Η πίστη στην εποχή μας

Ιερομάρτυρες Αλέξανδρος (Σμυρνώφ) και Θεόδωρος (Ρεμιζώφ)
Ιερομάρτυρες Αλέξανδρος (Σμυρνώφ) και Θεόδωρος (Ρεμιζώφ)

Στην φωτογραφία ο π. Αλέξανδρος 

Γεννημένος το 1877, ο άγιος ιερομάρτυς του Χριστού Αλέξανδρος υπηρετούσε στον Ναό της Υψώσεως του Τίμιου Σταυρού, στο χωριό Βισεγκορόντ της επαρχίας Μόσχας. Για την απλότητα και τη φιλανθρωπία του ήταν πολύ αγαπητός στους ενορίτες του. Βοηθούσε αυθόρμητα και δίχως κανέναν δισταγμό κάθε άνθρωπο που είχε ανάγκη. Ήταν, επίσης, εξαίρετος λειτουργός, προικισμένος από τον Θεό με δυνατή και μελωδική φωνή. Τελούσε τις ιερές ακολουθίες με ευλάβεια και προσοχή, χωρίς βιασύνη, χωρίς παραλείψεις, χωρίς συντμήσεις.

Οι επικεφαλής του Σοβιέτ του Βισεγκορόντ μήνυσαν επανειλημμένα στον π. Αλέξανδρο να μην κυκλοφορεί στο χωριό με ράσο και να κόψει τα μαλλιά του. Εκείνος, ωστόσο, δήλωσε με παρρησία ότι ποτέ δεν θα συμμορφωνόταν προς την παράνομη αυτή απαίτησή τους.

Στην ευρύτερη περιοχή του Βισεγκορόντ υπηρετούσε ένας αστυνόμος με το όνομα Μουζερώφ, που ήταν διαβόητος για τη σκληρότητα και την απανθρωπιά του. Οι ντόπιοι, αγανακτισμένοι με τη συμπεριφορά του, αναφέρθηκαν πολλές φορές στις τοπικές αρχές, αλλά δεν βρήκαν κατανόηση. Μια μέρα, λοιπόν, κάποιοι θερμόαιμοι χωρικοί σκότωσαν τον αδιόρθωτο αστυνόμο. Για την τιμωρία τους, στάλθηκε από τη Μόσχα ένοπλο απόσπασμα από πενήντα Λετονούς καβαλάρηδες.

Ήταν η 1η Νοεμβρίου του 1918, με το παλαιό ημερολόγιο. Στον Ναό των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού του χωριού Νόβαγια Μπορίσοφκα, που βρισκόταν δίπλα στο Βισεγκορόντ, γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Για να τιμήσουν τους αγίους είχαν έρθει κάτοικοι από τα γύρω χωριά με τους ιερείς τους, οι οποίοι συλλειτούργησαν με τον εφημέριο του ναού π. Θεόδωρο. Μετά τη Λειτουργία και την Παράκληση παρατέθηκε γιορταστικό γεύμα. Έπειτα οι ιερείς αναχώρησαν για τις ενορίες τους. Τίποτε δεν προμήνυε το κακό που θα ξεσπούσε σε λίγες ώρες.

Δεν είχε καλά-καλά σουρουπώσει, και οι Λετονοί καβαλάρηδες έκαναν την εμφάνισή τους στη Νόβαγια Μπορίσοφκα, σκορπίζοντας γύρω τους τον τρόμο. Στον δρόμο τους βρέθηκε ο φύλακας της εκκλησίας, που τον έσφαξαν επιτόπου. Έπειτα έκαναν έρευνα στο χωριό και εκτέλεσαν χωρίς καμιά διαδικασία τους κατοίκους για τους οποίους υπήρχε υποψία ότι συμμετείχαν στη δολοφονία του αστυνόμου.

Μια ομάδα απ’ αυτούς κίνησε γοργά για το Βισεγκορόντ. Μαθαίνοντας εκεί ότι ο π. Αλέξανδρος ήταν στο σπίτι του, έστειλαν την αρχινοσοκόμα του τοπικού νοσηλευτηρίου για να τον καλέσει στο Σοβιέτ του χωριού.

– Γιατί να πάω; της είπε ο ιερέας με απλότητα και απορία. Δεν έχω διαπράξει κανένα αδίκημα.

– Όπως θέλετε, αποκρίθηκε εκείνη κι έφυγε, αλλά στη φωνή της υπήρχε κάτι το απειλητικό.

Η πρεσβυτέρα του π. Αλεξάνδρου και η κόρη του Ελένη αποφάσισαν να πάνε στο Σοβιέτ του χωριού για να δουν τι γινόταν εκεί. Στο σπίτι έμεινε ο ιερέας με τον τετράχρονο γιο του Αλέξανδρο.

Σε λίγο ακούστηκαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Ο π. Αλέξανδρος άνοιξε αμέσως, και το σπίτι γέμισε οπλισμένους Λετονούς.

– Ετοιμαστείτε! του είπαν επιτακτικά. Σας περιμένει ο πρόεδρος του Σοβιέτ.

– Μα πώς ν’ αφήσω μόνο του το μικρό μου αγοράκι; είπε ο ιερέας. Δεν υπάρχει άλλος στο σπίτι.

– Ο πρόεδρος δεν μπορεί να περιμένει! του φώναξαν άγρια. Ακολουθήστε μας αμέσως!

Πήραν μόνοι τους μερικά χοντρά κεριά που βρήκαν στο σπίτι, τα άναψαν και βγήκαν στον δρόμο.

– Κύριε, γενηθήτω το θέλημά σου! ψιθύρισε ο π. Αλέξανδρος, κάνοντας τον σταυρό του. Και, αφού φόρεσε ένα μάλλινο ράσο κι έναν σκούφο, ακολούθησε τους Λετονούς.

Φυσούσε ένα απαλό αλλά παγερό αεράκι. Είχε ήδη πέσει το πρώτο χιόνι.

Κρατώντας τα αναμμένα κεριά, οι εκτελεστές, με τον π. Αλέξανδρο ανάμεσά τους, τράβηξαν για το Σοβιέτ του χωριού. Στη συνέχεια πήραν τον δρόμο για τη Νόβαγια Μπορίσοφκα. Ο ιερέας, όμως, δεν θα έφτανε εκεί ζωντανός.

Ύστερα απο κάμποση ώρα συνάντησαν άλλη ομάδα Λετονών, που είχε συλλάβει τον π. Θεόδωρο. Και τότε ανακοίνωσαν στους δύο ιερείς ότι θα εκτελούνταν επιτόπου.

– Αφήστε μας τουλάχιστον να προσευχηθούμε πρώτα, παρακάλεσε ο π. Αλέξανδρος.

– Προσευχηθείτε, συγκατένευσε ο επικεφαλής των ενόπλων.

Οι ιερείς γονάτισαν και προσευχήθηκαν σιωπηλά για λίγη ώρα. Πρώτος σηκώθηκε ο π. Αλέξανδρος.

– Είμαι έτοιμος, είπε. Κάντε μου ό,τι θέλετε…

Καί κοιτάζοντάς τους με βλέμμα γαλήνιο, πρόσθεσε προφητικά:

–…Αλλά να ξέρετε πως όλοι σας θα χαθείτε πολύ σύντομα.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο επικεφαλής του αποσπάσματος μάνιασε. Τράβηξε το ξίφος του και χτύπησε τον ιερέα στο κεφάλι, προξενώντας μια τομή από τον δεξιό κρόταφο ως το βρεγματικό οστό. Ο π. Αλέξανδρος έπεσε στα γόνατα και σήκωσε το χέρι του για να κάνει το σημείο του σταυρού. Το δεύτερο χτύπημα τον βρήκε στον αυχένα, αλλά κι αυτό δεν τον θανάτωσε. Κάποιοι από τους δημίους τον πυροβόλησαν στο κεφάλι και στον λαιμό, ενώ ο επικεφαλής τον χτύπησε άλλες δυό φορές με το ξίφος του, τρυπώντας τον στην κοιλιά και στη μία πλευρά. Παρ’ όλα αυτά, ο ιερέας –απίστευτο και όμως αληθινό– ήταν ακόμα ζωντανός! Οι Λετονοί φοβήθηκαν. Τότε ο πιο ψύχραιμος απ’ αυτούς πλησίασε τον π. Αλέξανδρο και, πυροβολώντας τον εξ επαφής στην καρδιά, τον θανάτωσε.

Οι εκτελεστές πλησίασαν τώρα τον π. Θεόδωρο, ο οποίος άφοβα άρχισε να τους στηλιτεύει για την ωμότητα και την αιμοβορία τους. Του απάντησαν με δυνατά χτυπήματα στο πρόσωπο. Και όταν έπεσε καταγής, ένας τους τον πυροβόλησε δύο φορές. Οι σφαίρες, που τον βρήκαν στο αυτί η πρώτη και στην πλάτη η δεύτερη, δεν του στέρησαν τη ζωή. Οι Λετονοί, ωστόσο, δεν τον αποτελείωσαν. Τον άφησαν μισοπεθαμένο κι έφυγαν σαν κυνηγημένοι.

Φτάνοντας στο χωριό, έλεγαν στους κατοίκους:

– Ρε, τι παπάς ήταν αυτός ο Αλέξανδρος! Δεν έχουμε ξαναδει άλλον σαν κι αυτόν! Και μας είπε πως θα χαθούμε σύντομα όλοι. Φτου!

Η προφητεία του ιερομάρτυρα εκπληρώθηκε σε λίγες μέρες, όταν οι Λετονοί έπεσαν σε ενέδρα χωρικών κοντά στο χωριό Μπαλαμπάνωφ και εξοντώθηκαν ως τον τελευταίο.

Το άλλο πρωί ένας ντόπιος, μπαίνοντας καβαλάρης στη Νόβαγια Μπορίσοφκα, άκουσε αναστεναγμούς. Ξεπέζεψε και είδε ξαπλωμένον στο χιόνι τον π. Θεόδωρο, που ζούσε ακόμα. Λίγο πιο πέρα βρήκε τον π. Αλέξανδρο νεκρό. Ειδοποίησε αμέσως τους χωρικούς. Όταν, όμως, αυτοί ήρθαν, ο π. Θεόδωρος είχε ήδη αφήσει την τελευταία του πνοή.

Έπειτα από τρεις μέρες έγινε η κηδεία των ιερομαρτύρων. Στη νεκρώσιμη ακολουθία η κοσμοπλημμύρα ήταν πρωτοφανής. Οι αρχές φοβήθηκαν λαϊκή εξέγερση, γι’ αυτό παραδέχθηκαν δημόσια το άδικο της δολοφονίας και έστειλαν στην κηδεία εκπροσώπους με λευκά περιβραχιόνια, τα οποία συμβόλιζαν την αθωότητα των ιερομαρτύρων.

Εννέα ημέρες μετά το μαρτύριό του ο π. Αλέξανδρος εμφανίστηκε στην κόρη του Ελένη, ενώ αυτή κοιμόταν, και της είπε να συλλέξει μερικά μικρά οστά του, που είχαν απομείνει στον τόπο της εκτελέσεως, υποδεικνύοντάς της μάλιστα και το σημείο όπου βρίσκονταν. Στο ετήσιο μνημόσυνό του εμφανίστηκε στον γιο του Αλέξανδρο ντυμένος με αστραφτερά άμφια.

Είκοσι χρόνια αργότερα οι άθεοι έβαλαν φωτιά στο σπίτι του μακαριστού ιερέα και το έκαψαν. Ανάμεσα στις στάχτες δεν βρέθηκε παρά μόνο η φωτογραφία του, που παράδοξα διασώθηκε καψαλισμένη στις άκρες.

 

 

Από το βιβλίο: Ηγουμένου Δαμασκηνού (Ορλόφσκι), ΑΓΙΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ. Ρώσοι ιερομάρτυρες και ομολογητές του 20ού αιώνα. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014, σελ. 51.

 

 

 

 

Ιερομάρτυρες Αλέξανδρος (Σμυρνώφ) και Θεόδωρος (Ρεμιζώφ)

Ορθόδοξη πίστη και ζωή στο email σας. Λάβετε πρώτοι όλες τις τελευταίες αναρτήσεις της Κοινωνίας Ορθοδοξίας:
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter! Θα λάβετε email επιβεβαίωσης σε λίγα λεπτά. Παρακαλούμε, ακολουθήστε τον σύνδεσμο μέσα του για να επιβεβαιώσετε την εγγραφή. Εάν το email δεν εμφανιστεί στο γραμματοκιβώτιό σας, παρακαλούμε ελέγξτε τον φάκελο του spam.
Έχετε εγγραφεί επιτυχώς στο newsletter!
Λυπούμαστε, υπήρξε ένα σφάλμα. Παρακαλούμε, ελέγξτε το email σας.