Μαρτυρία και διδαχή

Θέωση
Θέωση

Ο άνθρωπος κατά τη χριστιανική διδασκαλία είναι δημιούργημα «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού (Γεν. 1:26). Η φύση του έχει θεία γνωρίσματα. Το άπειρο, το τέλειο, το αιώνιο και όλα, όσα χαρακτηρίζουν τον άκτιστο και υπερβατικό Θεό, αντικατοπτρίζονται κατά κάποιον τρόπο στον κτιστό και πεπερασμένο άνθρωπο. Έτσι το παράδοξο δε βρίσκεται στις επιθυμίες και τις αναζητήσεις του ανθρώπου, αλλά στην ίδια τη φύση και την κατασκευή του. Παράδοξο δεν είναι ότι επιθυμεί το άπειρο, το τέλειο, το αιώνιο και ό,τι άλλο υπερβαίνει τη φύση του, αλλά οτι, ενώ είναι κτιστός και φθαρτός, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, αν δεν οδηγηθεί σ’ αυτά, αν δε θεωθεί.

Ο πόθος της θεώσεως είναι έμφυτος στον άνθρωπο. Με αυτόν ολοκληρώνεται και οδηγείται στην καταξίωση και την πραγμάτωση του σκοπού της υπάρξεώς του. Αλλά και από την άλλη πλευρά ο πόθος της θεώσεως μπορεί να καταστρέψει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στη διαστροφή και το δαιμονισμό. Αυτός έφερε την προπατορική πτώση. Και αυτός ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη ενέργεια που καθιερώνει και διαιωνίζει την πτώση. Στο Δοξαστικό των Αίνων της εορτής του Ευαγγελισμού ο υμνογράφος της Εκκλησίας σημειώνει: «Εψεύσθη πάλαι Αδάμ, και Θεός επιθυμήσας ου γέγονεν. Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται». Ο άνθρωπος που πόθησε τη θέωση απατήθηκε, γιατί θέλησε να την επιτύχει χωρίς το Θεό. Αυτό όμως που δεν πέτυχε ο άνθρωπος χωρίς το Θεό το πρόσφερε ο ίδιος ο Θεός με την ενανθρώπησή του.

Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να θεώσει τον άνθρωπο (1). Στο πρόσωπο του Χριστού θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και δημιουργήθηκε η καινούργια ρίζα, που είναι σε θέση να μεταδώσει τη ζωή και την αφθαρσία σε όλους τους βλαστούς της. Οι πιστοί που εντάσσονται στο σώμα του Χριστού γίνονται μέτοχοι της χάριτος και της ζωής του Θεού. Ό,τι ήταν αδύνατο και απρόσιτο για τον άνθρωπο, έγινε δυνατό και προσιτό με το Θεάνθρωπο. Ο Χριστός ως Θεάνθρωπος έχει ολόκληρο «το πλήρωμα της Θεότητος» (Κολ. 2:9). «Και εκ του πληρώματος αυτού ημείς οι πάντες ελάβομεν» (Ιω. 1:16).

Η ενανθρώπηση του Θεού, που έδωσε στον άνθρωπο την εξουσία της θεώσεως, πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία του ανθρώπου. Η σάρκα, που έλαβε ο Υιός και Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπησή του, προήλθε από την Παναγία μητέρα του. Έτσι η Παναγία συνεργάστηκε στο έργο της ενανθρωπήσεως του Θεού που άνοιξε το δρόμο της θεώσεως του ανθρώπου. Κα ως μητέρα του Χριστού είναι μητέρα και Κυρία και Δέσποινα όλων, όσοι μετέχουν στο σώμα του Χριστού και γίνονται μέλη της Εκκλησίας. Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Παναγία ως αιτία «της των πάντων θεώσεως» (2).

Τέλος από ηθική σκοπιά πρώτη η Παναγία βάδισε την οδό της θεώσεως με τέλεια ταπείνωση και υπακοή. Η αυτοπροσφορά της στο θέλημα του Θεού, «ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1:38), αποτέλεσε την προϋπόθεση για τη σύλληψή και τη γέννηση του Χριστού. Και κάθε άνθρωπος που θέλει να δεχθεί το Χριστό μέσα του καλείται να προσφέρει τον εαυτό του ανεπιφύλακτα στο Θεό, μιμούμενος την ταπείνωση και την υπακοή της Παναγίας. Αυτό έκανε και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά να προβάλει την Παναγία ως πρότυπο στην πορεία της θεώσεως (3).

Η θέωση λοιπόν του ανθρώπου προϋποθέτει την πλήρη ταπείνωση και αυτοπροσφορά του στο Θεό (4). Όσο ο άνθρωπος ταπεινώνεται και προσφέρει τον εαυτό του στο Χριστό, όσο καταπολεμεί το δικό του θέλημα και οδηγείται με το θείο θέλημα, όσο νεκρώνει τη φιλαυτία του και ανοίγει χώρο για να ζήσει μέσα του ο Θεός και ο πλησίον, συνεργεί στην προσωπική του θέωση. Συνεργεί στην ουσιαστική μεταμόρφωση της υπάρξεώς του, που πραγματοποιείται εν Χριστώ με την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Έτσι νικά τη φθορά και το θάνατο. Μετατρέπει την αναγκαστική μοίρα σε εκούσια επιλογή που οδηγεί στην τελείωση (5).

Αντίθετη προς την εν Χριστώ θέωση είναι η εγωιστική θεοποίηση του ανθρώπου. Ενώ η εν Χριστώ θέωση θεμελιώνεται στην ταπείνωση και την αυτοπροσφορά, η εγωιστική θεοποίηση στηρίζεται στην αυτοβεβαίωση και την έπαρση. Είναι μια θεοποίηση που επιδιώκεται με τις φυσικές δυνάμεις και ικανότητες του ανθρώπου ή με την ηθική και πνευματική εξέλιξή του. Εδώ εντάσσεται και η αυτοθέωση που επιδιώκεται με τον υπερβατικό διαλογισμό. Οι ασκήσεις του υπερβατικού διαλογισμού αποβλέπουν στην υπέρβαση της υποστατικής αρχής του ανθρώπου, που εκλαμβάνεται ως πρόσκαιρη μορφή υπάρξεως, και στην επιστροφή στο πρωταρχικό είναι του, που ταυτίζεται με το υπερπροσωπικό απόλυτο (6).

Ο άνθρωπος όμως κατά τη χριστιανική διδασκαλία δεν μπορεί να προσφέρει στον εαυτό του κάτι που δεν έχει. Ούτε είναι σε θέση να παραγάγει κάτι που υπερβάλλει τη φύση του. Ο άνθρωπος είναι και παραμένει κτιστός και φθαρτός. Και η θεοποίηση που επιδιώκει με τις δυνάμεις και τις ικανότητές του κινείται πάντοτε εντεύθεν των ορίων της φθοράς και του θανάτου, για να διαψευσθεί τελικά με τη φθορά και το θάνατο. Παρόλα όμως αυτά η θεοποίηση αυτή συχνά προτιμάται, γιατί δεν απαιτεί παραίτηση από το εγώ.

Ο Χριστός κατά τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας είναι ο αίτιος και ο ανακεφαλαιωτής της κτίσεως: «Τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται» (Κολ. 1:16). Όπως σημειώνει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, στο Χριστό προσανατολίζεται εξαρχής η ανθρώπινη φύση. Σ’ αυτόν προσαρμόστηκε ο νους και η επιθυμία. Λάβαμε νου, για να γνωρίσουμε το Χριστό· επιθυμία, για να τρέχουμε προς Εκείνον· μνήμη, για να Τον θυμόμαστε. Εξάλλου και κατά τη δημιουργία αυτός ήταν το αρχέτυπό μας. Δεν ήταν ο παλαιός Αδάμ πρότυπο του νέου, αλλά ο νέος Αδάμ πρότυπο του παλαιού (7).

Στο Χριστό λοιπόν βρίσκεται η καταξίωση του ανθρώπου. Και κάθε ανθρώπινη αναζήτηση είναι σε τελική ανάλυση αναζήτηση Χριστολογική, παρόλες τις ποικιλίες και τις παραλλαγές της, παρόλες τις αστοχίες και τις διαστροφές της. Το Χριστό αναζητεί ο άνθρωπος με το νου και την επιθυμία του, με τη μνήμη και τη φαντασία του. Όπως ο Αδάμ, έτσι και κάθε άνθρωπος που επιδιώκει να ικανοποιήσει και να καταξιώσει την ύπαρξή του κατά το πρότυπο του Αδάμ, διαψεύδεται και αντί να καταξιωθεί διαστρέφεται. Μόνο στο Χριστό βρίσκει ο άνθρωπος, όπως και ολόκληρος ο κόσμος, το σκοπό της υπάρξεώς του.

Οι πιστοί σώζονται και θεώνονται ως σύσσωμοι και σύναιμοι με το Χριστό και ως «ομοούσιοι» εν Χριστώ. Οι πολλοί γίνονται ένας και ο Ένας υπάρχει στους πολλούς. Το πλήρωμα της χάριτος που κατοικεί σωματικά στο Χριστό γίνεται η πηγή της καινής ζωής των μελών της Εκκλησίας, της «κοινωνίας της θεώσεως» (8).

Η κοινωνία της θεώσεως είναι κοινωνία προσώπων. Και ως κοινωνία προσώπων είναι κοινωνία αγάπης και ελευθερίας. Είναι κοινωνία απόλυτης προσφοράς και απόλυτης πληρότητας κατ’ εικόνα και μετοχή της Τριαδικής Θεότητας. Εδώ το πρόσωπο δεν αντιπαρατάσσεται στο σύνολο. Και το σύνολο δεν καταπιέζει το πρόσωπο. Η προσφορά δεν μειώνει την πληρότητα, γιατί αποτελεί συστατικό της στοιχείο. Και η πληρότητα δεν δημιουργείται με την ποσότητα, γιατί δεν αποτελεί αθροιστικό μέγεθος.

Ο Θεός είναι και παραμένει άκτιστος. Και ο άνθρωπος είναι και παραμένει κτιστός. Ο άκτιστος όμως Θεός, που προσέλαβε και θέωσε την κτιστή ανθρώπινη φύση, προσλαμβάνει και θεώνει και το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. Ό,τι δόθηκε στην ανθρώπινη φύση εν Χριστώ προσφέρεται στο ανθρώπινο πρόσωπο εν Πνεύματι μέσα στην Εκκλησία. Ο άνθρωπος γίνεται φίλος του Θεού και όμοιος με το Χριστό. Ενώ όμως ο Χριστός είναι «Θεός τη φύσει» και «άνθρωπος τη αγαθότητι», ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος « τη φύσει» και γίνεται «θεός τη χάριτι» (9).

Η θέωση έχει εσχατολογικό χαρακτήρα. Η πληρότητά της θα φανερωθεί στη μέλλουσα ζωή. Ήδη όμως από την παρούσα ζωή μετέχει ο πιστός στη μέλλουσα δόξα. Όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, «νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστιν» (Α’ Ιω. 3:2).

Η οδός της θεώσεως είναι οδός κοινωνίας και ενώσεως με το Θεό. Ο θεούμενος άνθρωπος δέχεται κατά χάρη όλα, όσα έχει ο Θεός κατά φύση. Έτσι καταξιώνεται ως μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο. Στον άνθρωπο προσφέρεται και φανερώνεται ολόκληρο το πλήρωμα του θεανθρώπινου είναι. Και το πλήρωμα αυτό υπάρχει και ενεργεί προσωπικά. Αυτό είναι το μυστήριο της αγάπης του Τριαδικού Θεού: «Τα εμά πάντα σά εστι και τα σα εμά… Και εγώ την δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ινα ώσιν εν καθώς ημείς έν εσμεν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν» (Ιω. 17:10,22-3).

 

(1) «Αυτός γαρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Μ. Αθανασίου, Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου 54,3, PG 25,192Β.

(2) Κανών του Ακαθίστου, ωδή στ’, τροπάριο πρώτο.

(3) Βλ. ιδίως την Ομιλία εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, έκδ. Σ. Οικονόμου, σ. 130 κ.ε.

(4) «Η θέωσις ημών τελείται εν άκρα θεοειδεί ταπεινώσει». Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σελ. 108.

(5) Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Εις το Πάτερ ημών, PG 90,904Α.

(6) Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, ό.π., σελ. 41.

(7) Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής 6, PG 150,680ΑΒ.

(8) Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος αποδεικτικός περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος 2,78, Συγγράμματα, τόμ. 1, σ. 149.

(9) Συμεών Ν. Θεολόγου, Ηθικά 10,731-3, SC 129, σ. 312.

 

 

 Πηγή: Γεωργίου Μαντζαρίδη, Ορθόδοξη Πνευματική Ζωή, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ ,σελ. 108 (αποσπάσματα)

 

 

Θέωση

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.