Μαρτυρία και διδαχή

Στη μνήμη των αγίων Πελαγίας και Ταϊσίας
Στη μνήμη των αγίων Πελαγίας και Ταϊσίας

Επειδή σήμερα είναι η εορτή της οσίας μητρός ημών Πελαγίας, που έζησε αμαρτωλή ζωή, ύστερα όμως έγινε αγία, και της αγίας Ταϊσίας που επίσης έζησε αμαρτωλή ζωή, είχαμε πει να αναφερθούμε λίγο στο θέμα το ηθικό.

Οπωσδήποτε, εκείνο το οποίο τονίζεται στον βίο αυτών των δύο γυναικών είναι η μετάνοιά τους και όχι φυσικά η αμαρτία τους. Αλλά για να φανεί η μετάνοιά τους, η Εκκλησία παρουσιάζει πρωτίστως την προτέρα τους ζωή. Όμως εμείς δεν μπορούμε να μην προσέξουμε ότι σήμερα συμβαίνει ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί απ’ αυτής της απόψεως στην κοινωνία μας, ακόμη και μεταξύ των χριστιανών.

Όπως είπαμε και άλλη φορά, το θέμα δεν είναι μόνο ότι αμαρτάνουν σήμερα οι άνθρωποι, αλλά αμαρτάνουν χωρίς καμιά συναίσθηση ότι αμαρτάνουν. Αμαρτάνουν, χωρίς να πηγαίνει ο νους τους ότι μπορεί να είναι αμαρτία αυτό το οποίο κάνουν. Αμαρτάνουν, σαν να κάνουν το πιο φυσικό πράγμα, σαν να κάνουν το πιο σωστό πράγμα, σαν να κάνουν ό,τι καλύτερο. Αυτό είναι το χειρότερο από όλα στις ημέρες μας και που είναι χαρακτηριστικό των ημερών μας.

Και άνθρωποι ακόμη που γνωρίζουν τον Χριστό, γνωρίζουν το Ευαγγέλιο, που είναι μέσα στην Εκκλησία και δεν θα ήθελαν να χαλάσουν τις σχέσεις τους με τον Θεό, δεν θα ήθελαν σε καμιά περίπτωση, π.χ., να τους αφορίσει η Εκκλησία, να τους αποκόψει η Εκκλησία, να τους πετάξει πέρα, δεν θα ήθελαν να μην είναι χριστιανοί, μου κάνει εντύπωση ότι και τέτοιοι άνθρωποι όχι απλώς αμαρτάνουν, αλλά αμαρτάνουν μ’ αυτό το πνεύμα: σαν να μην είναι τίποτε σημαντικό αυτό, τίποτε βαρύ.

deco_tiny_01

Θα ήθελα να τονίσω ότι κανένας μας να μην αφήσει τον εαυτό του, χωρίς να τον τακτοποιήσει γενικώς ως προς όλες τις αμαρτίες –αυτά τα λέμε και τα ξαναλέμε– αλλά και ως προς αυτές τις αμαρτίες, τις σαρκικές. Και η τακτοποίηση δεν γίνεται απλώς με το να πω: «Να, έκανα κι αυτό και μετανοώ, Θεέ μου», αλλά η τακτοποίηση γίνεται, αν η μετάνοια είναι βαθιά, είναι αληθινή, όπως ακριβώς στις δύο αυτές άγιες γυναίκες. Να σκεφθείς και να πεις: «Εγώ στη ζωή μου έκανα κι αυτά τα πράγματα. Και βέβαια μετενόησα, επέστρεψα· αλλά άραγε η μετάνοιά μου ήταν και είναι όπως τη θέλει ο Θεός;»

Θυμάμαι, σε μια ειδική περίπτωση που υπήρχε τέτοιου είδους αμαρτία, κατά τη συνήθεια που έχω το καθετί να το βλέπω όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά –αυτό νομίζω είναι το πνεύμα της Εκκλησίας– έλεγα στον άνθρωπο αυτό: ό,τι έγινε, έγινε. Δεν ξεγίνεται. Εκείνο όμως που μένει τώρα είναι ν’ αξιοποιηθεί αυτή η πτώση, ν’ αξιοποιηθεί αυτή η αμαρτία, να βγει καλό απ’ αυτό.

Αν εσύ, του έλεγα, σ’ όλη σου τη ζωή θυμάσαι αυτή την πτώση –όχι για να κολλάει ο νους εκεί· αυτό το απαγορεύουν οι Πατέρες. Τα σαρκικά αμαρτήματα ποτέ δεν πρέπει να τα ξαναθυμάται κανείς, αλλά γενικώς να θυμάται ότι αμάρτησε, ότι έπεσε– εάν εσύ σ’ όλη σου τη ζωή θυμάσαι ότι: «εγώ έκανα κι αυτό, εγώ πρέπει να κλαίω σ’ όλη μου τη ζωή και να πενθώ σ’ όλη μου τη ζωή και να οδύρομαι σ’ όλη μου τη ζωή», ξέρεις τι καλό θα σου κάνει αυτό; Εάν όντως σ’ όλη σου τη ζωή, μόλις βλέπεις τον εαυτό σου να πάει λίγο να ξεθαρρέψει, εσύ χρησιμοποιείς το πάθημά σου και ταπεινώνεις τον εαυτό σου, θα δεις ότι θα είσαι ταπεινός, έτσι που δεν θα ήσουν, αν δεν είχε γίνει αυτό. Θα είσαι ταπεινός, θα είσαι μετανοημένος και θα έχεις τη Χάρι του Θεού και θα σωθείς.

Έτσι τακτοποιούνται τα σαρκικά αμαρτήματα. Όχι απλώς «ε, να, έκανα και αυτό», αλλά χρειάζεται αληθινή μετάνοια. Μετάνοια η οποία καρφώνεται εκεί στην ψυχή και μένει για πάντα· μέχρι τέλους. Να φύγεις απ’ αυτό τον κόσμο έχοντας γενικώς τη μετάνοια στην ψυχή σου, αλλά και ειδικά για τα αμαρτήματά σου αυτά. Μετά άγιος γίνεσαι. Άγιος. Όπως έγιναν αυτές οι δύο γυναίκες.

deco_tiny_01

Είπα στην αρχή ότι η Εκκλησία μας παρουσιάζει τη ζωή των αγίων αυτών γυναικών όχι τόσο από την πλευρά της πτώσεως –αυτό το δείχνει, το λέει, έτσι είναι– όσο από την πλευρά της μετανοίας, της σωτηρίας και του αγιασμού. Αγίασαν. Οι δύο αυτές γυναίκες, αν δεν είχαν πέσει όσο έπεσαν, ίσως να γίνονταν χριστιανές, αλλά θα ήταν συνηθισμένες χριστιανές. Έχοντας όμως μέσα στη συνείδησή τους αυτό το καρφί ότι έπεσαν τόσο πολύ, ότι αμάρτησαν τόσο πολύ, ότι μόλυναν τις ψυχές τους τόσο πολύ, ταπεινώθηκαν, μετενόησαν και έμειναν σ’ αυτή την ταπείνωση, έμειναν σ’ αυτή τη μετάνοια. Έφυγε εκείνο που έχει ο κάθε άνθρωπος, ένεκα του οποίου παγιδεύεται: Μη χάσω τίποτε, μην τυχόν δεν απολαύσω και τούτο κι εκείνο. Στις ψυχές αυτές, βλέπετε, μετά την αμαρτία τους, πάει πια αυτό. Σαν να μην υπήρχε η ζωή τους. Σαν να μη ζούσαν σ’ αυτό τον κόσμο. Σαν να μην τους χρειαζόταν τίποτε. Μετενόησαν κατ’ αυτό τον τρόπο και όχι απλώς σώθηκαν, αλλά έγιναν άγιες της Εκκλησίας. Για όλα τα αμαρτήματα έτσι να μετανοεί κανείς, αλλά ιδιαίτερα γι’ αυτά τα σαρκικά αμαρτήματα, γι’ αυτά τα αμαρτήματα που θεωρούνται ακαθαρσία.

Άνετα μπορούμε να σκεφθούμε ότι οπωσδήποτε θα έχουμε στη ζωή μας αυτές τις δύο γυναίκες και όλους τους αγίους της Εκκλησίας –υπάρχουν και άλλες άγιες γυναίκες που έζησαν έτσι, όπως και άνδρες– προστάτες και βοηθούς στον ειδικό αυτό αγώνα μας, στη μετάνοιά μας, στην αλλαγή μας αυτή.

Η αμαρτία σήμερα δεν έρχεται σαν φωτιά να σε απειλήσει, αλλά έρχεται γλυκά-γλυκά και, όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, ευκολότερα μπορεί να πει κανείς «χτύπα με το ξίφος, χτύπα με το μαχαίρι», παρά να πει όχι στην αμαρτία αυτή, που έρχεται κατ’ αυτόν τον τρόπο και δελεάζει και σκλαβώνει και αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο πριν καν προλάβει να σκεφθεί, πριν καν προλάβει να αντιδράσει. Γι’ αυτό λένε οι Πατέρες για τα δικά μας χρόνια που θα είναι τόσο δύσκολο να ζήσει κανείς χριστιανικά, ότι αυτοί που τελικά θα αποδειχθούν δόκιμοι –είτε θα αγωνισθούν και δεν θα παρασυρθούν, είτε αν παρασύρθηκαν θα μετανοήσουν αληθινά– θα θεωρηθούν από τον Θεό ως μάρτυρες. Έτσι θα τους λογαριάσει ο Θεός.

Και πρέπει να το δούμε και αλλιώς. Σήμερα ή θα είσαι μάρτυρας ή θα πέσεις στην αμαρτία. Ή θα είσαι μάρτυρας ή θα είσαι αιχμάλωτος της αμαρτίας. Φαίνεται, δεν υπάρχει μέση οδός. Μόνο εκείνος που έχει αυτό το πνεύμα μέσα του, που έχει αυτή τη γενναιότητα μέσα του, που έχει το κουράγιο να ζήσει ζωή κατά Θεόν σαν να μαρτυρεί, θα σωθεί. Ή όποιος, όπως είπα –συνέβη ό,τι συνέβη– μετανοήσει, όπως μετενόησαν οι δύο αυτές γυναίκες.

 

 

 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Θέλεις να αγιάσεις;», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 133.

 

 

 

 

 

 

Στη μνήμη των αγίων Πελαγίας και Ταϊσίας

 

 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.