Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου14 Δεκεμβρίου

Των Αγίων Θύρσου, Λευκίου, Καλλινίκου, Φιλήμονος, Απολλωνίου κ.ά.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Τω αυτώ μηνί ΙΔ’, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Θύρσου, Λευκίου, και Καλλινίκου.

Εις τον Θύρσον.

Ου δενδρίνην σε Θύρσε θύραν ο πρίων,
Προ της τελευτής εύρεν ως ράστα πρίσαι.

Εις τον Λεύκιον.

Ο πνεύμα λευκός Λεύκιος τμηθείς ξίφει,
Το σώμα βάπτει φοινικούν εξ αιμάτων.

Εις τον Καλλίνικον.

Ο Καλλίνικος εκκοπείς τον αυχένα,
Υπήρξε Καλλίνικος εκ των πραγμάτων.

Πρίσιν αλύξας Θύρσε θάνες δεκάτη γε τετάρτη.

Ούτοι οι Άγιοι Μάρτυρες ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και του ηγεμόνος Κουμβρικίου, εν έτει σν’ [250]. Επειδή δε ο ηγεμών ούτος εκίνησε διωγμόν κατά των Χριστιανών εις τα μέρη Νικομηδείας, Νικαίας και Καισαρείας, τούτου χάριν ο Άγιος Λεύκιος αυτοκάλεστος επήγεν εις αυτόν. Και ωμολόγησε μεν, τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, ήλεγξε δε, και ύβρισε την πλάνην των ειδώλων. Όθεν κατά προσταγήν του ηγεμόνος κρεμάται, και καταξεσχίζεται τας σάρκας δυνατά. Επειδή δε επέμενεν εις την ευσεβή πίστιν των Χριστιανών, δια τούτο απεκεφαλίσθη. Και έλαβεν ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανον. Εις καιρόν δε οπού ο ηγεμών επήγαινεν εις τον Ελλήσποντον (1), απάντησεν αυτόν ο πολύαθλος Μάρτυς Θύρσος, και παρρησία μεν εκήρυξεν έμπροσθέν του τον Χριστόν, Θεόν αληθινόν. Αυτόν δε ήλεγξε, διατί ανοήτως πιστεύει και λατρεύει τους μη όντας θεούς. Όθεν δια την παρρησίαν ταύτην κτυπούσι τον Άγιον με γρονθισμούς των χειρών. Και δένουσι τας χείρας και πόδας του. Έπειτα τζακίζουσι τους αστραγάλους του, και βάλλουσι περόνας εις τα βλέφαρά του. Ύστερον κεντούσι τα ομμάτιά του και τζακίζουσι τους πόδας του με μπάλλας χαλκωματένας. Και χύνουσι μολύβι βρασμένον επάνω εις την πλάτην του. Αλλά το μολύβι χυνόμενον, περισσότερον έβλαψε τους υπηρέτας παρά τον Άγιον. Επειδή δε από όλα τα ανωτέρω βάσανα εφυλάχθη ο Άγιος αβλαβής υπό της θείας χάριτος, δια τούτο δένεται από την μέσην με σίδηρα. Και δια προσευχής του κατακρημνίζει όλα τα είδωλα. Έπειτα βάλλεται κατακέφαλα μέσα εις ένα αγγείον γεμάτον νερόν, το οποίον ερράγισε παρευθύς. Είτα στρώνουσι το έδαφος της γης με καρφία οξέα και με σίδηρα κοπτερά. Επάνω δε εις το έδαφος αυτό ρίπτουσι τον Άγιον από ένα υψηλόν τείχος. Εφυλάχθη όμως από όλα αυτά ο Άγιος αβλαβής υπό της δυνάμεως του Χριστού.

Επειδή δε ο ηγεμών Κουμβρίκιος και ο Σιλβανός απέρριψαν κακώς τας μιαράς των ψυχάς, δια τούτο έγινεν ηγεμών ο Βάβδος. Όστις βλέπωντας τον Άγιον Θύρσον, ότι ήτον στερεός εις την πίστιν του Χριστού, έβαλεν αυτόν μέσα εις ένα σάκκον. Τον δε σάκκον έρριψεν εις την θάλασσαν. Επειδή δε ο σάκκος εσχίσθη υπό Αγγέλων, δια τούτο ευγήκεν ο Άγιος εις την στερεάν. Έπειτα δέρνεται, και πάλιν δια προσευχής του κρημνίζει τα είδωλα. Είτα δίδεται φαγητόν εις τα θηρία. Διαμένει όμως αβλαβής από αυτά υπό της θείας χάριτος. Και πάλιν δέρνεται τόσον πολλά, ώστε οπού εκόπηκαν αι σάρκες του και έπεσον κατά γης. Τότε τραβίζει εις την του Χριστού πίστιν τον Άγιον Καλλίνικον, ο οποίος ήτον ιερεύς των ειδώλων. Εστοχάσθη γαρ αυτός ως φρόνιμος, ότι εκείνος είναι από όλους μεγαλίτερος Θεός, με του οποίου την επικάλεσιν κρημνίζονται τα είδωλα. Διότι εις την Απολλωνίαν πηγαίνωντας ο Άγιος Θύρσος, εκρήμνισεν εις την γην δια προσευχής του τα των ψευδωνύμων θεών αγάλματα. Τούτο δε το ίδιον εθαυματούργησε και αυτός ο Καλλίνικος. Κατακρημνίσας γαρ το είδωλον, οπού οι εκείσε εσέβοντο, απεκόπη δια τούτο την κεφαλήν. Ο δε Άγιος Θύρσος, εβάλθη μεν μέσα εις σεντούκι, ίνα ομού με το σεντούκι πριονισθή και αυτός. Έμεινεν όμως αβλαβής θεία χάριτι. Διατί οι υπηρέται εκρατήθησαν υπό Θεού, και δεν εδυνήθησαν να τραβίξουν το πριώνι. Εκεί λοιπόν ο Άγιος ευρισκόμενος, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, ακούσας και φωνήν ουρανόθεν. Η οποία εφανέρωνεν εις αυτόν τα ητοιμασμένα τοις δικαίοις ανεκλάλητα αγαθά. Τελείται δε η αυτών Σύναξις εις το Μαρτύριον, ήτοι εις τον μαρτυρικόν τους Ναόν, ο οποίος είναι κοντά εις τα Ελενιανά. (Τον κατά πλάτος Βίον των Αγίων τούτων όρα εις τον Νέον Παράδεισον (2).)

(1) Ελλήσποντος είναι ο τόπος εκείνος, οπού εκτείνεται κατά μήκος έως 45 μίλια, δηλαδή από την Προποντίδα, ήτοι από την θάλασσαν του Μαρμαρά, έως εις το Αιγαίον Πέλαγος, κατά τον Μελέτιον.

(2) Τον ελληνικόν τούτων Βίον συνέγραψεν ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κοινωνία σαρκός». (Σώζεται εν τη Μεγίστη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων Μονή, και εν άλλαις.)

*

Άγιοι Φιλήμων και ΑπολλώνιοςΤη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Φιλήμονος και Απολλωνίου.

Εις τον Φιλήμονα.

Έτερπεν αυλοίς πριν Φιλήμων τους φίλους,
Τανύν δε τμηθείς τέρπεται τέρψιν ξένην.

Εις τον Απολλώνιον.

Απολλώνιον υιόν υψίστου θέσει,
Κτείνουσιν υιοί της απωλείας, ξίφει.

Ούτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Αρριανού ηγεμόνος της εν Αιγύπτω Θηβαΐδος, ήτις ήτον Μητρόπολις των Αντινόων, εν έτει σϞ’ [290]. Ο δε του μαρτυρίου αυτών τρόπος έγινεν έτζι. Τριανταεπτά Χριστιανοί επιάσθησαν, και εφέρθησαν εις τον ηγεμόνα. Ένας δε από αυτούς, Απολλώνιος ονόματι, Αναγνώστης ων της εκεί Εκκλησίας, δειλιάσας τα πικρά βάσανα του μαρτυρίου, έδωκε τέσσαρα φλωρία ομού και τα ρούχα του, εις τον Φιλήμονα τον παίζοντα το συραύλιον. Ίνα αυτός φορέσας τα ρούχα του Απολλωνίου, και σχηματισθείς εις το είδος του θυσιάση εις τα είδωλα αντί εκείνου. Ο δε Φιλήμων πέρνωντας τα ρούχα του Απολλωνίου και φοραίνωντάς τα, ευθύς φοραίνει ομού νοητώς και την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν εμβαίνωντας εις το στάδιον με το σχήμα του Απολλωνίου, επροστάχθη δια να θυσιάση εις τα είδωλα. Εκείνος δε ομολογεί την εις Χριστόν πίστιν.

Επειδή δε ο ηγεμών επρόσταξε να έλθη ο Φιλήμων δια να παίξη το συραύλιόν του, ίνα δια μέσου της γλυκύτητος της μελωδίας εκείνου παρακινηθή ο τον Χριστόν ομολογών εν σχήματι Απολλωνίου, να προτιμήση μεν τα του κόσμου καλά και να αρνηθή τον Χριστόν, να θυσιάση δε εις τα είδωλα· τούτο, λέγω, ακούσας ο Φιλήμων, εφανέρωσεν, ότι αυτός είναι ο ζητούμενος Φιλήμων, ο σχηματισθείς εις το είδος του Απολλωνίου. Οι δε Έλληνες επαρακίνουν αυτόν να αρνηθή τον Χριστόν. Αλλ’ ο γενναίος Φιλήμων δεν επείσθη. Όθεν ο ηγεμών ωνείδισεν αυτόν λέγων, ότι ματαίως κοπιάζει ονομάζωντας τον εαυτόν του Χριστιανόν, ανίσως πρότερον δεν βαπτισθή. Εμποδισμένον γαρ, του έλεγεν, είναι, το να συναριθμήται με τους Χριστιανούς εκείνος, οπού δεν λάβη το Βάπτισμα. Επειδή, λέγω, έτζι ωνειδίσθη ο Φιλήμων, δια τούτο επροσευχήθη, και έπεσε βροχή επάνω εις μόνον αυτόν. Ώστε οπού, όλοι μεν οι παρεστώτες εξεπλάγησαν, ο δε Άγιος Φιλήμων επληροφορήθη, ότι η βροχή εκείνη έγινε Βάπτισμα εις αυτόν από τον Θεόν. Επειδή τινας Χριστιανός δεν ετόλμα να τον βαπτίση δια τον φόβον του ηγεμόνος. Είτα επροσευχήθη ο Άγιος και δια να αφανισθούν τα συραύλιά του. Τα οποία έδωκεν εις τον Απολλώνιον, όταν εδέχθη παρ’ αυτού τα φλωρία, ως ανωτέρω είπομεν. Όθεν φωτία ελθούσα από τους ουρανούς, κατέκαυσεν αυτά εις τας χείρας του Απολλωνίου (3).

Επειδή δε ο θείος Απολλώνιος έγινεν αιτία να πιστεύση ο Φιλήμων εις τον Χριστόν, δια τούτο εφέρθη έμπροσθεν του ηγεμόνος και ανεκήρυξε την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν κόπτουσι τα νεύρα των ποδών του, και σύρουσιν αυτόν εις όλην την πόλιν. Ο δε Φιλήμων κρεμασθείς εις μίαν ελαίαν, εσαϊτεύθη. Αι δε σαΐται εις αυτόν μεν δεν έγγιξαν, μία δε από αυτάς ελθούσα εις τον ηγεμόνα, εκέντησε το ομμάτι του και το ετύφλωσε. Το οποίον ο Άγιος Φιλήμων πάλιν εποίησεν υγιές. Προείπε γαρ εις αυτόν, ότι μετά το μαρτύριόν μου, ανίσως πάρης χώμα από τον τάφον μου, και επιθέσης εις τον οφθαλμόν σου, θέλεις λάβης αυτόν υγιή. Αφ’ ου λοιπόν απεκεφαλίσθησαν και οι δύω, ο τε Άγιος Φιλήμων και ο Απολλώνιος, τότε επήγεν ο ηγεμών Αρριανός εις τον τάφον του Μάρτυρος Φιλήμονος, και λαβών χώμα από εκεί, έγινεν υγιής, κατά την του Αγίου πρόρρησιν. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης επίστευσεν εις τον Χριστόν αυτός και οι μετ’ αυτού τέσσαρες προτικτόροι, και εβαπτίσθησαν άπαντες. Τούτο δε ακούσας ο Διοκλητιανός, έστειλε και έφερε τον ηγεμόνα Αρριανόν. Και δεσμεύσας αυτόν με σιδηρά δεσμά, και κρεμάσας πέτραν εις τον λαιμόν του, κατεβίβασεν αυτόν μέσα εις ένα χάσμα, και εκεί αυτόν με το χώμα κατέχωσε και εσκέπασεν.

Αφ’ ου δε ο δυσσεβής τούτο εποίησεν, έστησε τον θρόνον του επάνω εις το χάσμα εκείνο, και επρόσταξε τους στρατιώτας να παίζουν, λέγοντες. Ας ιδούμεν, εάν έλθη ο Θεός του Αρριανού, και να εκβάλη αυτόν από το χάσμα τούτο. Γυρίσας δε εις τα βασίλεια, επήγεν εις την κλίνην του. Και ω του θαύματος! βλέπει τα σίδηρα και την πέτραν, οπού εφόρει ο Άγιος Αρριανός, κρεμασμένα επάνω εις την κλίνην του, και αυτόν τον Άγιον Αρριανόν πλαγιασμένον επάνω εις την κλίνην. Όθεν εφοβήθη, υπολαμβάνοντας ότι είναι μάγος. Και ότι τυραννικήν αποστασίαν εκίνησε κατ’ αυτού. Ακούσας δε του Αγίου λαλούντος με πραείαν φωνήν και λέγοντος. Εγώ είμαι ο Αρριανός, τον οποίον εσύ έβαλες εις το χάσμα λέγωντας ομού και βλάσφημα λόγια κατά του Χριστού. Ταύτα λέγω ακούσας ο Διοκλητιανός, εξεπλάγη και έμεινεν άφωνος εις ώραν πολλήν. Είτα μόλις ελθών εις τον εαυτόν του, μαγείαν ο ανόητος την θαυματουργίαν ενόμιζεν. Όθεν έρριψεν αυτόν εις την θάλασσαν ομού με τους πιστεύσαντες τέσσαρας προτικτόρους. Τους οποίους όλους έβαλε μέσα εις πέντε σάκκους ομού με άμμον. Παρευθύς δε ένας δέλφινας μεγαλώτατος, τραβίζωντας και τους πέντε σάκκους και πέρνωντας αυτούς επάνω εις τους ώμους του, τους εύγαλεν εις την παραθαλασσίαν της Αλεξανδρείας. Οι δε δούλοι του Αγίου Αρριανού προσμένοντες κατά την προσταγήν εκείνου εις τον αιγιαλόν, και βλέποντας τα λείψανα των Αγίων φερόμενα επάνω του δελφίνος, εθαύμασαν. Καθώς ήτον εύλογον να θαυμάσουν. Είτα πέρνοντες αυτά ευλαβώς, και εμβαίνοντες εις καΐκι, δια του Νείλου ποταμού επλησίασαν εις την Μητρόπολιν των Αντινοϊτών. Δια θείας δε φωνής άνωθεν ελθούσης μαθόντες τον τόπον, εις τον οποίον έπρεπε να ενταφιασθούν τα άγια λείψανα, εμήνυσαν εις την πόλιν το παράδοξον αυτό θαύμα. Όθεν έτρεξαν όλοι πανδημεί με λαμπάδας και ύμνους. Και ούτως ενταφίασαν αυτά λαμπρώς και εντίμως εις επίσημον τόπον.

(3) Από το διήγημα τούτο, δύω πράγματα ας μάθουν οι Χριστιανοί εκείνοι, οπού παίζουν συραύλια, τύμπανα, λύρας, και άλλα διάφορα παιγνίδια, και διαβολικά όργανα. Πρώτον, ότι πρέπει να μισήσουν αυτά από καρδίας. Καθώς τα εμίσησε και ο Άγιος ούτος Φιλήμων. Και να μη θέλουν ουδέ να τα πιάσουν εις χείρας των. Και δεύτερον, ότι ο Θεός τόσον αποστρέφεται τα τοιαύτα όργανα, και τόσον δι’ αυτά οργίζεται, ώστε οπού ρίπτει φωτίαν από τους Ουρανούς και τα κατακαίει.

*

Μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Αρριανού, και των τεσσάρων Προτικτόρων των συναθλησάντων αυτώ.

Εις τον Αρριανόν.

Τον Αρριανόν εργάται πονηρίας,
Έργον θαλάσσης δεικνύουσιν αφρόνως.

Εις τους Προτίκτορας.

Βάπτισμα πόντος τοις Προτίκτορσι ξένον,
Φορούσι σάκκους ως στολάς εμφωτίους.

*

Μνήμη της μετά φιλανθρωπίας επενεχθείσης ημίν φοβεράς απειλής του σεισμού, ης παρ’ ελπίδα πάσαν ελυτρώσατο ημάς ο φιλάνθρωπος Κύριος.

Έσεισας αλλ’ έστησας αύθις γην Λόγε.
Της σης γαρ οργής οίκτος εστί το πλέον.

 Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Τ ατ μην ΙΔ΄, μνήμη τν γίων Μαρτύρων Θύρσου, Λευκίου, κα Καλλινίκου.

Ες τν Θύρσον.

Ο δενδρίνην σε Θύρσε θύραν πρίων,
Πρ τς τελευτς ερεν ς ῥᾷστα πρίσαι.

Ες τν Λεύκιον.

πνεμα λευκς Λεύκιος τμηθες ξίφει,
Τ σμα βάπτει φοινικον ξ αμάτων.

Ες τν Καλλίνικον.

Καλλίνικος κκοπες τν αχένα,
πρξε Καλλίνικος κ τν πραγμάτων.

Πρίσιν λύξας Θύρσε θάνες δεκάτ γε τετάρτ.

Οτοι ο γιοι Μάρτυρες τον κατ τος χρόνους το βασιλέως Δεκίου κα το γεμόνος Κουμβρικίου, ν τει σν΄ [250]. πειδ δ γεμν οτος κίνησε διωγμν κατ τν Χριστιανν ες τ μέρη Νικομηδείας, Νικαίας κα Καισαρείας, τούτου χάριν γιος Λεύκιος ατοκάλεστος πγεν ες ατόν. Κα μολόγησε μέν, τν Χριστν Θεν ληθινόν, λεγξε δέ, κα βρισε τν πλάνην τν εδώλων. θεν κατ προσταγν το γεμόνος κρεμται, κα καταξεσχίζεται τς σάρκας δυνατά. πειδ δ πέμενεν ες τν εσεβ πίστιν τν Χριστιανν, δι τοτο πεκεφαλίσθη. Κα λαβεν οίδιμος το μαρτυρίου τν στέφανον. Ες καιρν δ πο γεμν πήγαινεν ες τν λλήσποντον (1), πάντησεν ατν πολύαθλος Μάρτυς Θύρσος, κα παρρησί μν κήρυξεν μπροσθέν του τν Χριστόν, Θεν ληθινόν. Ατν δ λεγξε, διατ νοήτως πιστεύει κα λατρεύει τος μ ντας θεούς. θεν δι τν παρρησίαν ταύτην κτυποσι τν γιον μ γρονθισμος τν χειρν. Κα δένουσι τς χερας κα πόδας του. πειτα τζακίζουσι τος στραγάλους του, κα βάλλουσι περόνας ες τ βλέφαρά του. στερον κεντοσι τ μμάτιά του κα τζακίζουσι τος πόδας του μ μπάλλας χαλκωματένας. Κα χύνουσι μολύβι βρασμένον πάνω ες τν πλάτην του. λλ τ μολύβι χυνόμενον, περισσότερον βλαψε τος πηρέτας παρ τν γιον. πειδ δ π λα τ νωτέρω βάσανα φυλάχθη γιος βλαβς π τς θείας χάριτος, δι τοτο δένεται π τν μέσην μ σίδηρα. Κα δι προσευχς του κατακρημνίζει λα τ εδωλα. πειτα βάλλεται κατακέφαλα μέσα ες να γγεον γεμάτον νερόν, τ ποον ρράγισε παρευθύς. Ετα στρώνουσι τ δαφος τς γς μ καρφία ξέα κα μ σίδηρα κοπτερά. πάνω δ ες τ δαφος ατ ίπτουσι τν γιον π να ψηλν τεχος. φυλάχθη μως π λα ατ γιος βλαβς π τς δυνάμεως το Χριστο.

πειδ δ γεμν Κουμβρίκιος κα Σιλβανς πέρριψαν κακς τς μιαράς των ψυχάς, δι τοτο γινεν γεμν Βάβδος. στις βλέπωντας τν γιον Θύρσον, τι τον στερες ες τν πίστιν το Χριστο, βαλεν ατν μέσα ες να σάκκον. Τν δ σάκκον ρριψεν ες τν θάλασσαν. πειδ δ σάκκος σχίσθη π γγέλων, δι τοτο εγκεν γιος ες τν στερεάν. πειτα δέρνεται, κα πάλιν δι προσευχς του κρημνίζει τ εδωλα. Ετα δίδεται φαγητν ες τ θηρία. Διαμένει μως βλαβς π ατ π τς θείας χάριτος. Κα πάλιν δέρνεται τόσον πολλά, στε πο κόπηκαν α σάρκες του κα πεσον κατ γς. Τότε τραβίζει ες τν το Χριστο πίστιν τν γιον Καλλίνικον, ποος τον ερες τν εδώλων. στοχάσθη γρ ατς ς φρόνιμος, τι κενος εναι π λους μεγαλίτερος Θεός, μ το ποίου τν πικάλεσιν κρημνίζονται τ εδωλα. Διότι ες τν πολλωνίαν πηγαίνωντας γιος Θύρσος, κρήμνισεν ες τν γν δι προσευχς του τ τν ψευδωνύμων θεν γάλματα. Τοτο δ τ διον θαυματούργησε κα ατς Καλλίνικος. Κατακρημνίσας γρ τ εδωλον, πο ο κεσε σέβοντο, πεκόπη δι τοτο τν κεφαλήν. δ γιος Θύρσος, βάλθη μν μέσα ες σεντοκι, να μο μ τ σεντοκι πριονισθ κα ατός. μεινεν μως βλαβς θεία χάριτι. Διατ ο πηρέται κρατήθησαν π Θεο, κα δν δυνήθησαν ν τραβίξουν τ πρινι. κε λοιπν γιος ερισκόμενος, παρέδωκε τν ψυχήν του ες χερας Θεο, κούσας κα φωνν ορανόθεν. ποία φανέρωνεν ες ατν τ τοιμασμένα τος δικαίοις νεκλάλητα γαθά. Τελεται δ ατν Σύναξις ες τ Μαρτύριον, τοι ες τν μαρτυρικόν τους Ναόν, ποος εναι κοντ ες τ λενιανά. (Τν κατ πλάτος Βίον τν γίων τούτων ρα ες τν Νέον Παράδεισον (2).)

(1) Ἑλλήσποντος εἶναι ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὁποῦ ἐκτείνεται κατὰ μῆκος ἕως 45 μίλια, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Προποντίδα, ἤτοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν τοῦ Μαρμαρᾶ, ἕως εἰς τὸ Αἰγαῖον Πέλαγος, κατὰ τὸν Μελέτιον.

(2) Τὸν ἑλληνικὸν τούτων Βίον συνέγραψεν ὁ Μεταφραστής, οὗ ἡ ἀρχή· «Τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κοινωνίᾳ σαρκός». (Σῴζεται ἐν τῇ Μεγίστῃ Λαύρᾳ, ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων Μονῇ, καὶ ἐν ἄλλαις.)

*

Άγιοι Φιλήμων και ΑπολλώνιοςΤ ατ μέρ μνήμη τν γίων Μαρτύρων Φιλήμονος κα πολλωνίου.

Ες τν Φιλήμονα.

τερπεν αλος πρν Φιλήμων τος φίλους,
Τανν δ τμηθες τέρπεται τέρψιν ξένην.

Ες τν πολλώνιον.

πολλώνιον υἱὸν ψίστου θέσει,
Κτείνουσιν υο τς πωλείας, ξίφει.

Οτοι ο γιοι τον κατ τος χρόνους το βασιλέως Διοκλητιανο κα ρριανο γεμόνος τς ν Αγύπτ Θηβαΐδος, τις τον Μητρόπολις τν ντινόων, ν τει σϞ΄ [290]. δ το μαρτυρίου ατν τρόπος γινεν τζι. Τριανταεπτ Χριστιανο πιάσθησαν, κα φέρθησαν ες τν γεμόνα. νας δ π ατούς, πολλώνιος νόματι, ναγνώστης ν τς κε κκλησίας, δειλιάσας τ πικρ βάσανα το μαρτυρίου, δωκε τέσσαρα φλωρία μο κα τ οχά του, ες τν Φιλήμονα τν παίζοντα τ συραύλιον. να ατς φορέσας τ οχα το πολλωνίου, κα σχηματισθες ες τ εδός του θυσιάσ ες τ εδωλα ντ κείνου. δ Φιλήμων πέρνωντας τ οχα το πολλωνίου κα φοραίνωντάς τα, εθς φοραίνει μο νοητς κα τν ες Χριστν πίστιν. θεν μβαίνωντας ες τ στάδιον μ τ σχμα το πολλωνίου, προστάχθη δι ν θυσιάσ ες τ εδωλα. κενος δ μολογε τν ες Χριστν πίστιν.

πειδ δ γεμν πρόσταξε ν λθ Φιλήμων δι ν παίξ τ συραύλιόν του, να δι μέσου τς γλυκύτητος τς μελδίας κείνου παρακινηθ τν Χριστν μολογν ν σχήματι πολλωνίου, ν προτιμήσ μν τ το κόσμου καλ κα ν ρνηθ τν Χριστόν, ν θυσιάσ δ ες τ εδωλα· τοτο, λέγω, κούσας Φιλήμων, φανέρωσεν, τι ατς εναι ζητούμενος Φιλήμων, σχηματισθες ες τ εδος το πολλωνίου. Ο δ λληνες παρακίνουν ατν ν ρνηθ τν Χριστόν. λλ’ γενναος Φιλήμων δν πείσθη. θεν γεμν νείδισεν ατν λέγων, τι ματαίως κοπιάζει νομάζωντας τν αυτόν του Χριστιανόν, νίσως πρότερον δν βαπτισθ. μποδισμένον γάρ, το λεγεν, εναι, τ ν συναριθμται μ τος Χριστιανος κενος, πο δν λάβ τ Βάπτισμα. πειδή, λέγω, τζι νειδίσθη Φιλήμων, δι τοτο προσευχήθη, κα πεσε βροχ πάνω ες μόνον ατόν. στε πο, λοι μν ο παρεσττες ξεπλάγησαν, δ γιος Φιλήμων πληροφορήθη, τι βροχ κείνη γινε Βάπτισμα ες ατν π τν Θεόν. πειδή τινας Χριστιανς δν τόλμα ν τν βαπτίσ δι τν φόβον το γεμόνος. Ετα προσευχήθη γιος κα δι ν φανισθον τ συραύλιά του. Τ ποα δωκεν ες τν πολλώνιον, ταν δέχθη παρ’ ατο τ φλωρία, ς νωτέρω επομεν. θεν φωτία λθοσα π τος ορανούς, κατέκαυσεν ατ ες τς χερας το πολλωνίου (3).

πειδ δ θεος πολλώνιος γινεν ατία ν πιστεύσ Φιλήμων ες τν Χριστόν, δι τοτο φέρθη μπροσθεν το γεμόνος κα νεκήρυξε τν ες Χριστν πίστιν. θεν κόπτουσι τ νερα τν ποδν του, κα σύρουσιν ατν ες λην τν πόλιν. δ Φιλήμων κρεμασθες ες μίαν λαίαν, σαϊτεύθη. Α δ σαΐται ες ατν μν δν γγιξαν, μία δ π ατς λθοσα ες τν γεμόνα, κέντησε τ μμάτι του κα τ τύφλωσε. Τ ποον γιος Φιλήμων πάλιν ποίησεν γιές. Προεπε γρ ες ατόν, τι μετ τ μαρτύριόν μου, νίσως πάρς χμα π τν τάφον μου, κα πιθέσς ες τν φθαλμόν σου, θέλεις λάβς ατν γι. φ’ ο λοιπν πεκεφαλίσθησαν κα ο δύω, τε γιος Φιλήμων κα πολλώνιος, τότε πγεν γεμν ρριανς ες τν τάφον το Μάρτυρος Φιλήμονος, κα λαβν χμα π κε, γινεν γιής, κατ τν το γίου πρόρρησιν. θεν κ τς ατίας ταύτης πίστευσεν ες τν Χριστν ατς κα ο μετ’ ατο τέσσαρες προτικτόροι, κα βαπτίσθησαν παντες. Τοτο δ κούσας Διοκλητιανός, στειλε κα φερε τν γεμόνα ρριανόν. Κα δεσμεύσας ατν μ σιδηρ δεσμά, κα κρεμάσας πέτραν ες τν λαιμόν του, κατεβίβασεν ατν μέσα ες να χάσμα, κα κε ατν μ τ χμα κατέχωσε κα σκέπασεν.

φ’ ο δ δυσσεβς τοτο ποίησεν, στησε τν θρόνον του πάνω ες τ χάσμα κενο, κα πρόσταξε τος στρατιώτας ν παίζουν, λέγοντες. ς δομεν, ἐὰν λθ Θες το ρριανο, κα ν κβάλ ατν π τ χάσμα τοτο. Γυρίσας δ ες τ βασίλεια, πγεν ες τν κλίνην του. Κα το θαύματος! βλέπει τ σίδηρα κα τν πέτραν, πο φόρει γιος ρριανός, κρεμασμένα πάνω ες τν κλίνην του, κα ατν τν γιον ρριανν πλαγιασμένον πάνω ες τν κλίνην. θεν φοβήθη, πολαμβάνοντας τι εναι μάγος. Κα τι τυραννικν ποστασίαν κίνησε κατ’ ατο. κούσας δ το γίου λαλοντος μ πρεαν φωνν κα λέγοντος. γ εμαι ρριανός, τν ποον σ βαλες ες τ χάσμα λέγωντας μο κα βλάσφημα λόγια κατ το Χριστο. Τατα λέγω κούσας Διοκλητιανός, ξεπλάγη κα μεινεν φωνος ες ραν πολλήν. Ετα μόλις λθν ες τν αυτόν του, μαγείαν νόητος τν θαυματουργίαν νόμιζεν. θεν ρριψεν ατν ες τν θάλασσαν μο μ τος πιστεύσαντες τέσσαρας προτικτόρους. Τος ποίους λους βαλε μέσα ες πέντε σάκκους μο μ μμον. Παρευθς δ νας δέλφινας μεγαλώτατος, τραβίζωντας κα τος πέντε σάκκους κα πέρνωντας ατος πάνω ες τος μους του, τος εγαλεν ες τν παραθαλασσίαν τς λεξανδρείας. Ο δ δολοι το γίου ρριανο προσμένοντες κατ τν προσταγν κείνου ες τν αγιαλόν, κα βλέποντας τ λείψανα τν γίων φερόμενα πάνω το δελφνος, θαύμασαν. Καθς τον ελογον ν θαυμάσουν. Ετα πέρνοντες ατ ελαβς, κα μβαίνοντες ες καΐκι, δι το Νείλου ποταμο πλησίασαν ες τν Μητρόπολιν τν ντινοϊτν. Δι θείας δ φωνς νωθεν λθούσης μαθόντες τν τόπον, ες τν ποον πρεπε ν νταφιασθον τ για λείψανα, μήνυσαν ες τν πόλιν τ παράδοξον ατ θαμα. θεν τρεξαν λοι πανδημε μ λαμπάδας κα μνους. Κα οτως νταφίασαν ατ λαμπρς κα ντίμως ες πίσημον τόπον.

(3) Ἀπὸ τὸ διήγημα τοῦτο, δύω πράγματα ἂς μάθουν οἱ Χριστιανοὶ ἐκεῖνοι, ὁποῦ παίζουν συραύλια, τύμπανα, λύρας, καὶ ἄλλα διάφορα παιγνίδια, καὶ διαβολικὰ ὄργανα. Πρῶτον, ὅτι πρέπει νὰ μισήσουν αὐτὰ ἀπὸ καρδίας. Καθὼς τὰ ἐμίσησε καὶ ὁ Ἅγιος οὗτος Φιλήμων. Καὶ νὰ μὴ θέλουν οὐδὲ νὰ τὰ πιάσουν εἰς χεῖράς των. Καὶ δεύτερον, ὅτι ὁ Θεὸς τόσον ἀποστρέφεται τὰ τοιαῦτα ὄργανα, καὶ τόσον δι’ αὐτὰ ὀργίζεται, ὥστε ὁποῦ ῥίπτει φωτίαν ἀπὸ τοὺς Οὐρανοὺς καὶ τὰ κατακαίει.

*

Μνήμη το γίου Μάρτυρος ρριανο, κα τν τεσσάρων Προτικτόρων τν συναθλησάντων ατ.

Ες τν ρριανόν.

Τν ρριανν ργάται πονηρίας,
ργον θαλάσσης δεικνύουσιν φρόνως.

Ες τος Προτίκτορας.

Βάπτισμα πόντος τος Προτίκτορσι ξένον,
Φοροσι σάκκους ς στολς μφωτίους.

*

Μνήμη τς μετ φιλανθρωπίας πενεχθείσης μν φοβερς πειλς το σεισμο, ς παρ’ λπίδα πσαν λυτρώσατο μς φιλάνθρωπος Κύριος.

σεισας λλ’ στησας αθις γν Λόγε.
Τς σς γρ ργς οκτός στι τ πλέον.

 Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005. 

* * *

 

 Των Αγίων Θύρσου, Λευκίου, Καλλινίκου, Φιλήμονος, Απολλωνίου κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.