Η πίστη στην εποχή μας

Ο άλλος δρόμος που ζητούσα
Ο άλλος δρόμος που ζητούσα

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων του 1991.

Τα σχολεία έκλεισαν, ήμουνα καθηγήτρια σ’ ένα λύκειο. Με βαριά καρδιά κατηφόριζα για το σπίτι μου. Στο δρόμο έβλεπα τα χριστουγεννιάτικα έλατα, άκουγα τις ευχές και σκεφτόμουνα με απελπισία πώς θα περνούσαν οι μέρες αυτές;

Η καθημερινότητα κουτσά-στραβά περνούσε, οι γιορτές όμως; Ο άνδρας μου είχε φύγει πριν μερικούς μήνες από το σπίτι, μου είχε ομολογήσει ότι είχε άλλη σχέση και με άφησε με τις δύο μας κόρες 17 και 15 χρονών.

Τότε ένιωσα τι σημαίνει απόγνωση. Σκοτάδι και αδιέξοδο. Με την εκκλησία η μόνη σχέση που είχα, ήταν 12 παρά πέντε έως 12 και πέντε στην Ανάσταση.

Δεν ήμουνα πάντα έτσι. Τη απλοϊκή και βαθειά παιδική πίστη την κλόνισαν οι πρώιμες εφηβικές αναζητήσεις. Χωρίς καθοδήγηση και με λαχτάρα για την «αλήθεια» (ποια «αλήθεια» ούτε εγώ ήξερα), διάβαζα πολύ.

Ο Καζαντζάκης με είχε επηρεάσει και θυμάμαι ένα γράμμα που έγραψα περίπου το 1966 στον ιερέα της εκκλησίας μας ότι δεν μπορώ να κοινωνήσω το Πάσχα γιατί αμφιβάλλω για την ύπαρξη του Θεού. Ακόμη θυμάμαι το πονεμένο βλέμμα που μου έριξε.

Στα φοιτητικά μου χρόνια γνώρισα τις ιδέες της αριστεράς, εντυπωσιάστηκα και πίστεψα ότι βρήκα την «αλήθεια» και έτσι χάθηκε και η λίγη πίστη που είχε απομείνει.

Τα χρόνια πέρασαν, διορίστηκα στη Μέση Εκπαίδευση, έκανα οικογένεια, παράλληλα είχα και μια ενεργή συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα, άλλωστε ήταν και η μόδα της τότε εποχής.

Ώσπου συνέβη αυτό το γεγονός. Για μένα ήταν μια φοβερή ανατροπή, όλη η ζωή μου αναποδογυρίστηκε. Το βίωσα με έντονα τραγικό τρόπο.

Απλά δεν μπορούσα να ζήσω. Απόγνωση. Ήμουνα τότε 41 χρονών. «Ούτε μικρή, ούτε μεγάλη», όπως μου είπε αργότερα ο πνευματικός.

Κείνο που θυμάμαι από την περίοδο αυτή της ζωής μου είναι ένα απέραντο κενό.

Αγαπούσα τα παιδιά μου, αγαπούσα τη δουλειά μου, όμως το κενό ήταν κενό.

Και έτσι φτάσαμε στα Χριστούγεννα. Ήλθαν και δύο ανήψια μου, ήταν Τετάρτη τα Χριστούγεννα εκείνη την χρονιά.

Πέρασαν, όπως πέρασαν. Το Σάββατο βράδυ τα παιδιά βγήκαν για φαγητό. Κατά τα ξημερώματα ο ανηψιός μου δεν αισθάνθηκε καλά, του έφτιαξα κάτι, ξανακοιμήθηκε. Εγώ, έτσι κι αλλιώς κοιμόμουν ελάχιστα, δεν μπορούσα να ησυχάσω. Το σπίτι με πλάκωνε. Ήθελα να φύγω, πού να πάω;

Και οι καλύτερες φίλες μού είχαν κλείσει την πόρτα, δεν με άντεχαν. «Οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξεναντίας μου ήγγισαν και έστησαν, και οι έγγιστα μου από μακρόθεν έστησαν» (Ψαλμ. 37).

Πού αλλού μπορείς να πας Κυριακή πρωί, ποια πόρτα είναι πάντα ανοιχτή; Η πόρτα της Εκκλησίας. Εκεί αποφάσισα να πάω. Δεν πήγα από καλοσύνη, δεν είχα άλλη επιλογή.

Πήρα το αυτοκίνητο και σκεφτόμουνα σε ποια εκκλησία να πάω, όχι της γειτονιάς μου πάντως, γιατί ντρεπόμουνα να μη με δει κανείς να μπαίνω.

Καθώς περνούσα ένα ανάχωμα κάπως ερημικό για να βγω στον κεντρικό δρόμο, βλέπω μια κοπέλα που προχωρούσε μόνη της. Ήταν σκοτάδι ακόμη. Σταμάτησα και της λέω:

– Θέλετε να σας περάσω το ανάχωμα;

Η κοπέλα χωρίς δισταγμό μπήκε στο αυτοκίνητο και με ρώτησε:

– Πάτε στον πατέρα Συμεών;  

– Ποιον πατέρα Συμεών; Δεν τον ξέρω. Εσείς πάτε εκκλησία;

– Ναι, απάντησε.

– Έρχομαι μαζί σας, δεν πάω κάπου συγκεκριμένα.

Η κοπέλα ήταν γειτόνισσα, που δεν την ήξερα. Όπως μου έλεγε αργότερα, μπήκε με άνεση και χωρίς φόβο στο αυτοκίνητο γιατί νόμισε ότι σταμάτησα να την πάρω επειδή την έβλεπα στην εκκλησία.

Έτσι βρέθηκα στην εκκλησία.  Μόλις μπήκα,  εντυπωσιάστηκα   από την  κατανυκτική ατμόσφαιρα και το απαλό φως των καντηλιών.

Η ευαγγελική περικοπή ήταν από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. Β’, που οι μάγοι πήγαν στον Ηρώδη να τον ρωτήσουν που γεννήθηκε το Παιδίον. Ο Ηρώδης τους ζήτησε, όταν Το βρουν, να τον πληροφορήσουν για να πάει και εκείνος να προσκυνήσει. Όμως ο Θεός τους φώτισε να φύγουν «δι’ άλλης οδού».

Σχολιάζοντας ο λειτουργός ιερέας  είπε ότι ο Θεός φωτίζει τους ανθρώπους του να βρουν «τον άλλο δρόμο». Αυτό ήταν για μένα. Ήταν αυτό που περίμενα σε όλη μου τη ζωή. Ήταν το θαύμα. Ήταν ο «άλλος δρόμος» που ζητούσα.

Σήμερα, γιαγιά πολλών εγγονών, ευγνωμονώ και ευχαριστώ τον Θεό που επέτρεψε αυτήν την δοκιμασία στη ζωή μου, τον σεβάσμιο ιερέα  που άνοιξε τα μάτια της ψυχής μου και την κοπέλα που με οδήγησε στην Εκκλησία.

 

Α. Ει.

 

Ο άλλος δρόμος που ζητούσα

 

 

This site is protected by wp-copyrightpro.com

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.