Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου17 Ιανουαρίου

Των Αγίων Αντωνίου του Μεγάλου, Αντωνίου του νέου, Θεοδοσίου βασιλέως του Μεγάλου, Αχιλλά

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Μέγας ΑντώνιοςΤω αυτώ μηνί ΙΖ’, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Αντωνίου του Μεγάλου.

Έχει τι μείζον ουρανός και των νόων,
Έξαρχον Αντώνιον ασκητών έχων.

Εβδομάτη δεκάτη Αντώνιον ένθεν άειραν.

Ούτος ο Μέγας Πατήρ ημών Αντώνιος ήτον από την Αίγυπτον, ήτοι το Μισήρι, διδαγμένος την πίστιν του Χριστού από τον πατέρα και την μητέρα του. Ήκμαζε δε κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, και έφθασεν έως εις τους χρόνους του ευσεβούς βασιλέως Μεγάλου Κωνσταντίνου, εν έτει τιη’ [318]. Ούτος λοιπόν επειδή εξέδωκε τον εαυτόν του εις την ασκητικήν ζωήν, τόσον υπερέβαλεν όλους τους τότε ασκητάς και Οσίους, ώστε οπού, έγινεν εις όλους τους μεταγενεστέρους παράδειγμα και τύπος της ασκήσεως. Και το παράδοξον είναι, ότι και πρώτος αυτός, ή ομού με πολλά ολίγους, έγινεν αρχηγός της υπέρ άνθρωπον ταύτης ασκητικής και αγγελικής πολιτείας (1) και μόνος σχεδόν έφθασεν εις τον ακρότατον όρον της πολιτείας ταύτης, καθώς ο κατά πλάτος τούτου Βίος διηγείται. Ημείς γαρ την συντομίαν μεταχειριζόμενοι, δεν έχομεν ευκαιρίαν να διηγούμεθα εκείνα, οπού είναι φημισμένα εις τους πολλούς δια τον Μέγαν τούτον Αντώνιον. Τόσον δε μόνον είναι ανάγκη να ειπούμεν, ότι ο Μέγας ούτος Πατήρ ακόμη το θνητόν σώμα φορών, αρπάζετο έξω του σώματος, και έβλεπε τας αναβάσεις των ψυχών, όταν εύγαιναν από τα σώματα των ανθρώπων. Και ότι άλλων μεν ανθρώπων αι ψυχαί, ανέβαιναν υψηλότερα από τους δαίμονας, οπού εζήτουν να πιάσουν αυτάς (2). Άλλων δε, επιάνοντο από αυτούς φευ! και εκαταβιβάζοντο εις χάσμα βαθύτατον. Το οποίον τούτο είναι βέβαια ίδιον μόνης της νοεράς και ασωμάτου φύσεως. Ζήσας δε χρόνους εκατόν πέντε, προς Κύριον εξεδήμησεν εν έτει τξς’ [366]. Τελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία. (Ο κατά πλάτος Βίος αυτού συνεγράφη και εστάλη προς τους εν Αιγύπτω Μοναχούς από τον Μέγαν Αθανάσιον τον Αλεξανδρείας ελληνικά, ου η αρχή· «Αγαθήν άμιλλαν ενεστήσασθε». Από δε το ελληνικόν μετεφράσθη εις το απλούν και ευρίσκεται εις τον Παράδεισον. Όρα και εγκώμιον αυτού εις την Σάλπιγγα (3).

(1) Όρα περί τούτου εις την δεκάτην τετάρτην του παρόντος μηνός εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου των εν Σινά αναιρεθέντων.

(2) Όρα περί τούτου εις το Συναξάριον του Οσίου Αμμούν του Αιγυπτίου κατά την τετάρτην του Οκτωβρίου.

(3) γράφεται παρά τω Ευεργετινώ, βιβλ. δ’, υποθέσει δ’. Δηλαδή, ότι ένας γέρων διακριτικός παρεκάλεσε τον Θεόν δια να ιδή τους κοιμηθέντας Οσίους Πατέρας. Και είδεν αυτούς, έξω μόνον από τον Αββάν Αντώνιον. Όθεν είπεν εις τον Άγγελον, οπού έδειχνεν αυτώ τους Πατέρας. Πού είναι ο Αββάς Αντώνιος; Ο δε Άγγελος είπεν αυτώ, ότι ο Αντώνιος ευρίσκεται εις τον τόπον εκείνον, όπου είναι ο Θεός. Διατί δε ο Αντώνιος ηξιώθη τοσαύτην δόξαν υπέρ τους άλλους Πατέρας; Επειδή και ηγάπησε τον Θεόν υπέρ εκείνους. Παρέβαλε γαρ ο Όσιος Αμμούν ο Νητριώτης εις τον Αββάν τούτον Αντώνιον και είπεν αυτώ. Εγώ περισσότερον κόπον κάμνω εις την άσκησιν από λόγου σου. Και πώς το εδικόν σου όνομα εμεγαλύνθη εις τους ανθρώπους περισσότερον από το εδικόν μου; Απεκρίθη ο Αντώνιος. Επειδή εγώ ηγάπησα τον Θεόν περισσότερον από λόγου σου. Όθεν και εσυνείθιζεν ο αοίδιμος να λέγη. «Εγώ ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, αλλά αγαπώ Αυτόν. Η γαρ τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Αλλά και ο Αββάς Σισώης ο κατοικών εις το όρος του Μεγάλου Αντωνίου, απεκρίθη προς τον ειπόντα αδελφόν. Δεν έφθασας πάτερ εις τα μέτρα του Αντωνίου; προς ταύτα λέγω απεκρίθη ο Σισώης. Ανίσως είχον ένα από τους λογισμούς του Αντωνίου, ήθελα γένω όλος ωσάν φωτία (σελ. 283 του Ευεργετινού). Τοσούτον υπερέβη τους άλλους ασκητάς ο Αντώνιος.

Και τούτο δε σημειούμεν, ότι οι παλαιοί Όσιοι Πατέρες οι εν τοις Μοναστηρίοις ευρισκόμενοι, ευθύς οπού ετελείοναν την εορτήν του Μεγάλου Αντωνίου, ανεχώρουν από τα Μοναστήριά των και επήγαιναν εις τας ερήμους και όρη και σπήλαια. Και εκεί έμεναν έως εις την εβδομάδα των Βαΐων, κατά μίμησιν του Μεγάλου Αντωνίου, μάλλον δε, κατά μίμησιν του Κυρίου, όστις μετά το Βάπτισμα το εν Ιαννουαρίω γεγονός, επήγεν εις την έρημον, και εκεί ενήστευσε τεσσαράκοντα ημέρας. Κατά δε την εβδομάδα των Βαΐων εσυναθροίζοντο πάλιν εις τα Μοναστήριά των. Και τη Κυριακή των Βαΐων έπρεπε να ευρεθούν όλοι συναθροισμένοι. Δια τούτο και εις τα τροπάρια της εβδομάδος ταύτης των Βαΐων, συχνάκις αναφέρονται τα λόγια ταύτα, προσκαλούντα τους Οσίους, ούτω.

«Οι εν τοις ερήμοις και όρεσι και σπηλαίοις, ήκατε αθροίσθητε συν ημίν βαϊοφόροι, υπαντήσαι τω Βασιλεί και Δεσπότη» (τη Παρασκευή). Ομοίως και το πρώτον τροπάριον της Κυριακής των Βαΐων ταύτην την Σύναξιν των Πατέρων αναφέρει λέγον· «Σήμερον η χάρις του Αγίου Πνεύματος ημάς συνήγαγε. Και πάντες αίροντες τον σταυρόν σου λέγομεν». Εσήκοναν γαρ οι τρισόλβιοι Πατέρες ούτοι τον σταυρόν του Κυρίου εις τους ώμους των δια των ασκητικών αγώνων, και των θλίψεων της μοναδικής πολιτείας. Μόνος δε ο Άγιος Σάββας επρόσμενεν έως οπού ετελείονε την εορτήν του γέροντός του Αγίου Ευθυμίου, και τότε επήγαινεν εις την έρημον.

*

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος και θεοφόρος Πατήρ ημών Αντώνιος ο νέος και θαυματουργός, ο εν τη Σκήτει της Βερροίας ασκήσας, εν ειρήνη τελειούται.

Αντώνιον δε, τον νέον πού τακτέον,
Ει μη παλαιώ συνάμα Αντωνίω;

Ούτος ο Όσιος Πατήρ ημών Αντώνιος ο νέος, εκατάγετο από την Βέρροιαν της Μακεδονίας. Γεννηθείς δε από γονείς εναρέτους και ευτυχείς, ανετράφη ελευθερίως και ωδηγήθη από αυτούς εις αρετήν. Προ του δε ακόμη να περάση την παιδικήν ηλικίαν, ετρώθη ο αοίδιμος από τον θείον έρωτα. Όθεν αφήσας κάθε τρυφήν και ματαιότητα της ζωής ταύτης, επήγεν εις το Μοναστήριον το ευρισκόμενον εις τόπον Περαίαν καλούμενον του εκείσε τρέχοντος ποταμού. Το οποίον Μοναστήριον κατ’ εκείνον τον καιρόν, ήκμαζεν από πλήθος Μοναχών και από εργασίαν αρετής. Εκεί λοιπόν αποταξάμενος όλα τα του βίου πράγματα, και ενδυθείς το σχήμα των Μοναχών, εποίει αόκνως κάθε υπηρεσίαν, οπού επροστάζετο, γενόμενος εις όλους τους αδελφούς κανών και παράδειγμα κάθε αρετής. Επειδή δε επεθύμησεν ο Όσιος να αποκτήση υψηλοτέραν ζωήν, δια τούτο παρεκάλεσε τον Ηγούμενον, και άφησεν αυτόν να υπάγη εις το εκεί πλησιάζον βουνόν, και να ζήση ησύχως και αναχωρητικώς.

Όθεν ερευνήσας όλον τον τόπον του βουνού, ευρήκεν ένα κρημνώδες και άβατον σπήλαιον κοντά εις το χείλος του ποταμού. Και εκεί εκατοίκησε ο γενναίος της αρετής αγωνιστής. Τινάς δε άνθρωπος δεν ήξευρεν αυτόν, ειμή μόνον ένας Ιερεύς, όστις εις διωρισμένον καιρόν, έφερνεν εις τον Όσιον από ένα άδηλον και στενόν δρόμον, τα άγια Μυστήρια και τον μετελάμβανεν. Εκεί λοιπόν διεπέρασεν ο Άγιος χρόνους ολοκλήρους πεντήκοντα. Και άλλο τι δεν έτρωγεν, ειμή μόνα τα χορτάρια οπού εφύτρωναν τριγύρω εις το σπήλαιον. Ουδέ άλλο τι έπινε, πάρεξ μόνον το του ποταμού νερόν. Πολλούς δε και μεγάλους πειρασμούς έλαβεν από τους δαίμονας ο μακάριος, καθώς εδιηγήθη αυτούς ο τούτον μεταλαμβάνων Ιερεύς. Ποτέ μεν γαρ, οι δαίμονες ερχόμενοι προς τον Όσιον ως λησταί, έδερναν αυτόν έως θανάτου. Ποτέ δε, εφαίνοντο εις αυτόν ως φοβερά και αλλόκοτα θηρία. Και άλλοτε, κατά φαντασίαν εφούσκοναν το νερόν του ποταμού, το οποίον εφαίνετο ότι έχει να καταποντίση το σπήλαιον και τον Άγιον. Οι μεν ουν δαίμονες μη δυνηθέντες να μετακινήσουν τον Άγιον από τον τόπον του, έφυγον εντροπιασμένοι. Ο δε Όσιος ησύχως διαπεράσας περισσότερον από εννενήντα χρόνους, ετελεύτησεν εκεί εις το ίδιον σπήλαιον. Ότε και έγινε τοιούτον θαυμάσιον.

Μετά τον θάνατον του Αγίου, επήγαν μερικοί κυνηγοί αντικρύ εις το ρηθέν σπήλαιον οπού ευρίσκετο το λείψανον αυτού. Οι δε σκύλοι των κυνηγών υλακτούσαν κάμνοντες ταραχήν. Οι κυνηγοί λοιπόν ακούσαντες τας των σκύλων φωνάς, ετέντωσαν τα ομμάτιά των, και ιδού βλέπουσιν ενός ανθρώπου χέρι, το οποίον έκαμνε νεύμα, και εκάλει τους κυνηγούς. Οι δε κυνηγοί, νομίσαντες ότι κανένας από τους συντρόφους των ευρήκε κανένα καλόν κυνήγιον, επέρασαν τον ποταμόν με σπουδήν, και ακολουθούντες την φωνήν των σκύλων, επήγαν εις το σπήλαιον. Και άνθρωπον μεν ζωντανόν δεν ευρήκαν ουδένα. Το δε άγιον λείψανον του Οσίου βλέπουσιν επάνω εις το έδαφος με ευταξίαν κείμενον. Ομοίως βλέπουσι και ένα λύχνον αναμμένον επάνω του λειψάνου. Όθεν εκ τούτων γνωρίσαντες, ότι ήτον λείψανον αγίου ανθρώπου, επροσκύνουν αυτό, και μετά ευλαβείας κατεφίλουν τα ίχνη του. Έπειτα γυρίσαντες εις την πόλιν, εφανέρωσαν την υπόθεσιν εις τον Αρχιερέα.

Ο δε Αρχιερεύς πέρνωντας τους Ιερείς, και το πλήθος των Χριστιανών, επήγεν εις το σπήλαιον, και ούτως επήραν το άγιον λείψανον με λαμπάδας, με μύρα, και με υμνωδίας και άσματα. Επειδή δε ηκολούθησε φιλονεικία μεταξύ των Χριστιανών οπού εκατοίκουν εις την Περαίαν του ποταμού, και των Χριστιανών οπού εκατοίκουν εις Βέρροιαν, ποίοι να πάρουν το άγιον λείψανον, οι χωρικοί, ή οι πολίται, δια τούτο λέγω εφάνη εύλογον εις αυτούς, να αφήσουν την περί τούτου κρίσιν εις τον Άγιον. Όθεν βαλόντες το λείψανον επάνω εις ένα αμάξι, είτα δέσαντες το αμάξι εις δύω βόδια άζευκτα, αφήκαν αυτά να υπάγουν, όπου θελήσει ο Άγιος. Τα βόδια λοιπόν με ογλίγωρον δρόμον διαπεράσαντα τον ποταμόν, επήγαν ίσια εις την Βέρροιαν χωρίς να παραστρατήσουν ολότελα. Εμβαίνοντα δε εις την πόλιν, επήγαν το λείψανον εις το πατρικόν οσπήτιον του Αγίου, όπου πρότερον μεν, ήτον Ναός της Θεοτόκου, τώρα δε είναι Ναός του Αγίου. Εκεί λοιπόν σταθέντα τα βόδια, ωσάν να έλεγον, ότι εδώ θέλει ο Άγιος να βαλθή το λείψανόν του. Από τότε ουν έως τώρα, εκεί ευρισκόμενον το λείψανόν του, και μάλιστα η αγία του κάρα, δαιμονώντας ελευθερόνοι, και θαύματα διάφορα ενεργεί, εις τους μετά πίστεως προστρέχοντας. Το δε βουνόν εκείνο, όπου ήτον το του Αγίου σπήλαιον, έγινε κατοικητήριον Μοναχών, και τόσα πολλά ασκητήρια εκεί εκτίσθησαν, ώστε οπού ωνομάσθησαν σκήτη του Αγίου Αντωνίου του νέου. (Η Ακολουθία του Αγίου τούτου δις εξεδόθη εν ιδία φυλλάδι.)

*

Μνήμη του ευσεβούς βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου.

Η βασιλεία εμποδών ουχ’ ωράθη,
Σοι ω Θεοδόσιε προς σωτηρίαν.

Ο ευσεβέστατος και αοίδιμος ούτος βασιλεύς Θεοδόσιος ο Μέγας, εγεννήθη εις την Ισπανίαν, περιφανής ων κατά το γένος, και ονομαστότατος κατά την ανδρίαν. Αναδειχθείς δε στρατηγός από τον βασιλέα Γρατιανόν, τον υιόν του Ουαλεντιανού, ύστερον εχειροτονήθη από τον ίδιον βασιλέα εις το Σύρμιον, τη δεκάτη έκτη Ιαννουαρίου εν έτει τοθ’ [379]. Άριστος δε Αυτοκράτωρ εχρημάτισεν, ως λέγει ο Μελέτιος, και πολύ διέφερεν εις την καλωσύνην από τους άλλους βασιλείς. Αγκαλά και ήτον ολίγον θυμώδης, και τούτου φανερόν σημείον εστάθησαν οι πολλοί και άπταιστοι φόνοι, οπού εποίησεν εν Θεσσαλονίκη, δια την αιτίαν του θανατωθέντος τότε Βερίχου. Ολίγον δε έλειψε να κάμη τα αυτά και εις την Αντιόχειαν, δια την φθοράν των ανδριάντων της βασιλίσσης Πλακίλλης της συζύγου αυτού, ήτις εορτάζεται κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου.

Αλλ’ όμως από μεν το πρώτον εδιωρθώθη, δια μέσου του Αγίου Αμβροσίου Επισκόπου Μεδιολάνων, όστις εμπόδισεν αυτόν από την είσοδον του Ναού, και ικανοποίησιν έδωκεν αυτώ, την οποίαν, όχι μόνον εδέχθη υπό της μετανοίας αναγκαζόμενος, αλλά και νόμον εθέσπισεν, ίνα η ψήφος η κατά των υποκειμένων εις φόνον, να μη λαμβάνη τέλος ευθύς, αλλά μετά τριάκοντα ημέρας. Από δε το δεύτερον εμπόδισεν αυτόν ο Πατριάρχης Αντιοχείας Φλαβιανός δια της πρεσβείας του, συνεργησάντων μεγάλως και των περί την Αντιόχειαν ασκητών, καθώς μαρτυρεί ο Χρυσόστομος εις τους λόγους των Ανδριάντων, και ο Νικηφόρος Κάλλιστος λαμπρότατα εκτίθησι. Τόσην δε άκραν μετάνοιαν έδειξεν ο αοίδιμος, ώστε οπού ηξιώθη να ενεργή και θαύματα. Ιστορεί γαρ ο Κεδρηνός, ότι ο βασιλεύς ούτος θέλωντας να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους της Ιερουσαλήμ, ενεδύθη σχήμα ιδιωτικόν, και επήγεν εις τον Ναόν της Αγίας Αναστάσεως και εκτύπησε την πόρταν. Ανοίξαντος δε ενός υπηρέτου, εμβήκε. Και ω του θαύματος! εις καιρόν οπού ήτον όλαι αι κανδήλαι εσβυμέναι, ευθύς άναψαν όλαι, ωσάν να ήτον πανήγυρις. Ο δε υπηρέτης εκπλαγείς δια το τοιούτον θαυμάσιον, ανήγγειλε τούτο εις τον Πατριάρχην. Ο δε Πατριάρχης δια προσευχής εγνώρισε, ποίος ήτον, και τον εμακάρισεν. Ευτύχησε δε ούτος ο βασιλεύς δια τα ακόλουθα. Πρώτον, διατί εις τους καιρούς του συναχθείσα η αγία και Οικουμενική Δευτέρα Σύνοδος, εν έτει τπα’ [381], εκήρυξε Θεόν το Πνεύμα το Άγιον. Και ακολούθως ερμηνεύθη τελείως η περί της ομοουσίου Τριάδος θεολογία. Δεύτερον, ότι εις τους καιρούς του ήτον άνδρες σοφώτατοι και αγιώτατοι, και εις Ανατολήν και εις Δύσιν. Τρίτον, ότι εφάνη καθαιρέτης ισχυρός των αιρετικών και ειδωλολατρών. Τέταρτον, ότι έγινε καλλίτεκνος, και πέμπτον, ότι και Άγιος. Ούτος ο βασιλεύς έγραψεν ιδίαις χερσί το άγιον Ευαγγέλιον, και καθ’ εκάστην ανεγίνωσκεν αυτό. Βασιλεύσας δε χρόνους δεκαεπτά (ή δεκαέξ κατά άλλους), και γενόμενος χρόνων εξήκοντα, απήλθε προς Κύριον εις τα Μεδιόλανα τη δεκάτη εβδόμη του Ιαννουαρίου εν έτει τϞε’ [395]. Αφήσας τον μεν υιόν του Αρκάδιον, βασιλέα της Ανατολής. Τον δε Ονώριον, βασιλέα της Δύσεως. Το δε λείψανόν του το έφεραν εις την Κωνσταντινούπολιν, και το ενταφίασαν. Λέγει δε ο ιερός Αυγουστίνος, ότι ο βασιλεύς ούτος συχνάκις έλεγε, πως εχαίρετο περισσότερον, ότι είναι μέλος της του Θεού Εκκλησίας, πάρεξ ότι εβασίλευσεν επί της γης. (Όρα περί τούτου τον β’ τομ. του Μελετίου, σελ. 403, και την Δωδεκάβιβλον του Δοσιθέου, σελ. 246.) (4)

(4) Περιττώς δε γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή κατά την ημέραν ταύτην το Συναξάριον του Οσίου Ιουλιανού. Αυτό γαρ προεγράφη κατά την δεκάτην ογδόην του Οκτωβρίου μηνός, καθ’ ην και εορτάζεται. Ομοίως περιττώς γράφεται εδώ η μνήμη και το Συναξάριον του Οσίου Πατρός ημών Θεοδότου Επισκόπου Κυρηνίας της Κύπρου. Ταύτα γαρ προεγράφησαν κατά την δευτέραν του Μαρτίου, ότε και ετελεύτησεν.

*

Ο Όσιος Αχιλλάς εν ειρήνη τελειούται (5).

Όπλοις Αχιλλεύς τας κάτω πορθεί πόλεις.
Πόνοις Αχιλλάς την άνω πλουτεί πόλιν.

(5) Περί του Οσίου τούτου Αχιλλά γράφει ο Ευεργετινός (σελ. 393), ότι επήγε μίαν φοράν εις τον Αββάν Ησαΐαν, και ευρήκεν αυτόν οπού έτρωγεν, έχων εις το τζανάκιον άλας μόνον και νερόν. Ο δε Ησαΐας ιδών τον Αχιλλάν, έκρυψε το τζανάκι οπίσω από το ζιμπίλι οπού έπλεκε, δια να μη σκανδαλίση αυτόν. Ο δε Αχιλλάς βλέπων αυτόν τρώγοντα, και μη έχοντα έμπροσθέν του κανένα φαγητόν, ερώτησεν αυτόν τι έτρωγεν. Ο δε Ησαΐας απεκρίθη. Συγχώρησόν μοι Αββά, ότι έκοπτον θαλλία φοινίκων εις το καύμα. Όθεν έβαλον εις το στόμα μου ψωμί ξηρόν, και δεν εκατέβαινε. Με το να εξηράνθη από το καύμα ο φάρυγγάς μου, δια τούτο αναγκάσθην να βάλω νερόν και άλας, ίνα βρέξω εις αυτά το ψωμί μου, και δυνηθώ να το φάγω. Τότε λέγει ο Αββάς Αχιλλάς. Ελάτε να ιδήτε ω Πατέρες της Σκήτεως, τον Ησαΐαν, οπού τρώγει ψωμί, ευρισκόμενος εις Σκήτιν. Είτα λέγει προς αυτόν. Εάν θέλης να τρώγης ψωμί, πήγαινε εις την Αίγυπτον. Ιδού ποίαν εγκράτειαν είχον τότε εις τας Σκήτας.

Εις τούτον τον Αββάν Αχιλλάν επήγε μίαν φοράν ένας γέρων, και βλέπει αυτόν, οπού έρριψεν από το στόμα του αίμα. Και ερώτησεν αυτόν. Τι είναι τούτο; Ο δε απεκρίθη. Αυτό το αίμα είναι λόγος σκληρός ενός αδελφού, οπού με ελύπησε. Και εγώ αγωνίσθηκα να μη φανερώσω εις κανένα τον λόγον αυτόν, παρακαλέσας τον Θεόν να σηκωθή η ενθύμησίς του από λόγου μου. Όθεν ο λόγος εκείνος έγινεν αίμα εις το στόμα μου. Και τώρα πτύσας αυτόν, ανεπαύθηκα, αλησμονήσας την λύπην (αυτόθι, σελ. 169).

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Μέγας ΑντώνιοςΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΙΖ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου.

Ἔχει τι μεῖζον οὐρανὸς καὶ τῶν νόων,
Ἔξαρχον Ἀντώνιον ἀσκητῶν ἔχων.

Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀντώνιον ἔνθεν ἄειραν.

Οὗτος ὁ Μέγας Πατὴρ ἡμῶν Ἀντώνιος ἦτον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ἤτοι τὸ Μισῆρι, διδαγμένος τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του. Ἤκμαζε δὲ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ, καὶ ἔφθασεν ἕως εἰς τοὺς χρόνους τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐν ἔτει τιη΄ [318]. Οὗτος λοιπὸν ἐπειδὴ ἐξέδωκε τὸν ἑαυτόν του εἰς τὴν ἀσκητικὴν ζωήν, τόσον ὑπερέβαλεν ὅλους τοὺς τότε ἀσκητὰς καὶ Ὁσίους, ὥστε ὁποῦ, ἔγινεν εἰς ὅλους τοὺς μεταγενεστέρους παράδειγμα καὶ τύπος τῆς ἀσκήσεως. Καὶ τὸ παράδοξον εἶναι, ὅτι καὶ πρῶτος αὐτός, ἢ ὁμοῦ μὲ πολλὰ ὀλίγους, ἔγινεν ἀρχηγὸς τῆς ὑπὲρ ἄνθρωπον ταύτης ἀσκητικῆς καὶ ἀγγελικῆς πολιτείας (1) καὶ μόνος σχεδὸν ἔφθασεν εἰς τὸν ἀκρότατον ὅρον τῆς πολιτείας ταύτης, καθὼς ὁ κατὰ πλάτος τούτου Βίος διηγεῖται. Ἡμεῖς γὰρ τὴν συντομίαν μεταχειριζόμενοι, δὲν ἔχομεν εὐκαιρίαν νὰ διηγούμεθα ἐκεῖνα, ὁποῦ εἶναι φημισμένα εἰς τοὺς πολλοὺς διὰ τὸν Μέγαν τοῦτον Ἀντώνιον. Τόσον δὲ μόνον εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰποῦμεν, ὅτι ὁ Μέγας οὗτος Πατὴρ ἀκόμη τὸ θνητὸν σῶμα φορῶν, ἁρπάζετο ἔξω τοῦ σώματος, καὶ ἔβλεπε τὰς ἀναβάσεις τῶν ψυχῶν, ὅταν εὔγαιναν ἀπὸ τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ὅτι ἄλλων μὲν ἀνθρώπων αἱ ψυχαί, ἀνέβαιναν ὑψηλότερα ἀπὸ τοὺς δαίμονας, ὁποῦ ἐζήτουν νὰ πιάσουν αὐτάς (2). Ἄλλων δέ, ἐπιάνοντο ἀπὸ αὐτοὺς φεῦ! καὶ ἐκαταβιβάζοντο εἰς χάσμα βαθύτατον. Τὸ ὁποῖον τοῦτο εἶναι βέβαια ἴδιον μόνης τῆς νοερᾶς καὶ ἀσωμάτου φύσεως. Ζήσας δὲ χρόνους ἑκατὸν πέντε, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν ἐν ἔτει τξς΄ [366]. Τελεῖται δὲ ἡ αὐτοῦ Σύναξις καὶ ἑορτὴ ἐν τῇ ἁγιωτάτῃ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ. (Ὁ κατὰ πλάτος Βίος αὐτοῦ συνεγράφη καὶ ἐστάλη πρὸς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ Μοναχοὺς ἀπὸ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον τὸν Ἀλεξανδρείας ἑλληνικά, οὗ ἡ ἀρχή· «Ἀγαθὴν ἅμιλλαν ἐνεστήσασθε». Ἀπὸ δὲ τὸ ἑλληνικὸν μετεφράσθη εἰς τὸ ἁπλοῦν καὶ εὑρίσκεται εἰς τὸν Παράδεισον. Ὅρα καὶ ἐγκώμιον αὐτοῦ εἰς τὴν Σάλπιγγα (3).)

(1) Ὅρα περὶ τούτου εἰς τὴν δεκάτην τετάρτην τοῦ παρόντος μηνὸς ἐν τῇ ὑποσημειώσει τοῦ Συναξαρίου τῶν ἐν Σινᾷ ἀναιρεθέντων.

(2) Ὅρα περὶ τούτου εἰς τὸ Συναξάριον τοῦ Ὁσίου Ἀμμοῦν τοῦ Αἰγυπτίου κατὰ τὴν τετάρτην τοῦ Ὀκτωβρίου.

(3) Σημειοῦμεν ἐδῶ ἕνα θαυμαστὸν ἔπαινον διὰ τὸν Μέγαν τοῦτον Ἀντώνιον, ὅστις γράφεται παρὰ τῷ Εὐεργετινῷ, βιβλ. δ΄, ὑποθέσει δ΄. Δηλαδή, ὅτι ἕνας γέρων διακριτικὸς παρεκάλεσε τὸν Θεὸν διὰ νὰ ἰδῇ τοὺς κοιμηθέντας Ὁσίους Πατέρας. Καὶ εἶδεν αὐτούς, ἔξω μόνον ἀπὸ τὸν Ἀββᾶν Ἀντώνιον. Ὅθεν εἶπεν εἰς τὸν Ἄγγελον, ὁποῦ ἔδειχνεν αὐτῷ τοὺς Πατέρας. Ποῦ εἶναι ὁ Ἀββᾶς Ἀντώνιος; Ὁ δὲ Ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ, ὅτι ὁ Ἀντώνιος εὑρίσκεται εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅπου εἶναι ὁ Θεός. Διατί δὲ ὁ Ἀντώνιος ἠξιώθη τοσαύτην δόξαν ὑπὲρ τοὺς ἄλλους Πατέρας; Ἐπειδὴ καὶ ἠγάπησε τὸν Θεὸν ὑπὲρ ἐκείνους. Παρέβαλε γὰρ ὁ Ὅσιος Ἀμμοῦν ὁ Νητριώτης εἰς τὸν Ἀββᾶν τοῦτον Ἀντώνιον καὶ εἶπεν αὐτῷ. Ἐγὼ περισσότερον κόπον κάμνω εἰς τὴν ἄσκησιν ἀπὸ λόγου σου. Καὶ πῶς τὸ ἐδικόν σου ὄνομα ἐμεγαλύνθη εἰς τοὺς ἀνθρώπους περισσότερον ἀπὸ τὸ ἐδικόν μου; Ἀπεκρίθη ὁ Ἀντώνιος. Ἐπειδὴ ἐγὼ ἠγάπησα τὸν Θεὸν περισσότερον ἀπὸ λόγου σου. Ὅθεν καὶ ἐσυνείθιζεν ὁ ἀοίδιμος νὰ λέγῃ. «Ἐγὼ οὐκέτι φοβοῦμαι τὸν Θεόν, ἀλλὰ ἀγαπῶ Αὐτόν. Ἡ γὰρ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀββᾶς Σισώης ὁ κατοικῶν εἰς τὸ ὄρος τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ἀπεκρίθη πρὸς τὸν εἰπόντα ἀδελφόν. Δὲν ἔφθασας πάτερ εἰς τὰ μέτρα τοῦ Ἀντωνίου; πρὸς ταῦτα λέγω ἀπεκρίθη ὁ Σισώης. Ἀνίσως εἶχον ἕνα ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τοῦ Ἀντωνίου, ἤθελα γένω ὅλος ὡσὰν φωτία (σελ. 283 τοῦ Εὐεργετινοῦ). Τοσοῦτον ὑπερέβη τοὺς ἄλλους ἀσκητὰς ὁ Ἀντώνιος.

Καὶ τοῦτο δὲ σημειοῦμεν, ὅτι οἱ παλαιοὶ Ὅσιοι Πατέρες οἱ ἐν τοῖς Μοναστηρίοις εὑρισκόμενοι, εὐθὺς ὁποῦ ἐτελείοναν τὴν ἑορτὴν τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ἀνεχώρουν ἀπὸ τὰ Μοναστήριά των καὶ ἐπήγαιναν εἰς τὰς ἐρήμους καὶ ὄρη καὶ σπήλαια. Καὶ ἐκεῖ ἔμεναν ἕως εἰς τὴν ἑβδομάδα τῶν Βαΐων, κατὰ μίμησιν τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, μᾶλλον δέ, κατὰ μίμησιν τοῦ Κυρίου, ὅστις μετὰ τὸ Βάπτισμα τὸ ἐν Ἰαννουαρίῳ γεγονός, ἐπῆγεν εἰς τὴν ἔρημον, καὶ ἐκεῖ ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας. Κατὰ δὲ τὴν ἑβδομάδα τῶν Βαΐων ἐσυναθροίζοντο πάλιν εἰς τὰ Μοναστήριά των. Καὶ τῇ Κυριακῇ τῶν Βαΐων ἔπρεπε νὰ εὑρεθοῦν ὅλοι συναθροισμένοι. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὰ τροπάρια τῆς ἑβδομάδος ταύτης τῶν Βαΐων, συχνάκις ἀναφέρονται τὰ λόγια ταῦτα, προσκαλοῦντα τοὺς Ὁσίους, οὕτω.

«Οἱ ἐν τοῖς ἐρήμοις καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις, ἥκατε ἀθροίσθητε σὺν ἡμῖν βαϊοφόροι, ὑπαντῆσαι τῷ Βασιλεῖ καὶ Δεσπότῃ» (τῇ Παρασκευῇ). Ὁμοίως καὶ τὸ πρῶτον τροπάριον τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων ταύτην τὴν Σύναξιν τῶν Πατέρων ἀναφέρει λέγον· «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε. Καὶ πᾶντες αἴροντες τὸν σταυρόν σου λέγομεν». Ἐσήκοναν γὰρ οἱ τρισόλβιοι Πατέρες οὗτοι τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς ὤμους των διὰ τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, καὶ τῶν θλίψεων τῆς μοναδικῆς πολιτείας. Μόνος δὲ ὁ Ἅγιος Σάββας ἐπρόσμενεν ἕως ὁποῦ ἐτελείονε τὴν ἑορτὴν τοῦ γέροντός του Ἁγίου Εὐθυμίου, καὶ τότε ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἔρημον.

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ὅσιος καὶ θεοφόρος Πατὴρ ἡμῶν Ἀντώνιος ὁ νέος καὶ θαυματουργός, ὁ ἐν τῇ Σκήτει τῆς Βερροίας ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ἀντώνιον δέ, τὸν νέον ποῦ τακτέον,
Εἰ μὴ παλαιῷ συνάμα Ἀντωνίῳ;

Οὗτος ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Ἀντώνιος ὁ νέος, ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν Βέρροιαν τῆς Μακεδονίας. Γεννηθεὶς δὲ ἀπὸ γονεῖς ἐναρέτους καὶ εὐτυχεῖς, ἀνετράφη ἐλευθερίως καὶ ὡδηγήθη ἀπὸ αὐτοὺς εἰς ἀρετήν. Πρὸ τοῦ δὲ ἀκόμη νὰ περάσῃ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν, ἐτρώθη ὁ ἀοίδιμος ἀπὸ τὸν θεῖον ἔρωτα. Ὅθεν ἀφήσας κάθε τρυφὴν καὶ ματαιότητα τῆς ζωῆς ταύτης, ἐπῆγεν εἰς τὸ Μοναστήριον τὸ εὑρισκόμενον εἰς τόπον Περαίαν καλούμενον τοῦ ἐκεῖσε τρέχοντος ποταμοῦ. Τὸ ὁποῖον Μοναστήριον κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἤκμαζεν ἀπὸ πλῆθος Μοναχῶν καὶ ἀπὸ ἐργασίαν ἀρετῆς. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀποταξάμενος ὅλα τὰ τοῦ βίου πράγματα, καὶ ἐνδυθεὶς τὸ σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ἐποίει ἀόκνως κάθε ὑπηρεσίαν, ὁποῦ ἐπροστάζετο, γενόμενος εἰς ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς κανὼν καὶ παράδειγμα κάθε ἀρετῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἐπεθύμησεν ὁ Ὅσιος νὰ ἀποκτήσῃ ὑψηλοτέραν ζωήν, διὰ τοῦτο παρεκάλεσε τὸν Ἡγούμενον, καὶ ἄφησεν αὐτὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ ἐκεῖ πλησιάζον βουνόν, καὶ νὰ ζήσῃ ἡσύχως καὶ ἀναχωρητικῶς.
Ὅθεν ἐρευνήσας ὅλον τὸν τόπον τοῦ βουνοῦ, εὑρῆκεν ἕνα κρημνῶδες καὶ ἄβατον σπήλαιον κοντὰ εἰς τὸ χεῖλος τοῦ ποταμοῦ. Καὶ ἐκεῖ ἐκατοίκησε ὁ γενναῖος τῆς ἀρετῆς ἀγωνιστής. Τινὰς δὲ ἄνθρωπος δὲν ἤξευρεν αὐτόν, εἰμὴ μόνον ἕνας Ἱερεύς, ὅστις εἰς διωρισμένον καιρόν, ἔφερνεν εἰς τὸν Ὅσιον ἀπὸ ἕνα ἄδηλον καὶ στενὸν δρόμον, τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ τὸν μετελάμβανεν. Ἐκεῖ λοιπὸν διεπέρασεν ὁ Ἅγιος χρόνους ὁλοκλήρους πεντήκοντα. Καὶ ἄλλο τι δὲν ἔτρωγεν, εἰμὴ μόνα τὰ χορτάρια ὁποῦ ἐφύτρωναν τριγύρω εἰς τὸ σπήλαιον. Οὐδὲ ἄλλο τι ἔπινε, πάρεξ μόνον τὸ τοῦ ποταμοῦ νερόν. Πολλοὺς δὲ καὶ μεγάλους πειρασμοὺς ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς δαίμονας ὁ μακάριος, καθὼς ἐδιηγήθη αὐτοὺς ὁ τοῦτον μεταλαμβάνων Ἱερεύς. Ποτὲ μὲν γάρ, οἱ δαίμονες ἐρχόμενοι πρὸς τὸν Ὅσιον ὡς λῃσταί, ἔδερναν αὐτὸν ἕως θανάτου. Ποτὲ δέ, ἐφαίνοντο εἰς αὐτὸν ὡς φοβερὰ καὶ ἀλλόκοτα θηρία. Καὶ ἄλλοτε, κατὰ φαντασίαν ἐφούσκοναν τὸ νερὸν τοῦ ποταμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ὅτι ἔχει νὰ καταποντίσῃ τὸ σπήλαιον καὶ τὸν Ἅγιον. Οἱ μὲν οὖν δαίμονες μὴ δυνηθέντες νὰ μετακινήσουν τὸν Ἅγιον ἀπὸ τὸν τόπον του, ἔφυγον ἐντροπιασμένοι. Ὁ δὲ Ὅσιος ἡσύχως διαπεράσας περισσότερον ἀπὸ ἐννενῆντα χρόνους, ἐτελεύτησεν ἐκεῖ εἰς τὸ ἴδιον σπήλαιον. Ὅτε καὶ ἔγινε τοιοῦτον θαυμάσιον.
Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἁγίου, ἐπῆγαν μερικοὶ κυνηγοὶ ἀντικρὺ εἰς τὸ ῥηθὲν σπήλαιον ὁποῦ εὑρίσκετο τὸ λείψανον αὐτοῦ. Οἱ δὲ σκύλοι τῶν κυνηγῶν ὑλακτοῦσαν κάμνοντες ταραχήν. Οἱ κυνηγοὶ λοιπὸν ἀκούσαντες τὰς τῶν σκύλων φωνάς, ἐτέντωσαν τὰ ὀμμάτιά των, καὶ ἰδοὺ βλέπουσιν ἑνὸς ἀνθρώπου χέρι, τὸ ὁποῖον ἔκαμνε νεῦμα, καὶ ἐκάλει τοὺς κυνηγούς. Οἱ δὲ κυνηγοί, νομίσαντες ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς συντρόφους των εὑρῆκε κανένα καλὸν κυνήγιον, ἐπέρασαν τὸν ποταμὸν μὲ σπουδήν, καὶ ἀκολουθοῦντες τὴν φωνὴν τῶν σκύλων, ἐπῆγαν εἰς τὸ σπήλαιον. Καὶ ἄνθρωπον μὲν ζωντανὸν δὲν εὑρῆκαν οὐδένα. Τὸ δὲ ἅγιον λείψανον τοῦ Ὁσίου βλέπουσιν ἐπάνω εἰς τὸ ἔδαφος μὲ εὐταξίαν κείμενον. Ὁμοίως βλέπουσι καὶ ἕνα λύχνον ἀναμμένον ἐπάνω τοῦ λειψάνου. Ὅθεν ἐκ τούτων γνωρίσαντες, ὅτι ἦτον λείψανον ἁγίου ἀνθρώπου, ἐπροσκύνουν αὐτό, καὶ μετὰ εὐλαβείας κατεφίλουν τὰ ἴχνη του. Ἔπειτα γυρίσαντες εἰς τὴν πόλιν, ἐφανέρωσαν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἀρχιερέα.
Ὁ δὲ Ἀρχιερεὺς πέρνωντας τοὺς Ἱερεῖς, καὶ τὸ πλῆθος τῶν Χριστιανῶν, ἐπῆγεν εἰς τὸ σπήλαιον, καὶ οὕτως ἐπῆραν τὸ ἅγιον λείψανον μὲ λαμπάδας, μὲ μῦρα, καὶ μὲ ὑμνῳδίας καὶ ᾄσματα. Ἐπειδὴ δὲ ἠκολούθησε φιλονεικία μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν ὁποῦ ἐκατοίκουν εἰς τὴν Περαίαν τοῦ ποταμοῦ, καὶ τῶν Χριστιανῶν ὁποῦ ἐκατοίκουν εἰς Βέρροιαν, ποῖοι νὰ πάρουν τὸ ἅγιον λείψανον, οἱ χωρικοί, ἢ οἱ πολῖται, διὰ τοῦτο λέγω ἐφάνη εὔλογον εἰς αὐτούς, νὰ ἀφήσουν τὴν περὶ τούτου κρίσιν εἰς τὸν Ἅγιον. Ὅθεν βαλόντες τὸ λείψανον ἐπάνω εἰς ἕνα ἁμάξι, εἶτα δέσαντες τὸ ἁμάξι εἰς δύω βόδια ἄζευκτα, ἀφῆκαν αὐτὰ νὰ ὑπάγουν, ὅπου θελήσει ὁ Ἅγιος. Τὰ βόδια λοιπὸν μὲ ὀγλίγωρον δρόμον διαπεράσαντα τὸν ποταμόν, ἐπῆγαν ἴσια εἰς τὴν Βέρροιαν χωρὶς νὰ παραστρατήσουν ὁλότελα. Ἐμβαίνοντα δὲ εἰς τὴν πόλιν, ἐπῆγαν τὸ λείψανον εἰς τὸ πατρικὸν ὁσπήτιον τοῦ Ἁγίου, ὅπου πρότερον μέν, ἦτον Ναὸς τῆς Θεοτόκου, τώρα δὲ εἶναι Ναὸς τοῦ Ἁγίου. Ἐκεῖ λοιπὸν σταθέντα τὰ βόδια, ὡσὰν νὰ ἔλεγον, ὅτι ἐδῶ θέλει ὁ Ἅγιος νὰ βαλθῇ τὸ λείψανόν του. Ἀπὸ τότε οὖν ἕως τώρα, ἐκεῖ εὑρισκόμενον τὸ λείψανόν του, καὶ μάλιστα ἡ ἁγία του κάρα, δαιμονῶντας ἐλευθερόνοι, καὶ θαύματα διάφορα ἐνεργεῖ, εἰς τοὺς μετὰ πίστεως προστρέχοντας. Τὸ δὲ βουνὸν ἐκεῖνο, ὅπου ἦτον τὸ τοῦ Ἁγίου σπήλαιον, ἔγινε κατοικητήριον Μοναχῶν, καὶ τόσα πολλὰ ἀσκητήρια ἐκεῖ ἐκτίσθησαν, ὥστε ὁποῦ ὠνομάσθησαν σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ νέου. (Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου τούτου δὶς ἐξεδόθη ἐν ἰδίᾳ φυλλάδι.)

*

Μνήμη τοῦ εὐσεβοῦς βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου.

Ἡ βασιλεία ἐμποδὼν οὐχ’ ὡράθη,
Σοὶ ὦ Θεοδόσιε πρὸς σωτηρίαν.

Ὁ εὐσεβέστατος καὶ ἀοίδιμος οὗτος βασιλεὺς Θεοδόσιος ὁ Μέγας, ἐγεννήθη εἰς τὴν Ἱσπανίαν, περιφανὴς ὢν κατὰ τὸ γένος, καὶ ὀνομαστότατος κατὰ τὴν ἀνδρίαν. Ἀναδειχθεὶς δὲ στρατηγὸς ἀπὸ τὸν βασιλέα Γρατιανόν, τὸν υἱὸν τοῦ Οὐαλεντιανοῦ, ὕστερον ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν ἴδιον βασιλέα εἰς τὸ Σύρμιον, τῇ δεκάτῃ ἕκτῃ Ἰαννουαρίου ἐν ἔτει τοθ΄ [379]. Ἄριστος δὲ Αὐτοκράτωρ ἐχρημάτισεν, ὡς λέγει ὁ Μελέτιος, καὶ πολὺ διέφερεν εἰς τὴν καλωσύνην ἀπὸ τοὺς ἄλλους βασιλεῖς. Ἀγκαλὰ καὶ ἦτον ὀλίγον θυμώδης, καὶ τούτου φανερὸν σημεῖον ἐστάθησαν οἱ πολλοὶ καὶ ἄπταιστοι φόνοι, ὁποῦ ἐποίησεν ἐν Θεσσαλονίκῃ, διὰ τὴν αἰτίαν τοῦ θανατωθέντος τότε Βερίχου. Ὀλίγον δὲ ἔλειψε νὰ κάμῃ τὰ αὐτὰ καὶ εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, διὰ τὴν φθορὰν τῶν ἀνδριάντων τῆς βασιλίσσης Πλακίλλης τῆς συζύγου αὑτοῦ, ἥτις ἑορτάζεται κατὰ τὴν δεκάτην τετάρτην τοῦ Σεπτεμβρίου.
Ἀλλ’ ὅμως ἀπὸ μὲν τὸ πρῶτον ἐδιωρθώθη, διὰ μέσου τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου Ἐπισκόπου Μεδιολάνων, ὅστις ἐμπόδισεν αὐτὸν ἀπὸ τὴν εἴσοδον τοῦ Ναοῦ, καὶ ἱκανοποίησιν ἔδωκεν αὐτῷ, τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον ἐδέχθη ὑπὸ τῆς μετανοίας ἀναγκαζόμενος, ἀλλὰ καὶ νόμον ἐθέσπισεν, ἵνα ἡ ψῆφος ἡ κατὰ τῶν ὑποκειμένων εἰς φόνον, νὰ μὴ λαμβάνῃ τέλος εὐθύς, ἀλλὰ μετὰ τριάκοντα ἡμέρας. Ἀπὸ δὲ τὸ δεύτερον ἐμπόδισεν αὐτὸν ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Φλαβιανὸς διὰ τῆς πρεσβείας του, συνεργησάντων μεγάλως καὶ τῶν περὶ τὴν Ἀντιόχειαν ἀσκητῶν, καθὼς μαρτυρεῖ ὁ Χρυσόστομος εἰς τοὺς λόγους τῶν Ἀνδριάντων, καὶ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος λαμπρότατα ἐκτίθησι. Τόσην δὲ ἄκραν μετάνοιαν ἔδειξεν ὁ ἀοίδιμος, ὥστε ὁποῦ ἠξιώθη νὰ ἐνεργῇ καὶ θαύματα. Ἱστορεῖ γὰρ ὁ Κεδρηνός, ὅτι ὁ βασιλεὺς οὗτος θέλωντας νὰ προσκυνήσῃ τοὺς Ἁγίους Τόπους τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐνεδύθη σχῆμα ἰδιωτικόν, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἁγίας Ἀναστάσεως καὶ ἐκτύπησε τὴν πόρταν. Ἀνοίξαντος δὲ ἑνὸς ὑπηρέτου, ἐμβῆκε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εἰς καιρὸν ὁποῦ ἦτον ὅλαι αἱ κανδῆλαι ἐσβυμέναι, εὐθὺς ἄναψαν ὅλαι, ὡσὰν νὰ ἦτον πανήγυρις. Ὁ δὲ ὑπηρέτης ἐκπλαγεὶς διὰ τὸ τοιοῦτον θαυμάσιον, ἀνήγγειλε τοῦτο εἰς τὸν Πατριάρχην. Ὁ δὲ Πατριάρχης διὰ προσευχῆς ἐγνώρισε, ποῖος ἦτον, καὶ τὸν ἐμακάρισεν. Εὐτύχησε δὲ οὗτος ὁ βασιλεὺς διὰ τὰ ἀκόλουθα. Πρώτον, διατὶ εἰς τοὺς καιρούς του συναχθεῖσα ἡ ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Δευτέρα Σύνοδος, ἐν ἔτει τπα΄ [381], ἐκήρυξε Θεὸν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ ἀκολούθως ἑρμηνεύθη τελείως ἡ περὶ τῆς ὁμοουσίου Τριάδος θεολογία. Δεύτερον, ὅτι εἰς τοὺς καιρούς του ἦτον ἄνδρες σοφώτατοι καὶ ἁγιώτατοι, καὶ εἰς Ἀνατολὴν καὶ εἰς Δύσιν. Τρίτον, ὅτι ἐφάνη καθαιρέτης ἰσχυρὸς τῶν αἱρετικῶν καὶ εἰδωλολατρῶν. Τέταρτον, ὅτι ἔγινε καλλίτεκνος, καὶ πέμπτον, ὅτι καὶ Ἅγιος. Οὗτος ὁ βασιλεὺς ἔγραψεν ἰδίαις χερσὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, καὶ καθ’ ἑκάστην ἀνεγίνωσκεν αὐτό. Βασιλεύσας δὲ χρόνους δεκαεπτά (ἢ δεκαὲξ κατὰ ἄλλους), καὶ γενόμενος χρόνων ἑξήκοντα, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον εἰς τὰ Μεδιόλανα τῇ δεκάτῃ ἑβδόμῃ τοῦ Ἰαννουαρίου ἐν ἔτει τϞε΄ [395]. Ἀφήσας τὸν μὲν υἱόν του Ἀρκάδιον, βασιλέα τῆς Ἀνατολῆς. Τὸν δὲ Ὀνώριον, βασιλέα τῆς Δύσεως. Τὸ δὲ λείψανόν του τὸ ἔφεραν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ τὸ ἐνταφίασαν. Λέγει δὲ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ὅτι ὁ βασιλεὺς οὗτος συχνάκις ἔλεγε, πῶς ἐχαίρετο περισσότερον, ὅτι εἶναι μέλος τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας, πάρεξ ὅτι ἐβασίλευσεν ἐπὶ τῆς γῆς. (Ὅρα περὶ τούτου τὸν β΄ τόμ. τοῦ Μελετίου, σελ. 403, καὶ τὴν Δωδεκάβιβλον τοῦ Δοσιθέου, σελ. 246.) (4)

(4) Περιττῶς δὲ γράφεται ἐν τῷ τετυπωμένῳ Συναξαριστῇ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην τὸ Συναξάριον τοῦ Ὁσίου Ἰουλιανοῦ. Αὐτὸ γὰρ προεγράφη κατὰ τὴν δεκάτην ὀγδόην τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός, καθ’ ἣν καὶ ἑορτάζεται. Ὁμοίως περιττῶς γράφεται ἐδῶ ἡ μνήμη καὶ τὸ Συναξάριον τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Θεοδότου Ἐπισκόπου Κυρηνίας τῆς Κύπρου. Ταῦτα γὰρ προεγράφησαν κατὰ τὴν δευτέραν τοῦ Μαρτίου, ὅτε καὶ ἐτελεύτησεν.

*

Ὁ Ὅσιος Ἀχιλλᾶς ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται (5).

Ὅπλοις Ἀχιλλεὺς τὰς κάτω πορθεῖ πόλεις.
Πόνοις Ἀχιλλᾶς τὴν ἄνω πλουτεῖ πόλιν.

(5) Περὶ τοῦ Ὁσίου τούτου Ἀχιλλᾶ γράφει ὁ Εὐεργετινός (σελ. 393), ὅτι ἐπῆγε μίαν φορὰν εἰς τὸν Ἀββᾶν Ἡσαΐαν, καὶ εὑρῆκεν αὐτὸν ὁποῦ ἔτρωγεν, ἔχων εἰς τὸ τζανάκιον ἅλας μόνον καὶ νερόν. Ὁ δὲ Ἡσαΐας ἰδὼν τὸν Ἀχιλλᾶν, ἔκρυψε τὸ τζανάκι ὀπίσω ἀπὸ τὸ ζιμπίλι ὁποῦ ἔπλεκε, διὰ νὰ μὴ σκανδαλίσῃ αὐτόν. Ὁ δὲ Ἀχιλλᾶς βλέπων αὐτὸν τρώγοντα, καὶ μὴ ἔχοντα ἔμπροσθέν του κᾀνένα φαγητόν, ἐρώτησεν αὐτὸν τί ἔτρωγεν. Ὁ δὲ Ἡσαΐας ἀπεκρίθη. Συγχώρησόν μοι Ἀββᾶ, ὅτι ἔκοπτον θαλλία φοινίκων εἰς τὸ καῦμα. Ὅθεν ἔβαλον εἰς τὸ στόμα μου ψωμὶ ξηρόν, καὶ δὲν ἐκατέβαινε. Μὲ τὸ νὰ ἐξηράνθη ἀπὸ τὸ καῦμα ὁ φάρυγγάς μου, διὰ τοῦτο ἀναγκάσθην νὰ βάλω νερὸν καὶ ἅλας, ἵνα βρέξω εἰς αὐτὰ τὸ ψωμί μου, καὶ δυνηθῶ νὰ τὸ φάγω. Τότε λέγει ὁ Ἀββᾶς Ἀχιλλᾶς. Ἐλᾶτε νὰ ἰδῆτε ὦ Πατέρες τῆς Σκήτεως, τὸν Ἡσαΐαν, ὁποῦ τρώγει ψωμί, εὑρισκόμενος εἰς Σκῆτιν. Εἶτα λέγει πρὸς αὐτόν. Ἐὰν θέλῃς νὰ τρώγῃς ψωμί, πήγαινε εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ἰδοὺ ποίαν ἐγκράτειαν εἶχον τότε εἰς τὰς Σκήτας.

Εἰς τοῦτον τὸν Ἀββᾶν Ἀχιλλᾶν ἐπῆγε μίαν φορὰν ἕνας γέρων, καὶ βλέπει αὐτόν, ὁποῦ ἔρριψεν ἀπὸ τὸ στόμα του αἷμα. Καὶ ἐρώτησεν αὐτόν. Τί εἶναι τοῦτο; Ὁ δὲ ἀπεκρίθη. Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶναι λόγος σκληρὸς ἑνὸς ἀδελφοῦ, ὁποῦ μὲ ἐλύπησε. Καὶ ἐγὼ ἀγωνίσθηκα νὰ μὴ φανερώσω εἰς κᾀνένα τὸν λόγον αὐτόν, παρακαλέσας τὸν Θεὸν νὰ σηκωθῇ ἡ ἐνθύμησίς του ἀπὸ λόγου μου. Ὅθεν ὁ λόγος ἐκεῖνος ἔγινεν αἷμα εἰς τὸ στόμα μου. Καὶ τώρα πτύσας αὐτόν, ἀνεπαύθηκα, ἀλησμονήσας τὴν λύπην (αὐτόθι, σελ. 169).

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Των Αγίων Αντωνίου του Μεγάλου, Αντωνίου του νέου, Θεοδοσίου βασιλέως του Μεγάλου, Αχιλλά

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.