Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου16 Mαρτίου

Των Αγίων Σαβίνου του Αιγυπτίου, Ιωάννου του εν Ρουφιαναίς, Ρωμανού, Πάπα, Ιουλιανού του εν Κιλικία κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιος ΣαβίνοςΤω αυτώ μηνί Ις’, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Σαβίνου του Αιγυπτίου.

Ρείθρον Σκαμάνδρου της ελέγξεως ύδωρ,
Ευανδρίας έλεγχος ην της Σαβίνου.

Τη δεκάτη έκτη εντεύθεν απήρε Σαβίνος.

Ούτος εκατάγετο από την πόλιν Ερμούπολιν, την ευρισκομένην εις το Μισήρι, κατά τους χρόνους Διοκλητιανού του βασιλέως, εν έτει σϞθ’ [299]. Κρυπτόμενος δε μαζί με άλλους Χριστιανούς έξω της πόλεως, μέσα εις ένα οσπήτιον μικρόν, εζητείτο από τους ειδωλολάτρας. Ένα μεν, διατί είχον αυτόν οι Χριστιανοί εις μεγάλην τιμήν και υπόληψιν, και άλλο δε, διατί αυτός ήτον από το πρώτον γένος, και τρίτον διατί υπερείχε τους άλλους κατά τον ζήλον της πίστεως. Φερθείς λοιπόν προς τον ηγεμόνα της πόλεως Αρριανόν, και ομολογήσας την εις Χριστόν πίστιν, εκρεμάσθη, και τόσον πολλά εξεσχίσθη ο αοίδιμος, ώστε οπού, έρρευσαν εις την γην όλαι αι σάρκες του. Έπειτα έκαυσαν αυτόν με αναμμένας λαμπάδας. Ύστερον δε, δέσαντες αυτόν με πέτραν, έρριψαν εις τον ποταμόν τον ονομαζόμενον Σκάμανδρον, και έτζι έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον.

 

 

 

 

 

 

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Ιωάννου του εν Ρουφιαναίς εν ειρήνη τελειωθέντος.

Τιμώμεν Ιωάννη σην εκδημίαν,
Ενδημίαν δε προς Θεόν μάλλον φάναι.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Ρωμανός ο εν τω Παρίω ξίφει τελειούται.

Το προς σε φίλτρον εις αγώνας δεικνύει,
Ο Ρωμανός σου Σώτερ ορμών προς ξίφος.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Πάπας, εν δένδρω κρεμασθείς, τελειούται.

Δεσμή πέδαις εις δένδρον, ω προσβάς Πάπα,
Ζακχαίος οία Χριστόν εκπνεύσας βλέπεις.

Ούτος ο Άγιος Πάπας βλέπωντας την οικουμένην, πως εκλυδωνίζετο όλη από την ειδωλολατρείαν, παρεστάθη εις τον άρχοντα. Όθεν τούτον κατεντροπιάσας με την πολλήν παρρησίαν, με την οποίαν ωμολόγησε τον Χριστόν, ερρίφθη κατά γης και εδάρθη με ραβδία εις όλον το σώμα, είτα εδάρθη και εις το πρόσωπον. Μετά ταύτα εκρεμάσθη υψηλά, και εξεσχίσθη με σιδηρά ονύχια. Ύστερον εκάρφωσαν εις τους πόδας του σιδηρά υποδήματα, και με αυτά τον εβίασαν να περιπατήση δρόμον πολύν. Τελευταίον δε, έδεσαν αυτόν εις ένα άκαρπον δένδρον, το οποίον ευθύς εύγαλε φύλλα και άνθη και καρπούς, και εκεί επάνω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον η Λυκαονία έχουσα, χαίρει και αγάλλεται.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού του εν Κιλικία.

Ιουλιανός εις αλός δύσας βάθος,
Εύρατο Χριστόν τίμιον μαργαρίτην.

Ούτος ήτον από την πόλιν των Αναζαρβέων, ήτις ευρίσκεται εις την δευτέραν των Κιλίκων επαρχίαν, υιός πατρός μεν Έλληνος βουλευτού, μητρός δε Χριστιανής, από την οποίαν έμαθε την του Χριστού πίστιν, και εκαταγίνετο εις την μελέτην των θείων Γραφών. Όταν δε έφθασεν εις τον δέκατον όγδοον χρόνον της ηλικίας του, παρεστάθη εις τον ηγεμόνα Μαρκιανόν, και επειδή δεν εκαταδέχθη να θυσιάση εις τα είδωλα, δια τούτο εδάρθη εις διάφορα μέρη του σώματος, και εβάλθη εις την φυλακήν. Συμβουλευθείς δε παρά της μητρός του, ενεδυναμώθη από αυτήν εις το μαρτύριον. Όθεν ερωτηθείς δεύτερον, απεκρίθη, ότι επιμένει εις την πίστιν του Χριστού μέχρι θανάτου. Δια τούτο εβάλθη μέσα εις ένα σάκκον γεμάτον από άμμον και θανατηφόρα ζωΰφια, και ερρίφθη εις το μέσον του πελάγους, και έτζι λαμβάνει ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον.

*

Οι Άγιοι δέκα Μάρτυρες οι εν Φοινίκη ξίφει τελειούνται.

Χορόν δέκανδρον Μαρτύρων δια ξίφους,
Ανδροκτόνοι κτείνουσι μαρτυροκτόνοι.

*

Ο Άγιος Αλεξανδρίων Πάπας Ρώμης ξίφει τελειούται.

Ρώμης παλαιάς Αλεξανδρίων Πάπας,
Εδέμ κατοικεί την παλαιάν πατρίδα.

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Ανίνα του Θαυματουργού.

Σορώ καλυφθείς θαυματουργός Ανίνας,
Ου συγκαλύπτει την χάριν των θαυμάτων.

Ούτος ο Όσιος Πατήρ ημών εκ νεαράς του ηλικίας, χωρίς να έχη καμμίαν μάθησιν, ηγάπησε την πραότητα και την ησυχίαν, όθεν ησύχαζε κατ’ ιδίαν. Όταν δε έγινε δεκαπέντε χρόνων, έμεινεν ορφανός από τους γονείς του. Όθεν αφήσας πάντα τον κόσμον και τα εν κόσμω, επήγεν εις την έρημον, και ευρών ένα Μοναχόν Μαϊουμάν ονομαζόμενον, ο οποίος είχεν υπερβολικήν ακτημοσύνην, έμενε κοντά εις αυτόν, αγρυπνών και προσευχόμενος. Τόσην δε πολλήν πτωχείαν είχον οι αοίδιμοι, ώστε οπού, δια την έλλειψιν των αναγκαίων, έτρωγαν μίαν φοράν εις τέσσαρας ημέρας. Και αγκαλά ήτον εις τόσην στενότητα, όμως τόσον εγλυκαίνοντο εις αυτήν, ωσάν να ευρίσκοντο εις βασιλικήν τράπεζαν. Μετά ταύτα ηθέλησεν ο τούτου πνευματικός διδάσκαλος και οδηγός να αναχωρήση από εκείνα τα μέρη. Ούτος δε ο μακάριος Ανίνας είπεν εις αυτόν, συγχώρησόν μοι πάτερ τίμιε, εγώ επειδή και ωδηγήθηκα παρά Θεού να έλθω εις εσένα, δια τούτο δεν αγαπώ να αναχωρήσω από εδώ. Όθεν ο Όσιος ούτος έμεινεν εκεί και δεν ανεχώρησεν. Εύγαινε δε πολλαίς φοραίς εις την εσωτέραν έρημον, και επήγαινε μακράν είκοσι και τριάκοντα ημερών διάστημα, και πάλιν εγύριζεν εις το κελλίον του. Ούτος λοιπόν, επειδή υπέταξε τα πάθη του σώματος εις τον νουν, δια τούτο έλαβεν αντιμισθίαν και χάριν από τον Θεόν, το να υποτάσσωνται εις αυτόν τα θηρία τα άγρια. Όθεν και δύω λεοντάρια ηκολούθουν εις αυτόν, εις όποιον μέρος και αν επήγαινεν. Επειδή δε εμβήκεν εις το ποδάρι του ενός λεονταρίου ένα τραχύ ακάνθι, τούτο εκβαλών ο Όσιος, και δέσας τον πόδα του, υγιή αυτόν εποίησεν.

Εκ τούτων λοιπόν εξαπλώθη η φήμη του Οσίου εις κάθε τόπον, και δια τούτο επρόστρεχον εις αυτόν πλήθη ανδρών τε και γυναικών, οίτινες είχον μαζί των και ασθενείς, τους οποίους ο Όσιος ιάτρευε με μόνην την προσευχήν του. Δια τούτο άφηκε πλέον το να πηγαίνη εις την έρημον, και έμενεν εις μόνον το κελλίον του. Το νερόν δε οπού έπινεν ο Όσιος, δεν ήτον κοντά, αλλά έφερνεν αυτό από τον ποταμόν Ευφράτην, ήτοι μακράν τέσσαρα, ή και πέντε μίλια. Και εν όσω μεν έπινεν αυτό μόνος ο Όσιος, σπανίως αυτό έφερεν, όταν δε άρχισε το πλήθος του λαού να έρχεται εις αυτόν, τότε ήτον αναγκαία η του νερού μεταχείρισις. Όθεν εκατασκεύασεν ένα μικρόν λάκκον, δια να μαζόνεται εκεί το της βροχής νερόν, πλην και ο τοιούτος λάκκος εξαντλείτο και ευκέρονεν από το πολύ πλήθος του λαού. Δια τούτο μίαν φοράν επροστάχθη ο διακονητής να φέρη από τον λάκκον νερόν, επειδή δε είπεν, ότι ουδέ ένα ποτήρι νερόν ημπορεί να γεμίση από εκεί, τούτου χάριν ο Όσιος, σηκώσας τα ομμάτιά του εις Ουρανόν, και στενάξας εκ βαθέων καρδίας, λέγει εις τον διακονητήν του με ιλαρόν πρόσωπον. Πήγαινε, τέκνον, εν ονόματι Κυρίου, και αντλήσας από τον λάκκον, φέρε νερόν εις τους αδελφούς. Όθεν πεισθείς ο διακονητής, επήγεν εις τον λάκκον, και ω του θαύματος! ευρίσκει αυτόν γεμάτον από νερόν, δια τούτο και ανεβόα, ελάτε όλοι να ιδήτε πράγμα εξαίσιον. Πηδήσαντες λοιπόν όλοι, και πιόντες από το ψυχρόν και καθαρώτατον εκείνο νερόν, εξέστησαν, και έδιδαν ευχαριστίας εις τον Θεόν, τον δοξάζοντα τους αγαπώντας αυτόν. Τούτου του θαύματος την φήμην και τον κρότον θέλωντας να συσκιάση ο Όσιος, εστοχάσθη να φέρνη πάλιν μόνος του το νερόν από τον ποταμόν Ευφράτην, καθώς το έφερνε και προτίτερα. Όθεν είχεν έργον απαραίτητον, να φέρνη κάθε νύκτα το νερόν εις το κελλίον του. Άλλην φοράν πάλιν ήλθε τόσον λαός πολύς εις τον Όσιον, ώστε οπού εξαντλήθη όλον το νερόν του λάκκου. Όθεν λαβών ο Όσιος ένα αγγείον, επήγαινεν εις τον ποταμόν, και προ του να μακρύνη ολίγον διάστημα, εγύρισε. Νομίσαντες δε οι εκείσε παρευρεθέντες, ότι δι’ ασθένειαν εγύρισε, έτρεξαν δια να υπαντήσουν τον γέροντα, πέρνωντας δε ένας το σταμνίον από τας χείρας του γέροντος, είδεν ότι ήτον γεμάτον από νερόν. Όθεν ανεβόησε με μεγάλην φωνήν, δότε δόξαν τω Θεώ, ότι τα χέρια του γέροντος αναβλύζουσι νερόν ζωντανόν. Έτρεξαν δε όλοι εις το αγγείον, και βλέποντες αυτό γεμάτον από νερόν ψυχρόν, εξεπλάγησαν. Όθεν άρχισαν να κυλίωνται εις τους πόδας του Αγίου, παρακαλούντες αυτόν να παραιτηθή πλέον από το τοιούτον έργον, και να μη λαμβάνη δι’ αυτούς τόσον πολύν κόπον. Έλεγον γαρ, ότι αν δεν εγίνετο το τοιούτον θαύμα, βέβαια έπρεπε να φέρνη το νερόν από τον ποταμόν Ευφράτην. Ο δε Όσιος πεσών εις την γην, ωνόμαζε τον εαυτόν του σκώληκα και εξουθένημα λαού. Λέγων δε τα τοιαύτα λόγια, μόλις και μετά βίας εκατάπεισε το πλήθος.

Τότε ακούσας ο Καισαρείας Επίσκοπος, ονόματι Πατρίκιος, ότι ο Άγιος μόνος φέρει το νερόν, εχάρισεν εις αυτόν ένα γαΐδαρον, δια να τον ελευθερώση από τον κόπον. Μίαν φοράν ένας πτωχός χρεωστών άσπρα, και ενοχλούμενος από τον δανειστήν, επήγεν εις τον Όσιον, και εδιηγήθη την συμφοράν του. Ο δε Όσιος, ένα μεν, διατί δεν είχε να δώση τι εις αυτόν, και άλλο δε, διατί δεν ήθελε να αφήση τον πτωχόν εύκερον, τούτου χάριν έδωκεν εις αυτόν τον γαΐδαρον, ειπών, πώλησον, τέκνον, το ζώον, και δους το χρέος σου, ελευθερώσου. Τούτο δε μαθών ο ανωτέρω Επίσκοπος, έδωκεν άλλο ζώον εις αυτόν ειπών, τούτο δεν σοι το δίδω δωρεάν, αλλά δια να φέρης το νερόν, και όταν το χρειασθώ, πάλιν το πέρνω οπίσω. Μετά ολίγον, ήλθεν εις αυτόν άλλος πτωχός, και με το να μην είχεν ο Όσιος να του δώση τίποτε, του έδωκε και τον άλλον γαΐδαρον. Τούτο δε μαθών ο ανωτέρω Επίσκοπος, εκατασκεύασεν ένα δοχείον ή πιθάρι μεγάλον, το οποίον σώζεται έως της σήμερον. Τούτο λοιπόν απέστελλεν ανθρώπους, και το εγέμωζαν με αχθοφόρα ζώα, και πάλιν επρόσταζε τους ανθρώπους, και έφερον οπίσω τα ζώα.

Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτον ένας στυλίτης εις εκείνα τα μέρη περιβόητος κατά την αρετήν, με τον οποίον επειδή εχθρεύθη ένας αδελφός εκ διαβολικής ενεργείας, έρριψε πέτραν και τον επλήγωσεν. Ο δε στυλίτης θέλωντας να εκδικήση την τόλμην του ατάκτου εκείνου, εκατέβη από τον στύλον. Ο δε του Θεού άνθρωπος Ανίνας τούτο προγνωρίσας δια Πνεύματος Αγίου, έγραψεν εις τον στυλίτην επιστολήν, την οποίαν έστειλεν εις αυτόν δια μέσου ενός λεονταρίου. Βλέπωντας δε ο στυλίτης το λεοντάρι, εξεπλάγη από τον φόβον του. Ο δε μαθητής του στυλίτου λαβών την επιστολήν, την έδωκεν εις τον γέροντά του, ο οποίος διαβάσας αυτήν, εκατανύχθη, και αφήσας εις τον Θεόν την κατά του τολμητίου εκδίκησιν, αντέγραψεν εις τον Όσιον με το αυτό λεοντάρι, ευχαριστών πολλά τω Θεώ, και αυτώ, ως του Θεού θεράποντι.

Μία γυναίκα είχεν ένα πάθος χαλεπόν, δια το οποίον επήγεν εις τον Άγιον. Απαντήσας δε αυτήν ένας βάρβαρος, ώρμησε δια να την ατιμάση, της δε γυναικός επικαλεσαμένης το όνομα του Οσίου και την αυτού βοήθειαν, ευθύς ο ανήμερος βάρβαρος ημερώθη, και απλώσας το χέρι του δια να πάρη το άρμα του, το οποίον έμπηξεν εις την γην προ του να αρχίση την κατά της γυναικός βίαν, ω του θαύματος! ευρήκεν αυτό ριζωμένον εις την γην. Όθεν θαυμάσας δια το παράδοξον τούτο, έδραμε και αυτός εις τον Άγιον, και κατηχηθείς από αυτόν, εβαπτίσθη. Είτα γενόμενος Μοναχός κοντά εις τον Όσιον, εχρημάτισεν εις την αρετήν δοκιμώτατος. Η δε γυνή λαβούσα την ιατρείαν του πάθους της, χαίρουσα υπέστρεψεν εις τον οίκον της. Πολλά δε και άλλα υπερφυή θαύματα εποίησεν ο Άγιος ούτος, τα οποία αφήσαμεν και χωρίς να θέλωμεν, δια να μη φαινώμεθα προσκορείς εις τους αναγνώστας. Ούτος λοιπόν ο τρισόλβιος διεπέρασεν εις το ασκητήριόν του χρόνους εννενηνταπέντε, χωρίς να μεταβή εις άλλον τόπον. Όλοι δε οι χρόνοι, τους οποίους έζησε, συμποσούνται εκατόν. Ούτος προείπε πολλάς προρρήσεις περί μελλόντων, αι οποίαι και έλαβον έκβασιν. Ούτος εσύναξε και ικανήν αδελφότητα, την οποίαν προσκαλέσας, εδιάλεξεν από αυτήν ένα αδελφόν, τον πλέον ενάρετον και διακριτικώτερον, και είπε, τούτον, αδελφοί, ο Θεός εχειροτόνησεν αντί εμένα, ποιμένα εδικόν σας. Και δείξας τον αδελφόν με το χέρι του, κατησπάσατο και ευλόγησεν όλους. Ζήσας δε μετά ταύτα ημέρας επτά, απήλθε προς Κύριον.

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Χριστοδούλου του Θαυματουργού (1).

(1) Τον Βίον τούτου όρα εις το Νέον Λειμωνάριον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιος ΣαβίνοςΤῷ αὐτῷ μηνὶ Ις΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Σαβίνου τοῦ Αἰγυπτίου.

Ῥεῖθρον Σκαμάνδρου τῆς ἐλέγξεως ὕδωρ,
Εὐανδρίας ἔλεγχος ἦν τῆς Σαβίνου.

Τῇ δεκάτῃ ἕκτῃ ἐντεῦθεν ἀπῆρε Σαβῖνος.

Οὗτος ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Ἑρμούπολιν, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὸ Μισῆρι, κατὰ τοὺς χρόνους Διοκλητιανοῦ τοῦ βασιλέως, ἐν ἔτει σϞθ΄ [299]. Κρυπτόμενος δὲ μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς ἔξω τῆς πόλεως, μέσα εἰς ἕνα ὁσπήτιον μικρόν, ἐζητεῖτο ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας. Ἕνα μέν, διατὶ εἶχον αὐτὸν οἱ Χριστιανοὶ εἰς μεγάλην τιμὴν καὶ ὑπόληψιν, καὶ ἄλλο δέ, διατὶ αὐτὸς ἦτον ἀπὸ τὸ πρῶτον γένος, καὶ τρίτον διατὶ ὑπερεῖχε τοὺς ἄλλους κατὰ τὸν ζῆλον τῆς πίστεως. Φερθεὶς λοιπὸν πρὸς τὸν ἡγεμόνα τῆς πόλεως Ἀρριανόν, καὶ ὁμολογήσας τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν, ἐκρεμάσθη, καὶ τόσον πολλὰ ἐξεσχίσθη ὁ ἀοίδιμος, ὥστε ὁποῦ, ἔρρευσαν εἰς τὴν γῆν ὅλαι αἱ σάρκες του. Ἔπειτα ἔκαυσαν αὐτὸν μὲ ἀναμμένας λαμπάδας. Ὕστερον δέ, δέσαντες αὐτὸν μὲ πέτραν, ἔρριψαν εἰς τὸν ποταμὸν τὸν ὀνομαζόμενον Σκάμανδρον, καὶ ἔτζι ἔλαβεν ὁ μακάριος τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον.

 

 

 

 

 

 

*

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ ἐν Ῥουφιαναῖς ἐν εἰρήνῃ τελειωθέντος.

Τιμῶμεν Ἰωάννη σὴν ἐκδημίαν,
Ἐνδημίαν δὲ πρὸς Θεὸν μᾶλλον φᾶναι.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ῥωμανὸς ὁ ἐν τῷ Παρίῳ ξίφει τελειοῦται.

Τὸ πρὸς σὲ φίλτρον εἰς ἀγῶνας δεικνύει,
Ὁ Ῥωμανός σου Σῶτερ ὁρμῶν πρὸς ξίφος.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πάπας, ἐν δένδρῳ κρεμασθείς, τελειοῦται.

Δεσμῇ πέδαις εἰς δένδρον, ᾧ προσβὰς Πάπα,
Ζακχαῖος οἷα Χριστὸν ἐκπνεύσας βλέπεις.

Οὗτος ὁ Ἅγιος Πάπας βλέπωντας τὴν οἰκουμένην, πῶς ἐκλυδωνίζετο ὅλη ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρείαν, παρεστάθη εἰς τὸν ἄρχοντα. Ὅθεν τοῦτον κατεντροπιάσας μὲ τὴν πολλὴν παρρησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμολόγησε τὸν Χριστόν, ἐρρίφθη κατὰ γῆς καὶ ἐδάρθη μὲ ῥαβδία εἰς ὅλον τὸ σῶμα, εἶτα ἐδάρθη καὶ εἰς τὸ πρόσωπον. Μετὰ ταῦτα ἐκρεμάσθη ὑψηλά, καὶ ἐξεσχίσθη μὲ σιδηρᾶ ὀνύχια. Ὕστερον ἐκάρφωσαν εἰς τοὺς πόδας του σιδηρᾶ ὑποδήματα, καὶ μὲ αὐτὰ τὸν ἐβίασαν νὰ περιπατήσῃ δρόμον πολύν. Τελευταῖον δέ, ἔδεσαν αὐτὸν εἰς ἕνα ἄκαρπον δένδρον, τὸ ὁποῖον εὐθὺς εὔγαλε φύλλα καὶ ἄνθη καὶ καρπούς, καὶ ἐκεῖ ἐπάνω παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ, καὶ ἔλαβεν ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον. Τὸ δὲ ἅγιον αὐτοῦ λείψανον ἡ Λυκαονία ἔχουσα, χαίρει καὶ ἀγάλλεται.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ τοῦ ἐν Κιλικίᾳ.

Ἰουλιανὸς εἰς ἁλὸς δύσας βάθος,
Εὕρατο Χριστὸν τίμιον μαργαρίτην.

Οὗτος ἦτον ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Ἀναζαρβέων, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὴν δευτέραν τῶν Κιλίκων ἐπαρχίαν, υἱὸς πατρὸς μὲν Ἕλληνος βουλευτοῦ, μητρὸς δὲ Χριστιανῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔμαθε τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, καὶ ἐκαταγίνετο εἰς τὴν μελέτην τῶν θείων Γραφῶν. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς τὸν δέκατον ὄγδοον χρόνον τῆς ἡλικίας του, παρεστάθη εἰς τὸν ἡγεμόνα Μαρκιανόν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐκαταδέχθη νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα, διὰ τοῦτο ἐδάρθη εἰς διάφορα μέρη τοῦ σώματος, καὶ ἐβάλθη εἰς τὴν φυλακήν. Συμβουλευθεὶς δὲ παρὰ τῆς μητρός του, ἐνεδυναμώθη ἀπὸ αὐτὴν εἰς τὸ μαρτύριον. Ὅθεν ἐρωτηθεὶς δεύτερον, ἀπεκρίθη, ὅτι ἐπιμένει εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ μέχρι θανάτου. Διὰ τοῦτο ἐβάλθη μέσα εἰς ἕνα σάκκον γεμάτον ἀπὸ ἄμμον καὶ θανατηφόρα ζωΰφια, καὶ ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον τοῦ πελάγους, καὶ ἔτζι λαμβάνει ὁ ἀοίδιμος τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον.

*

Οἱ Ἅγιοι δέκα Μάρτυρες οἱ ἐν Φοινίκῃ ξίφει τελειοῦνται.

Χορὸν δέκανδρον Μαρτύρων διὰ ξίφους,
Ἀνδροκτόνοι κτείνουσι μαρτυροκτόνοι.

*

Ὁ Ἅγιος Ἀλεξανδρίων Πάπας Ῥώμης ξίφει τελειοῦται.

Ῥώμης παλαιᾶς Ἀλεξανδρίων Πάπας,
Ἐδὲμ κατοικεῖ τὴν παλαιὰν πατρίδα.

*

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀνίνα τοῦ Θαυματουργοῦ.

Σορῷ καλυφθεὶς θαυματουργὸς Ἀνίνας,
Οὐ συγκαλύπτει τὴν χάριν τῶν θαυμάτων.

Οὗτος ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν ἐκ νεαρᾶς του ἡλικίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ κᾀμμίαν μάθησιν, ἠγάπησε τὴν πρᾳότητα καὶ τὴν ἡσυχίαν, ὅθεν ἡσύχαζε κατ’ ἰδίαν. Ὅταν δὲ ἔγινε δεκαπέντε χρόνων, ἔμεινεν ὀρφανὸς ἀπὸ τοὺς γονεῖς του. Ὅθεν ἀφήσας πᾶντα τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν κόσμῳ, ἐπῆγεν εἰς τὴν ἔρημον, καὶ εὑρὼν ἕνα Μοναχὸν Μαϊουμᾶν ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπερβολικὴν ἀκτημοσύνην, ἔμενε κοντὰ εἰς αὐτόν, ἀγρυπνῶν καὶ προσευχόμενος. Τόσην δὲ πολλὴν πτωχείαν εἶχον οἱ ἀοίδιμοι, ὥστε ὁποῦ, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀναγκαίων, ἔτρωγαν μίαν φορὰν εἰς τέσσαρας ἡμέρας. Καὶ ἀγκαλὰ ἦτον εἰς τόσην στενότητα, ὅμως τόσον ἐγλυκαίνοντο εἰς αὐτήν, ὡσὰν νὰ εὑρίσκοντο εἰς βασιλικὴν τράπεζαν. Μετὰ ταῦτα ἠθέλησεν ὁ τούτου πνευματικὸς διδάσκαλος καὶ ὁδηγὸς νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μέρη. Οὗτος δὲ ὁ μακάριος Ἀνίνας εἶπεν εἰς αὐτόν, συγχώρησόν μοι πάτερ τίμιε, ἐγὼ ἐπειδὴ καὶ ὡδηγήθηκα παρὰ Θεοῦ νὰ ἔλθω εἰς ἐσένα, διὰ τοῦτο δὲν ἀγαπῶ νὰ ἀναχωρήσω ἀπὸ ἐδῶ. Ὅθεν ὁ Ὅσιος οὗτος ἔμεινεν ἐκεῖ καὶ δὲν ἀνεχώρησεν. Εὔγαινε δὲ πολλαῖς φοραῖς εἰς τὴν ἐσωτέραν ἔρημον, καὶ ἐπήγαινε μακρὰν εἴκοσι καὶ τριάκοντα ἡμερῶν διάστημα, καὶ πάλιν ἐγύριζεν εἰς τὸ κελλίον του. Οὗτος λοιπόν, ἐπειδὴ ὑπέταξε τὰ πάθη τοῦ σώματος εἰς τὸν νοῦν, διὰ τοῦτο ἔλαβεν ἀντιμισθίαν καὶ χάριν ἀπὸ τὸν Θεόν, τὸ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτὸν τὰ θηρία τὰ ἄγρια. Ὅθεν καὶ δύω λεοντάρια ἠκολούθουν εἰς αὐτόν, εἰς ὅποιον μέρος καὶ ἂν ἐπήγαινεν. Ἐπειδὴ δὲ ἐμβῆκεν εἰς τὸ ποδάρι τοῦ ἑνὸς λεονταρίου ἕνα τραχὺ ἀκάνθι, τοῦτο ἐκβαλὼν ὁ Ὅσιος, καὶ δέσας τὸν πόδα του, ὑγιῆ αὐτὸν ἐποίησεν.

Ἐκ τούτων λοιπὸν ἐξαπλώθη ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου εἰς κάθε τόπον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρόστρεχον εἰς αὐτὸν πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, οἵτινες εἶχον μαζί των καὶ ἀσθενεῖς, τοὺς ὁποίους ὁ Ὅσιος ἰάτρευε μὲ μόνην τὴν προσευχήν του. Διὰ τοῦτο ἄφηκε πλέον τὸ νὰ πηγαίνῃ εἰς τὴν ἔρημον, καὶ ἔμενεν εἰς μόνον τὸ κελλίον του. Τὸ νερὸν δὲ ὁποῦ ἔπινεν ὁ Ὅσιος, δὲν ἦτον κοντά, ἀλλὰ ἔφερνεν αὐτὸ ἀπὸ τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, ἤτοι μακρὰν τέσσαρα, ἢ καὶ πέντε μίλια. Καὶ ἐν ὅσῳ μὲν ἔπινεν αὐτὸ μόνος ὁ Ὅσιος, σπανίως αὐτὸ ἔφερεν, ὅταν δὲ ἄρχισε τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ νὰ ἔρχεται εἰς αὐτόν, τότε ἦτον ἀναγκαία ἡ τοῦ νεροῦ μεταχείρισις. Ὅθεν ἐκατασκεύασεν ἕνα μικρὸν λάκκον, διὰ νὰ μαζόνεται ἐκεῖ τὸ τῆς βροχῆς νερόν, πλὴν καὶ ὁ τοιοῦτος λάκκος ἐξαντλεῖτο καὶ εὐκέρονεν ἀπὸ τὸ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο μίαν φορὰν ἐπροστάχθη ὁ διακονητὴς νὰ φέρῃ ἀπὸ τὸν λάκκον νερόν, ἐπειδὴ δὲ εἶπεν, ὅτι οὐδὲ ἕνα ποτήρι νερὸν ἠμπορεῖ νὰ γεμίσῃ ἀπὸ ἐκεῖ, τούτου χάριν ὁ Ὅσιος, σηκώσας τὰ ὀμμάτιά του εἰς Οὐρανόν, καὶ στενάξας ἐκ βαθέων καρδίας, λέγει εἰς τὸν διακονητήν του μὲ ἱλαρὸν πρόσωπον. Πήγαινε, τέκνον, ἐν ὀνόματι Κυρίου, καὶ ἀντλήσας ἀπὸ τὸν λάκκον, φέρε νερὸν εἰς τοὺς ἀδελφούς. Ὅθεν πεισθεὶς ὁ διακονητής, ἐπῆγεν εἰς τὸν λάκκον, καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὑρίσκει αὐτὸν γεμάτον ἀπὸ νερόν, διὰ τοῦτο καὶ ἀνεβόα, ἐλᾶτε ὅλοι νὰ ἰδῆτε πρᾶγμα ἐξαίσιον. Πηδήσαντες λοιπὸν ὅλοι, καὶ πιόντες ἀπὸ τὸ ψυχρὸν καὶ καθαρώτατον ἐκεῖνο νερόν, ἐξέστησαν, καὶ ἔδιδαν εὐχαριστίας εἰς τὸν Θεόν, τὸν δοξάζοντα τοὺς ἀγαπῶντας αὐτόν. Τούτου τοῦ θαύματος τὴν φήμην καὶ τὸν κρότον θέλωντας νὰ συσκιάσῃ ὁ Ὅσιος, ἐστοχάσθη νὰ φέρνῃ πάλιν μόνος του τὸ νερὸν ἀπὸ τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, καθὼς τὸ ἔφερνε καὶ προτίτερα. Ὅθεν εἶχεν ἔργον ἀπαραίτητον, νὰ φέρνῃ κάθε νύκτα τὸ νερὸν εἰς τὸ κελλίον του. Ἄλλην φορὰν πάλιν ἦλθε τόσον λαὸς πολὺς εἰς τὸν Ὅσιον, ὥστε ὁποῦ ἐξαντλήθη ὅλον τὸ νερὸν τοῦ λάκκου. Ὅθεν λαβὼν ὁ Ὅσιος ἕνα ἀγγεῖον, ἐπήγαινεν εἰς τὸν ποταμόν, καὶ πρὸ τοῦ νὰ μακρύνῃ ὀλίγον διάστημα, ἐγύρισε. Νομίσαντες δὲ οἱ ἐκεῖσε παρευρεθέντες, ὅτι δι’ ἀσθένειαν ἐγύρισε, ἔτρεξαν διὰ νὰ ὑπαντήσουν τὸν γέροντα, πέρνωντας δὲ ἕνας τὸ σταμνίον ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ γέροντος, εἶδεν ὅτι ἦτον γεμάτον ἀπὸ νερόν. Ὅθεν ἀνεβόησε μὲ μεγάλην φωνήν, δότε δόξαν τῷ Θεῷ, ὅτι τὰ χέρια τοῦ γέροντος ἀναβλύζουσι νερὸν ζωντανόν. Ἔτρεξαν δὲ ὅλοι εἰς τὸ ἀγγεῖον, καὶ βλέποντες αὐτὸ γεμάτον ἀπὸ νερὸν ψυχρόν, ἐξεπλάγησαν. Ὅθεν ἄρχισαν νὰ κυλίωνται εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἁγίου, παρακαλοῦντες αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ πλέον ἀπὸ τὸ τοιοῦτον ἔργον, καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ δι’ αὐτοὺς τόσον πολὺν κόπον. Ἔλεγον γάρ, ὅτι ἂν δὲν ἐγίνετο τὸ τοιοῦτον θαῦμα, βέβαια ἔπρεπε νὰ φέρνῃ τὸ νερὸν ἀπὸ τὸν ποταμὸν Εὐφράτην. Ὁ δὲ Ὅσιος πεσὼν εἰς τὴν γῆν, ὠνόμαζε τὸν ἑαυτόν του σκώληκα καὶ ἐξουθένημα λαοῦ. Λέγων δὲ τὰ τοιαῦτα λόγια, μόλις καὶ μετὰ βίας ἐκατάπεισε τὸ πλῆθος.

Τότε ἀκούσας ὁ Καισαρείας Ἐπίσκοπος, ὀνόματι Πατρίκιος, ὅτι ὁ Ἅγιος μόνος φέρει τὸ νερόν, ἐχάρισεν εἰς αὐτὸν ἕνα γαΐδαρον, διὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸν κόπον. Μίαν φορὰν ἕνας πτωχὸς χρεωστῶν ἄσπρα, καὶ ἐνοχλούμενος ἀπὸ τὸν δανειστήν, ἐπῆγεν εἰς τὸν Ὅσιον, καὶ ἐδιηγήθη τὴν συμφοράν του. Ὁ δὲ Ὅσιος, ἕνα μέν, διατὶ δὲν εἶχε νὰ δώσῃ τι εἰς αὐτόν, καὶ ἄλλο δέ, διατὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὸν πτωχὸν εὔκερον, τούτου χάριν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸν γαΐδαρον, εἰπών, πώλησον, τέκνον, τὸ ζῶον, καὶ δοὺς τὸ χρέος σου, ἐλευθερώσου. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ ἀνωτέρω Ἐπίσκοπος, ἔδωκεν ἄλλο ζῶον εἰς αὐτὸν εἰπών, τοῦτο δέν σοι τὸ δίδω δωρεάν, ἀλλὰ διὰ νὰ φέρῃς τὸ νερόν, καὶ ὅταν τὸ χρειασθῶ, πάλιν τὸ πέρνω ὀπίσω. Μετὰ ὀλίγον, ἦλθεν εἰς αὐτὸν ἄλλος πτωχός, καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν εἶχεν ὁ Ὅσιος νὰ τοῦ δώσῃ τίποτε, τοῦ ἔδωκε καὶ τὸν ἄλλον γαΐδαρον. Τοῦτο δὲ μαθὼν ὁ ἀνωτέρω Ἐπίσκοπος, ἐκατασκεύασεν ἕνα δοχεῖον ἢ πιθάρι μεγάλον, τὸ ὁποῖον σῴζεται ἕως τῆς σήμερον. Τοῦτο λοιπὸν ἀπέστελλεν ἀνθρώπους, καὶ τὸ ἐγέμωζαν μὲ ἀχθοφόρα ζῶα, καὶ πάλιν ἐπρόσταζε τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἔφερον ὀπίσω τὰ ζῶα.

Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἦτον ἕνας στυλίτης εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη περιβόητος κατὰ τὴν ἀρετήν, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπειδὴ ἐχθρεύθη ἕνας ἀδελφὸς ἐκ διαβολικῆς ἐνεργείας, ἔρριψε πέτραν καὶ τὸν ἐπλήγωσεν. Ὁ δὲ στυλίτης θέλωντας νὰ ἐκδικήσῃ τὴν τόλμην τοῦ ἀτάκτου ἐκείνου, ἐκατέβη ἀπὸ τὸν στύλον. Ὁ δὲ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος Ἀνίνας τοῦτο προγνωρίσας διὰ Πνεύματος Ἁγίου, ἔγραψεν εἰς τὸν στυλίτην ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς αὐτὸν διὰ μέσου ἑνὸς λεονταρίου. Βλέπωντας δὲ ὁ στυλίτης τὸ λεοντάρι, ἐξεπλάγη ἀπὸ τὸν φόβον του. Ὁ δὲ μαθητὴς τοῦ στυλίτου λαβὼν τὴν ἐπιστολήν, τὴν ἔδωκεν εἰς τὸν γέροντά του, ὁ ὁποῖος διαβάσας αὐτήν, ἐκατανύχθη, καὶ ἀφήσας εἰς τὸν Θεὸν τὴν κατὰ τοῦ τολμητίου ἐκδίκησιν, ἀντέγραψεν εἰς τὸν Ὅσιον μὲ τὸ αὐτὸ λεοντάρι, εὐχαριστῶν πολλὰ τῷ Θεῷ, καὶ αὐτῷ, ὡς τοῦ Θεοῦ θεράποντι.

Μία γυναῖκα εἶχεν ἕνα πάθος χαλεπόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπῆγεν εἰς τὸν Ἅγιον. Ἀπαντήσας δὲ αὐτὴν ἕνας βάρβαρος, ὥρμησε διὰ νὰ τὴν ἀτιμάσῃ, τῆς δὲ γυναικὸς ἐπικαλεσαμένης τὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου καὶ τὴν αὐτοῦ βοήθειαν, εὐθὺς ὁ ἀνήμερος βάρβαρος ἡμερώθη, καὶ ἁπλώσας τὸ χέρι του διὰ νὰ πάρῃ τὸ ἅρμα του, τὸ ὁποῖον ἔμπηξεν εἰς τὴν γῆν πρὸ τοῦ νὰ ἀρχίσῃ τὴν κατὰ τῆς γυναικὸς βίαν, ὢ τοῦ θαύματος! εὑρῆκεν αὐτὸ ῥιζωμένον εἰς τὴν γῆν. Ὅθεν θαυμάσας διὰ τὸ παράδοξον τοῦτο, ἔδραμε καὶ αὐτὸς εἰς τὸν Ἅγιον, καὶ κατηχηθεὶς ἀπὸ αὐτόν, ἐβαπτίσθη. Εἶτα γενόμενος Μοναχὸς κοντὰ εἰς τὸν Ὅσιον, ἐχρημάτισεν εἰς τὴν ἀρετὴν δοκιμώτατος. Ἡ δὲ γυνὴ λαβοῦσα τὴν ἰατρείαν τοῦ πάθους της, χαίρουσα ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκόν της. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα ὑπερφυῆ θαύματα ἐποίησεν ὁ Ἅγιος οὗτος, τὰ ὁποῖα ἀφήσαμεν καὶ χωρὶς νὰ θέλωμεν, διὰ νὰ μὴ φαινώμεθα προσκορεῖς εἰς τοὺς ἀναγνώστας. Οὗτος λοιπὸν ὁ τρισόλβιος διεπέρασεν εἰς τὸ ἀσκητήριόν του χρόνους ἐννενηνταπέντε, χωρὶς νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλον τόπον. Ὅλοι δὲ οἱ χρόνοι, τοὺς ὁποίους ἔζησε, συμποσοῦνται ἑκατόν. Οὗτος προεῖπε πολλὰς προρρήσεις περὶ μελλόντων, αἱ ὁποῖαι καὶ ἔλαβον ἔκβασιν. Οὗτος ἐσύναξε καὶ ἱκανὴν ἀδελφότητα, τὴν ὁποίαν προσκαλέσας, ἐδιάλεξεν ἀπὸ αὐτὴν ἕνα ἀδελφόν, τὸν πλέον ἐνάρετον καὶ διακριτικώτερον, καὶ εἶπε, τοῦτον, ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἐχειροτόνησεν ἀντὶ ἐμένα, ποιμένα ἐδικόν σας. Καὶ δείξας τὸν ἀδελφὸν μὲ τὸ χέρι του, κατησπάσατο καὶ εὐλόγησεν ὅλους. Ζήσας δὲ μετὰ ταῦτα ἡμέρας ἑπτά, ἀπῆλθε πρὸς Κύριον.

*

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Χριστοδούλου τοῦ Θαυματουργοῦ (1).

(1) Τὸν Βίον τούτου ὅρα εἰς τὸ Νέον Λειμωνάριον.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Β’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 Των Αγίων Σαβίνου του Αιγυπτίου, Ιωάννου του εν Ρουφιαναίς, Ρωμανού, Πάπα, Ιουλιανού του εν Κιλικία κ.ά.

 

 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.