Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου13 Δεκεμβρίου

Των Αγίων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου, Λουκίας της παρθένου κ.ά.

 Αν θέλετε πολυτονικό κείμενο, πατήστε εδώ

Άγιοι Ευστράτιος, Αυξέντιος, Μαρδάριος, Ευγένιος και ΟρέστηςΤω αυτώ μηνί ΙΓ’, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου, και Ορέστου.

Τον Ευστράτιον και συνάθλους δις δύω,
Άπαξ δύω κτείνουσι πυρ τε και ξίφος.

Τους γε συν Ευστρατίω δεκάτη τρίτη έκτανεν άορ.

Ούτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Μαξιμιανού των ασεβών βασιλέων, και Λυσίου δουκός, επιτροπεύοντος της επαρχίας Λιμιτανέων, και Αγρικολάου διοικούντος όλην την επαρχίαν της Ανατολής, εν έτει σϞς’ [296]. Άνωθεν δε από τους προγόνους των, εσέβοντο μεν τον Χριστόν, έκρυπτον δε τον εαυτόν τους ότι είναι Χριστιανοί, δια τον φόβον των τυράννων και διωκτών. Από τούτους λοιπόν, ο μεν Άγιος Ευστράτιος, εκατάγετο από την πόλιν των Αραβράκων. Κατά δε την αξίαν, ήτον σκρινιάριος της δουκικής τάξεως, και εις αυτήν είχε τα πρωτεία (1). Επειδή δε ούτος επεθύμει να ομολογήση παρρησία την εις Χριστόν πίστιν, εφοβείτο δε το άδηλον της εκβάσεως, δια τούτο, τι κάμνει; δίδει την ζώνην του εις ένα υπηρέτην. Και τον προστάζει να υπάγη εις την Εκκλησίαν των Αραβράκων και να αποθέση ταύτην εκεί. Τούτο συλλογισθείς εις τον εαυτόν του, ότι, ει μεν ο Πρεσβύτερος Αυξέντιος έμβη εις την Εκκλησίαν και πάρη την ζώνην εις τας χείρας του, βέβαια είναι σημείον, ότι κατά το θέλημα του Θεού θέλει γένη η ομολογία του. Όθεν και πρέπει να μη δειλιάση κανένα βάσανον. Αλλά με θάρρος να παρασταθή εις τον άρχοντα, και με παρρησίαν να ομολογήση τον εαυτόν του Χριστιανόν. Ανίσως δε άλλος τινάς Ιερεύς, ή εκκλησιαστικός, πάρη την ρηθείσαν ζώνην του, τούτο είναι σημείον, ότι πρέπει ακόμη να έχη εις το κρυπτόν την εις Χριστόν πίστιν, χωρίς να τολμήση να παρρησιασθή. Επειδή δε ο Πρεσβύτερος Αυξέντιος επήρε την ζώνην, υπέλαβεν ο Άγιος, ότι καλώς έχει να αποβή εις αυτόν η ομολογία της πίστεως (2).

Και λοιπόν επειδή ο Μάρτυς είχε αξίωμα, πρώτος αυτός να παρασταίνη εις το κριτήριον τους Αγίους Μάρτυρας, δια τούτο μαζί με εκείνους παρεστάθη και αυτός έμπροσθεν του Λυσίου, και πρώτον τον εαυτόν του ονομάζει Χριστιανόν. Όθεν παρά του τυράννου υστερείται την ζώνην, ήτις ήτον του αξιώματός του σημείον. Και γυμνωθείς, εξαπλόνεται κατά γης και δέρνεται. Έπειτα δεθείς με σχοινία, κρεμάται υψηλά. Και κατακαίεται από την φωτίαν, οπού ήτον υποκάτω του εστρωμένη. Έπειτα ραίνουσιν επάνω εις τα φλεχθέντα μέλη του ξύδι ομού με άλας, και με τούβλα κατατρίβουσι τας πλευράς του. Επειδή δε δια θαυματουργίας έγινεν όλος υγιής, τούτου χάριν ετράβιξεν εις την πίστιν του Χριστού τον Άγιον Ευγένιον. Όθεν και αυτός παρρησία ομολογεί τον Χριστόν, λέγωντας, ότι είναι σύμφωνος με τον Άγιον Ευστράτιον, και προσφέρει λατρείαν και σέβας εις τον παρά του Ευστρατίου σεβόμενον Θεόν. Όθεν τούτο βλέπων ο Λυσίας προστάζει να καρφώσουν τους πόδας του Αγίου Ευστρατίου με σιδηρά υποδήματα, και να βιάζουν αυτόν να τρέχη από την πόλιν της Σεβαστείας, έως εις την Νικόπολιν (ίσως της Αρμενίας).

Τότε εν τω μεταξύ διαστήματι βλέπων ο Μαρδάριος τον Άγιον Ευστράτιον ούτως ατίμως βασανιζόμενον, τον πρώην όντα περιφανή και ένδοξον, εμακάρισεν αυτόν δια την υπομονήν και μεγαλοψυχίαν του. Ότι δια την εις Χριστόν πίστιν και αγάπην, από την προτέραν περίβλεπτον αξίαν, οπού είχεν, ήλθεν εις τοιαύτην ελεεινήν κατάστασιν. Και ότι αντί δια την ενδοξότητα του λαμπρού γένους του, επροτίμησε να πάσχη δια τον Χριστόν τα των κακούργων βάσανα. Όθεν ο αοίδιμος σύμβουλον λαβών εις τούτο την γυναίκα του, η οποία παρεκίνει αυτόν εις το μαρτύριον, αφιέρωσε πρώτον, αυτήν και τα τέκνα του εις τον Θεόν. Έπειτα, τρέχει και φθάνει εις τον δρόμον τον Άγιον Ευστράτιον, και μαζί με αυτόν δένεται ως κατάδικος. Όταν δε ο Λυσίας εκάθισε δια να κρίνη τους Αγίους, τότε πρώτος ο Άγιος Αυξέντιος απεκεφαλίσθη. Επειδή και ωνόμασε τον εαυτόν του Χριστιανόν. Δεύτερος ο Άγιος Μαρδάριος, τρυπηθείς εις τους αστραγάλους εκρεμάσθη κατακέφαλα, και με σούβλας οξείας και πεπυρωμένας, κατακαίεται εις τα όπισθεν μέρη της κεφαλής, και μέσα εις ταύτην την βάσανον παραδίδει την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Τρίτος ο Άγιος Ευγένιος αποκόπτεται την γλώσσαν, και τζακίζεται εις τα σκέλη με ραβδία χονδρά. Και μέσα εις τα βάσανα ταύτα παραδίδει και αυτός την ψυχήν του εις τον Θεόν.

Ο δε Άγιος Ορέστης, επειδή εις καιρόν, οπού έρριπτε την σαΐταν εις το σημάδι, εφάνη ο χρυσούς σταυρός, οπού είχε κρεμασμένον εις τον λαιμόν του υποκάτω εις τα ρούχα του, και εκ τούτου εγνωρίσθη ότι και αυτός είναι Χριστιανός (3), δια τούτο ερωτήθη από τον Λυσίαν τι είναι. Ο δε Μάρτυς απεκρίθη, ότι είναι δούλος Χριστού. Όθεν εδέθη ομού με τον Άγιον Ευστράτιον, και επέμφθησαν και οι δύω εις τον Αγρικόλαον. Συμφέρον γαρ ενόμισε τούτο ο Λυσίας εις τον εαυτόν του, το να πεμφθή εκεί ο Άγιος Ευστράτιος. Ένα μεν, διατί εφοβείτο την εν λόγοις σοφίαν του Αγίου Ευστρατίου και δύναμιν. Με την οποίαν εστηλίτευσε και επερίπαιξε τόσον αυτόν τον Λυσίαν, όσον και την θρησκείαν των Ελλήνων, και έδειξεν εις όλους φανεράν την αλήθειαν. Και άλλο δε, ίνα μη πάλιν θαυματουργήση, και τραβίξη πολλούς εις την του Χριστού πίστιν.

Όταν λοιπόν παρεστάθη εις τον Αγρικόλαον ο Άγιος Ευστράτιος, τότε όχι μόνον εστηλίτευσε και επόμπευσεν όλην την απάτην της ελληνικής πλάνης από τους ιδίους σοφούς των Ελλήνων· άκρος γαρ ήτον εις την μάθησιν τούτων· αλλά και εδιηγήθη όλην την οικονομίαν της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Και δια τούτων εξέπληξε τον τύραννον. Όθεν εβάλθη εις την φυλακήν. Εις την φυλακήν δε ευρισκόμενος, εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια από τον Επίσκοπον της Σεβαστείας Άγιον Βλάσιον, εις τον οποίον και εγχείρησεν ο Μάρτυς την διαθήκην οπού έκαμε, διατάσσων, πώς να οικονομηθούν τα πράγματά του μετά το αυτού μαρτύριον (4). Τέταρτος δε ο Άγιος Ορέστης απλωθείς επάνω εις ένα κρεββάτι σιδηρούν και πεπυρωμένον, παρέδωκε το πνεύμα του τω Κυρίω. Πέμπτος δε και τελευταίος ο Άγιος Ευστράτιος, βαλθείς μέσα εις αναμμένον καμίνι, παρέδωκε και αυτός την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Και ούτως έλαβον και οι πέντε τους του μαρτυρίου αμαραντίνους στεφάνους. Η δε Σύναξις αυτών τελείται εν τω σεπτώ Ναώ του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της αγιωτάτης μεγάλης Εκκλησίας. (Τον κατά πλάτος Βίον των Αγίων όρα εις τον Παράδεισον. Τούτον δε συνέγραψεν ελληνιστί ο Μεταφραστής, ου η αρχή· «Βασιλεύοντος Διοκλητιανού». Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Ιβήρων, και εν άλλαις (5).)

(1) Σημειούμεν ενταύθα, ότι τούτου του Αγίου Ευστρατίου είναι πόνημα η κατανυκτική ευχή εκείνη, την οποίαν η Εκκλησία παρέλαβε να λέγη εν τω μεσονυκτικώ κατά παν Σάββατον, ης η αρχή· «Μεγαλύνων μεγαλύνω σε Κύριε». Καθώς και του Αγίου Μαρδαρίου είναι πόνημα η ευχή εκείνη, ης η αρχή· «Δέσποτα Θεέ Πάτερ Παντοκράτορ».

(2) Σημειούμεν ενταύθα, ότι το να ζητή τινας να γνωρίση το μέλλον δια των τοιούτων σημείων, δεν είναι, ούτε συμφέρον, ούτε συγκεχωρημένον εις τον καθ’ ένα. Σπανιώτατα γαρ ταύτα, και μόλις Αγίοις ολίγοις ενεργηθέντα. Όθεν ουδέ νόμος γίνεται κοινός, ώστε οπού να μιμούνται αυτόν οι πολλοί. Σφαλερόν γαρ το τοιούτον και επικίνδυνον. Καθότι πολλοί ένα παρόμοιον ποιήσαντες, ηπατήθησαν. Και πιστεύσαντες τω μέλλοντι, ως υπό Θεού διά τινων σημείων αποκαλυφθέντι, εβλάβησαν και καταγέλαστοι ώφθησαν. Ου γαρ πάντα τα τοιαύτα από Θεού. Πολλά δε και από τύχης ακολουθούσιν. Ημείς λοιπόν εις όλα μας τα έργα και επιχειρήματα, πρέπει να ζητώμεν τούτο μόνον, το να τελειωθή εις ημάς το του Θεού ευάρεστον θέλημα. Εις δε τα τοιαύτα σημεία να μη προσέχωμεν, ίνα μη πλάνη τινι περιπέσωμεν, και φανώμεν πειράζοντες τον Θεόν. Όρα εις και το ΚΔ’ κεφάλ. της Γενέσεως, στίχω 14, όπου ο δούλος του Αβραάμ ευχήθη εις τον Θεόν δια να τω δείξη με κάποια σημεία και σύμβολα την Ρεβέκκαν, ην έμελλε λαβείν γυναίκα ο Ισαάκ. Ο Θεοδώρητος όμως λέγει, ότι ου συμβολικώς την ευχήν εκείνην προενήνοχεν ο δούλος, ώς τινες των άγαν ηλιθίων υπέλαβον. Και ότι δεν ήτον αυτά συμβολικά, αλλά πίστεως και ευλαβείας δηλωτικά. Ομοίως δε και ο Προκόπιος και ο Άδηλος ερμηνεύουσιν, ότι δεν ήτον συμβολικός ο οικέτης. Αλλά τω Θεώ πιστεύσας, ως πιστός ηύξατο. Με την ερμηνείαν δε αυτήν φανερόνουσιν ούτοι, ότι συμβολικώς δεν πρέπει να ευχώμεθα, αλλά απλώς. Επειδή άλλο είναι απλώς ευχή, και άλλο συμβολική ευχή. Η μεν γαρ, τόδε τι ως αγαθόν εξαιτεί. Η δε, ως έσχεν, ή έχει, ή έξει, εύχεται δια συμβόλου μαθείν.

(3) Εκ τούτου δείκνυται, ότι οι παλαιοί Χριστιανοί εσυνείθιζον να βαστάζουν επάνω των τον Σταυρόν του Χριστού, κατεσκευασμένον εκ ξύλου, ή χρυσίου, ή αργυρίου, ή άλλου τινός μετάλλου, προς διαφύλαξίν τους και σωτηρίαν. Όθεν και ο Άγιος Παγκράτιος ο Ταυρομενίας Επίσκοπος, ο εορταζόμενος κατά την ενάτην του Ιουλίου, αφ’ ου εβάπτιζε τους Χριστιανούς, έδιδεν εις τον καθένα και ένα Σταυρόν από κέδρον να τον βαστάζη επάνω του. Και ο Θεολόγος Γρηγόριος Σταυρόν εβάσταζεν προς αποτροπήν παντός εναντίου. Όθεν και έλεγε προς τον Διάβολον ηρωελεγείως.

Φεύγ’ απ’ εμής κραδίης δολομήχανε φεύγε τάχιστα.

Φεύγ’ απ’ εμών μελέων, φεύγ’ απ’ εμού βιότου.

Μη σε βάλω Σταυρώ, τω παν υποτρομέει.

Σταυρόν εμοίς μελέεσσι φέρω, σταυρόν δε πορείη.

Σταυρόν δε κραδίη, Σταυρός εμοί το κλέος.

Και αυτοί δε οι ίδιοι δαίμονες ωμολόγησαν βιαζόμενοι, εις τον Άγιον Ιωάννην τον Βοστρινόν τον έχοντα εξουσίαν κατά δαιμόνων, ότι φοβούνται τρία πράγματα των Χριστιανών, το Βάπτισμα, τον Σταυρόν οπού φορούν εις τον τράχηλον και την αγίαν Κοινωνίαν. Δια τούτο και όλοι οι τωρινοί Χριστιανοί πρέπει να μιμούνται τους παλαιούς Χριστιανούς, και να φορούν και αυτοί Σταυρόν, προς ένδειξιν, ότι είναι Χριστιανοί, και προς αποτροπήν κάθε κακού.

(4) Όρα περί τούτου και εις το Συναξάριον του Αγίου Βλασίου κατά την ενδεκάτην του Φευρουαρίου.

(5) Δεν δύναμαι να σιωπήσω το χαριέστατον θαύμα, οπού ενήργησαν οι Άγιοι ούτοι πέντε Μάρτυρες εις ένα Μετόχιον της εν Χίω Νέας Μονής, τιμώμενον εις όνομα των πέντε τούτων Αγίων Μαρτύρων, καθώς διηγείται τούτο ο ευλαβής εκείνος Νικόλαος ο Μαλαξός ο πρωτοπαπάς Ναυπλοίου. Όθεν συντόμως αναφέρω τούτο εδώ χάριν των φιλοχρίστων. Το Μετόχιον αυτό προμηθείται και κυβερνάται εις όλα τα χρειώδη και αυτής της ετησίου μνήμης των Αγίων, από το διαληφθέν Μοναστήριον της αγίας Μονής. Συνέβη δε μίαν φοράν να γένη σφοδρότατος χειμών, κατά τον καιρόν της εορτής των Αγίων, ώστε οπού, από το πολύ χιόνι οπού έγινεν, όχι μόνον δεν εδυνήθησαν να κατεβούν οι Πατέρες του Μοναστηρίου, και να φέρουν τα χρειαζόμενα εις την εορτήν κατά την συνήθειαν, αλλ’ ουδέ οι άνθρωποι της χώρας ημπόρεσαν να έλθουν εις την Εκκλησίαν δια την υπερβολήν της ψυχρότητος. Αλλ’ εις μεν τον εσπερινόν, επήγαν μερικοί. Εις δε τον όρθρον, μόνος ο εφημέριος επήγεν εις την Εκκλησίαν. Και ανάψας τας κανδήλας έκρουσε το σήμαντρον, και έκαμεν ευλογητόν δια να αναγνώση την ακολουθίαν.

Τότε παρευθύς ιδού βλέπει πέντε ανθρώπους ευπρεπείς και ευτάκτους, οπού εμβήκαν ευλαβώς εις τον Ναόν. Οι οποίοι, από μεν το ήθος και το σχήμα, εφαίνοντο ότι είναι ξένοι άνθρωποι, από δε το πρόσωπον, εφαίνοντο κατά πάντα όμοιοι με τους πέντε ενδόξους τούτους Μάρτυρας, Ευστράτιον, λέγω, Αυξέντιον, Ευγένιον, Μαρδάριον, και Ορέστην, καθώς φαίνονται ζωγραφισμένοι εις τας εικόνας των. Αφ’ ου δε εμβήκαν εις την Εκκλησίαν, οι μεν δύω, εστάθησαν εις τον δεξιόν χορόν. Οι δε άλλοι δύω, εστάθησαν εις τον αριστερόν. Και ο πέμπτος, ο οποίος ωμοίαζε με τον Άγιον Ορέστην, εστάθη εις το αναλογείον. Και όταν ήλθεν η ώρα, εκανονάρχει και ανεγίνωσκε με λαμπράν και καθαράν φωνήν. Οι δε άλλοι τέσσαρες, οι στεκόμενοι από τον δεξιόν και αριστερόν χορόν, ως είπομεν, έψαλλον με φωνήν γλυκυτάτην και λιγυράν τα ιερά άσματα.

Ταύτα δε βλέπων και ακούων ο Ιερεύς, έχαιρε μεν καθ’ εαυτόν και εδόξαζε τον Θεόν, όστις έστειλεν αυτούς βοηθούς της ακολουθίας, εις ένα τοιούτον καιρόν, οπού δεν ήτον κανένας άλλος βοηθός. Εξίστατο δε και εθαύμαζεν. Ένα μεν, δια την ομοιότητα οπού είχον και οι πέντε με την εικόνα των Αγίων, και άλλο δε, δια την ευπρέπειαν και ορθότητα και χάριν της αναγνώσεώς των. Και δια την γλυκυτάτην μελωδίαν της φωνής των. Όθεν ευρίσκετο εις απορίαν, ποίοι να ήτον οι φαινόμενοι. Και δεν ήξευρε τι να κάμη. Εβιάζετο μεν γαρ να τους ερωτήση προ του όρθρου, ποίοι ήτον. Βλέπωντας δε την σεμνοπρέπειαν και προθυμίαν οπού είχον εις την ακολουθίαν, απεφάσισε να τους ερωτήση μετά το τέλος του όρθρου.

Όταν δε έφθασεν η ώρα της αναγνώσεως του Μαρτυρίου των Αγίων, επήγεν εις το μέσον και έκαμεν ανάγνωσιν εκείνος, οπού εφαίνετο όμοιος με τον Ορέστην. Και αυτός μεν, με πολλήν παρρησίαν και λαμπράν φωνήν ανεγίνωσκεν. Οι δε άλλοι τέσσαρες, με πολλήν ηδονήν και προσοχήν μεγάλην ήκουον τα αναγινωσκόμενα. Όταν δε έφθασεν ο αναγινώσκων εις το μέρος εκείνο, οπού λέγει, ότι επρόσταξεν ο Αγρικόλαος να φερθή μία κλίνη σιδηρά πεπυρωμένη, και επάνω εις αυτήν να απλωθή ο Άγιος Ορέστης. Και ότι ο Άγιος Ορέστης φερόμενος εις την κλίνην εδειλίασε. Τούτο, λέγω, το μέρος αναγινώσκων εκείνος, οπού εφαίνετο όμοιος με τον Άγιον Ορέστην, δεν είπε καθώς ήτον γεγραμμένον, ότι εδειλίασεν. Αλλά άλλαξε το ρήμα και αντί να ειπή «εδειλίασεν», είπεν «εμειδίασεν», ήγουν ότι φερόμενος εις την κλίνην εχαμογέλασε.

Τούτο δε ακούωντας εκείνος, οπού ομοίαζε με τον Άγιον Ευστράτιον, εσήκωσε τα ομμάτιά του, και βλέπων με πολλήν παρατήρησιν τον όμοιον του Ορέστου, λέγει αυτώ. Διατί αλλάζεις το ρήμα και δεν το λέγεις καθώς είναι γεγραμμένον; Όθεν ανάγνωσον πάλιν αυτό εκ δευτέρου καθώς είναι. Ο δε αναγνώσας και δεύτερον πάλιν άλλαξε το ρήμα, εντρεπόμενος τρόπον τινά να ειπή, ότι εδειλίασε. Τότε ο Άγιος Ευστράτιος του λέγει με μεγαλιτέραν φωνήν. Ανάγνωσον το γεγραμμένον καθώς το έπαθες. Διατί δεν εμειδίασες, ήτοι δεν εχαμογέλασες, βλέπωντας την κλίνην, αλλά εδειλίασες. Και μαζί με τον λόγον, ευθύς και οι πέντε έγιναν άφαντοι. Ο δε Ιερεύς το τοιούτον βλέπων παράδοξον, έμεινεν άφωνος εις ώραν πολλήν. Ελθών δε εις τον εαυτόν του, ετελείωσε την ακολουθίαν ως εδυνήθη. Και μετά την θείαν Λειτουργίαν, εδιηγήθη εις τους παρευρεθέντας Χριστιανούς την φανεράν οπτασίαν ταύτην. Και άπαντες εδόξασαν τον Θεόν, τον θαυμαστούς ποιούντα τους Αγίους αυτού.

*

Αγία ΛουκίαΤη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Λουκίας της Παρθένου.

Ως Παρθένος μεν, εν στέφος η Λουκία,
Ως δ’ εκ ξίφους και Μάρτυς, άλλο λαμβάνει.

Αύτη ήτον από την Συρακούσαν πόλιν της νήσου Σικελίας, εν έτει σν’ [250], αρραβωνισμένη με άνδρα. Δια δε την ασθένειαν της αιμορροίας, οπού ηκολούθησεν εις την μητέρα της, επήγε μαζί με αυτήν εις την Κατάνην, δια να προσκυνήση το εκεί ευρισκόμενον λείψανον της Αγίας Αγάθης, και να παρακαλέση αυτήν ίνα ιατρεύση την μητέρα της από το πάθος της αιμορροίας. Πηγαίνουσα δε εκεί, βλέπει εις το όραμά της την Αγίαν Αγάθην. Η οποία, εις μεν την μητέρα της, έδιδε την ιατρείαν, εις αυτήν δε, επρόλεγε, πως έχει να μαρτυρήση δια τον Χριστόν (6). Όταν δε η μήτηρ της έγινεν υγιής, τότε εδιαμοίρασεν η Αγία όλα της τα υπάρχοντα εις τους πτωχούς, και ήτον ετοίμη και πρόθυμος δια να υπάγη να ομολογήση τον Χριστόν. Διαβαλθείσα λοιπόν εις τον άρχοντα Πασχάσιον από τον ίδιον αρραβωνιστικόν της, παρεστάθη εις αυτόν με ανδρίαν, και ομολόγησε τον Χριστόν. Ο δε άρχων επρόσταξε να δώσουν αυτήν εις πορνοστάσιον δια να την ατιμάσουν. Αλλ’ όμως αυτή με την θείαν δύναμιν εφυλάχθη καθαρά και δεν εμολύνθη. Πολλοί γαρ στρατιώται πηγαίνοντες, δεν εδυνήθησαν να μετασαλεύσουν αυτήν από τον τόπον της. Αλλ’ ουδέ εδυνήθησαν να καύσουν αυτήν με την φωτίαν, οπού άναψαν εκεί, οπού εστέκετο η Αγία. Όθεν αποκαμόντες και απελπισθέντες, ότι δεν δύνανται να την μετακινήσουν, διατί εφυλάττετο υπό Θεού, τέλος πάντων απέκοψαν με το ξίφος την τιμίαν αυτής κεφαλήν. Και ούτως έλαβεν η μακαρία τον του μαρτυρίου αμαράντινον στέφανον.

(6) Η Αγία Αγάθη εορτάζεται κατά την πέμπτην του Φευρουαρίου.

*

Ο Όσιος Άρης εν ειρήνη τελειούται (7).

Άρης ο θείος ουκ Άρης ην οργίλος,
Πράος δε μάλλον, και πατεί γην πραέων.

(7) Περί τούτου του Οσίου Άρεως γράφει ο Ευεργετινός (σελ. 203) ότι παρόντος και του Αββά Αβραάμ, ήλθεν ένας αδελφός και ερώτησεν αυτόν· «Ειπέ μοι τι να κάμω να σωθώ;» Ο δε Όσιος Άρης είπεν αυτώ· «Ύπαγε και πέρασαι τον χρόνον τούτον τρώγοντας κάθε βράδυ ψωμί και άλας. Και έπειτα ελθέ πάλιν και λαλώ σοι». Αφ’ ου δε επέρασεν ο χρόνος, πάλιν επήγεν ο αδελφός εις τον γέροντα. Έτυχε δε πάλιν να ευρεθή παρών ο ρηθείς Αββάς Αβραάμ. Και είπεν ο γέρων εις τον αδελφόν· «Πήγαινε και πέρασαι τον χρόνον τούτον τρώγωντας εις δύω ημέρας μίαν φοράν». Τότε λέγει ο Αβραάμ εις τον Αββάν Άρην· «Διατί εις μεν τους άλλους αδελφούς, ελαφρόν ζυγόν επιθέττεις, εις τούτον δε, βαρύ φορτίον επιφορτίζεις;» Απεκρίθη ο γέρων· «Οι αδελφοί καθώς έρχονται ζητούντες, έτζι λαλώ εις αυτούς. Ούτος δε είναι εργάτης. Και ει τι αν ειπώ εις αυτόν, το κάμνει μετά σπουδής. Δια τούτο κατά την δύναμίν του, έτζι και λαλώ εις αυτόν». Εκ της παραινέσεως δε ταύτης δείκνυται, πόσον διακριτικός ήτον ο Όσιος ούτος Άρης.

*

Μνήμη του Οσίου Πατρός ημών Αρσενίου του εν τω Λάτρω.

Τον Αρσένιον εκμιμούμενος Πάτερ,
Και Αρσενίω συγχορεύεις εν Πόλω.

Ούτος ο Όσιος Πατήρ ημών και θαυματουργός Αρσένιος, ήτον από την Κωνσταντινούπολιν, υιός γονέων ευσεβών, πλουσίων, και πρώτων κατά το γένος. Κοντά λοιπόν οπού ο Όσιος ούτος ήτον τοιούτος περιφανής κατά το γένος, εδόθη εις αυτόν από τον τότε βασιλέα και άλλο αξίωμα, το να κατασταθή δηλαδή στρατηγός και πατρίκιος της τοποθεσίας της καλουμένης των Κιβυρραιωτών. Αλλά και όταν ένα καιρόν εστάλθη αρμάδα βασιλική, τότε ο Όσιος ούτος έλαβε την επιστασίαν αυτής. Επειδή δε από φουρτούναν μεγάλην, ανέβρασεν η θάλασσα μέσα από τα βάθη, δια τούτο τα μεν καράβια της αρμάδας, εκαταποντίσθησαν. Αυτός δε μόνος, ελύτρωσε την ζωήν του και ευγήκεν εις την στερεάν.

Τότε λοιπόν ευρών άδειαν, έλαβε εκείνο οπού επόθει προ πολλού καιρού, ήτοι ενεδύθη το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών. Όθεν εταλαιπώρει το σώμα και υπέτασσεν αυτό εις την ψυχήν με νηστείας, με αγρυπνίας, με χαμευνίας, και με άλλας κακοπαθείας. Κοντά δε εις ταύτα, εστενοχώρει και την σάρκα του με βαρέα σίδηρα ο τη αληθεία σιδήρου και αδάμαντος δυνατώτερος και στερρότερος. Τα δε ρείθρα των δακρύων εκείνου, και τας ολονυκτίους στάσεις, και τους πολέμους των πονηρών πνευμάτων, και την υπομονήν οπού έδειχνεν εις τας ψύχρας του χειμώνος, και εις τα καύματα του θέρους, ταύτα λέγω πάντα, ποίος δύναται να αριθμήση; Με τοιούτους αγώνας αγωνιζόμενος ο μακάριος, πέμπεται υπό του Αγίου Πνεύματος εις ένα τόπον, κείμενον αντικρύ του καλουμένου Ιερού.

Εκεί δε απελθών με την παντοτινήν ροήν των δακρύων του, απέδειξεν ο αοίδιμος τον τόπον εκείνον κοιλάδα του κλαυθμώνος. Τα δε φορέματά του ήτον τρίχινα, ήτοι υφασμένα από γηδίσσας τρίχας. Όθεν όσα μέρη του σώματος δεν εταλαιπώρουν τα σίδηρα, ταύτα εταλαιπώρουν τα τρίχινα φορέματα. Η τροφή του δε ήτον, ή μάλλον ειπείν η ατροφία του, ήτον βοτάναι άγριαι. Και ταύτας έτρωγεν όχι με χορτασμόν, αλλ’ όσον μόνον τας εγεύετο. Την δίψαν δε αυτού επαρηγόρει νερόν μόνον πολλά ολίγον, και αυτό δια δύω, ή τριών ημερών λαμβανόμενον. Έπειτα αναχωρήσας από εκεί, επήγεν εις το θαυμάσιον όρος του Λάτρου το εν τη Ασία ευρισκόμενον. Και εκεί διατρίβων θαυμαστώς ο πανθαύμαστος, εθανάτωσε με την προσευχήν του και με τον τύπον του σταυρού μίαν ασπίδα, η οποία εφώλευεν εκεί, και τα νερά εφαρμάκευεν. Αναχωρήσας δε και από εκεί, επήγε κατά θεϊκήν προσταγήν εις το Μοναστήριον το ονομαζόμενον των Κελλιβάρων, και γενόμενος Ηγούμενος αυτού εις ολίγον καιρόν, πολλούς επαρακίνησεν εις εργασίαν της αρετής. Έπειτα αναχωρήσας από το Μοναστήριον επαναγυρίζει πάλιν εις την ποθεινήν ησυχίαν του, υστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος, και έγκλειστος μένων μέσα εις μίαν τρύπαν, εις την οποίαν ήτον φωλεαί και κατοικίαι πολλών θηρίων. Εκεί λοιπόν έμενεν ησυχάζων, άλλος Προφήτης Δανιήλ αναφανείς. Ώσπερ γαρ εκείνος έμενεν εν τω λάκκω των λεόντων αβλαβής, έτζι και ο μεγαλόψυχος ούτος Αρσένιος, έμενεν εις την τρύπαν εκείνην την κατοικίαν των θηρίων, αβλαβής και απείρακτος. Μάλλον δε ο Όσιος ούτος δια της προσευχής του, αποδίωξε μεν τα εκείσε κατοικούντα θηρία, σχολείον δε των ψυχών την τρύπαν εκείνην εποίησεν.

Επειδή δε οι αδελφοί του Μοναστηρίου ελθόντες, παρεκάλουν αυτόν να υπάγη μαζί των, δια τούτο γυρίζει πάλιν ο Όσιος εις το Μοναστήριον. Πλην και εκεί ευρισκόμενος, δεν έζη πλέον κοινώς ομού με τους αδελφούς. Αλλά κλείσας τον εαυτόν του μέσα εις ένα στενώτατον κελλίον, μόνος μόνω ελάτρευε τω Θεώ. Και εις μεν τας εξ ημέρας της εβδομάδος, ούτε ωμίλει με κανένα, ούτε φαγητόν έτρωγεν. Εις μόνην δε την Κυριακήν, εσυνείθιζεν ο Άγιος, και να λαλή και να τρώγη. Τι να περιττολογούμεν; Εις τόσην απάθειαν ο Όσιος έφθασεν, ώστε οπού, ουδέ σωματικήν πλέον τροφήν ο αείμνηστος έτρωγεν. Ετρέφετο γαρ υπό θείου Αγγέλου. Αλλά και χάριν των θαυμάτων υπό Κυρίου έλαβε. Νερά γαρ πικρά ταράξας με την ράβδον του, εις γλυκύτητα ταύτα μετέβαλεν.

Έτζι πολιτευόμενος ο Όσιος, με φρόνησιν και ανδρίαν, και με σωφροσύνην και δικαιοσύνην, έφθασεν εις το τέλος της ζωής του και εκαλείτο εις τας άνω μονάς. Δια τούτο εκάλεσεν όλους τους κατοικούντας εκεί τριγύρω Μοναχούς, και εδίδαξεν αυτούς περί αποταγής κόσμου και των εν κόσμω. Προς τούτοις δε, και περί υπομονής, και φιλαδελφίας, και περί ταπεινώσεως, και προσευχής. Έπειτα γονατίσας, και από δάκρυα γεμίσας τους οφθαλμούς, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, πολλά και μετά θάνατον θαύματα εργασάμενος.

Ένα γαρ δαιμονισμένον ιάτρευσεν ο Άγιος με την παρακάλεσιν των αδελφών. Όστις επεχείρησε μεν, να τρυπήση τον τάφον του Αγίου, έγινε δε παράλυτος δια την τόλμην. Ύστερον δε ήλθεν εις αίσθησιν και εμετανόησεν. Αλλά και ένας Μοναχός υδρωπικιασμένος, προσελθών εις τον τάφον του Αγίου, παρεκάλεσεν αυτόν να τον ιατρεύση. Και ευθύς, ω του θαύματος! έλαβε την υγείαν του, ευχαριστών άμα και δοξάζων τον τους Αγίους αυτού δοξάζοντα Χριστόν, τον μόνον αληθινόν και Σωτήρα των ψυχών ημών.

*

Μνήμη του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος Γαβριήλ, Αρχιεπισκόπου Σερβίας, του εν Προύση μαρτυρήσαντος κατά το ͵αχνθ’ [1659] έτος.

Υψού κρεμασθείς τον κρεμασθέντα ξύλω,
Μιμή Γαβριήλ, και στέφη διπλώ στέφει (8).

(8) Το Μαρτύριον αυτού όρα εις το Νέον Μαρτυρολόγιον.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

* * *

Κυριακή των Προπατόρων[Δεκεμβρίου 11-17]

Τη Κυριακή των Αγίων Προπατόρων.

Δέξασθε χαράν οι πάλαι Προπάτορες,
Βλέποντες εγγίζοντα Χριστόν Μεσσίαν.

Γήθεο Αβραάμ, ότι πρόπαππος Χριστού εδείχθης.

Αι του μακαρίου Αβραάμ υποθέσεις είναι εγνωσμέναι τόσον εις τους σοφούς, όσον και εις τους ιδιώτας Χριστιανούς. Καθότι η Βίβλος της Γενέσεως, την οποίαν συνέγραψεν ο Προφήτης Μωϋσής, η περιέχουσα ταύτας, αυτή, λέγω, αναγινώσκεται εις επήκοον πάντων των Χριστιανών εν τη Εκκλησία, κατά τας νηστίμους ημέρας της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής. Όθεν από την Βίβλον εκείνην μανθάνουσιν όλοι, ότι ο προπάτωρ ημών Αβραάμ εκατάγετο από την χώραν των Χαλδαίων, και ήτον εθνικός. Έθνος γαρ ήτον οι Χαλδαίοι προτίτερον από τους Ιουδαίους. Και ότι είχε πατέρα ειδωλολάτρην τον Θάρραν. Πλην αγκαλά και από τοιούτον ειδωλολάτρην εκατάγετο ο θείος Αβραάμ, δεν έλαβεν όμως εκ τούτου κανένα εμπόδιον εις το να γνωρίση τον αληθή Θεόν. Αλλά, ανίσως πρέπη να ειπούμεν και ένα λόγον παράδοξον, ο μέγας Αβραάμ και από αυτήν ακόμη την ειδωλολατρείαν ωδηγήθη εις το να καταλάβη τον αληθή Θεόν.

Κατανοήσας γαρ ο αοίδιμος, ότι κανένα κτίσμα δεν είναι Θεός· και ακολούθως, ότι δεν πρέπει να προσκυνήται ως Θεός. Και στοχασθείς την ευταξίαν των όντων, εκ των ορωμένων τούτων ποιημάτων εγνώρισε τον αόρατον αυτών Ποιητήν. Και γνωρίσας τούτον, επροσκύνησεν ως Θεόν. Και ως κρατούντα και κυβερνώντα όλα τα κτίσματα. Και ως διορίσαντα εις αυτά την φαινομένην ταύτην ευαρμοστίαν και τάξιν. Ούτος λοιπόν προσταχθείς παρά Θεού να αφήση την πατρίδα και συγγένειάν του, και να υπάγη εις γην Χαναάν, (ήτις είναι η Παλαιστίνη και τα Ιεροσόλυμα), παρευθύς υπήκουσε, χωρίς να διακριθή με την καρδίαν του, δια την πολλήν πίστιν οπού είχε προς τον Θεόν. Δια τούτο και μισθόν της πίστεώς του λαμβάνει, το να γεννήση εις το βαθύ γήρας του τον Ισαάκ, και να γένη πατήρ πολλών εθνών. Από τον Αβραάμ γαρ εγεννήθη ο Ισαάκ. Και από τον Ισαάκ εγεννήθη ο Ιακώβ. Και από τον Ιακώβ εγεννήθη ο Ιούδας, (από την φυλήν του οποίου εγεννήθη ο Χριστός) και οι λοιποί αδελφοί αυτού Πατριάρχαι.

Δια τούτο λοιπόν οι θεοφόροι Πατέρες ημών και Διδάσκαλοι, μνήμην ποιούσι σήμερον του θείου Αβραάμ, ως γεγονότος προπάτορος του Χριστού. Και ταύτην παρέδωκαν να ποιούμεν και ημείς, όχι μακράν και εις πολλών ημερών διάστημα. Αλλά κοντά εις την κατά σάρκα γέννησιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τούτο ποιήσαντες, όχι απλώς και ως έτυχεν, αλλά κατά θείαν έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος. Επειδή γαρ ο υπεράγαθος και φιλάνθρωπος Υιός του Θεού, εκαταδέχθη να κάμη τον Πατριάρχην Αβραάμ και τους απογόνους εκείνου, προπάτοράς του κατά το ανθρώπινον, τούτου χάριν οι θειότατοι Πατέρες έκριναν δίκαιον να εορτάζωμεν την μνήμην αυτού και των λοιπών, ως Προπατόρων, όχι μακράν από την κατά σάρκα τον Κυρίου γέννησιν (1).

(1) Σημείωσαι, ότι ο Χρυσόστομος λόγον έχει εις τον Αβραάμ εν τη Κυριακή ταύτη των Προπατόρων. Ομοίως και ο θείος Νύσσης Γρηγόριος λόγον έχει περί θεότητος Υιού και Πνεύματος, και εις τον Αβραάμ. Αλλά και ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς λόγον συνέγραψεν εις την Κυριακήν ταύτην, ου η αρχή· «Του μονογενούς Υιού του Θεού». (Σώζεται εν τω Πρωτάτω, και εν άλλοις Μοναστηρίοις.)

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.

Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

 

Άγιοι Ευστράτιος, Αυξέντιος, Μαρδάριος, Ευγένιος και ΟρέστηςΤ ατ μην ΙΓ΄, μνήμη τν γίων Μαρτύρων Εστρατίου, Αξεντίου, Εγενίου, Μαρδαρίου, κα ρέστου.

Τν Εστράτιον κα συνάθλους δς δύω,
παξ δύω κτείνουσι πρ τε κα ξίφος.

Τούς γε σν Εστρατί δεκάτ τρίτ κτανεν ορ.

Οτοι ο γιοι τον κατ τος χρόνους Διοκλητιανο κα Μαξιμιανο τν σεβν βασιλέων, κα Λυσίου δουκός, πιτροπεύοντος τς παρχίας Λιμιτανέων, κα γρικολάου διοικοντος λην τν παρχίαν τς νατολς, ν τει σϞς΄ [296]. νωθεν δ π τος προγόνους των, σέβοντο μν τν Χριστόν, κρυπτον δ τν αυτόν τους τι εναι Χριστιανοί, δι τν φόβον τν τυράννων κα διωκτν. π τούτους λοιπόν, μν γιος Εστράτιος, κατάγετο π τν πόλιν τν ραβράκων. Κατ δ τν ξίαν, τον σκρινιάριος τς δουκικς τάξεως, κα ες ατν εχε τ πρωτεα (1). πειδ δ οτος πεθύμει ν μολογήσ παρρησί τν ες Χριστν πίστιν, φοβετο δ τ δηλον τς κβάσεως, δι τοτο, τί κάμνει; δίδει τν ζώνην του ες να πηρέτην. Κα τν προστάζει ν πάγ ες τν κκλησίαν τν ραβράκων κα ν ποθέσ ταύτην κε. Τοτο συλλογισθες ες τν αυτόν του, τι, ε μν Πρεσβύτερος Αξέντιος μβ ες τν κκλησίαν κα πάρ τν ζώνην ες τς χεράς του, βέβαια εναι σημεον, τι κατ τ θέλημα το Θεο θέλει γέν μολογία του. θεν κα πρέπει ν μ δειλιάση κνένα βάσανον. λλ μ θάρρος ν παρασταθ ες τν ρχοντα, κα μ παρρησίαν ν μολογήσ τν αυτόν του Χριστιανόν. νίσως δ λλος τινας ερεύς, κκλησιαστικός, πάρ τν ηθεσαν ζώνην του, τοτο εναι σημεον, τι πρέπει κόμη ν χ ες τ κρυπτν τν ες Χριστν πίστιν, χωρς ν τολμήσ ν παρρησιασθ. πειδ δ Πρεσβύτερος Αξέντιος πρε τν ζώνην, πέλαβεν γιος, τι καλς χει ν ποβ ες ατν μολογία τς πίστεως (2).

Κα λοιπν πειδ Μάρτυς εχε ξίωμα, πρτος ατς ν παρασταίν ες τ κριτήριον τος γίους Μάρτυρας, δι τοτο μαζ μ κείνους παρεστάθη κα ατς μπροσθεν το Λυσίου, κα πρτον τν αυτόν του νομάζει Χριστιανόν. θεν παρ το τυράννου στερεται τν ζώνην, τις τον το ξιώματός του σημεον. Κα γυμνωθείς, ξαπλόνεται κατ γς κα δέρνεται. πειτα δεθες μ σχοινία, κρεμται ψηλά. Κα κατακαίεται π τν φωτίαν, πο τον ποκάτω του στρωμένη. πειτα αίνουσιν πάνω ες τ φλεχθέντα μέλη του ξύδι μο μ λας, κα μ τοβλα κατατρίβουσι τς πλευράς του. πειδ δ δι θαυματουργίας γινεν λος γιής, τούτου χάριν τράβιξεν ες τν πίστιν το Χριστο τν γιον Εγένιον. θεν κα ατς παρρησί μολογε τν Χριστόν, λέγωντας, τι εναι σύμφωνος μ τν γιον Εστράτιον, κα προσφέρει λατρείαν κα σέβας ες τν παρ το Εστρατίου σεβόμενον Θεόν. θεν τοτο βλέπων Λυσίας προστάζει ν καρφώσουν τος πόδας το γίου Εστρατίου μ σιδηρ ποδήματα, κα ν βιάζουν ατν ν τρέχ π τν πόλιν τς Σεβαστείας, ως ες τν Νικόπολιν (σως τς ρμενίας).

Τότε ν τ μεταξ διαστήματι βλέπων Μαρδάριος τν γιον Εστράτιον οτως τίμως βασανιζόμενον, τν πρην ντα περιφαν κα νδοξον, μακάρισεν ατν δι τν πομονν κα μεγαλοψυχίαν του. τι δι τν ες Χριστν πίστιν κα γάπην, π τν προτέραν περίβλεπτον ξίαν, πο εχεν, λθεν ες τοιαύτην λεεινν κατάστασιν. Κα τι ντ δι τν νδοξότητα το λαμπρο γένους του, προτίμησε ν πάσχ δι τν Χριστν τ τν κακούργων βάσανα. θεν οίδιμος σύμβουλον λαβν ες τοτο τν γυνακά του, ποία παρεκίνει ατν ες τ μαρτύριον, φιέρωσε πρτον, ατν κα τ τέκνα του ες τν Θεόν. πειτα, τρέχει κα φθάνει ες τν δρόμον τν γιον Εστράτιον, κα μαζ μ ατν δένεται ς κατάδικος. ταν δ Λυσίας κάθισε δι ν κρίν τος γίους, τότε πρτος γιος Αξέντιος πεκεφαλίσθη. πειδ κα νόμασε τν αυτόν του Χριστιανόν. Δεύτερος γιος Μαρδάριος, τρυπηθες ες τος στραγάλους κρεμάσθη κατακέφαλα, κα μ σούβλας ξείας κα πεπυρωμένας, κατακαίεται ες τ πισθεν μέρη τς κεφαλς, κα μέσα ες ταύτην τν βάσανον παραδίδει τν ψυχήν του ες χερας Θεο. Τρίτος γιος Εγένιος ποκόπτεται τν γλσσαν, κα τζακίζεται ες τ σκέλη μ αβδία χονδρά. Κα μέσα ες τ βάσανα τατα παραδίδει κα ατς τν ψυχήν του ες τν Θεόν.

δ γιος ρέστης, πειδ ες καιρόν, πο ρριπτε τν σαΐταν ες τ σημάδι, φάνη χρυσος σταυρός, πο εχε κρεμασμένον ες τν λαιμόν του ποκάτω ες τ οχά του, κα κ τούτου γνωρίσθη τι κα ατς εναι Χριστιανός (3), δι τοτο ρωτήθη π τν Λυσίαν τί εναι. δ Μάρτυς πεκρίθη, τι εναι δολος Χριστο. θεν δέθη μο μ τν γιον Εστράτιον, κα πέμφθησαν κα ο δύω ες τν γρικόλαον. Συμφέρον γρ νόμισε τοτο Λυσίας ες τν αυτόν του, τ ν πεμφθ κε γιος Εστράτιος. να μέν, διατ φοβετο τν ν λόγοις σοφίαν το γίου Εστρατίου κα δύναμιν. Μ τν ποίαν στηλίτευσε κα περίπαιξε τόσον ατν τν Λυσίαν, σον κα τν θρσκείαν τν λλήνων, κα δειξεν ες λους φανερν τν λήθειαν. Κα λλο δέ, να μ πάλιν θαυματουργήσ, κα τραβίξ πολλος ες τν το Χριστο πίστιν.

ταν λοιπν παρεστάθη ες τν γρικόλαον γιος Εστράτιος, τότε χι μόνον στηλίτευσε κα πόμπευσεν λην τν πάτην τς λληνικς πλάνης π τος δίους σοφος τν λλήνων· κρος γρ τον ες τν μάθησιν τούτων· λλ κα διηγήθη λην τν οκονομίαν τς νανθρωπήσεως το Θεο Λόγου. Κα δι τούτων ξέπληξε τν τύραννον. θεν βάλθη ες τν φυλακήν. Ες τν φυλακν δ ερισκόμενος, κοινώνησε τ θεα Μυστήρια π τν πίσκοπον τς Σεβαστείας γιον Βλάσιον, ες τν ποον κα γχείρησεν Μάρτυς τν διαθήκην πο καμε, διατάσσων, πς ν οκονομηθον τ πράγματά του μετ τ ατο μαρτύριον (4). Τέταρτος δ γιος ρέστης πλωθες πάνω ες να κρεββάτι σιδηρον κα πεπυρωμένον, παρέδωκε τ πνεμά του τ Κυρί. Πέμπτος δ κα τελευταος γιος Εστράτιος, βαλθες μέσα ες ναμμένον καμίνι, παρέδωκε κα ατς τν μακαρίαν ψυχήν του ες χερας Θεο. Κα οτως λαβον κα ο πέντε τος το μαρτυρίου μαραντίνους στεφάνους. δ Σύναξις ατν τελεται ν τ σεπτ Να το γίου ποστόλου κα Εαγγελιστο ωάννου το Θεολόγου, πλησίον τς γιωτάτης μεγάλης κκλησίας. (Τν κατ πλάτος Βίον τν γίων ρα ες τν Παράδεισον. Τοτον δ συνέγραψεν λληνιστ Μεταφραστής, ο ρχή· «Βασιλεύοντος Διοκλητιανο». Σζεται ν τ Λαύρ, ν τ τν βήρων, κα ν λλαις (5).)

(1) Σημειοῦμεν ἐνταῦθα, ὅτι τούτου τοῦ Ἁγίου Εὐστρατίου εἶναι πόνημα ἡ κατανυκτικὴ εὐχὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε νὰ λέγῃ ἐν τῷ μεσονυκτικῷ κατὰ πᾶν Σάββατον, ἧς ἡ ἀρχή· «Μεγαλύνων μεγαλύνω σε Κύριε». Καθὼς καὶ τοῦ Ἁγίου Μαρδαρίου εἶναι πόνημα ἡ εὐχὴ ἐκείνη, ἧς ἡ ἀρχή· «Δέσποτα Θεὲ Πάτερ Παντοκράτορ».

(2) Σημειοῦμεν ἐνταῦθα, ὅτι τὸ νὰ ζητῇ τινας νὰ γνωρίσῃ τὸ μέλλον διὰ τῶν τοιούτων σημείων, δὲν εἶναι, οὔτε συμφέρον, οὔτε συγκεχωρημένον εἰς τὸν καθ’ ἕνα. Σπανιώτατα γὰρ ταῦτα, καὶ μόλις Ἁγίοις ὀλίγοις ἐνεργηθέντα. Ὅθεν οὐδὲ νόμος γίνεται κοινός, ὥστε ὁποῦ νὰ μιμοῦνται αὐτὸν οἱ πολλοί. Σφαλερὸν γὰρ τὸ τοιοῦτον καὶ ἐπικίνδυνον. Καθότι πολλοὶ ἕνα παρόμοιον ποιήσαντες, ἠπατήθησαν. Καὶ πιστεύσαντες τῷ μέλλοντι, ὡς ὑπὸ Θεοῦ διά τινων σημείων ἀποκαλυφθέντι, ἐβλάβησαν καὶ καταγέλαστοι ὤφθησαν. Οὐ γὰρ πᾶντα τὰ τοιαῦτα ἀπὸ Θεοῦ. Πολλὰ δὲ καὶ ἀπὸ τύχης ἀκολουθοῦσιν. Ἡμεῖς λοιπὸν εἰς ὅλα μας τὰ ἔργα καὶ ἐπιχειρήματα, πρέπει νὰ ζητῶμεν τοῦτο μόνον, τὸ νὰ τελειωθῇ εἰς ἡμᾶς τὸ τοῦ Θεοῦ εὐάρεστον θέλημα. Εἰς δὲ τὰ τοιαῦτα σημεῖα νὰ μὴ προσέχωμεν, ἵνα μὴ πλάνῃ τινι περιπέσωμεν, καὶ φανῶμεν πειράζοντες τὸν Θεόν. Ὅρα εἰς καὶ τὸ ΚΔ΄ κεφάλ. τῆς Γενέσεως, στίχῳ 14, ὅπου ὁ δοῦλος τοῦ Ἁβραὰμ εὐχήθη εἰς τὸν Θεὸν διὰ νὰ τῷ δείξῃ μὲ κᾄποια σημεῖα καὶ σύμβολα τὴν Ῥεβέκκαν, ἣν ἔμελλε λαβεῖν γυναῖκα ὁ Ἰσαάκ. Ὁ Θεοδώρητος ὅμως λέγει, ὅτι οὐ συμβολικῶς τὴν εὐχὴν ἐκείνην προενήνοχεν ὁ δοῦλος, ὥς τινες τῶν ἄγαν ἠλιθίων ὑπέλαβον. Καὶ ὅτι δὲν ἦτον αὐτὰ συμβολικά, ἀλλὰ πίστεως καὶ εὐλαβείας δηλωτικά. Ὁμοίως δὲ καὶ ὁ Προκόπιος καὶ ὁ Ἄδηλος ἑρμηνεύουσιν, ὅτι δὲν ἦτον συμβολικὸς ὁ οἰκέτης. Ἀλλὰ τῷ Θεῷ πιστεύσας, ὡς πιστὸς ηὔξατο. Μὲ τὴν ἑρμηνείαν δὲ αὐτὴν φανερόνουσιν οὗτοι, ὅτι συμβολικῶς δὲν πρέπει νὰ εὐχώμεθα, ἀλλὰ ἁπλῶς. Ἐπειδὴ ἄλλο εἶναι ἁπλῶς εὐχή, καὶ ἄλλο συμβολικὴ εὐχή. Ἡ μὲν γάρ, τόδε τι ὡς ἀγαθὸν ἐξαιτεῖ. Ἡ δέ, ὡς ἔσχεν, ἢ ἔχει, ἢ ἕξει, εὔχεται διὰ συμβόλου μαθεῖν.

(3) Ἐκ τούτου δείκνυται, ὅτι οἱ παλαιοὶ Χριστιανοὶ ἐσυνείθιζον νὰ βαστάζουν ἐπάνω των τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ, κατεσκευασμένον ἐκ ξύλου, ἢ χρυσίου, ἢ ἀργυρίου, ἢ ἄλλου τινος μετάλλου, πρὸς διαφύλαξίν τους καὶ σωτηρίαν. Ὅθεν καὶ ὁ Ἅγιος Παγκράτιος ὁ Ταυρομενίας Ἐπίσκοπος, ὁ ἑορταζόμενος κατὰ τὴν ἐνάτην τοῦ Ἰουλίου, ἀφ’ οὗ ἐβάπτιζε τοὺς Χριστιανούς, ἔδιδεν εἰς τὸν καθένα καὶ ἕνα Σταυρὸν ἀπὸ κέδρον νὰ τὸν βαστάζῃ ἐπάνω του. Καὶ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος Σταυρὸν ἐβάσταζεν πρὸς ἀποτροπὴν παντὸς ἐναντίου. Ὅθεν καὶ ἔλεγε πρὸς τὸν Διάβολον ἡρωελεγείως.

Φεῦγ’ ἀπ’ ἐμῆς κραδίης δολομήχανε φεῦγε τάχιστα.

Φεῦγ’ ἀπ’ ἐμῶν μελέων, φεῦγ’ ἀπ’ ἐμοῦ βιότου.

Μή σε βάλω Σταυρῷ, τῷ πᾶν ὑποτρομέει.

Σταυρὸν ἐμοῖς μελέεσσι φέρω, σταυρὸν δὲ πορείῃ.

Σταυρὸν δὲ κραδίῃ, Σταυρὸς ἐμοὶ τὸ κλέος.

Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι δαίμονες ὡμολόγησαν βιαζόμενοι, εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Βοστρινὸν τὸν ἔχοντα ἐξουσίαν κατὰ δαιμόνων, ὅτι φοβοῦνται τρία πράγματα τῶν Χριστιανῶν, τὸ Βάπτισμα, τὸν Σταυρὸν ὁποῦ φοροῦν εἰς τὸν τράχηλον καὶ τὴν ἁγίαν Κοινωνίαν. Διὰ τοῦτο καὶ ὅλοι οἱ τωρινοὶ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ μιμοῦνται τοὺς παλαιοὺς Χριστιανούς, καὶ νὰ φοροῦν καὶ αὐτοὶ Σταυρόν, πρὸς ἔνδειξιν, ὅτι εἶναι Χριστιανοί, καὶ πρὸς ἀποτροπὴν κάθε κακοῦ.

(4) Ὅρα περὶ τούτου καὶ εἰς τὸ Συναξάριον τοῦ Ἁγίου Βλασίου κατὰ τὴν ἑνδεκάτην τοῦ Φευρουαρίου.

(5) Δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω τὸ χαριέστατον θαῦμα, ὁποῦ ἐνήργησαν οἱ Ἅγιοι οὗτοι πέντε Μάρτυρες εἰς ἕνα Μετόχιον τῆς ἐν Χίῳ Νέας Μονῆς, τιμώμενον εἰς ὄνομα τῶν πέντε τούτων Ἁγίων Μαρτύρων, καθὼς διηγεῖται τοῦτο ὁ εὐλαβὴς ἐκεῖνος Νικόλαος ὁ Μαλαξὸς ὁ πρωτοπαπᾶς Ναυπλοίου. Ὅθεν συντόμως ἀναφέρω τοῦτο ἐδῶ χάριν τῶν φιλοχρίστων. Τὸ Μετόχιον αὐτὸ προμηθεῖται καὶ κυβερνᾶται εἰς ὅλα τὰ χρειώδη καὶ αὐτῆς τῆς ἐτησίου μνήμης τῶν Ἁγίων, ἀπὸ τὸ διαληφθὲν Μοναστήριον τῆς ἁγίας Μονῆς. Συνέβη δὲ μίαν φορὰν νὰ γένῃ σφοδρότατος χειμών, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων, ὥστε ὁποῦ, ἀπὸ τὸ πολὺ χιόνι ὁποῦ ἔγινεν, ὄχι μόνον δὲν ἐδυνήθησαν νὰ κατεβοῦν οἱ Πατέρες τοῦ Μοναστηρίου, καὶ νὰ φέρουν τὰ χρειαζόμενα εἰς τὴν ἑορτὴν κατὰ τὴν συνήθειαν, ἀλλ’ οὐδὲ οἱ ἄνθρωποι τῆς χώρας ἠμπόρεσαν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς ψυχρότητος. Ἀλλ’ εἰς μὲν τὸν ἑσπερινόν, ἐπῆγαν μερικοί. Εἰς δὲ τὸν ὄρθρον, μόνος ὁ ἐφημέριος ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ ἀνάψας τὰς κανδήλας ἔκρουσε τὸ σήμαντρον, καὶ ἔκαμεν εὐλογητὸν διὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἀκολουθίαν.

Τότε παρευθὺς ἰδοὺ βλέπει πέντε ἀνθρώπους εὐπρεπεῖς καὶ εὐτάκτους, ὁποῦ ἐμβῆκαν εὐλαβῶς εἰς τὸν Ναόν. Οἱ ὁποῖοι, ἀπὸ μὲν τὸ ἦθος καὶ τὸ σχῆμα, ἐφαίνοντο ὅτι εἶναι ξένοι ἄνθρωποι, ἀπὸ δὲ τὸ πρόσωπον, ἐφαίνοντο κατὰ πᾶντα ὅμοιοι μὲ τοὺς πέντε ἐνδόξους τούτους Μάρτυρας, Εὐστράτιον, λέγω, Αὐξέντιον, Εὐγένιον, Μαρδάριον, καὶ Ὀρέστην, καθὼς φαίνονται ζωγραφισμένοι εἰς τὰς εἰκόνας των. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐμβῆκαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, οἱ μὲν δύω, ἐστάθησαν εἰς τὸν δεξιὸν χορόν. Οἱ δὲ ἄλλοι δύω, ἐστάθησαν εἰς τὸν ἀριστερόν. Καὶ ὁ πέμπτος, ὁ ὁποῖος ὡμοίαζε μὲ τὸν Ἅγιον Ὀρέστην, ἐστάθη εἰς τὸ ἀναλογεῖον. Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα, ἐκανονάρχει καὶ ἀνεγίνωσκε μὲ λαμπρὰν καὶ καθαρὰν φωνήν. Οἱ δὲ ἄλλοι τέσσαρες, οἱ στεκόμενοι ἀπὸ τὸν δεξιὸν καὶ ἀριστερὸν χορόν, ὡς εἴπομεν, ἔψαλλον μὲ φωνὴν γλυκυτάτην καὶ λιγυρὰν τὰ ἱερὰ ᾄσματα.

Ταῦτα δὲ βλέπων καὶ ἀκούων ὁ Ἱερεύς, ἔχαιρε μὲν καθ’ ἑαυτὸν καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν, ὅστις ἔστειλεν αὐτοὺς βοηθοὺς τῆς ἀκολουθίας, εἰς ἕνα τοιοῦτον καιρόν, ὁποῦ δὲν ἦτον κᾀνένας ἄλλος βοηθός. Ἐξίστατο δὲ καὶ ἐθαύμαζεν. Ἕνα μέν, διὰ τὴν ὁμοιότητα ὁποῦ εἶχον καὶ οἱ πέντε μὲ τὴν εἰκόνα τῶν Ἁγίων, καὶ ἄλλο δέ, διὰ τὴν εὐπρέπειαν καὶ ὀρθότητα καὶ χάριν τῆς ἀναγνώσεώς των. Καὶ διὰ τὴν γλυκυτάτην μελῳδίαν τῆς φωνῆς των. Ὅθεν εὑρίσκετο εἰς ἀπορίαν, ποῖοι νὰ ἦτον οἱ φαινόμενοι. Καὶ δὲν ἤξευρε τί νὰ κάμῃ. Ἐβιάζετο μὲν γὰρ νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ πρὸ τοῦ ὄρθρου, ποῖοι ἦτον. Βλέπωντας δὲ τὴν σεμνοπρέπειαν καὶ προθυμίαν ὁποῦ εἶχον εἰς τὴν ἀκολουθίαν, ἀπεφάσισε νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὄρθρου.

Ὅταν δὲ ἔφθασεν ἡ ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τοῦ Μαρτυρίου τῶν Ἁγίων, ἐπῆγεν εἰς τὸ μέσον καὶ ἔκαμεν ἀνάγνωσιν ἐκεῖνος, ὁποῦ ἐφαίνετο ὅμοιος μὲ τὸν Ὀρέστην. Καὶ αὐτὸς μέν, μὲ πολλὴν παρρησίαν καὶ λαμπρὰν φωνὴν ἀνεγίνωσκεν. Οἱ δὲ ἄλλοι τέσσαρες, μὲ πολλὴν ἡδονὴν καὶ προσοχὴν μεγάλην ἤκουον τὰ ἀναγινωσκόμενα. Ὅταν δὲ ἔφθασεν ὁ ἀναγινώσκων εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὁποῦ λέγει, ὅτι ἐπρόσταξεν ὁ Ἀγρικόλαος νὰ φερθῇ μία κλίνη σιδηρᾶ πεπυρωμένη, καὶ ἐπάνω εἰς αὐτὴν νὰ ἁπλωθῇ ὁ Ἅγιος Ὀρέστης. Καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Ὀρέστης φερόμενος εἰς τὴν κλίνην ἐδειλίασε. Τοῦτο, λέγω, τὸ μέρος ἀναγινώσκων ἐκεῖνος, ὁποῦ ἐφαίνετο ὅμοιος μὲ τὸν Ἅγιον Ὀρέστην, δὲν εἶπε καθὼς ἦτον γεγραμμένον, ὅτι ἐδειλίασεν. Ἀλλὰ ἄλλαξε τὸ ῥῆμα καὶ ἀντὶ νὰ εἰπῇ «ἐδειλίασεν», εἶπεν «ἐμειδίασεν», ἤγουν ὅτι φερόμενος εἰς τὴν κλίνην ἐχαμογέλασε.

Τοῦτο δὲ ἀκούωντας ἐκεῖνος, ὁποῦ ὁμοίαζε μὲ τὸν Ἅγιον Εὐστράτιον, ἐσήκωσε τὰ ὀμμάτιά του, καὶ βλέπων μὲ πολλὴν παρατήρησιν τὸν ὅμοιον τοῦ Ὀρέστου, λέγει αὐτῷ. Διατί ἀλλάζεις τὸ ῥῆμα καὶ δὲν τὸ λέγεις καθὼς εἶναι γεγραμμένον; Ὅθεν ἀνάγνωσον πάλιν αὐτὸ ἐκ δευτέρου καθὼς εἶναι. Ὁ δὲ ἀναγνώσας καὶ δεύτερον πάλιν ἄλλαξε τὸ ῥῆμα, ἐντρεπόμενος τρόπον τινὰ νὰ εἰπῇ, ὅτι ἐδειλίασε. Τότε ὁ Ἅγιος Εὐστράτιος τοῦ λέγει μὲ μεγαλιτέραν φωνήν. Ἀνάγνωσον τὸ γεγραμμένον καθὼς τὸ ἔπαθες. Διατὶ δὲν ἐμειδίασες, ἤτοι δὲν ἐχαμογέλασες, βλέπωντας τὴν κλίνην, ἀλλὰ ἐδειλίασες. Καὶ μαζὶ μὲ τὸν λόγον, εὐθὺς καὶ οἱ πέντε ἔγιναν ἄφαντοι. Ὁ δὲ Ἱερεὺς τὸ τοιοῦτον βλέπων παράδοξον, ἔμεινεν ἄφωνος εἰς ὥραν πολλήν. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἐτελείωσε τὴν ἀκολουθίαν ὡς ἐδυνήθη. Καὶ μετὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν, ἐδιηγήθη εἰς τοὺς παρευρεθέντας Χριστιανοὺς τὴν φανερὰν ὀπτασίαν ταύτην. Καὶ ἅπαντες ἐδόξασαν τὸν Θεόν, τὸν θαυμαστοὺς ποιοῦντα τοὺς Ἁγίους αὐτοῦ.

*

Αγία ΛουκίαΤ ατ μέρ μνήμη τς γίας Μάρτυρος Λουκίας τς Παρθένου.

ς Παρθένος μέν, ν στέφος Λουκία,
ς δ’ κ ξίφους κα Μάρτυς, λλο λαμβάνει.

Ατη τον π τν Συρακοσαν πόλιν τς νήσου Σικελίας, ν τει σν΄ [250], ρραβωνισμένη μ νδρα. Δι δ τν σθένειαν τς αμορροίας, πο κολούθησεν ες τν μητέρα της, πγε μαζ μ ατν ες τν Κατάνην, δι ν προσκυνήσ τ κε ερισκόμενον λείψανον τς γίας γάθης, κα ν παρακαλέσ ατν να ατρεύσ τν μητέρα της π τ πάθος τς αμορροίας. Πηγαίνουσα δ κε, βλέπει ες τ ραμά της τν γίαν γάθην. ποία, ες μν τν μητέρα της, διδε τν ατρείαν, ες ατν δέ, πρόλεγε, πς χει ν μαρτυρήσ δι τν Χριστόν (6). ταν δ μήτηρ της γινεν γιής, τότε διαμοίρασεν γία λα της τ πάρχοντα ες τος πτωχούς, κα τον τοίμη κα πρόθυμος δι ν πάγ ν μολογήσ τν Χριστόν. Διαβαλθεσα λοιπν ες τν ρχοντα Πασχάσιον π τν διον ρραβωνιστικόν της, παρεστάθη ες ατν μ νδρίαν, κα μολόγησε τν Χριστόν. δ ρχων πρόσταξε ν δώσουν ατν ες πορνοστάσιον δι ν τν τιμάσουν. λλ’ μως ατ μ τν θείαν δύναμιν φυλάχθη καθαρ κα δν μολύνθη. Πολλο γρ στρατιται πηγαίνοντες, δν δυνήθησαν ν μετασαλεύσουν ατν π τν τόπον της. λλ’ οδ δυνήθησαν ν καύσουν ατν μ τν φωτίαν, πο ναψαν κε, πο στέκετο γία. θεν ποκαμόντες κα πελπισθέντες, τι δν δύνανται ν τν μετακινήσουν, διατ φυλάττετο π Θεο, τέλος πάντων πέκοψαν μ τ ξίφος τν τιμίαν ατς κεφαλήν. Κα οτως λαβεν μακαρία τν το μαρτυρίου μαράντινον στέφανον.

(6) Ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἑορτάζεται κατὰ τὴν πέμπτην τοῦ Φευρουαρίου.

*

σιος ρης ν ερήν τελειοται (7).

ρης θεος οκ ρης ν ργίλος,
Προς δ μλλον, κα πατε γν πραέων.

(7) Περὶ τούτου τοῦ Ὁσίου Ἄρεως γράφει ὁ Εὐεργετινός (σελ. 203) ὅτι παρόντος καὶ τοῦ Ἀββᾶ Ἁβραάμ, ἦλθεν ἕνας ἀδελφὸς καὶ ἐρώτησεν αὐτόν· «Εἰπέ μοι τί νὰ κάμω νὰ σωθῶ;» Ὁ δὲ Ὅσιος Ἄρης εἶπεν αὐτῷ· «Ὕπαγε καὶ πέρασαι τὸν χρόνον τοῦτον τρώγοντας κάθε βράδυ ψωμὶ καὶ ἅλας. Καὶ ἔπειτα ἐλθὲ πάλιν καὶ λαλῶ σοι». Ἀφ’ οὗ δὲ ἐπέρασεν ὁ χρόνος, πάλιν ἐπῆγεν ὁ ἀδελφὸς εἰς τὸν γέροντα. Ἔτυχε δὲ πάλιν νὰ εὑρεθῇ παρὼν ὁ ῥηθεὶς Ἀββᾶς Ἁβραάμ. Καὶ εἶπεν ὁ γέρων εἰς τὸν ἀδελφόν· «Πήγαινε καὶ πέρασαι τὸν χρόνον τοῦτον τρώγωντας εἰς δύω ἡμέρας μίαν φοράν». Τότε λέγει ὁ Ἁβραὰμ εἰς τὸν Ἀββᾶν Ἄρην· «Διατί εἰς μὲν τοὺς ἄλλους ἀδελφούς, ἐλαφρὸν ζυγὸν ἐπιθέττεις, εἰς τοῦτον δέ, βαρὺ φορτίον ἐπιφορτίζεις;» Ἀπεκρίθη ὁ γέρων· «Οἱ ἀδελφοὶ καθὼς ἔρχονται ζητοῦντες, ἔτζι λαλῶ εἰς αὐτούς. Οὗτος δὲ εἶναι ἐργάτης. Καὶ εἴ τι ἂν εἰπῶ εἰς αὐτόν, τὸ κάμνει μετὰ σπουδῆς. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν δύναμίν του, ἔτζι καὶ λαλῶ εἰς αὐτόν». Ἐκ τῆς παραινέσεως δὲ ταύτης δείκνυται, πόσον διακριτικὸς ἦτον ὁ Ὅσιος οὗτος Ἄρης.

*

Μνήμη το σίου Πατρς μν ρσενίου το ν τ Λάτρ.

Τν ρσένιον κμιμούμενος Πάτερ,
Κα ρσενί συγχορεύεις ν Πόλ.

Οτος σιος Πατρ μν κα θαυματουργς ρσένιος, τον π τν Κωνσταντινούπολιν, υἱὸς γονέων εσεβν, πλουσίων, κα πρώτων κατ τ γένος. Κοντ λοιπν πο σιος οτος τον τοιοτος περιφανς κατ τ γένος, δόθη ες ατν π τν τότε βασιλέα κα λλο ξίωμα, τ ν κατασταθ δηλαδ στρατηγς κα πατρίκιος τς τοποθεσίας τς καλουμένης τν Κιβυρραιωτν. λλ κα ταν να καιρν στάλθη ρμάδα βασιλική, τότε σιος οτος λαβε τν πιστασίαν ατς. πειδ δ π φουρτοναν μεγάλην, νέβρασεν θάλασσα μέσα π τ βάθη, δι τοτο τ μν καράβια τς ρμάδας, καταποντίσθησαν. Ατς δ μόνος, λύτρωσε τν ζωήν του κα εγκεν ες τν στερεάν.

Τότε λοιπν ερν δειαν, λαβε κενο πο πόθει πρ πολλο καιρο, τοι νεδύθη τ γγελικν σχμα τν Μοναχν. θεν ταλαιπώρει τ σμα κα πέτασσεν ατ ες τν ψυχν μ νηστείας, μ γρυπνίας, μ χαμευνίας, κα μ λλας κακοπαθείας. Κοντ δ ες τατα, στενοχώρει κα τν σάρκα του μ βαρέα σίδηρα τ ληθεί σιδήρου κα δάμαντος δυνατώτερος κα στερρότερος. Τ δ εθρα τν δακρύων κείνου, κα τς λονυκτίους στάσεις, κα τος πολέμους τν πονηρν πνευμάτων, κα τν πομονν πο δειχνεν ες τς ψύχρας το χειμνος, κα ες τ καύματα το θέρους, τατα λέγω πντα, ποος δύναται ν ριθμήσ; Μ τοιούτους γνας γωνιζόμενος μακάριος, πέμπεται π το γίου Πνεύματος ες να τόπον, κείμενον ντικρ το καλουμένου ερο.

κε δ πελθν μ τν παντοτινν ον τν δακρύων του, πέδειξεν οίδιμος τν τόπον κενον κοιλάδα το κλαυθμνος. Τ δ φορέματά του τον τρίχινα, τοι φασμένα π γηδίσσας τρίχας. θεν σα μέρη το σώματος δν ταλαιπώρουν τ σίδηρα, τατα ταλαιπώρουν τ τρίχινα φορέματα. τροφή του δ τον, μλλον επεν τροφία του, τον βοτάναι γριαι. Κα ταύτας τρωγεν χι μ χορτασμόν, λλ’ σον μόνον τς γεύετο. Τν δίψαν δ ατο παρηγόρει νερν μόνον πολλ λίγον, κα ατ δι δύω, τριν μερν λαμβανόμενον. πειτα ναχωρήσας π κε, πγεν ες τ θαυμάσιον ρος το Λάτρου τ ν τ σί ερισκόμενον. Κα κε διατρίβων θαυμαστς πανθαύμαστος, θανάτωσε μ τν προσευχήν του κα μ τν τύπον το σταυρο μίαν σπίδα, ποία φώλευεν κε, κα τ νερ φαρμάκευεν. ναχωρήσας δ κα π κε, πγε κατ θεϊκν προσταγν ες τ Μοναστήριον τ νομαζόμενον τν Κελλιβάρων, κα γενόμενος γούμενος ατο ες λίγον καιρόν, πολλος παρακίνησεν ες ργασίαν τς ρετς. πειτα ναχωρήσας π τ Μοναστήριον παναγυρίζει πάλιν ες τν ποθεινν συχίαν του, στερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος, κα γκλειστος μένων μέσα ες μίαν τρύπαν, ες τν ποίαν τον φωλεα κα κατοικίαι πολλν θηρίων. κε λοιπν μενεν συχάζων, λλος Προφήτης Δανιλ ναφανείς. σπερ γρ κενος μενεν ν τ λάκκ τν λεόντων βλαβής, τζι κα μεγαλόψυχος οτος ρσένιος, μενεν ες τν τρύπαν κείνην τν κατοικίαν τν θηρίων, βλαβς κα πείρακτος. Μλλον δ σιος οτος δι τς προσευχς του, ποδίωξε μν τ κεσε κατοικοντα θηρία, σχολεον δ τν ψυχν τν τρύπαν κείνην ποίησεν.

πειδ δ ο δελφο το Μοναστηρίου λθόντες, παρεκάλουν ατν ν πάγ μαζί των, δι τοτο γυρίζει πάλιν σιος ες τ Μοναστήριον. Πλν κα κε ερισκόμενος, δν ζη πλέον κοινς μο μ τος δελφούς. λλ κλείσας τν αυτόν του μέσα ες να στενώτατον κελλίον, μόνος μόν λάτρευε τ Θε. Κα ες μν τς ξ μέρας τς βδομάδος, οτε μίλει μ κνένα, οτε φαγητν τρωγεν. Ες μόνην δ τν Κυριακήν, συνείθιζεν γιος, κα ν λαλ κα ν τρώγ. Τί ν περιττολογομεν; Ες τόσην πάθειαν σιος φθασεν, στε πο, οδ σωματικν πλέον τροφν είμνηστος τρωγεν. τρέφετο γρ π θείου γγέλου. λλ κα χάριν τν θαυμάτων π Κυρίου λαβε. Νερ γρ πικρ ταράξας μ τν άβδον του, ες γλυκύτητα τατα μετέβαλεν.

τζι πολιτευόμενος σιος, μ φρόνησιν κα νδρίαν, κα μ σωφροσύνην κα δικαιοσύνην, φθασεν ες τ τέλος τς ζως του κα καλετο ες τς νω μονάς. Δι τοτο κάλεσεν λους τος κατοικοντας κε τριγύρω Μοναχούς, κα δίδαξεν ατος περ ποταγς κόσμου κα τν ν κόσμ. Πρς τούτοις δέ, κα περ πομονς, κα φιλαδελφίας, κα περ ταπεινώσεως, κα προσευχς. πειτα γονατίσας, κα π δάκρυα γεμίσας τος φθαλμούς, παρέδωκε τν γίαν ψυχήν του ες χερας Θεο, πολλ κα μετ θάνατον θαύματα ργασάμενος.

να γρ δαιμονισμένον άτρευσεν γιος μ τν παρακάλεσιν τν δελφν. στις πεχείρησε μέν, ν τρυπήσ τν τάφον το γίου, γινε δ παράλυτος δι τν τόλμην. στερον δ λθεν ες ασθησιν κα μετανόησεν. λλ κα νας Μοναχς δρωπικιασμένος, προσελθν ες τν τάφον το γίου, παρεκάλεσεν ατν ν τν ατρεύσ. Κα εθύς, το θαύματος! λαβε τν γείαν του, εχαριστν μα κα δοξάζων τν τος γίους ατο δοξάζοντα Χριστόν, τν μόνον ληθινν κα Σωτρα τν ψυχν μν.

*

Μνήμη το γίου νέου ερομάρτυρος Γαβριήλ, ρχιεπισκόπου Σερβίας, το ν Προύσ μαρτυρήσαντος κατ τ ͵αχνθ΄ [1659] τος.

ψο κρεμασθες τν κρεμασθέντα ξύλ,
Μιμ Γαβριήλ, κα στέφ διπλ στέφει (8).

(8) Τὸ Μαρτύριον αὐτοῦ ὅρα εἰς τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον.

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

* * *

Κυριακή των Προπατόρων[Δεκεμβρίου 11-17]

Τ Κυριακ τν γίων Προπατόρων.

Δέξασθε χαρν ο πάλαι Προπάτορες,
Βλέποντες γγίζοντα Χριστν Μεσσίαν.

Γήθεο βραάμ, τι πρόπαππος Χριστο δείχθης.

Α το μακαρίου βραμ ποθέσεις εναι γνωσμέναι τόσον ες τος σοφούς, σον κα ες τος διώτας Χριστιανούς. Καθότι Βίβλος τς Γενέσεως, τν ποίαν συνέγραψεν Προφήτης Μωϋσς, περιέχουσα ταύτας, ατή, λέγω, ναγινώσκεται ες πήκοον πάντων τν Χριστιανν ν τ κκλησί, κατ τς νηστίμους μέρας τς γίας κα μεγάλης Τεσσαρακοστς. θεν π τν Βίβλον κείνην μανθάνουσιν λοι, τι προπάτωρ μν βραμ κατάγετο π τν χώραν τν Χαλδαίων, κα τον θνικός. θνος γρ τον ο Χαλδαοι προτίτερον π τος ουδαίους. Κα τι εχε πατέρα εδωλολάτρην τν Θάρραν. Πλν γκαλ κα π τοιοτον εδωλολάτρην κατάγετο θεος βραάμ, δν λαβεν μως κ τούτου κνένα μπόδιον ες τ ν γνωρίσ τν ληθ Θεόν. λλά, νίσως πρέπ ν επομεν κα να λόγον παράδοξον, μέγας βραμ κα π ατν κόμη τν εδωλολατρείαν δηγήθη ες τ ν καταλάβ τν ληθ Θεόν.

Κατανοήσας γρ οίδιμος, τι κνένα κτίσμα δν εναι Θεός· κα κολούθως, τι δν πρέπει ν προσκυνται ς Θεός. Κα στοχασθες τν εταξίαν τν ντων, κ τν ρωμένων τούτων ποιημάτων γνώρισε τν όρατον ατν Ποιητήν. Κα γνωρίσας τοτον, προσκύνησεν ς Θεόν. Κα ς κρατοντα κα κυβερνντα λα τ κτίσματα. Κα ς διορίσαντα ες ατ τν φαινομένην ταύτην εαρμοστίαν κα τάξιν. Οτος λοιπν προσταχθες παρ Θεο ν φήσ τν πατρίδα κα συγγένειάν του, κα ν πάγ ες γν Χαναάν, (τις εναι Παλαιστίνη κα τ εροσόλυμα), παρευθς πήκουσε, χωρς ν διακριθ μ τν καρδίαν του, δι τν πολλν πίστιν πο εχε πρς τν Θεόν. Δι τοτο κα μισθν τς πίστεώς του λαμβάνει, τ ν γεννήσ ες τ βαθ γράς του τν σαάκ, κα ν γέν πατρ πολλν θνν. π τν βραμ γρ γεννήθη σαάκ. Κα π τν σακ γεννήθη ακώβ. Κα π τν ακβ γεννήθη ούδας, (π τν φυλν το ποίου γεννήθη Χριστός) κα ο λοιπο δελφο ατο Πατριάρχαι.

Δι τοτο λοιπν ο θεοφόροι Πατέρες μν κα Διδάσκαλοι, μνήμην ποιοσι σήμερον το θείου βραάμ, ς γεγονότος προπάτορος το Χριστο. Κα ταύτην παρέδωκαν ν ποιομεν κα μες, χι μακρν κα ες πολλν μερν διάστημα. λλ κοντ ες τν κατ σάρκα γέννησιν το Κυρίου μν ησο Χριστο. Τοτο ποιήσαντες, χι πλς κα ς τυχεν, λλ κατ θείαν μπνευσιν το γίου Πνεύματος. πειδ γρ περάγαθος κα φιλάνθρωπος Υἱὸς το Θεο, καταδέχθη ν κάμ τν Πατριάρχην βραμ κα τος πογόνους κείνου, προπάτοράς του κατ τ νθρώπινον, τούτου χάριν ο θειότατοι Πατέρες κριναν δίκαιον ν ορτάζωμεν τν μνήμην ατο κα τν λοιπν, ς Προπατόρων, χι μακρν π τν κατ σάρκα τν Κυρίου γέννησιν (1).

(1) Σημείωσαι, τι Χρυσόστομος λόγον χει ες τν βραμ ν τ Κυριακ ταύτ τν Προπατόρων. μοίως κα θεος Νύσσης Γρηγόριος λόγον χει περ θεότητος Υο κα Πνεύματος, κα ες τν βραάμ. λλ κα θεος Γρηγόριος Παλαμς λόγον συνέγραψεν ες τν Κυριακν ταύτην, ο ρχή· «Το μονογενος Υο το Θεο». (Σζεται ν τ Πρωτάτ, κα ν λλοις Μοναστηρίοις.)

Τας τν σν γίων πρεσβείαις Χριστ Θες λέησον μς.

Ἀπό τὸ βιβλίο: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Συναξαριστὴς τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Τόμος Α’. Ἐκδόσεις Δόμος, 2005.

* * *

 

Των Αγίων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου, Λουκίας της παρθένου κ.ά.

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.