Ῥώμην διὰ τὰς αὐτὰς ὑποθέσεις. Πηγαίνωντας δὲ δεύτερον εἰς τὴν Ῥώμην, κατὰ τὸ μέσον τῆς στράτας ἀσθενεῖ ἀπὸ τὰς ἀνωμαλίας τοῦ καιροῦ. Καὶ οὕτω παραδίδει τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ. Τὸ δὲ τίμιον αὐτοῦ σῶμα ἀνακομισθὲν ὕστερον, κατετέθη εἰς τὸ Μοναστήριον τὸ καλούμενον τοῦ Εὐάνδρου (3).

(3) Περὶ τοῦ Λαζάρου τούτου γράφεται εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ἑβδόμης Συνόδου, ὅτι ἱστόρησεν εἰς τὸν τοῖχον τὰς εἰκόνας τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Μία δὲ γυνὴ ἔχουσα στρόφους εἰς τὴν κοιλίαν, ἔξυσεν ἀπὸ τὸν τοῖχον ἐκεῖνον, καὶ ἔπιε μὲ τὸ νερόν. Καὶ οὕτως ἰατρεύθη ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ζαχαρίου τοῦ Σκυτοτόμου καὶ Ἰωάννου, καὶ διήγησις πάνυ ὠφέλιμος.

Ὁ Ζαχαρίας καὶ Ἰωάννης ἅμα,
Χερουβικὸν νοῦν ἔσχον ἐξ ἀγρυπνίας.

Ἕνας ἄνθρωπος ἔνδοξος καὶ περιφανὴς εἰς τὰ τοῦ κόσμου πράγματα, ὀνόματι Ἰωάννης, καταφρονήσας ὅλα τὰ τοῦ βίου ἡδονικά, ἐμεταχειρίζετο μίαν ζωὴν ταπεινὴν καὶ μοναχικήν. Καὶ σχολάζων εἰς τὰ τοῦ Θεοῦ πράγματα, ἐσπούδαζε νὰ ἀρέσῃ εἰς μόνον τὸν Θεόν. Καταγινόμενος μὲν πάντοτε εἰς προσευχὰς καὶ δεήσεις, ἐκτεινόμενος δὲ καὶ προκόπτων εἰς τὰ ἔμπροσθεν καὶ μεγαλίτερα κατορθώματα. Ἐπειδὴ δὲ κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα του κατορθώματα, εἶχεν ἀπαραίτητον ἔργον καὶ τὸ νὰ πηγαίνῃ νὰ ἀγρυπνῇ ὅλην τὴν νύκτα εἰς τοὺς ναοὺς τοῦ Κυρίου, διὰ τοῦτο μίαν νύκτα ἐπῆγεν εἰς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει μέγαν Ναὸν τῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου Ἁγίας Σοφίας. Καὶ εὑρὼν κλεισμένας τὰς πόρτας, ἐκάθισεν εἰς ἕνα σκαμνίον, ὁποῦ ἦτον ἐκεῖ κοντά, μὲ τὸ νὰ ἦτον ἀποκαμωμένος. Ἐκεῖ δὲ καθήμενος, ἀνεγίνωσκε μὲ σιγανὴν φωνὴν τὴν ἀκολουθίαν του.

Καὶ ἰδοὺ βλέπει μίαν λάμψιν φωτός, ἡ ὁποία ἤρχετο ἀπὸ ἔξω. Θεωρήσας δὲ προσεκτικώτερον, ἐστοχάζετο ἕνα ἄνδρα σεμνόν, ἀκολουθοῦντα εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο. Ὅθεν χαροποιηθεὶς διὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἐπρόσεχε καλλίτερα, θέλωντας νὰ μάθῃ, τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. Ὅταν δὲ ὁ φαινόμενος ἔφθασεν εἰς τὰς κεκλεισμένας πόρτας τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἔκλινε τὰ γόνατα εἰς τὸ κατώφλιον τῆς πόρτας, καὶ ἀρκετὰ ἐπροσευχήθη. Ἔπειτα ἐσήκωσεν ὑψηλὰ τὰ χέριά του, καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ εἰς τὰς πόρτας, ὢ τοῦ θαύματος! παρευθὺς αἱ πόρται ἀνοίχθησαν ἀπὸ λόγου των, καὶ μαζὶ μὲ τὸ φῶς ἐμβῆκε μέσα καὶ ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐμβῆκε, πάλιν ἔκλινε γόνυ εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπου ἄνωθεν ἦτον ζωγραφημένη ἡ εἰκὼν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, σηκωθεὶς δέ, ἄνοιξε καὶ ἐκεῖ τὰς πόρτας. Καὶ ἐλθὼν εἰς τὰς ἀργυρᾶς καὶ ὡραίας πόρτας τοῦ Ναοῦ τὰς ἐν τῷ νάρθηκι, ἀρκετὰ ἐκεῖ ἐπροσευχήθη. Ἔπειτα ἄνοιξε καὶ ταύτας μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἔτζι ἐμβῆκεν εἰς τὸν Ναὸν φωτοειδὴς ὅλος ὤν.

Πηγαίνωντας δὲ εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ, ἐσήκωσε τὰς χεῖράς του ὑψηλά, ἐξιλεόνωντας τὸν Θεόν. Ὅταν δὲ ἐτελείωσε τὴν προσευχήν του, πάλιν ἐγύρισεν ὀπίσω, καὶ πηγαίνει εἰς τὸ προαύλιον τοῦ Ναοῦ. Αἱ δὲ πόρται ἐκλείοντο ὑπὸ θείας ἐνεργείας, καθὼς ἐκεῖνος εὔγαινεν ἔξω. Ἐστέκετο λοιπὸν ὁ ἱερὸς ἄνθρωπος Ἰωάννης, καὶ ἔβλεπε προσεκτικῶς, ποῦ θέλει ὑπάγῃ ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἀνήρ, ἀφ’ οὗ εὐγῆκεν ἀπὸ τὸν Ναόν. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνος ἐπεριπάτει τὴν ἴσην στράταν, δὲν ἀμέλησεν ὁ Ἁβραμιαῖος Ἰωάννης νὰ ἀκολουθήσῃ αὐτόν, διὰ νὰ μάθῃ, ποῦ κρύπτεται ὁ τοιοῦτος πολύτιμος τοῦ Θεοῦ μαργαρίτης. Κλίνας δὲ ὁ φαινόμενος ὀλίγον ἀπὸ τὴν ἴσην στράταν, ἐπήγαινεν εἰς τὸν κατήφορον κατὰ τὴν σκάλαν τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ. Πλησιάσας δὲ εἰς ἕνα μικρότατον ὁσπήτιον, καὶ κτυπήσας τὴν πόρταν μὲ τὸ χέρι, εἶπε μὲ σιγανὴν φωνὴν τὸ ὄνομα τῆς ἔνδον οὔσης γυναικός, Μαρία, καὶ οὕτως ἐμβῆκε μέσα. Τότε τὸ φῶς ὁποῦ τὸν ἐφώτιζεν εἰς τὸν δρόμον, ἐσηκώθη ἀπὸ τὸ μέσον. Καὶ οὕτως ἔγινεν ἀναμεταξὺ εἰς τοὺς δύω νύκτα σκοτεινή.

Ἡ δὲ γυνὴ τοῦ θείου ἐκείνου ἀνδρός, ἄναψε τὸν λύχνον ἀπὸ τὴν κανδήλαν καὶ ἔφερεν εἰς τὸν ἄνδρα της. Ἐκεῖνος δέ, δὲν ἐπλαγίασεν εἰς κλίνην, μήτε κατὰ ἄλλον τρόπον ἀνέπαυσε το σῶμά του, ἀλλὰ ἄρχισε νὰ δουλεύῃ. Τζαγγάρης γὰρ ἦτον καὶ τῶν δερμάτων ῥάπτης. Τότε καὶ ὁ ἀκολουθῶν ὀπίσω του ἀξιομνημόνευτος Ἰωάννης, χωρὶς ἐντροπὴν ἐπῆγεν εἰς τὸ ὁσπήτιον ἐκείνου. Καὶ πεσὼν εἰς τοὺς πόδας του, ἔβρεχεν αὐτοὺς μὲ τὰ δάκρυα καὶ παρακαλῶν αὐτόν, μὴ ἀποκρύψῃς ἀπὸ λόγου μου, ἔλεγε, ποῖος εἶσαι, καὶ ποία εἶναι ἡ ὑψηλὴ πολιτεία σου, διὰ μέσου τῆς ὁποίας ποιεῖς ἐξαίσια θαύματα, τὰ ὁποῖα εἶδον ἐγὼ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου. Ὁ δὲ ταπεινόφρων ἐκεῖνος, συγχώρησον, ἔλεγε, γέρων διὰ τὸν Κύριον. Ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, καὶ δὲν ἔχω κᾀνένα ἔργον καλὸν εἰς τὸν ἑαυτόν μου. Ποῖος γὰρ εἶμαι ὁ ἰδιώτης ἐγώ; ἢ πόθεν ἔμαθον κᾀμμίαν ὑψηλὴν πολιτείαν, ὡς αὐτὸς λέγεις, εἰς καιρὸν ὁποῦ εἶμαι πτωχὸς καὶ ἐργάτης μιᾶς τέχνης εὐτελεστάτης; Ἐπλανήθης ὦ ἄνθρωπε, ἐπλανήθης, καὶ φάντασμα μᾶλλον εἶδες, παρὰ ἀλήθειαν.

Τότε ὁ γέρων ἐπρόσθεσε δάκρυα ἐπάνω εἰς τὰ δάκρυα, καὶ δὲν ἔπαυεν ὁρκίζων αὐτὸν εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ τοῦ φανερώσῃ τὴν μεγαλιτέραν αὐτοῦ ἀρετήν. Ἂν γὰρ δὲν ἦτον, ἔλεγεν, ἔργον τῆς θείας Προνοίας διὰ νὰ φανερωθῇ ἡ ἐδική σου πολιτεία, βέβαια δὲν ἤθελα ἀξιωθῶ ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος νὰ γένω θεωρὸς τοιούτων μυστηρίων. Στενοχωρούμενος λοιπὸν ἀπὸ τοὺς ὅρκους ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος ἀνήρ, ἐσηκώθη ἐπάνω, καὶ ποιήσας πρῶτον μετάνοιαν εἰς τὸν γέροντα, ἄρχισε ἔτζι νὰ λέγῃ.

Ἤξευρε καλά, ἀδελφέ μου, ὅτι κᾀνένα κατόρθωμα ἐπὶ τῆς γῆς δὲν ἀπόκτησα, πάρεξ τὸ νὰ συμφύρωμαι καὶ νὰ μολύνωμαι μὲ τὰς ἁμαρτίας. Καὶ τὸ νὰ προτιμῶ τῆς σαρκός μου τὴν καλοπάθειαν. Μετὰ ταῦτα δέ, ἐκ τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ μου, λαβὼν εἰς νοῦν τὸν φόβον τῆς κολάσεως (4), ἀφ’ οὗ ταύτην, ὁποῦ βλέπεις, ἔλαβον εἰς γυναῖκά μου, δὲν ἐμόλυνα τὴν καθαρότητα τῆς σαρκός. Ἀλλὰ καὶ οἱ δύω φυλάττομεν παρθενίαν μὲ συμφωνίαν καὶ κρύπτομεν τοῦτο λέγοντες, ὅτι αὕτη εἶναι στεῖρα. Καὶ ἕως τώρα μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, φυλάττεται βεβαία ἀπὸ ἡμᾶς ἡ καθαρότης τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, διὰ τὸν πόθον καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ πλάστου μας. Θέλω προσθέσω δὲ καὶ ἄλλο ἕνα διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ὅρκου. Ὁ ἐδικός μου πλοῦτος ὅλος, δὲν εἶναι περισσότερος ἀπὸ ἕνα τριμίσιον (5). Μὲ τοῦτο δὲ ἀγοράζωντας δέρματα, ἐργάζομαι τὴν τέχνην τῶν ὑποδημάτων. Καὶ ὅ,τι μισθὸν εὐγάλω ἀπὸ αὐτήν, μοιράζω αὐτὸν εἰς δύω ἶσα μερίδια. Καὶ τὸ μὲν ἕνα μερίδιον τὸ πρῶτον καὶ κυριώτερον, τὸ ἀφιερόνω εἰς τὸν Χριστόν, δίδωντας αὐτὸ εἰς τοὺς πτωχοὺς τοὺς τοῦ Χριστοῦ ἀδελφούς, τὸ δὲ ἄλλο, ἐξοδεύω εἰς τὰ ἐδικά μας χρειαζόμενα. Καὶ ἔτζι πάντοτε πολιτευόμενος, φαντάζομαι καθ’ ἑκάστην τὸν φοβερὸν Κριτήν, ὁποῦ μέλλει νὰ ἔλθῃ. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐξέτασιν, ὁποῦ ἔχουν νὰ κάμουν εἰς ἐμὲ οἱ φορολόγοι δαίμονες.

Ταύτην τὴν διήγησιν ἀκούσας ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκπλαγείς, διὰ τὴν καθαρὰν καὶ μακαρίαν ζωὴν τοῦ ἀοιδίμου Ζαχαρίου (ἔτζι γὰρ ὠνομάζετο) ὑπερεπαίνεσεν αὐτόν. Εἶτα ἀποχαιρετήσας τὸν θαυμαστὸν ἄνδρα, εὐγῆκεν ἀπὸ τὸ ὁσπήτιόν του χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος. Καὶ ὁ μὲν Ἰωάννης, ἐπῆγεν εἰς τὸν οἶκον, ὅπου ἐξενοδοχεῖτο, καὶ εὐχαρίστει τὸν Θεὸν διὰ τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα ὁποῦ εἶδεν. Ὁ δὲ μακάριος Ζαχαρίας καὶ ἀληθῶς ἀνυπερήφανος, θέλωντας νὰ φύγῃ τῆς ἀνθρωπίνης δόξης τὸ δόλωμα, ἀφῆκε τὸ ὁσπήτιόν του ἐκεῖνο καὶ ἔφυγεν, ἄγνωστος τελείως εἰς ὅλους γενόμενος.

(4) Διὰ τοῦτο εἶπε καὶ ὁ χρυσόγλωττος Ἰωάννης· «Συνεχῶς τοίνυν, ἀγαπητοί, στρέφωμεν τοὺς περὶ κολάσεως καὶ γεέννης λόγους, καὶ ἐν διανοίᾳ καὶ ἐπὶ γλώττης. Οὐ γὰρ ἀφίησιν ἐμπεσεῖν εἰς γέενναν, τὸ μεμνῆσθαι γεέννης. Οὐκ ἀκούεις Παύλου λέγοντος· Οἵτινες δίκην τίσουσιν ὄλεθρον αἰώνιον ἀπὸ προσώπου Κυρίου;» (Β΄ Θεσσαλ. α΄, 9). Λόγῳ εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν, τόμ. ε΄, τῆς ἐν Ἐτόνῃ ἐκδόσεως.

(5) Τοῦτο φαίνεται ὅτι εἶναι μία ποσότης νομισμάτων.

*

Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται (6).

Ἔχεις ἀθλητὴν Χριστὲ Λογγῖνον μέγαν,
Ἔχεις δὲ καὶ Λογγῖνον ἀσκητὴν μέγαν.

(6) Ὁ Ὅσιος οὗτος Λογγῖνος ἀφῆκεν ἡμῖν τὸ ἀπόφθεγμα τοῦτο· «Ὥσπερ ὁ νεκρὸς οὐκ αἰσθάνεταί τινος, οὐδὲ κρίνει τινα, οὕτω καὶ ὁ ταπεινόφρων οὐ δύναται κρῖναι ἄνθρωπον, κᾂν ἴδῃ αὐτὸν προσκυνοῦντα τοῖς εἰδώλοις» (σελ. 280 τοῦ Εὐεργετινοῦ). Ὁ ἴδιος οὗτος ἐρώτησε τὸν ἀββᾶν Λούκιον οὕτω· «Θέλω ξενιτεῦσαι». Καὶ ἀπεκρίθη ἐκεῖνος· «Ἐὰν μὴ κρατήσῃς τῆς γλώσσης σου οὐκ εἶ ξένος, ὅπου ἂν ἀπέλθῃς. Καὶ ὧδε οὖν κράτησον τῆς γλώσσης σου, καὶ ξένος εἶ». Ἐρώτησε καὶ δεύτερον· «Θέλω νηστεῦσαι». Καὶ ἀπεκρίθη ἐκεῖνος· «Εἶπεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης. Ἐὰν κάμψῃς ὡς κρίκον τὸν τράχηλόν σου, οὐδ’ οὕτως κληθήσεται νηστεία δεκτή. Ἀλλὰ μᾶλλον κράτησον τῶν πονηρῶν λογισμῶν». Ἐρώτησε καὶ τρίτον· «Θέλω φυγεῖν τοὺς ἀνθρώπους». Καὶ ἀπεκρίθη ἐκεῖνος· «Ἐὰν μὴ πρότερον κατορθώσῃς τὴν ἀρετὴν μετὰ τῶν ἀνθρώπων, οὐδὲ κατὰ μόνας δύνασαι κατορθῶσαι» (σελ. 723 τοῦ αὐτοῦ).

Οὗτος ὁ Ὅσιος ἐρωτήθη μίαν φοράν, ποία ἀρετὴ εἶναι μεγαλιτέρα ἀπὸ ὅλας, καὶ εἶπεν. Ὅτι καθὼς ἡ ὑπερηφανία εἶναι μεγαλιτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς κακίας καὶ τὰ πάθη, ὥστε ὁποῦ ἐδυνήθη νὰ ῥίψῃ καὶ τοὺς Ἀγγέλους ἀπὸ τὸν Οὐρανόν, ἔτζι ἐκ τοῦ ἐναντίου ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι μεγαλιτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς ἀρετάς. Ἐπειδὴ αὐτὴ δύναται νὰ ἀναβιβάσῃ ἀπὸ τὰς ἀβύσσους τὸν ἄνθρωπον, κᾂν καὶ ᾖναι ὡσὰν τὸν δαίμονα ἁμαρτωλός. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος προτίτερα ἀπὸ ὅλους μακαρίζει τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι: ἤτοι τοὺς ταπεινούς (σελ. 275 τοῦ Εὐεργετινοῦ). Γράφεται δὲ περὶ τούτου καὶ ἐν τῷ χειρογράφῳ Παραδείσῳ τῶν Πατέρων, ὅτι εἶπε ταῦτα τὰ ψυχοσωτήρια λόγια. «Ἡ νηστεία ταπεινοῖ τὸ σῶμα, ἡ ἀγρυπνία καθαρίζει τὸν νοῦν. Ἡ ἡσυχία φέρει τὸ πένθος. Τὸ πένθος βαπτίζει τὸν ἄνθρωπον, καὶ ποιεῖ αὐτὸν ἀναμάρτητον». Εἶχε δὲ οὗτος κατάνυξιν πολλὴν ἐν τῇ εὐχῇ καὶ ἐν τῇ ψαλμωδίᾳ αὑτοῦ. Λέγει οὖν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ὁ μαθητὴς αὐτοῦ. Ἀββᾶ, οὗτός ἐστιν ὁ κανὼν ὁ πνευματικός, τὸ νὰ κλαίῃ ὁ μοναχὸς ἐν τῇ προσευχῇ αὐτοῦ; Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Γέρων. Ναὶ τέκνον, αὐτὸς εἶναι ὁ κανών. Τὸν ὁποῖον ζητεῖ ὁ Θεός. Διατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἔκαμε τὸν ἄνθρωπον διὰ νὰ κλαίῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ χαίρῃ καὶ νὰ εὐφραίνεται. Ἵνα δοξάζῃ αὐτὸν καθαρῶς καὶ ἀναμαρτήτως, ὡς οἱ Ἄγγελοι. Ἀφ’ οὗ δὲ ὁ ἄνθρωπος ἔπεσεν εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ἐχρειάσθη νὰ κλαίῃ. Ὅπου γὰρ ἁμαρτία δὲν εἶναι, ἐκεῖ δὲν εἶναι χρεία οὔτε κλαυθμοῦ.

*

Μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως Γενναδίου καὶ Μαξίμου.

Εἰς τὸν Γεννάδιον.

Ὁ Γεννάδιος εὗρε τὴν Ἐδὲμ στέφος,
Φανεὶς νοητὴν πρὸς παλαίστραν γεννάδας (7).

(7) Ὁ θεῖος οὗτος Γεννάδιος ἦτον πρῶτον Πρεσβύτερος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας ἐν ἔτει 458. Ὅταν δὲ ὁ Πατριάρχης Ἀνατόλιος ἀπῆλθε πρὸς Κύριον, τότε ἀνεβιβάσθη εἰς τὸν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτὸς κατέστησεν οἰκονόμον καὶ τὸν Ἅγιον Μαρκιανόν, ὅστις πρότερον ἦτον Ναυατιανός, ὕστερον δὲ προσῆλθεν εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Καταστήσας δὲ αὐτὸν οἰκονόμον, διετάξατο καὶ ἐτύπωσεν, ἵνα πέρνωσιν οἱ κατὰ τόπον κληρικοὶ τὰ προσφερόμενα εἰς κάθε Ἐκκλησίαν. Τὰ ὁποῖα ὅλα ἔπερνε πρότερον ἡ μεγάλη Ἐκκλησία. Οὗτος ὁ Ἅγιος κᾀνένα δὲν ἐχειροτόνει, ἀνίσως πρότερον δὲν ἤξευρεν ἀπὸ στήθους τὸ Ψαλτήριον. Ἐν ἔτει δὲ 459 συνέγραψε τὴν κατὰ τῶν Σιμωνιακῶν ἐγκύκλιον ἐπιστολὴν σὺν τῇ περὶ αὐτὸν Συνόδῳ τῶν πα΄ [81] Ἐπισκόπων, τὴν ὁποίαν ὅρα ἑρμηνευομένην εἰς τὸ ἡμέτερον Πηδάλιον.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἐπλούτει καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Αὐτὸς γὰρ ἐξήρανε τὸ χέρι τοῦ ζωγράφου ἐκείνου, ὁποῦ ἐτόλμησε νὰ ζωγραφήσῃ τὸν Σωτῆρα Χριστόν, κατὰ τὸ σχῆμα τοῦ Διός: ἤτοι μὲ πολλὰ μαλλία καὶ γένεια, καθὼς λέγει Θεόδωρος ὁ Ἀναγνώστης, καὶ Νικηφόρος ὁ Κάλλιστος (βιβλ. 25, κεφ. 23), οἵτινες καὶ ταῦτα προσθέττουσιν, ὅτι ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος, τὸ οὖλον μᾶλλον καὶ ὀλιγότριχον, ἀληθέστερόν ἐστιν, ὡς ἐκ τῶν ἱστορούντων διέγνωμεν. Ἤγουν ὅτι ὁ Κύριος δὲν εἶχε πολλὰ μαλλία καὶ γένεια, ἀλλὰ ὀλίγα, καὶ σκαντζουρά. Τὸν ζωγράφον ὅμως ἐκεῖνον, ὁποῦ ἐζωγράφησε τὸν Κύριον ὡσὰν τὸν Δία, μὲ πολλὰ μαλλία καὶ γένεια, ἰάτρευσε πάλιν ὁ Ἅγιος διὰ προσευχῆς του. Οὗτος ὁ Ἅγιος ἔγραψε καὶ εἰς τὸν Ἅγιον Μάρτυρα Ἐλευθέριον, κατηγορῶντας ἕνα κληρικὸν τῆς Ἐκκλησίας του, ταῦτα· «Ἅγιε μάρτυς τοῦ Θεοῦ Ἐλευθέριε. Ὁ σὸς στρατιώτης ἀτάκτως διανύει τὸ ζῆν. Ἢ διορθοῦν αὐτόν, ἢ ἐκκόπτειν σε δεῖ». Ἤγουν ὁ ἐδικός σου κληρικὸς ἄτακτα περνᾷ τὴν ζωήν του. Λοιπὸν πρέπει ἢ νὰ τὸν διορθώσῃς, ἢ νὰ κόψῃς τὴν ζωήν του. Ὅθεν ὁ κληρικὸς εὐθὺς ἀπέθανεν. Οὗτος ὁ Ἅγιος ἐπῆγε νὰ προσευχηθῇ τὴν νύκτα εἰς τὸ ἅγιον Βῆμα καὶ ἐκεῖ εἶδε ἕνα φάντασμα δαιμονικόν, τὸ ὁποῖον ἐπετίμησε μὲν ὁ Ἅγιος, ἤκουσε δὲ νὰ τοῦ εἰπῇ, ὅτι ἕως μὲν ὁποῦ αὐτὸς ζῇ, ἐμποδίζεται καὶ δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε. Ὕστερον δὲ μετὰ τὸν θάνατόν του, θέλει ταράξει τὴν Ἐκκλησίαν. Ταῦτα δὲ ἀκούσας, ἐφοβήθη ὁ Ἅγιος, καὶ πολλὰ παρακαλέσας τὸν Θεόν, μετὰ ὀλίγον ἐκοιμήθη ἐν ἔτει 471, πατριαρχεύσας χρόνους ὀκτώ, καὶ ἀφήσας διάδοχόν του Ἀκάκιον τὸν Πρεσβύτερον. (Ὅρα σελ. 404, τῆς Δωδεκαβίβλου.)

Εἰς τὸν Μάξιμον.

Μάξιμος ὠδίνησε καὶ τεκὼν τέκνα,
Πράξεις ἁγνὰς ἄπεισιν ἁγνὸς ἐκ βίου (8).

(8) Δύω Μάξιμοι φέρονται παρὰ τῷ τρίτῳ τόμῳ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Μελετίου, Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως. Εἷς μέν, ἐπὶ Θεοδώρου Λασκάρεως ἐν ἔτει 1206, ὅστις Μοναχὸς ὢν πρότερον, ἔγινε Πατριάρχης ὕστερον, καὶ ἔζησε μόνον μῆνας ἕξ. Εἷς δέ, ἐπὶ τοῦ Μεχμέτη τοῦ Β΄, ἐν ἔτει 1450, ὅστις ἦτον περιβόητος εἰς τὴν ἀρετήν, καὶ ἐποίμανε τὸ ποίμνιόν του ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου, διδάσκων ἐπ’ Ἐκκλησίας κάθε Κυριακήν. Τοῦ ὁποίου ἡ φήμη ἔφθασεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ βασιλέως, ὅστις παρεκάλεσεν αὐτὸν καὶ ἐξήγησε τουρκιστὶ τὸ ἱερὸν τῆς πίστεως σύμβολον. Ποῖος δὲ εἶναι οὗτος ἀπὸ τοὺς δύω, ἄδηλόν ἐστιν.

*

Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ὁ ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Βατοπαιδίου ἀσκήσας καὶ δοχειάρης αὐτῆς ὤν, ὁ ἀξιωθεὶς ἰδεῖν πίθον κενὸν βλύζοντα ἔλαιον, διὰ θαύματος τῆς Θεοτόκου, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται (9).

Ὁ Γεννάδιος εἶδε θαῦμά τι ξένον,
Πίθον κενὸν βλύζοντα. Ἁγνῆς ἡ χάρις.

(9) Ὅρα εἰς τὴν Ἀκολουθίαν τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων.

*

Ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ἀσκητικῶς ἄγρυπνος ὀφθαλμὸς μύει,
Ἰουστῖνος τὸ θαῦμα τῶν ἠσκηκότων.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

 

Των Αγίων Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, Λαζάρου του Ζωγράφου, Ζαχαρίου και Ιωάννου κ.α.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.