Μαρτυρία και διδαχή

Η εν Χριστώ υπακοή
Η εν Χριστώ υπακοή

Το θέμα «υπακοή» είναι θεολογικό. Και μόνο ως θεολογικό πρέπει να θεωρηθεί και να αντιμετωπισθεί, αν πρέπει να κατανοηθεί σωστά όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και πρακτικά. Χωρίς μάλιστα τη δεύτερη αυτή πλευρά, την πρακτική, είναι περιττή η πρώτη και επομένως και η ενασχόληση με αυτήν.

Τι είναι η υπακοή; Αν και δεν χωρεί, όπως και κάθε άλλο πνευματικό θέμα, σε ορισμό λεκτικό, όμως πρέπει κάτι να λεχθεί γι’ αυτό ως ένας γενικός προσδιορισμός για να γίνει ένα ξεκίνημα. Υπακοή σημαίνει παράδοση εν πλήρει ελευθερία της ατομικής θελήσεως σε κάποια άλλη κρίση και θέληση, γιατί ο άλλος έχει πλήρως την εξουσία να απαιτεί αυτήν την υποταγή της θελήσεως του υπακούοντος και της αντίστοιχης με αυτήν ενέργειας εκ μέρους του. Υπακοή ακόμα είναι η επιστροφή από τη χώρα της παρακοής, συνειδητής ή μη, στο χώρο, όπου συνεχώς ακούγεται η φωνή του Θεού.

Και ποιος μπορεί να είναι αυτός ο άλλος, που μπορεί να απαιτεί ένα τόσο μεγάλο πράγμα; Δεν μπορεί να είναι κανένας άλλος από τον ίδιο τον Θεό, που έχει το δικαίωμα να ζητάει από μια ελεύθερη θέληση, που αυτός δημιούργησε, υπακοή. Δεν μπορούμε επομένως να μιλούμε για υπακοή παρά αναφερόμενοι στον ίδιο τον Θεό ή και σε άνθρωπο, που έχει λάβει αυθεντικώς από τον ίδιο τον Θεό ένα μέρος αυτής της εξουσίας.

 

Η υπακοή και ο Χριστός

Επειδή η υπακοή αναφέρεται στον ίδιο το Θεό, γι’ αυτό και η υπακοή αποτελεί μυστήριο αποκεκαλυμμένο από το Άγιο Πνεύμα. Και είναι γι’ αυτό μυστήριο και ζωή της Εκκλησίας. Επομένως δεν μπορούμε να μιλούμε για υπακοή χωρίς να αναφερόμαστε στο μυστήριο του Χριστού και της Εκκλησίας. Και αυτό σημαίνει πως δεν μπορούμε να μιλούμε περί υπακοής παρά μόνο εν πίστει. Και είναι αδύνατο να κατανοήσουμε το θέμα «υπακοή» παραμένοντας έξω από το πεδίο της πίστεως. Έξω από τον χώρο της πίστεως είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τη χριστιανική υπακοή και στη θεωρία και, προπάντων, στην πράξη. Γι’ αυτό και η υπακοή έξω από τον περίβολο της πίστεως δεν είναι μόνο ακατανόητη, αλλά και αποτελεί σκάνδαλο για τη λογική του μη πιστού και προκαλεί έντονη την αντίδρασή του και φυσικά την πλήρη απόρριψή της.

Πρέπει όμως να παρατηρηθεί πως δεν είναι άγνωστη η αντίδραση και η απόρριψη της υπακοής ακόμη και από χριστιανούς, αν αυτοί κρίνουν με κριτήρια αλλότρια και ξένα προς την πίστη. Δεν μας είναι άγνωστο το φαινόμενο της εκκοσμικεύσεως (secularisation) πολλών χριστιανών σήμερα, που υφίστανται με τη θέλησή τους ή όχι, συνειδητά ή μη, το συνεχές σφυροκόπημα ιδεών και αντιλήψεων όχι μόνο ξένων προς το ιερό Ευαγγέλιο και την εκκλησιαστική μας παράδοση, αλλά και καθαρώς εχθρικών και αντιθέων. Δυστυχώς, όπως και σε πάμπολλα άλλα ζητήματα, έτσι και στο σημείο αυτό, έχει γίνει ήδη ο μεγάλος συμβιβασμός, που οδήγησε τους χριστιανούς σε μια ονομαστική χριστιανικότητα, που πόρρω απέχει από αυτήν που ζει, κηρύττει και διδάσκει η Εκκλησία του Χριστού.

Ο υπερβατικός και υπερφυσικός προορισμός του ανθρώπου και η υιοθεσία του από τον Θεό τού επιβάλλουν αυθυπέρβαση, ξεπέρασμα των τάσεων, των ορμών, των ενστίκτων και παραφυσικών επιθυμιών του και αυτών ακόμη των φυσικών αναγκών του, ακόμη δε και της ίδιας της λογικής του.

Η σάρκωση του Λόγου και η με τον τρόπο αυτόν είσοδός του στην ανθρώπινη ιστορία έχει ως συνέπεια μια βαθύτατη και μόνιμη απήχηση στα βάθη της καρδιάς κάθε πραγματικά πιστού. Η πραγματική αυτογνωσία καθιστά συνειδητό στον άνθρωπο, το ότι δεν είναι ικανοποιητική και επαρκής η δράση και η ενέργεια με μόνο κίνητρο τα ένστικτα και τις φυσικές του ροπές, έστω κι αν αυτές είναι κατ’ άνθρωπον οι πιο καλές και οι πιο ευγενικές και γνήσιες.

Η γέννηση του σαρκωθέντος Κυρίου στη γη, η ζωή του και ο θάνατός του επάνω στον Σταυρό, ο πόνος του και η υπακοή του, η ίδρυση της Εκκλησίας και η προσωπική μας εισαγωγή σ’ αυτήν με το Μυστήριο του Βαπτίσματος, μας οδηγούν σε «καινότητα ζωής», η πραγμάτωση της οποίας ξεπερνάει τους όρους και τις δυνάμεις του ανθρώπου. Οι απαιτήσεις της καινής εν Χριστώ ζωής, που καθιερώθηκαν από τον Κύριο, δεν μπορούν να είναι φυσικές και αυτονόητες για όσους τον ακολουθούν. Παραδίνοντας κάποιος τη θέλησή του εν υπακοή φαίνεται να μένει μετέωρος μη νιώθοντας σταθερό το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Η απόφαση αυτή τού φαίνεται σαν πτώση σε έναν αβυσσαλέο γκρεμό, σαν απώλεια της ταυτότητας και της προσωπικότητάς του και κυριολεκτικά σαν μια εκμηδένιση. Όποιος όμως έχει κατανοήσει και αποδεχθεί τη διδαχή και το παράδειγμα του Χριστού και πήρε την απόφαση της υπακοής, την αντιλαμβάνεται ως πολύτιμο δώρο του Χριστού. Η κατανόηση όμως αυτή προϋποθέτει θεϊκό φωτισμό και θεϊκή δύναμη για να βιωθεί. Η μυστηριώδης υπακοή του Χριστού, που έφτασε μέχρι τον φρικτό και απερινόητο για μας σταυρικό θάνατο, τον οποίο αποδέχτηκε πλήρως και ολόψυχα, βρίσκεται στο κέντρο της καινής κτίσεως, στην οποία θέλουμε να ανήκουμε.

Η αγάπη για τον πλησίον μας, η αίσθηση της δικαιοσύνης, η λαχτάρα της διακονίας του άλλου, η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία και ό,τι άλλο σχετικό, βρίσκουν μέσα μας βαθειά απήχηση, αλλά δεν μπορούν να αναπτυχθούν πολύ πιο πέρα από ότι θα ήμασταν σε θέση να τα πραγματοποιήσουμε με μόνες τις φυσικές μας δυνάμεις. Μόνο με την ευαγγελική κλήση σε υπακοή μπορούν να γίνουν θαυμαστή πραγματικότητα με ξεπέρασμα των σκοτεινών δυνάμεων που εγκλείονται μέσα μας. Όμως όλα αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση και δεν πραγματοποιούνται χωρίς τη διάθεση μιας υπακοής ριζικής και αποφασιστικής, που συνεπάγεται η ακολούθηση της υπακοής του Χριστού.

Αν ο Χριστός αποτελεί το κέντρο του κόσμου, αν είναι αυτός εκείνος, που δεσπόζει του παντός, και αν αυτός αποτελεί το κέντρο και τον λόγο της υπάρξεώς μας, ασφαλώς οφείλουμε να ζούμε εν Αυτώ και όπως Αυτός. Γι’ αυτό και οφείλουμε να κατανοούμε διαρκώς και περισσότερο το μυστήριο της υπακοής του και να το αποδεχόμαστε όλο και βαθύτερα στην πράξη, αν επιθυμούμε να είμαστε πιστοί σε Αυτόν.

Η υπακοή υπήρξε κέντρο της ζωής του Χριστού από τότε που γεννήθηκε μέχρι τότε που εξέπνευσε επάνω στον Σταυρό. «Εμόν βρώμα εστίν, ίνα ποιώ το θέλημα του Πατρός μου και τελειώσω αυτού το έργον» (Ιω. 4:34). Ο Χριστός «έμαθεν αφ’ ων έπαθε» την υπακοή (Εβρ. 5:8), «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2:8). Πώς όμως μπορούμε να εισδύσουμε στα βάθη της ψυχής του Κυρίου; Καμιά ψυχολογική ή λογική μέθοδος και κανένας ψυχολογικός παραλληλισμός με βάση την ανθρώπινη ψυχολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει να τον κατανοήσουμε. Μόνο μια ευλαβική εν ταπεινώσει και κατανύξει και πνεύματι προσευχής εμβάθυνση στις σχετικές διηγήσεις του θείου Πάθους Του μπορεί να μας βοηθήσει σε κάποια προσέγγιση.

Όλα όσα χαρακτηρίζουν την υπακοή του Χριστού αποτελούν το μεγάλο έμπρακτο ΝΑΙ του Χριστού στο θέλημα του ουρανίου Πατρός Του. Και το μόνο που μπορούμε να πούμε εν προκειμένω είναι, ότι θα παραμένει για μας η υπακοή Του μια απροσμέτρητη και απερινόητη πραγματικότητα, που είναι αδυνάτως αδύνατο να την προσεγγίσει η οποιαδήποτε δική μας υπακοή. Χωρίς όμως αυτήν την υπακοή του Χριστού θα ήταν αδύνατη η εξαγορά της ανθρωπότητας από την εξουσία της αμαρτίας και των συνεπειών της.

 

Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» τ. 9, εκδ. Ορθ. Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 13 (αποσπάσματα)

 

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.