Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου13 Οκτωβρίου

Των Αγίων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης των Μαρτύρων, Φλωρεντίου του Μάρτυρος κ.α.

Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιοι Κάρπος, Παπύλος, Αγαθόδωρος και ΑνδρονίκηΤω αυτώ μηνί ΙΓ’, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης.

Εις τον Κάρπον και Πάπυλον.

Κάρπω Παπύλω τοις Θεού καρποίς δύω,
Παπυλεών (ήτοι η τέντα) τμηθείσιν ηνοίγη πόλου.

Εις τον Αγαθόδωρον.

Αγαθόδωρον δωρεών πληθύς μένει,
Προς πληθύν αθλήσαντα δεινών μαστίγων.

Εις την Αγαθονίκην.

Ουκ εμποδών σοι Μάρτυς Αγαθονίκη,
Το θήλυ προς το θείον εκ ξίφους τέλος.

Κάρπον συν Παπύλω δεκάτη τρίτη έκτανε χαλκός.

Ούτοι οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες, ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως μεν Δεκίου, του ανθυπάτου δε της Ανατολής Βαλλεριανού, εν έτει σν’ [250], ιατροί κατά την τέχνην. Και ο μεν Άγιος Κάρπος, ήτον Επίσκοπος Θυατείρων. Ο δε Πάπυλος, ήτον Διάκονος, χειροτονηθείς από τον ίδιον αυτόν Κάρπον. Πιασθέντες λοιπόν ούτοι από τον εκείσε άρχοντα, και ερωτηθέντες, ωμολόγησαν ενώπιον πάντων το όνομα του Δεσπότου Χριστού. Αναγκασθέντες δε δια να θυσιάσουν εις τα είδωλα, και μη πεισθέντες, εδέθησαν οπίσω εις άλογα, από τα οποία εσύρθησαν έμπροσθεν του άρχοντος, και επήγαν από τα Θυάτειρα έως τας Σάρδεις. Εκεί δε εκρεμάσθησαν επάνω εις ξύλον και εκαταξεσχίσθησαν. Τότε και ο Άγιος Αγαθόδωρος, δούλος ων των Αγίων, εδυναμώθη υπό θείου Αγγέλου, και ωμολόγησε φανερά τον Χριστόν. Όθεν κρεμάται και αυτός, και δέρνεται άσπλαγχνα με ραβδία. Και ούτως επάνω εις τας βασάνους, παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Ο δε Άγιος Κάρπος, κρεμάμενος ων, εχαμογέλασεν. Ερωτηθείς δε από τον άρχοντα, διατί εχαμογέλα, απεκρίθη. «Είδον την δόξαν του Κυρίου μου και εχάρην».

Ο δε Πάπυλος εδέθη εις τέσσαρας πάλους, και εσηκώθη υψηλά από την γην. Ύστερον δε ελιθοβολήθη. Και επειδή έμεινεν αβλαβής, δια τούτο φέρεται εις το κριτήριον μαζί με τον Κάρπον. Και οι δύω ομού σύρονται ανάσκελα επάνω εις τριβόλους, και εν ταυτώ δέρνονται, άνωθεν από την κοιλίαν. Έπειτα ρίπτονται εις τα θηρία δια να τους φάγουν. Τότε ένα λεοντάρι, ω του θαύματος! ωμίλησε με ανθρωπίνην φωνήν, και εμπόδιζε τους διώκτας να μη δείχνουν τόσην ωμότητα κατά των Αγίων. Οι δε διώκται, βουλλώσαντες τα αυτία των ωσάν την ασπίδα, εκάρφωσαν τους πόδας των Μαρτύρων με σιδηρά υποδήματα. Και έτζι τους έρριψαν εις μίαν κάμινον. Τότε και η Αγαθονίκη, η αδελφή του Αγίου Παπύλου, επροσευχήθη, και έπειτα εμβήκε και αυτή εις την κάμινον. Επειδή δε η φωτία εσβέσθη, με το να έπεσε βροχή από τον ουρανόν, δια τούτο έμειναν οι Άγιοι αβλαβείς. Και τέλος πάντων απετμήθησαν τας κεφαλάς, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτών όρα εις τον Νέον Παράδεισον. Τούτον δε ο Μεταφραστής συνέγραψεν, ου η αρχή· «Μεμνήσθαι των υπέρ Χριστού». Σώζεται εν τη των Ιβήρων και εν άλλαις, και προ τούτων εν τη Λαύρα.)

*

Άγιος ΦλωρέντιοςΤη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Φλωρεντίου.

Ω θάρσος οίον Μάρτυρος Φλωρεντίου!
Προς την φλόγα τρέχοντος ώσπερ προς δρόσον.

Ο Άγιος Μάρτυς Φλωρέντιος ήτον από την πόλιν της Θεσσαλονίκης. Με το να ήτον δε Χριστιανός και ζηλωτής της ευσεβείας και αρετής, ύβριζε μεν και εβλασφήμει έμπροσθεν εις όλους, τους θεούς των Ελλήνων. Εστήριζε δε τους Χριστιανούς εις την του Χριστού πίστιν, και με κάθε τρόπον ωδήγει αυτούς εις την εργασίαν της αρετής, και των του Θεού εντολών. Ταύτα δε πράττων και μεταχειριζόμενος, επιάσθη από τον ηγεμόνα της Θεσσαλονίκης. Και ερωτηθείς παρ’ αυτού, τον μεν Χριστόν, παρρησία ωμολόγησεν έμπροσθεν πάντων, ότι είναι Θεός προαιώνιος και ποιητής του παντός. Τους δε θεούς των Ελλήνων, επεριγέλασεν, ότι είναι ξύλα και πέτραι, και αργύριον και χρυσίον και χάλκωμα και σίδηρον, και είδωλα άψυχα και αναίσθητα. Όθεν επειδή ταύτα είπε, δέρνεται δυνατά. Έπειτα κρεμάται επάνω εις ξύλον και καταξεσχίζεται. Είτα ρίπτεται μέσα εις αναμμένην πυρκαϊάν. Και έτζι χαίρων και προσευχόμενος και ευχαριστών τον Θεόν, ετελειώθη ο μακάριος μέσα εις αυτήν. Και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Διόσκορος ξίφει τελειούται.

Τμηθείς ο Διόσκορος αισχύνει Δία,
Τον μη λαβόντα ψυχαπωλείας κόρον.

Ούτος εμαρτύρησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει σπη’ [288]. Και κατά μεν το γένος, εκατάγετο από τους καλουμένους Σκηνοπολίτας, κατά δε το αξίωμα, ήτον βουλευτής. Ούτος λοιπόν νομίσας ωσάν σκύβαλα όλα του κόσμου τούτου τα πράγματα, μόνον δια να κερδήση τον Χριστόν, επαρρησιάσθη έμπροσθεν του άρχοντος Λουκιανού. Και τούτον εκατάπληξεν ωσάν μία βροντή, με τα ελεγκτικά λόγιά του. Ή μάλλον ειπείν, επεριγέλασεν αυτόν. Και ως ουδέν ενόμισε, τόσον τους φοβερισμούς του, όσον και τας κολακείας του. Επειδή αυτός έδειχνεν εις τον Άγιον, και φωτίαν, και στρεβλωτήρια όργανα. Και εφεύρισκε πολλά άλλα είδη βασάνων. Αλλ’ όμως όλα αυτά ήτον ανενέργητα. Και εφαίνοντο ως ένα ουδέν έμπροσθεν εις την ανδρίαν και μεγαλοψυχίαν του μάρτυρος. Δια τούτο εις όλον το ύστερον, απέτεμε με το ξίφος την αγίαν του κεφαλήν. Και ούτως ο αοίδιμος έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον.

*

Άγιος ΝικήταςΜνήμη του Οσίου Πατρός ημών Νικήτα Πατρικίου του Ομολογητού.

Θλίψεις υποστάς εικόνων θείων χάριν,
Χαίρει χαράν Νικήτας, οίαν οι νόες.

Ούτος ο Άγιος εγεννήθη εις την χώραν των Παφλαγόνων, ήτις είναι μέρος της Γαλατίας, της τουρκιστί καλουμένης Γελάς, από γονείς ευσεβείς και φιλοθέους. Οι οποίοι, ως λέγουσιν, ήτον συγγενείς Θεοδώρας της βασιλίσσης, της γυναικός Θεοφίλου. Παιδιόθεν λοιπόν δοθείς εις τα σχολεία, έμαθε τα ιερά γράμματα. Και έτζι επήγεν εις την βασιλεύουσαν των πόλεων, όταν ήτον χρόνων δεκαεπτά. Μαθούσα δε η τα σκήπτρα της βασιλείας τότε κρατούσα Ειρήνη, εν έτει ψπ’ [780], ότι όταν ο Άγιος ήτον νήπιον ευνουχίσθη από τους γονείς του, δια τούτο επήρεν αυτόν εις τα βασιλικά παλάτια, και εις ολίγον καιρόν, έγινε πρώτος από τους οικείους ανθρώπους της. Έφθασε δε και εις το να λάβη το αξίωμα του πατρικίου, και να κατασταθή στρατηγός της Σικελίας.

Παιδιόθεν δε εμεταχειρίζετο ο μακάριος την αρετήν, και ήθελε μεν να γένη Μοναχός, εμποδίζετο όμως από τους τότε βασιλεύοντας. Από τον Νικηφόρον λέγω, και από τον υιόν του Σταυράκιον, εν έτει ωβ’ [802]. Ύστερον δε όταν έγινε βασιλεύς ο Μιχαήλ (1), πολλά παρεκάλεσεν αυτόν ο Όσιος, δια να τον αφήση να γένη Μοναχός. Ο οποίος έδωκε μεν εις αυτόν άδειαν να καλογερεύση, να μην εύγη όμως έξω από την Κωνσταντινούπολιν. Όθεν έδωκεν εις την εξουσίαν του το Μοναστήριον οπού ευρίσκετο εις την Χρυσήν Πόρταν, το επονομαζόμενον Χρυσονίκην, και επρόσταξεν αυτόν να μένη εκεί. Ήτον δε πενήντα χρόνων ο Άγιος όταν έγινε Μοναχός. Και έμεινεν εις το Μοναστήριον έως της βασιλείας Λέοντος του εικονομάχου (2).

Επειδή λοιπόν έβλεπεν ο Άγιος τας ατιμίας οπού εποίουν οι εικονομάχοι εναντίον των αγίων εικόνων, ευγήκεν έξω από την Κωνσταντινούπολιν, και επήγεν εις ένα προάστειον: ήτοι τζεφτιλίκι, το οποίον αυτός εχάρισεν εις το Μοναστήριον. Και εκεί έμεινε με τους ευτελεστάτους Μοναχούς, συντρώγων και συγκοπιάζων μαζί με αυτούς. Επειδή δε μερικοί διαβαλταί, χάριν ποιούντες εις τον θεομάχον βασιλέα Λέοντα, τον Αρμένιον δηλαδή, εφανέρωσαν εις αυτόν, ότι ο Νικήτας έχει εικόνα του Δεσπότου Χριστού και την προσκυνεί, την οποίαν επήρεν από την Ρώμην: τούτου χάριν απεστάλθη ένας από τους στρατιώτας του βασιλέως, δια να τρομάξη τον Άγιον με φοβερισμούς, και να πάρη από αυτόν την εικόνα. Αλλ’ ο Άγιος δεν επείθετο εις το να την δώση. Αλλά μόλις απεκρίθη εις τον απεσταλμένον, ότι η εικών αύτη, δεν είναι εδική μου, αλλά είναι του Θεού. Δια τούτο είναι αφιερωμένη, και ευρίσκεται μαζί με τα άλλα της Εκκλησίας κειμήλια. Όθεν ο απεσταλμένος πέρνωντας ένα άλλον Μοναχόν, επήγε με αυτόν εις την Εκκλησίαν, δια να τω δείξη την εικόνα. Την οποίαν ευθύς οπού την επήρε την έρριψεν ατίμως μέσα εις το βεριδάριόν του (3). Ο δε Άγιος την ατιμίαν ταύτην βλέπων, ανεστέναξεν από καρδίας. Και εστοχάσθη πως τούτο θέλει γένη αρχή πειρασμών και θλίψεων. Φεύγωντας δε ο απεσταλμένος, με ασφάλειαν επαρήγγειλε, ότι να μη τολμήση ο Άγιος να εύγη από εκεί.

Όταν δε μετά ταύτα εβασίλευσεν ο Θεόφιλος εν έτει ωκθ’ [829], και επιμελώς εμεταχειρίζετο τον κατά των αγίων εικόνων πόλεμον, τότε απεστάλθη από τον βασιλέα προς τον Όσιον τούτον άλλος άνθρωπος Θεοδόσιος ονόματι. Ο οποίος είπε προς αυτόν έμπροσθεν πάντων. Ο βασιλεύς σε προστάζει με το μέσον μου, ή να συγκοινωνήσης με τον Πατριάρχην Αντώνιον (όστις και αυτός ήτον εικονομάχος) και να μη προσκυνής τας εικόνας. Ή αυτήν την ώραν να εξορισθής από εδώ. Ο Άγιος απεκρίθη. Την εικόνα του Χριστού μου, δεν θέλω παύσω από το να προσκυνώ, καν και εσείς εις τούτο δεν αρέσκεσθε. Τον δε Αντώνιον, εάν έχω τον νουν μου σώον και υγιά, δεν θέλω ονομάσω Πατριάρχην, αλλά μοιχόν. Λοιπόν εξόριζέ με, σφάζε με, και ο,τι άλλο κακόν θέλεις, ποίησον κατ’ εμού. Και ευθύς ο απεσταλμένος έσπρωξεν αυτόν από εκεί. Ο δε Άγιος ευχαριστήσας τω Θεώ, έλαβε μαζί του τρεις αδελφούς, και επήγεν εις άλλο τζεφτιλίκιον, εκεί κοντά ευρισκόμενον, και εκεί διεπέρασεν όλην την αγίαν Τεσσαρακοστήν, ομού και την Πεντηκοστήν. Και έπειτα από εκεί επήγεν εις το Παντείχιον.

Επειδή δε ευγήκε δόγμα και βασιλικός ορισμός να μη υποδέχωνται οι άλλοι άνθρωποι τους ορθοδόξους Χριστιανούς, οπού ήθελαν φύγουν δια την αιτίαν των αγίων εικόνων: τούτου χάριν στενοχωρηθείς ο Άγιος, εγύρισεν εις τον Ερίβολον. Επειδή δε και εκεί δεν ειρήνευε, διατί ήρχοντο Αγαρηνοί, δια τούτο είπεν εις αυτόν ένας συγγενής του Νικόλαος ονόματι, ότι θέλει εύρη μεγάλην ανάπαυσιν, ανίσως υπάγη εις το εδικόν του τζεφτιλίκιον Ζουλουσάν ονομαζόμενον. Όθεν υπακούσας ο Όσιος, επήγεν εκεί. Αλλά ύστερον από ολίγον καιρόν, πέμπεται εις αυτόν μήνυμα από τους εικονομάχους, ότι ή να συγκοινωνήση με αυτούς, ή να φύγη από εκεί. Όθεν ανεχώρησε και από εκεί ο Όσιος, και επήγεν εις τόπον λεγόμενον Κατισίαν και εκεί ευρίσκωντας μικρόν τόπον, ηγόρασεν αυτόν. Και έκτισε Ναόν εις όνομα των Αρχαγγέλων, και εκεί διεπέρασε καλώς και θεαρέστως αρκετούς χρόνους, ομού με τους αδελφούς οπού είχε κοντά του. Εις όλον δε το ύστερον, επήγεν εις το Μοναστήριον, οπού ήτον εκεί κοντά εις την θάλασσαν. Εις τούτο λοιπόν ευρισκόμενος, επρογνώρισεν ο αοίδιμος τον θάνατον, και την προς Θεόν αναχώρησίν του. Όθεν κατηχήσας τους Μοναχούς, και ευχηθείς εις αυτούς τα σωτηριώδη, προς Κύριον εξεδήμησε κατά τον εβδομηκοστόν πέμπτον χρόνον της ζωής του. Και μετά τον θάνατόν του εποίησε πολλά θαύματα.

(1) Ο Ραγκαβέ δηλαδή, όστις και Κουροπαλάτης ελέγετο, και εβασίλευσεν εν έτει ωια’ [811].

(2) Του Αρμενίου δηλαδή, του βασιλεύσαντος εν έτει ωιγ’ [813].

(3) Ίσως βεριδάριον εδώ εννοείται το υπόδημα. Βηρίδες γαρ λέγονται τα υποδήματα, α ημείς εμβάδας λέγομεν, και όρα εις το λεξικόν του Γεωργίου και εις τον Βαρίνον. Παρεφθαρμένη δε φαίνεται ότι είναι η λέξις, αντί του βηριδάριον. Μέσα λοιπόν εις το υπόδημά του, έρριψεν ατίμως την αγίαν εικόνα του Χριστού ο απεσταλμένος.

*

Μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Βενιαμίν Διακόνου, του εν Περσία αθλήσαντος.

Βενιαμίν πρόβατον ων αλλ’ ου λύκος,
Άρπαξι λύκοις θύεται αλλ’ ου θύει.

Ούτος ο αοίδιμος Βενιαμίν ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως μεν της Περσίας Ισδιγέρδου, του υιού Γορωράνη, του και αυτού βασιλέως όντος Περσών. Του Ρωμαίων δε βασιλέως Θεοδοσίου του μικρού, εν έτει υιβ’ [412]. Φαίνεται δε ότι εκατάγετο από την Περσίαν, και ταύτην είχε πατρίδα του. Ούτος λοιπόν με το να ήτον Διάκονος της εν Περσία Εκκλησίας, πολλούς Έλληνας ομού και Πέρσας επίστρεψεν εις την θεογνωσίαν δια μέσου του λόγου της διδασκαλίας του. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης εδιαβάλθη εις τον ρηθέντα βασιλέα, ως κακοποιός. Δια τούτο παρασταθείς ενώπιον του βασιλέως, εδάρθη. Και μετά τον δαρμόν, βάλλεται εις την φυλακήν, και εκεί μένει έως εις διάστημα δύω ολοκλήρων χρόνων. Μετά δε τους δύω χρόνους, επέμφθη από τον βασιλέα των Ρωμαίων Θεοδόσιον πρέσβις, ήτοι μεσίτης και ελτζής, εις την Περσίαν, ο οποίος αφ’ ου έμαθε την εν τη φυλακή πολυχρόνιον κακοπάθειαν του Αγίου Βενιαμίν, έκαμε μεσιτείαν εις τον βασιλέα Περσών Ισδιγέρδην, δια να τον ελευθερώση από την φυλακήν. Ο δε βασιλεύς, υπεσχέθη μεν εις τον πρέσβιν, ότι τον ελευθερόνοι, ανίσως όμως παύση από το να διδάσκη τον Χριστιανισμόν τους εν Περσία μάγους (μάγους δε εσυνείθιζον να ονομάζουν οι Πέρσαι, κατά τον Θεοδώρητον, τους τα στοιχεία θεοποιούντας). Ο δε πρέσβις απεκρίθη. Ναι, ανάγκη είναι, ότι εξάπαντος να φυλάξη την προσταγήν σου ω βασιλεύ (4).

Τούτον δε τον λόγον του ελτζή, ευθύς οπού ήκουσεν ο φιλόθεος ομού και φιλάδελφος Βενιαμίν, αδύνατον, απεκρίθη προς τον ελτζήν, αδύνατον είναι να μη μεταδώσω εγώ εις τους εσκοτισμένους, το φως της θεογνωσίας, οπού έλαβον. Διατί, όσην τιμωρίαν είναι άξιος να λάβη εκείνος, οπού ήθελε κατακρύψη το τάλαντον του εδικού του Δεσπότου, τούτο σαφώς παρασταίνει η των θείων Ευαγγελίων διδασκαλία. Αλλά τα λόγια ταύτα του Αγίου δεν εκατάλαβεν ο βασιλεύς, ως άπιστος και αμύητος. Όθεν επρόσταξε να ελευθερωθή από τα δεσμά και από την φυλακήν ο Άγιος. Ελευθερωθείς λοιπόν ο θείος Βενιαμίν, πάλιν εδίδασκε τους εν Περσία μάγους και Έλληνας κατά την προτέραν αυτού συνήθειαν. Χρόνος ολόκληρος επέρασε, κατά τον οποίον ο φωστήρ της ευσεβείας Βενιαμίν, μετέδιδε το φως της θεογνωσίας δια της διδασκαλίας του, εις τους Πέρσας και Έλληνας. Όθεν ο βασιλεύς τούτο μαθών, επαράστησεν έμπροσθέν του τον Άγιον, και τούτον προστάζει να αρνηθή τον Χριστόν. Ο δε Βενιαμίν, πόσης τιμωρίας, ερώτησεν, είναι άξιος, ω βασιλεύ, εκείνος οπού ήθελε μεν καταφρονήση την εδικήν σου βασιλείαν, να προτιμήση δε άλλην; Θανάτου είναι άξιος ο τοιούτος, απεκρίθη ο βασιλεύς. Ανταπεκρίθη δε ο Μάρτυς. Και αν ο την βασιλείαν εσένα του θνητού βασιλέως καταφρονήσας, είναι θανάτου άξιος, ποίαν άράγε κόλασιν έχει δικαίως να πάθη, όποιος καταφρονήση μεν τον ποιητήν και πάντων δημιουργόν, προσκυνήση δε ως θεόν, ένα από τα ομόδουλα κτίσματα;

Τούτον τον σοφόν λόγον ακούσας ο βασιλεύς, εθυμώθη, και προστάζει να λεπτύνουν είκοσι καλάμια, και να τα εμπήξουν εις τους είκοσιν όνυχας των χειρών και των ποδών του Μάρτυρος. Επειδή δε έβλεπε, πως την τιμωρίαν ταύτην ενόμιζεν ως παίγνιον ο του Χριστού αθλητής, δια τούτο επρόσταξε να λεπτύνουν και να κάμουν κοπτερόν ένα καλάμι, και τούτο να εμπήξουν, ω της διαβολικής επινοίας! μέσα εις το παιδογόνον μόριον του Αγίου. Το οποίον εμβάζοντες συχνά και ευγάζοντες οι και των θηρίων ασπλαγχνότεροι, ανυποφόρους πόνους επροξένουν εις τον του Χριστού Μάρτυρα. Ύστερον δε από την βάσανον ταύτην, προστάζει ο θηριώδης και απάνθρωπος τύραννος να εμβάλουν εις τον αφεδρώνα του Μάρτυρος, ένα ραβδί χοντρόν, το οποίον είχε ρόζους από κάθε μέρος. Και έτζι εν τη τιμωρία ταύτη, παρέδωκε την ψυχήν του εις τον ποθούμενον Χριστόν, ο γενναιότατος τούτου αγωνιστής.

(4) Σημειούμεν εδώ, ότι το Μαρτύριον τούτο του θείου Βενιαμίν, ερανίσθη με τας ιδίας λέξεις, ο τα Συναξάρια συνάξας Μαυρίκιος Διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, από τον σοφόν Κύρου Θεοδώρητον, όστις συνέγραψε τούτο εν κεφ. λη’ του πέμπτου βιβλίου της Εκκλησιαστικής αυτού Ιστορίας. Σημείωσαι, ότι η εμή ελαχιστότης συνέθετο εις αυτόν τον Άγιον Βενιαμίν εγκωμιαστικόν λόγον, και ασματικήν Ακολουθίαν.

*

Ο Άγιος Μάρτυς Αντίγονος πυρί τελειούται.

Τεθνήξομαί σοι της εκείθεν Χριστέ μου,
Την ώδε καύσιν Αντίγονος προκρίνων.

*

Αγία ΧρυσήΗ Αγία Νεομάρτυς Χρυσή, η αθλήσασα εν τινι χωρίω της επαρχίας Μογλενών, τω καλουμένω Σλάτενα, κατά το ͵αψϞε’ [1795] έτος, μεληδόν κατακοπείσα, τελειούται.

Εν ταις βασάνοις χρυσός οίον καμίνω,
Χρυσή εδείχθης ηγλαϊσμένη όλη (5).

(5) Το Μαρτύριον αυτής, όρα εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

 

 

Άγιοι Κάρπος, Παπύλος, Αγαθόδωρος και ΑνδρονίκηΤῷ αὐτῷ μηνὶ ΙΓ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Κάρπου, Παπύλου, Ἀγαθοδώρου καὶ Ἀγαθονίκης.

Εἰς τὸν Κάρπον καὶ Πάπυλον.

Κάρπῳ Παπύλῳ τοῖς Θεοῦ καρποῖς δύω,
Παπυλεὼν (ἤτοι ἡ τέντα) τμηθεῖσιν ἠνοίγη πόλου.

Εἰς τὸν Ἀγαθόδωρον.

Ἀγαθόδωρον δωρεῶν πληθὺς μένει,
Πρὸς πληθὺν ἀθλήσαντα δεινῶν μαστίγων.

Εἰς τὴν Ἀγαθονίκην.

Οὐκ ἐμποδών σοι Μάρτυς Ἀγαθονίκη,
Τὸ θῆλυ πρὸς τὸ θεῖον ἐκ ξίφους τέλος.

Κάρπον σὺν Παπύλῳ δεκάτῃ τρίτῃ ἔκτανε χαλκός.

Οὗτοι οἱ Ἅγιοι τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρες, ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως μὲν Δεκίου, τοῦ ἀνθυπάτου δὲ τῆς Ἀνατολῆς Βαλλεριανοῦ, ἐν ἔτει σν΄ [250], ἰατροὶ κατὰ τὴν τέχνην. Καὶ ὁ μὲν Ἅγιος Κάρπος, ἦτον Ἐπίσκοπος Θυατείρων. Ὁ δὲ Πάπυλος, ἦτον Διάκονος, χειροτονηθεὶς ἀπὸ τὸν ἴδιον αὐτὸν Κάρπον. Πιασθέντες λοιπὸν οὗτοι ἀπὸ τὸν ἐκεῖσε ἄρχοντα, καὶ ἐρωτηθέντες, ὡμολόγησαν ἐνώπιον πάντων τὸ ὄνομα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἀναγκασθέντες δὲ διὰ νὰ θυσιάσουν εἰς τὰ εἴδωλα, καὶ μὴ πεισθέντες, ἐδέθησαν ὀπίσω εἰς ἄλογα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐσύρθησαν ἔμπροσθεν τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἐπῆγαν ἀπὸ τὰ Θυάτειρα ἕως τὰς Σάρδεις. Ἐκεῖ δὲ ἐκρεμάσθησαν ἐπάνω εἰς ξύλον καὶ ἐκαταξεσχίσθησαν. Τότε καὶ ὁ Ἅγιος Ἀγαθόδωρος, δοῦλος ὢν τῶν Ἁγίων, ἐδυναμώθη ὑπὸ θείου Ἀγγέλου, καὶ ὡμολόγησε φανερὰ τὸν Χριστόν. Ὅθεν κρεμᾶται καὶ αὐτός, καὶ δέρνεται ἄσπλαγχνα μὲ ῥαβδία. Καὶ οὕτως ἐπάνω εἰς τὰς βασάνους, παραδίδει τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ. Ὁ δὲ Ἅγιος Κάρπος, κρεμάμενος ὤν, ἐχαμογέλασεν. Ἐρωτηθεὶς δὲ ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, διατί ἐχαμογέλα, ἀπεκρίθη. «Εἶδον τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου μου καὶ ἐχάρην».

Ὁ δὲ Πάπυλος ἐδέθη εἰς τέσσαρας πάλους, καὶ ἐσηκώθη ὑψηλὰ ἀπὸ τὴν γῆν. Ὕστερον δὲ ἐλιθοβολήθη. Καὶ ἐπειδὴ ἔμεινεν ἀβλαβής, διὰ τοῦτο φέρεται εἰς τὸ κριτήριον μαζὶ μὲ τὸν Κάρπον. Καὶ οἱ δύω ὁμοῦ σύρονται ἀνάσκελα ἐπάνω εἰς τριβόλους, καὶ ἐν ταυτῷ δέρνονται, ἄνωθεν ἀπὸ τὴν κοιλίαν. Ἔπειτα ῥίπτονται εἰς τὰ θηρία διὰ νὰ τοὺς φάγουν. Τότε ἕνα λεοντάρι, ὢ τοῦ θαύματος! ὡμίλησε μὲ ἀνθρωπίνην φωνήν, καὶ ἐμπόδιζε τοὺς διώκτας νὰ μὴ δείχνουν τόσην ὠμότητα κατὰ τῶν Ἁγίων. Οἱ δὲ διῶκται, βουλλώσαντες τὰ αὐτία των ὡσὰν τὴν ἀσπίδα, ἐκάρφωσαν τοὺς πόδας τῶν Μαρτύρων μὲ σιδηρᾶ ὑποδήματα. Καὶ ἔτζι τοὺς ἔρριψαν εἰς μίαν κάμινον. Τότε καὶ ἡ Ἀγαθονίκη, ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Παπύλου, ἐπροσευχήθη, καὶ ἔπειτα ἐμβῆκε καὶ αὐτὴ εἰς τὴν κάμινον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ φωτία ἐσβέσθη, μὲ τὸ νὰ ἔπεσε βροχὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, διὰ τοῦτο ἔμειναν οἱ Ἅγιοι ἀβλαβεῖς. Καὶ τέλος πάντων ἀπετμήθησαν τὰς κεφαλάς, καὶ ἔλαβον τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον αὐτῶν ὅρα εἰς τὸν Νέον Παράδεισον. Τοῦτον δὲ ὁ Μεταφραστὴς συνέγραψεν, οὗ ἡ ἀρχή· «Μεμνῆσθαι τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ». Σῴζεται ἐν τῇ τῶν Ἰβήρων καὶ ἐν ἄλλαις, καὶ πρὸ τούτων ἐν τῇ Λαύρᾳ.)

*

Άγιος ΦλωρέντιοςΤῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Φλωρεντίου.

Ὦ θάρσος οἷον Μάρτυρος Φλωρεντίου!
Πρὸς τὴν φλόγα τρέχοντος ὥσπερ πρὸς δρόσον.

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φλωρέντιος ἦτον ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Θεσσαλονίκης. Μὲ τὸ νὰ ἦτον δὲ Χριστιανὸς καὶ ζηλωτὴς τῆς εὐσεβείας καὶ ἀρετῆς, ὕβριζε μὲν καὶ ἐβλασφήμει ἔμπροσθεν εἰς ὅλους, τοὺς θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐστήριζε δὲ τοὺς Χριστιανοὺς εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, καὶ μὲ κάθε τρόπον ὡδήγει αὐτοὺς εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς, καὶ τῶν τοῦ Θεοῦ ἐντολῶν. Ταῦτα δὲ πράττων καὶ μεταχειριζόμενος, ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα τῆς Θεσσαλονίκης. Καὶ ἐρωτηθεὶς παρ’ αὐτοῦ, τὸν μὲν Χριστόν, παρρησίᾳ ὡμολόγησεν ἔμπροσθεν πάντων, ὅτι εἶναι Θεὸς προαιώνιος καὶ ποιητὴς τοῦ παντός. Τοὺς δὲ θεοὺς τῶν Ἑλλήνων, ἐπεριγέλασεν, ὅτι εἶναι ξύλα καὶ πέτραι, καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ χάλκωμα καὶ σίδηρον, καὶ εἴδωλα ἄψυχα καὶ ἀναίσθητα. Ὅθεν ἐπειδὴ ταῦτα εἶπε, δέρνεται δυνατά. Ἔπειτα κρεμᾶται ἐπάνω εἰς ξύλον καὶ καταξεσχίζεται. Εἶτα ῥίπτεται μέσα εἰς ἀναμμένην πυρκαϊάν. Καὶ ἔτζι χαίρων καὶ προσευχόμενος καὶ εὐχαριστῶν τὸν Θεόν, ἐτελειώθη ὁ μακάριος μέσα εἰς αὐτήν. Καὶ ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Διόσκορος ξίφει τελειοῦται.

Τμηθεὶς ὁ Διόσκορος αἰσχύνει Δία,
Τὸν μὴ λαβόντα ψυχαπωλείας κόρον.

Οὗτος ἐμαρτύρησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Διοκλητιανοῦ ἐν ἔτει σπη΄ [288]. Καὶ κατὰ μὲν τὸ γένος, ἐκατάγετο ἀπὸ τοὺς καλουμένους Σκηνοπολίτας, κατὰ δὲ τὸ ἀξίωμα, ἦτον βουλευτής. Οὗτος λοιπὸν νομίσας ὡσὰν σκύβαλα ὅλα τοῦ κόσμου τούτου τὰ πράγματα, μόνον διὰ νὰ κερδήσῃ τὸν Χριστόν, ἐπαρρησιάσθη ἔμπροσθεν τοῦ ἄρχοντος Λουκιανοῦ. Καὶ τοῦτον ἐκατάπληξεν ὡσὰν μία βροντή, μὲ τὰ ἐλεγκτικὰ λόγιά του. Ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ἐπεριγέλασεν αὐτόν. Καὶ ὡς οὐδὲν ἐνόμισε, τόσον τοὺς φοβερισμούς του, ὅσον καὶ τὰς κολακείας του. Ἐπειδὴ αὐτὸς ἔδειχνεν εἰς τὸν Ἅγιον, καὶ φωτίαν, καὶ στρεβλωτήρια ὄργανα. Καὶ ἐφεύρισκε πολλὰ ἄλλα εἴδη βασάνων. Ἀλλ’ ὅμως ὅλα αὐτὰ ἦτον ἀνενέργητα. Καὶ ἐφαίνοντο ὡς ἕνα οὐδὲν ἔμπροσθεν εἰς τὴν ἀνδρίαν καὶ μεγαλοψυχίαν τοῦ μάρτυρος. Διὰ τοῦτο εἰς ὅλον τὸ ὕστερον, ἀπέτεμε μὲ τὸ ξίφος τὴν ἁγίαν του κεφαλήν. Καὶ οὕτως ὁ ἀοίδιμος ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τὸν στέφανον.

*

Άγιος ΝικήταςΜνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Νικήτα Πατρικίου τοῦ Ὁμολογητοῦ.

Θλίψεις ὑποστὰς εἰκόνων θείων χάριν,
Χαίρει χαρὰν Νικήτας, οἵαν οἱ νόες.

Οὗτος ὁ Ἅγιος ἐγεννήθη εἰς τὴν χώραν τῶν Παφλαγόνων, ἥτις εἶναι μέρος τῆς Γαλατίας, τῆς τουρκιστὶ καλουμένης Γελάς, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλοθέους. Οἱ ὁποῖοι, ὡς λέγουσιν, ἦτον συγγενεῖς Θεοδώρας τῆς βασιλίσσης, τῆς γυναικὸς Θεοφίλου. Παιδιόθεν λοιπὸν δοθεὶς εἰς τὰ σχολεῖα, ἔμαθε τὰ ἱερὰ γράμματα. Καὶ ἔτζι ἐπῆγεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τῶν πόλεων, ὅταν ἦτον χρόνων δεκαεπτά. Μαθοῦσα δὲ ἡ τὰ σκῆπτρα τῆς βασιλείας τότε κρατοῦσα Εἰρήνη, ἐν ἔτει ψπ΄ [780], ὅτι ὅταν ὁ Ἅγιος ἦτον νήπιον εὐνουχίσθη ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, διὰ τοῦτο ἐπῆρεν αὐτὸν εἰς τὰ βασιλικὰ παλάτια, καὶ εἰς ὀλίγον καιρόν, ἔγινε πρῶτος ἀπὸ τοὺς οἰκείους ἀνθρώπους της. Ἔφθασε δὲ καὶ εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ πατρικίου, καὶ νὰ κατασταθῇ στρατηγὸς τῆς Σικελίας.

Παιδιόθεν δὲ ἐμεταχειρίζετο ὁ μακάριος τὴν ἀρετήν, καὶ ἤθελε μὲν νὰ γένῃ Μοναχός, ἐμποδίζετο ὅμως ἀπὸ τοὺς τότε βασιλεύοντας. Ἀπὸ τὸν Νικηφόρον λέγω, καὶ ἀπὸ τὸν υἱόν του Σταυράκιον, ἐν ἔτει ωβ΄ [802]. Ὕστερον δὲ ὅταν ἔγινε βασιλεὺς ὁ Μιχαήλ (1), πολλὰ παρεκάλεσεν αὐτὸν ὁ Ὅσιος, διὰ νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ γένῃ Μοναχός. Ὁ ὁποῖος ἔδωκε μὲν εἰς αὐτὸν ἄδειαν νὰ καλογερεύσῃ, νὰ μὴν εὔγῃ ὅμως ἔξω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὅθεν ἔδωκεν εἰς τὴν ἐξουσίαν του τὸ Μοναστήριον ὁποῦ εὑρίσκετο εἰς τὴν Χρυσῆν Πόρταν, τὸ ἐπονομαζόμενον Χρυσονίκην, καὶ ἐπρόσταξεν αὐτὸν νὰ μένῃ ἐκεῖ. Ἦτον δὲ πενῆντα χρόνων ὁ Ἅγιος ὅταν ἔγινε Μοναχός. Καὶ ἔμεινεν εἰς τὸ Μοναστήριον ἕως τῆς βασιλείας Λέοντος τοῦ εἰκονομάχου (2).

Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔβλεπεν ὁ Ἅγιος τὰς ἀτιμίας ὁποῦ ἐποίουν οἱ εἰκονομάχοι ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων, εὐγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ ἐπῆγεν εἰς ἕνα προάστειον: ἤτοι τζεφτιλίκι, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐχάρισεν εἰς τὸ Μοναστήριον. Καὶ ἐκεῖ ἔμεινε μὲ τοὺς εὐτελεστάτους Μοναχούς, συντρώγων καὶ συγκοπιάζων μαζὶ μὲ αὐτούς. Ἐπειδὴ δὲ μερικοὶ διαβαλταί, χάριν ποιοῦντες εἰς τὸν θεομάχον βασιλέα Λέοντα, τὸν Ἁρμένιον δηλαδή, ἐφανέρωσαν εἰς αὐτόν, ὅτι ὁ Νικήτας ἔχει εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ τὴν προσκυνεῖ, τὴν ὁποίαν ἐπῆρεν ἀπὸ τὴν Ῥώμην: τούτου χάριν ἀπεστάλθη ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιώτας τοῦ βασιλέως, διὰ νὰ τρομάξῃ τὸν Ἅγιον μὲ φοβερισμούς, καὶ νὰ πάρῃ ἀπὸ αὐτὸν τὴν εἰκόνα. Ἀλλ’ ὁ Ἅγιος δὲν ἐπείθετο εἰς τὸ νὰ τὴν δώσῃ. Ἀλλὰ μόλις ἀπεκρίθη εἰς τὸν ἀπεσταλμένον, ὅτι ἡ εἰκὼν αὕτη, δὲν εἶναι ἐδική μου, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀφιερωμένη, καὶ εὑρίσκεται μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα τῆς Ἐκκλησίας κειμήλια. Ὅθεν ὁ ἀπεσταλμένος πέρνωντας ἕνα ἄλλον Μοναχόν, ἐπῆγε μὲ αὐτὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ νὰ τῷ δείξῃ τὴν εἰκόνα. Τὴν ὁποίαν εὐθὺς ὁποῦ τὴν ἐπῆρε τὴν ἔρριψεν ἀτίμως μέσα εἰς τὸ βεριδάριόν του (3). Ὁ δὲ Ἅγιος τὴν ἀτιμίαν ταύτην βλέπων, ἀνεστέναξεν ἀπὸ καρδίας. Καὶ ἐστοχάσθη πῶς τοῦτο θέλει γένῃ ἀρχὴ πειρασμῶν καὶ θλίψεων. Φεύγωντας δὲ ὁ ἀπεσταλμένος, μὲ ἀσφάλειαν ἐπαρήγγειλε, ὅτι νὰ μὴ τολμήσῃ ὁ Ἅγιος νὰ εὔγῃ ἀπὸ ἐκεῖ.

Ὅταν δὲ μετὰ ταῦτα ἐβασίλευσεν ὁ Θεόφιλος ἐν ἔτει ωκθ΄ [829], καὶ ἐπιμελῶς ἐμεταχειρίζετο τὸν κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων πόλεμον, τότε ἀπεστάλθη ἀπὸ τὸν βασιλέα πρὸς τὸν Ὅσιον τοῦτον ἄλλος ἄνθρωπος Θεοδόσιος ὀνόματι. Ὁ ὁποῖος εἶπε πρὸς αὐτὸν ἔμπροσθεν πάντων. Ὁ βασιλεὺς σὲ προστάζει μὲ τὸ μέσον μου, ἢ νὰ συγκοινωνήσῃς μὲ τὸν Πατριάρχην Ἀντώνιον (ὅστις καὶ αὐτὸς ἦτον εἰκονομάχος) καὶ νὰ μὴ προσκυνῇς τὰς εἰκόνας. Ἢ αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ ἐξορισθῇς ἀπὸ ἐδῶ. Ὁ Ἅγιος ἀπεκρίθη. Τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μου, δὲν θέλω παύσω ἀπὸ τὸ νὰ προσκυνῶ, κᾂν καὶ ἐσεῖς εἰς τοῦτο δὲν ἀρέσκεσθε. Τὸν δὲ Ἀντώνιον, ἐὰν ἔχω τὸν νοῦν μου σῷον καὶ ὑγιᾶ, δὲν θέλω ὀνομάσω Πατριάρχην, ἀλλὰ μοιχόν. Λοιπὸν ἐξόριζέ με, σφάζε με, καὶ ὅ,τι ἄλλο κακὸν θέλεις, ποίησον κατ’ ἐμοῦ. Καὶ εὐθὺς ὁ ἀπεσταλμένος ἔσπρωξεν αὐτὸν ἀπὸ ἐκεῖ. Ὁ δὲ Ἅγιος εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ, ἔλαβε μαζί του τρεῖς ἀδελφούς, καὶ ἐπῆγεν εἰς ἄλλο τζεφτιλίκιον, ἐκεῖ κοντὰ εὑρισκόμενον, καὶ ἐκεῖ διεπέρασεν ὅλην τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστήν, ὁμοῦ καὶ τὴν Πεντηκοστήν. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὸ Παντείχιον.

Ἐπειδὴ δὲ εὐγῆκε δόγμα καὶ βασιλικὸς ὁρισμὸς νὰ μὴ ὑποδέχωνται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ὁποῦ ἤθελαν φύγουν διὰ τὴν αἰτίαν τῶν ἁγίων εἰκόνων: τούτου χάριν στενοχωρηθεὶς ὁ Ἅγιος, ἐγύρισεν εἰς τὸν Ἐρίβολον. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐκεῖ δὲν εἰρήνευε, διατὶ ἤρχοντο Ἀγαρηνοί, διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς αὐτὸν ἕνας συγγενής του Νικόλαος ὀνόματι, ὅτι θέλει εὕρῃ μεγάλην ἀνάπαυσιν, ἀνίσως ὑπάγῃ εἰς τὸ ἐδικόν του τζεφτιλίκιον Ζουλουσᾶν ὀνομαζόμενον. Ὅθεν ὑπακούσας ὁ Ὅσιος, ἐπῆγεν ἐκεῖ. Ἀλλὰ ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον καιρόν, πέμπεται εἰς αὐτὸν μήνυμα ἀπὸ τοὺς εἰκονομάχους, ὅτι ἢ νὰ συγκοινωνήσῃ μὲ αὐτούς, ἢ νὰ φύγῃ ἀπὸ ἐκεῖ. Ὅθεν ἀνεχώρησε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Ὅσιος, καὶ ἐπῆγεν εἰς τόπον λεγόμενον Κατισίαν καὶ ἐκεῖ εὑρίσκωντας μικρὸν τόπον, ἠγόρασεν αὐτόν. Καὶ ἔκτισε Ναὸν εἰς ὄνομα τῶν Ἀρχαγγέλων, καὶ ἐκεῖ διεπέρασε καλῶς καὶ θεαρέστως ἀρκετοὺς χρόνους, ὁμοῦ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς ὁποῦ εἶχε κοντά του. Εἰς ὅλον δὲ τὸ ὕστερον, ἐπῆγεν εἰς τὸ Μοναστήριον, ὁποῦ ἦτον ἐκεῖ κοντὰ εἰς τὴν θάλασσαν. Εἰς τοῦτο λοιπὸν εὑρισκόμενος, ἐπρογνώρισεν ὁ ἀοίδιμος τὸν θάνατον, καὶ τὴν πρὸς Θεὸν ἀναχώρησίν του. Ὅθεν κατηχήσας τοὺς Μοναχούς, καὶ εὐχηθεὶς εἰς αὐτοὺς τὰ σωτηριώδη, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησε κατὰ τὸν ἑβδομηκοστὸν πέμπτον χρόνον τῆς ζωῆς του. Καὶ μετὰ τὸν θάνατόν του ἐποίησε πολλὰ θαύματα.

(1) Ὁ Ῥαγκαβὲ δηλαδή, ὅστις καὶ Κουροπαλάτης ἐλέγετο, καὶ ἐβασίλευσεν ἐν ἔτει ωια΄ [811].

(2) Τοῦ Ἁρμενίου δηλαδή, τοῦ βασιλεύσαντος ἐν ἔτει ωιγ΄ [813].

(3) Ἴσως βεριδάριον ἐδῶ ἐννοεῖται τὸ ὑπόδημα. Βηρίδες γὰρ λέγονται τὰ ὑποδήματα, ἃ ἡμεῖς ἐμβάδας λέγομεν, καὶ ὅρα εἰς τὸ λεξικὸν τοῦ Γεωργίου καὶ εἰς τὸν Βαρῖνον. Παρεφθαρμένη δὲ φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ λέξις, ἀντὶ τοῦ βηριδάριον. Μέσα λοιπὸν εἰς τὸ ὑπόδημά του, ἔρριψεν ἀτίμως τὴν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὁ ἀπεσταλμένος.

*

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βενιαμὶν Διακόνου, τοῦ ἐν Περσίᾳ ἀθλήσαντος.

Βενιαμὶν πρόβατον ὢν ἀλλ’ οὐ λύκος,
Ἅρπαξι λύκοις θύεται ἀλλ’ οὐ θύει.

Οὗτος ὁ ἀοίδιμος Βενιαμὶν ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως μὲν τῆς Περσίας Ἰσδιγέρδου, τοῦ υἱοῦ Γορωράνη, τοῦ καὶ αὐτοῦ βασιλέως ὄντος Περσῶν. Τοῦ Ῥωμαίων δὲ βασιλέως Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, ἐν ἔτει υιβ΄ [412]. Φαίνεται δὲ ὅτι ἐκατάγετο ἀπὸ τὴν Περσίαν, καὶ ταύτην εἶχε πατρίδα του. Οὗτος λοιπὸν μὲ τὸ νὰ ἦτον Διάκονος τῆς ἐν Περσίᾳ Ἐκκλησίας, πολλοὺς Ἕλληνας ὁμοῦ καὶ Πέρσας ἐπίστρεψεν εἰς τὴν θεογνωσίαν διὰ μέσου τοῦ λόγου τῆς διδασκαλίας του. Ὅθεν ἐκ τῆς αἰτίας ταύτης ἐδιαβάλθη εἰς τὸν ῥηθέντα βασιλέα, ὡς κακοποιός. Διὰ τοῦτο παρασταθεὶς ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐδάρθη. Καὶ μετὰ τὸν δαρμόν, βάλλεται εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ἐκεῖ μένει ἕως εἰς διάστημα δύω ὁλοκλήρων χρόνων. Μετὰ δὲ τοὺς δύω χρόνους, ἐπέμφθη ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Ῥωμαίων Θεοδόσιον πρέσβις, ἤτοι μεσίτης καὶ ἐλτζής, εἰς τὴν Περσίαν, ὁ ὁποῖος ἀφ’ οὗ ἔμαθε τὴν ἐν τῇ φυλακῇ πολυχρόνιον κακοπάθειαν τοῦ Ἁγίου Βενιαμίν, ἔκαμε μεσιτείαν εἰς τὸν βασιλέα Περσῶν Ἰσδιγέρδην, διὰ νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὴν φυλακήν. Ὁ δὲ βασιλεύς, ὑπεσχέθη μὲν εἰς τὸν πρέσβιν, ὅτι τὸν ἐλευθερόνοι, ἀνίσως ὅμως παύσῃ ἀπὸ τὸ νὰ διδάσκῃ τὸν Χριστιανισμὸν τοὺς ἐν Περσίᾳ μάγους (μάγους δὲ ἐσυνείθιζον νὰ ὀνομάζουν οἱ Πέρσαι, κατὰ τὸν Θεοδώρητον, τοὺς τὰ στοιχεῖα θεοποιοῦντας). Ὁ δὲ πρέσβις ἀπεκρίθη. Ναί, ἀνάγκη εἶναι, ὅτι ἐξάπαντος νὰ φυλάξῃ τὴν προσταγήν σου ὦ βασιλεῦ (4).

Τοῦτον δὲ τὸν λόγον τοῦ ἐλτζῆ, εὐθὺς ὁποῦ ἤκουσεν ὁ φιλόθεος ὁμοῦ καὶ φιλάδελφος Βενιαμίν, ἀδύνατον, ἀπεκρίθη πρὸς τὸν ἐλτζῆν, ἀδύνατον εἶναι νὰ μὴ μεταδώσω ἐγὼ εἰς τοὺς ἐσκοτισμένους, τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, ὁποῦ ἔλαβον. Διατὶ, ὅσην τιμωρίαν εἶναι ἄξιος νὰ λάβῃ ἐκεῖνος, ὁποῦ ἤθελε κατακρύψῃ τὸ τάλαντον τοῦ ἐδικοῦ του Δεσπότου, τοῦτο σαφῶς παρασταίνει ἡ τῶν θείων Εὐαγγελίων διδασκαλία. Ἀλλὰ τὰ λόγια ταῦτα τοῦ Ἁγίου δὲν ἐκατάλαβεν ὁ βασιλεύς, ὡς ἄπιστος καὶ ἀμύητος. Ὅθεν ἐπρόσταξε νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ ἀπὸ τὴν φυλακὴν ὁ Ἅγιος. Ἐλευθερωθεὶς λοιπὸν ὁ θεῖος Βενιαμίν, πάλιν ἐδίδασκε τοὺς ἐν Περσίᾳ μάγους καὶ Ἕλληνας κατὰ τὴν προτέραν αὑτοῦ συνήθειαν. Χρόνος ὁλόκληρος ἐπέρασε, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ φωστὴρ τῆς εὐσεβείας Βενιαμίν, μετέδιδε τὸ φῶς τῆς θεογνωσίας διὰ τῆς διδασκαλίας του, εἰς τοὺς Πέρσας καὶ Ἕλληνας. Ὅθεν ὁ βασιλεὺς τοῦτο μαθών, ἐπαράστησεν ἔμπροσθέν του τὸν Ἅγιον, καὶ τοῦτον προστάζει νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστόν. Ὁ δὲ Βενιαμίν, πόσης τιμωρίας, ἐρώτησεν, εἶναι ἄξιος, ὦ βασιλεῦ, ἐκεῖνος ὁποῦ ἤθελε μὲν καταφρονήσῃ τὴν ἐδικήν σου βασιλείαν, νὰ προτιμήσῃ δὲ ἄλλην; Θανάτου εἶναι ἄξιος ὁ τοιοῦτος, ἀπεκρίθη ὁ βασιλεύς. Ἀνταπεκρίθη δὲ ὁ Μάρτυς. Καὶ ἂν ὁ τὴν βασιλείαν ἐσένα τοῦ θνητοῦ βασιλέως καταφρονήσας, εἶναι θανάτου ἄξιος, ποίαν ἆράγε κόλασιν ἔχει δικαίως νὰ πάθῃ, ὅποιος καταφρονήσῃ μὲν τὸν ποιητὴν καὶ πάντων δημιουργόν, προσκυνήσῃ δὲ ὡς θεόν, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁμόδουλα κτίσματα;

Τοῦτον τὸν σοφὸν λόγον ἀκούσας ὁ βασιλεύς, ἐθυμώθη, καὶ προστάζει νὰ λεπτύνουν εἴκοσι καλάμια, καὶ νὰ τὰ ἐμπήξουν εἰς τοὺς εἴκοσιν ὄνυχας τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν τοῦ Μάρτυρος. Ἐπειδὴ δὲ ἔβλεπε, πῶς τὴν τιμωρίαν ταύτην ἐνόμιζεν ὡς παίγνιον ὁ τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής, διὰ τοῦτο ἐπρόσταξε νὰ λεπτύνουν καὶ νὰ κάμουν κοπτερὸν ἕνα καλάμι, καὶ τοῦτο νὰ ἐμπήξουν, ὢ τῆς διαβολικῆς ἐπινοίας! μέσα εἰς τὸ παιδογόνον μόριον τοῦ Ἁγίου. Τὸ ὁποῖον ἐμβάζοντες συχνὰ καὶ εὐγάζοντες οἱ καὶ τῶν θηρίων ἀσπλαγχνότεροι, ἀνυποφόρους πόνους ἐπροξένουν εἰς τὸν τοῦ Χριστοῦ Μάρτυρα. Ὕστερον δὲ ἀπὸ τὴν βάσανον ταύτην, προστάζει ὁ θηριώδης καὶ ἀπάνθρωπος τύραννος νὰ ἐμβάλουν εἰς τὸν ἀφεδρῶνα τοῦ Μάρτυρος, ἕνα ῥαβδὶ χοντρόν, τὸ ὁποῖον εἶχε ῥόζους ἀπὸ κάθε μέρος. Καὶ ἔτζι ἐν τῇ τιμωρίᾳ ταύτῃ, παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς τὸν ποθούμενον Χριστόν, ὁ γενναιότατος τούτου ἀγωνιστής.

(4) Σημειοῦμεν ἐδῶ, ὅτι τὸ Μαρτύριον τοῦτο τοῦ θείου Βενιαμίν, ἐρανίσθη μὲ τὰς ἰδίας λέξεις, ὁ τὰ Συναξάρια συνάξας Μαυρίκιος Διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸν σοφὸν Κύρου Θεοδώρητον, ὅστις συνέγραψε τοῦτο ἐν κεφ. λη΄ τοῦ πέμπτου βιβλίου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὑτοῦ Ἱστορίας. Σημείωσαι, ὅτι ἡ ἐμὴ ἐλαχιστότης συνέθετο εἰς αὐτὸν τὸν Ἅγιον Βενιαμὶν ἐγκωμιαστικὸν λόγον, καὶ ᾀσματικὴν Ἀκολουθίαν.

*

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀντίγονος πυρὶ τελειοῦται.

Τεθνήξομαί σοι τῆς ἐκεῖθεν Χριστέ μου,
Τὴν ὧδε καῦσιν Ἀντίγονος προκρίνων.

*

Αγία ΧρυσήἩ Ἁγία Νεομάρτυς Χρυσῆ, ἡ ἀθλήσασα ἔν τινι χωρίῳ τῆς ἐπαρχίας Μογλενῶν, τῷ καλουμένῳ Σλάτενα, κατὰ τὸ ͵αψϞε΄ [1795] ἔτος, μεληδὸν κατακοπεῖσα, τελειοῦται.

Ἐν ταῖς βασάνοις χρυσὸς οἷον καμίνῳ,
Χρυσῆ ἐδείχθης ἠγλαϊσμένη ὅλη
(5).

(5) Τὸ Μαρτύριον αὐτῆς, ὅρα εἰς τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον.

 Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων πρεσβείαις Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

 

Των Αγίων Κάρπου, Παπύλου, Αγαθοδώρου και Αγαθονίκης των Μαρτύρων, Φλωρεντίου του Μάρτυρος κ.α.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.